Legislator Case Law & Legislation
478/2006 AI generated

478/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 478/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

478/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αίτησης? αν δεχτεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση και αν κρίνει ότι η επανάληψη στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που καταδίκασε δικαστήριο και στην περίπτωση του άρθρου 525 παρ. 1 αρ. 4 σε άλλο δικαστήριο ομοιόβαθμο με το ανωτέρω από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση" (εδ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 478 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 478/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2005, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Κ. Ν. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Παγώνα, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ’ αριθμ. 1536/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαΐου 2005 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1052/2005.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χρήστος Σιδέρης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη με αριθμό 386/16.9.2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 525 παρ. 1 εδ. β’ , 527 παρ. 3, 528 παρ. 1 και 529 Κ.Π.Δ., την από 27-5-2005 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας του Κ.

Ν. του Δ., κατοίκου ..., κατά της υπ’ αρ. 1536/2003 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε για εκβίαση από κοινού με το ελαφρυντικό του ά. 84 παρ. 2ε Π.Κ. σε φυλάκιση 4 ετών με 3ετή στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων, με αίτημα αναστολής ποινής και εκθέτω τα εξής: Α) κατ’ ά. 525 παρ. 1 εδ.

β’ Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασθέντος για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1)..... 2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον δίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Επίσης κατ’ ά. 527 παρ. 3 Κ.Π.Δ., "Η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, και υποβάλλεται στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο, και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση.

Ο εισαγγελέας, στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση, οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο τη βασιμότητά της είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα? κατόπιν εισάγει την αίτηση στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο, όπου υπηρετεί". Εξάλλου, κατ’ ά. 528 παρ. 1 ιδίου Κώδικα, "Αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επανάληψης είναι, κατά τις διακρίσεις της παραγρ. 3 του άρθρου 527, το συμβούλιο εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα.

Το συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αίτησης? αν δεχτεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση και αν κρίνει ότι η επανάληψη στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που καταδίκασε δικαστήριο και στην περίπτωση του άρθρου 525 παρ. 1 αρ. 4 σε άλλο δικαστήριο ομοιόβαθμο με το ανωτέρω από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση" (εδ.

α). Τέλος, κατ’ ά. 529 Κ.Π.Δ., "Μόλις υποβληθεί η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, το συμβούλιο, που είναι αρμόδιο να την κρίνει, αποφασίζει μέσα σε τρεις μέρες, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, για την αναστολή ή μη της εκτέλεσης της ποινής που εκτίει ο καταδικασμένος", Β) Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγονται τα εξής:

α) καταρχήν η ανωτέρω προθεσμία των 3 ημερών δεν τάσσεται επί ποινή ακυρότητος (Εφετ. Θεσ/νίκης 197/91, Αρμενόπ. 1992/180), αλλά αποτελεί υπόδειξη προς το δικαστή για επίσπευση, ιδίως αν προκύπτει η ουσιαστική βασιμότητα των λόγων επαναλήψεως της διαδικασίας, διότι αλλιώς, αν δηλ. τα "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" δεν καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα του αιτούντος, δεν συντρέχει περίπτωση αναστολής εκτελέσεως της ποινής (ΑΠ 6/85, 134/60, 360 και 361/57? πρβλ.

και Α.Π. 79/85 και 647/71), β) Προϋπόθεση της αναστολής τυπική είναι η κράτηση στις φυλακές του αιτούντος την επανάληψη της διαδικασίας προς έκτιση της επιβαλούσης την ποινή αποφάσεως, διαφορετικά η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 745/77, Π.Χ. ΚΗ/48, Α.Π. 824 και 622/77? πρβλ. όμως Α.Π. 181/84, Π.Χ. ΛΔ/750 και Κανίνια υπό Α.Π. 1319/82, ΝοΒ 31/90 και Π.Χ.

ΛΓ/515), γ) Νέες αποδείξεις, κατά τη νομολογία, είναι εκείνες που δεν έχουν υποβληθεί στο καταδικάσαν δικαστήριο (ΑΠ 319/92, 919/90, 1147/91, 1154/91, 871 και 1597/88, 60/88, 11 και 395/85, 607 και 717/86, 181 και 918/84, 1331 και 1378/83, 554 και 701/82), καθώς και εκείνες που δημιουργήθηκαν μεταγενέστερα (Α.Π. 201/90, ΝοΒ 38/331, όπου και εισαγγελ. πρότ., Α.Π. 1040/84, 1213/85, 1703/89).

Εάν λοιπόν υποβλήθηκαν ρητώς ή εμμέσως, πλην σαφώς και απορρίφθηκαν από το δικαστήριο έστω και κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων ή άλλων αποδεικτικών στοιχείων δεν είναι νέες αποδείξεις κατά την έννοια του νόμου (Α.Π. 322/82, Α.Π. 1061/90), δ) Τα νέα έγγραφα ή οι νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε, π.χ.

καταθέσεις νέων μαρτύρων, έγγραφα, δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά και γενικά κάθε αποδεικτικό στοιχείο νέο (ΑΠ 1 και 871/88, 1539/87, 1597/88, 819/89, 919 και 1061/90, 60/88, 603 και 918/84, 1967/84, 607/86, 519, 1228 και 1743/90, 100 και 1147/91, 319/92), ε) Δεν αρκεί όμως η αποκάλυψη νέων αγνώστων στους δικάσαντες δικαστές γεγονότων ή αποδείξεων, αλλά απαιτείται επιπλέον τα νέα αυτά στοιχεία να κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε ή είναι τελείως αθώος (Α.Π. 148 και 736/77, Π.Χ.

ΚΖ/566 και ΚΗ/44, Α.Π. 323/53, Π.Χ. Γ/505), στ) Τέλος, αν η καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο, αρμόδιο ν’ αποφασίσει επί της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το συμβούλιο του Αρείου Πάγου (ά. 528 παρ. 1, 527 παρ. 3 ΚΠΔ), η δε ως άνω απόφαση, κατά της οποίας στρέφεται, είναι ήδη αμετάκλητη, διότι έχουν απορριφθεί με την υπ’ αρ. 1117/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου η από 20-11-2003 και 28-11-2003 αιτήσεις του αιτούντος για αναίρεση της υπ’ αρ. 1536/2003 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, Γ) Τέλος, όπως προκύπτει από την ερμηνεία του ά. 525 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, νέες άγνωστες στους καταδικάσαντες δικαστές αποδείξεις είναι και ένορκες βεβαιώσεις των κατά τη δίκη εξετασθέντων μαρτύρων, όταν αυτοί ανακαλούν ή τροποποιούν τις προηγούμενες καταθέσεις τους (Α.Π. 918/84 και 1331/83, Π.Χ. 1985/125 και 1984/1272), υπό την προϋπόθεση ότι οι νέες αυτές αποδείξεις, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με τις προσκομισθείσες στο εκδόσαν την καταδικαστική απόφαση δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε (ΑΠ 672/95 και 1744/93, Π.Χ. 1995/1246 και 1994/76), Δ) Στην προκειμένη περίπτωση στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασης αναφέρονται για τον αιτούντα τα εξής:

Οι κατηγορούμενοι (Κ. Ν. και Π. Μ.) γνωρίζοντας ότι ο μηνυτής Ν. Κ. είχε οικονομικές διαφορές με τον δικηγόρο Κ. Α. και την σύζυγο του τελευταίου, οι οποίες είχαν προκύψει από την πώληση από τον μηνυτή κοινού με αυτούς ακινήτου, σε τιμή πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που αναγράφηκε στο συμβόλαιο και γνωστοποιήθηκε στους συνιδιοκτήτες του, άρχισαν από τις αρχές Απριλίου 1994 να τηλεφωνούν στα γραφεία της επιχείρησης του μηνυτή "...", εμφανιζόμενοι με τα ονόματα παππούς, πατέρας ή Μ.

και να τον απειλούν ότι θα αποκαλύψουν στην Εφορία φορολογικές του παραβάσεις αν δεν τους πλήρωνε το ποσό των 10.000.000 δρχ. Μάλιστα για να γίνουν πιο πειστικοί για την πρόθεσή τους, του διάβαζαν στο τηλέφωνο και την από 16-12-1993 απόδειξη (αντίγραφο) από την οποία προέκυπτε η σε βάρος των παραπάνω συνιδιοκτητών απόκρυψη του τμήματος πωλήσεως του κοινού ακινήτου τους.

Ο μηνυτής αρνήθηκε να ενδώσει στις εκβιαστικές απειλές τους και ανακοίνωσε στον υπάλληλο της επιχείρησής του και μάρτυρα Ι. Π., τα απειλητικά τηλεφωνήματα που δεχόταν, ο οποίος ανέλαβε εφεξής να εμφανίζεται αυτός ως ο μηνυτής και να απαντά στα τηλεφωνήματα αυτά. Πράγματι οι κατηγορούμενοι σκοπεύοντας να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος συνέχισαν τα παραπάνω τηλεφωνήματα προσθέτοντας επί πλέον απειλές για τη ζωή του μηνυτή και των μελών της οικογενείας του, χρησιμοποιώντας τις φράσεις "δεν σκέπτεσαι τα παιδιά σου, την γυναίκα σου που μπορούν να πάθουν κανά ψιλοατύχημα, εσύ ο ίδιος, και αυτά στα λέω γιατί γνωρίζουμε τη διαδρομή σου, γνωρίζουμε το Χοντάκι που κυκλοφορείς, τα παιδιά σου πως και που μεταφέρονται στο σχολείο".

Όπως διαπιστώθηκε τα τηλεφωνήματα αυτά γινόταν από τηλεφωνικούς θαλάμους μιλούσε δε πάντα ο δεύτερος των κατηγορουμένων τον οποίο καθοδήγησε ο πρώτος, που επίσης παρίστατο κατά την επικοινωνία, σχετικά με τι θα πει, γεγονός που γινόταν αντιληπτό στο συνομιλητή τους. Κατά τη διάρκεια των τηλεφωνημάτων αυτών οι κατηγορούμενοι περιόρισαν το ποσό που απαιτούσαν σε 3.000.000 δρχ.

το οποίο και αξίωναν χωρίς να είχαν κάποια νόμιμη απαίτηση κατά του μηνυτή και αποβλέποντας με τις παραπάνω απειλές να κάμψουν την αντίσταση αυτού και να τον εξαναγκάσουν να τους το δώσει. Προ της κατάστασης αυτής ο μηνυτής κατέφυγε στο αρμόδιο τμήμα εκβιαστών της Δ/νσης Ασφαλείας Αττικής και μετά από προηγούμενη συνεννόηση με άνδρες της εν λόγω υπηρεσίας ο άνω υπάλληλος του μηνυτή που παρίστανε τον ίδιο, προσποιήθηκε ότι ενδίδει στην αξίωσή τους και ότι πρέπει να ρυθμίσουν τον τρόπο καταβολής του άνω ποσού.

Κλείσθηκαν τηλεφωνικά αλλεπάλληλα ραντεβού στα οποία οι κατηγορούμενοι την τελευταία στιγμή καθόριζαν τον τόπο όπου θα τους παραδίδονταν τα χρήματα, πλην ο άνω υπάλληλος καθ’ υπόδειξη των αστυνομικών που παρακολουθούσαν τις συνομιλίες, αρνιόταν να μεταβεί οπουδήποτε και τους ζητούσε να προσέλθουν να παραλάβουν τα χρήματα στα γραφεία της εταιρίας του μηνυτή.

Τελικά συμφώνησαν στις 21-9-1994 και περί ώρα 8.20 να τους παραδοθούν τα χρήματα έξω από τα γραφεία της επιχείρησης του μηνυτή, στην οδό ..., στο .... Οι κατηγορούμενοι στο συγκεκριμένο χρόνο μετέβησαν με μοτ/τα της οποίας τον αριθμό κυκλοφορίας είχαν επιμελώς αποκρύψει με χαρτόνι, στο χώρο που είχαν συμφωνήσει και αφού έκαναν μία-δύο βόλτες για κατόπτευση και έλεγχο αυτού, ο δεύτερος των κατηγορουμένων Π.

Μ. που επέβαινε της μοτ/τας ως συνεπιβάτης, κατέβηκε από τη μηχανή και κατευθύνθηκε προς τον Ι. Π. που τον περίμενε με ένα κίτρινο φάκελο, ο οποίος περιείχε 100.000 δρχ. σε 20 προσεσημασμένα χαρτονομίσματα των 5000 δρχ., τα στοιχεία των οποίων αναφέρονται στο διατακτικό και 2.900.000 δρχ. σε φωτοτυπίες διαφόρων χαρτονομισμάτων και αφού του είπε από "Μ." παρέλαβε το φάκελο στην κατοχή του και κατευθύνθηκε προς την μοτ/τα όπου τον περίμενε ο έτερος κατηγορούμενος.

Στο σημείο όμως, αυτό επενέβησαν αστυνομικοί που παρακολουθούσαν υπό κάλυψη τα γινόμενα και τον συνέλαβαν, ενώ με εκφοβιστικούς πυροβολισμούς επιχείρησαν να ακινητοποιήσουν και τον κατηγορούμενο Κ. Ν., προκειμένου να επιτύχουν και την σύλληψη αυτού. Ο τελευταίος όμως έθεσε σε κίνηση την μοτ/τα και ετράπη σε φυγή προς την κατεύθυνση της οδού ...

μετά δε από αστυνομική καταδίωξη συνελήφθη στο ύψος του Νοσοκομείου "ΥΓΕΙΑ". Ενόψει των ανωτέρω περιστατικών τα οποία προκύπτουν από τις αναγνωσθείσες καταθέσεις των εξετασθέντων στην προδικασία μαρτύρων, ιδία εκείνες του αστυνομικού Ι. Κ. και του υπαλλήλου του μηνυτή Ι. Π., αλλά και επιβεβαιώνονται σχεδόν στο σύνολό τους από τις ανακριτικές απολογίες του δευτέρου κατηγορουμένου, αποδεικνύεται ότι οι κατηγορούμενοι επραγμάτωσαν με πρόθεση και από κοινού την αντικειμενική υπόσταση του αποδιδομένου σ’ αυτούς εγκλήματος της κακουργηματικής εκβίασης, που προβλέπεται από το άρθρο 380 παρ. 1α του Π.Κ., της ζημίας του παθόντα μηνυτή εκ της πράξης αυτών ανελθούσας σε 100.000 δρχ., όσο και το ποσό των προσεσημασμένων χαρτονομισμάτων που του απέσπασαν οι κατηγορούμενοι.

Κατ’ ακολουθίαν πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της άνω πράξης κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, αφού τους αναγνωριστεί όμως η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2ε Π.Κ. καθόσον προέκυψε ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη τους συμπεριφέρθηκαν καλά,

Ε) Ο αιτών ως "νέα απόδειξη" επικαλείται κυρίως και προσκομίζει την από 20-4-2005 βεβαίωση-δήλωση του Π. Μ., κατά την οποία η δήθεν ομολογία του, γεγονός το οποίο τόνισε επανειλημμένως σε όλα τα δικαστήρια, ήταν προϊόν σωματικής και ψυχολογικής βίας, η οποία ασκήθηκε εις βάρος του και εις βάρος της οικογενείας του τόσο στην Ασφάλεια, όσο και έξω από τα γραφεία του κ.

Ανακριτή και συνεχίσθηκε και αργότερα, επιστρατεύοντας διάφορα επιχειρήματα προς επίρρωση της εν λόγω δήλωσής του. Τα παραπάνω όμως δεν αποτελούν "νέα γεγονότα", κατά την έννοια της προαναφερθείσης διάταξης (βλ. ανωτέρω, υπό Β στοιχ. γ-ε), διότι ήδη είχαν τεθεί υπό την κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, πράγμα που και ο ίδιος ο αιτών επισημαίνει στην ως άνω δήλωσή του ("γεγονός το οποίο ετόνισα σε όλα τα δικαστήρια....."), αλλά προκύπτει σαφώς και από την απολογία του (βλ.

σελ. 15 προσβαλλόμενης απόφασης), όπου χαρακτηριστικά αναφέρει τα εξής: "Με πήγαν στη σεκιούριτι μέσα και με χτυπάγανε και οι σεκιούριτοι και οι αστυνομικοί.... Φοβόμουνα μην με σκοτώσουν. είναι ψευδή όσα είπα και στην Αστυνομία και στον Ανακριτή". Κατ’ ακολουθία, δεν είναι κάτι καινούριο το περιεχόμενο της υπό κρίση "βεβαίωσης-δήλωσης", ΣΤ) Οι άλλες αιτιάσεις της υπό κρίση αίτησης είναι επίσης αβάσιμες.

ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ: α) ο ισχυρισμός ότι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών έπρεπε να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρξε τετελεσμένο αδίκημα εκβίασης σε βαθμό κακουργήματος, αλλά απόπειρα εκβίασης σε βαθμό πλημμελήματος (σελ. 2-3 αίτησης) ή β) ότι ο αιτών δεν είχε τον σκοπό εκβίασης εις βάρος του Ν.

Κ. (σελ. 3 ως άνω αίτησης), καθώς και γ) όλες οι αιτιάσεις που αμφισβητούν την αξιοπιστία των αποδεικτικών μέσων και ιδίως των μαρτυρικών καταθέσεων ή τέλος δ) αναφέρονται σε ουσιαστικές εκτιμήσεις είναι άνευ έννομης επιρροής, διότι δεν μπορεί να υπαχθούν στην προπαρατεθείσα έννοια των "νέων γεγονότων" και "νέων αποδείξεων".

ΠΙΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ: Οι παρακάτω αιτιάσεις δεν εμπίπτουν στην έννοια και τις προϋποθέσεις του ά. 525 παρ. 1 περ. 2 Κ.Π.Δ., όπως εξετέθη ανωτέρω (υπό στοιχ. Α): αα) Η μη εμφάνιση του Ν. Κ. ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου προς υποστήριξη των όσων είχε καταθέσει προανακριτικά, αλλά και ενώπιον του Ανακριτή (σελ. 4 αίτησης), ββ) Η μη κλήτευση και προσέλευση στο Τριμελές Εφετείο κακουργημάτων και στο Πενταμελές Εφετείο του μάρτυρα Ι.

Π. (ομοίως σελ. 4 αίτησης), γγ) Η μη κλήτευση των αστυνομικών μαρτύρων, και ιδιαίτερα του αρχιφύλακα Ι. Κ. (σελ. 5), δδ) Η κακή αξιολόγηση από το Πενταμελές Εφετείο των μαρτύρων Π. Μ. και Γ.Μ. (σελ. 5-6), εε) Διάφορα άλλα επιχειρήματα και ισχυρισμοί (βλ. σελ. 7-13 αίτησης) που αμφισβητούν την ουσία των κατηγοριών και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, Ζ) Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα, πρέπει ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η υπό κρίση αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος, καθώς επίσης και το αίτημα αναστολής εκτέλεσης της ποινής του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΛΟΓΟΥΣ. Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Ν’ απορριφθεί η από 27-5-2005 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας του Κ. Ν. του Δ., κατοίκου ... Αττικής, κατά της υπ’ αρ. 1536/2003 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, 2) Ν’ απορριφθεί επίσης το σχετικό αίτημα αναστολής εκτέλεσης της ποινής του και 3) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αιτούντος.

Αθήνα, 2 Σεπτεμβρίου 2005. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Παναγιώτης Καίσαρης".

Αφού άκουσε

τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες οι οποίες, ασχέτως αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και οι οποίες μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρυνιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.

Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε αμετακλήτως μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 1117/2004 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα από τον αιτούντα αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 1536/2003 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αιτών καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών για κακουργηματική εκβίαση από κοινού (άρθρο 385 παρ. 1 σε συνδ. με άρθρο 380 παρ. 1α Π.Κ.), για το λόγο ότι, από το επικαλούμενο νέο έγγραφο, άγνωστο στους δικαστές που τον καταδίκασαν, σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομιστεί ενώπιον του ανωτέρου δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, γίνεται φανερό (όπως διατείνεται), ότι είναι αθώος και σε κάθε περίπτωση, ότι καταδικάστηκε για κακουργηματική εκβίαση, ενώ έπρεπε να καταδικαστεί για εκβίαση σε βαθμό πλημμελήματος ή για απόπειρα εκβιάσεως, ήτοι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, παραδεκτώς δε εισαγόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, πρέπει να εξεταστεί κατ’ ουσίαν.

Στην προκειμένη περίπτωση, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης, ως άνω, απόφασης, διαλαμβάνονται για τον αιτούντα τα εξής: "Οι κατηγορούμενοι (Κ. Ν. και Π. Μ.) γνωρίζοντας ότι ο μηνυτής Ν.Κ. είχε οικονομικές διαφορές με τον δικηγόρο Κ.Α. και τη σύζυγο του τελευταίου, οι οποίες είχαν προκύψει από την πώληση από τον μηνυτή κοινού με αυτούς ακινήτου, σε τιμή πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που αναγράφηκε στο συμβόλαιο και γνωστοποιήθηκε στους συνιδιοκτήτες του, άρχισαν από τις αρχές Απριλίου 1994 να τηλεφωνούν στα γραφεία της επιχείρησης του μηνυτή "...", εμφανιζόμενοι με τα ονόματα παππούς, πατέρας ή Μ.ς και να τον απειλούν ότι θα αποκαλύψουν στην Εφορία φορολογικές του παραβάσεις αν δεν τους πλήρωνε το ποσό των 10.000.000 δρχ.

Μάλιστα για να γίνουν πιο πειστικοί για την πρόθεσή τους, του διάβαζαν στο τηλέφωνο και την από 16.12.1993 απόδειξη (αντίγραφο) από την οποία προέκυπτε η σε βάρος των παραπάνω συνιδιοκτητών απόκρυψη του τμήματος πωλήσεως του κοινού ακινήτου τους. Ο μηνυτής αρνήθηκε να ενδώσει στις εκβιαστικές απειλές τους και ανακοίνωσε στον υπάλληλο της επιχείρησής του και μάρτυρα Ι.Π., τα απειλητικά τηλεφωνήματα που δεχόταν, ο οποίος ανέλαβε εφεξής να εμφανίζεται αυτός ως ο μηνυτής και να απαντά στα τηλεφωνήματα αυτά.

Πράγματι οι κατηγορούμενοι σκοπεύοντας να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος συνέχισαν τα παραπάνω τηλεφωνήματα, προσθέτοντας επί πλέον απειλές για τη ζωή του μηνυτή και των μελών της οικογενείας του, χρησιμοποιώντας τις φράσεις "δεν σκέπτεσαι τα παιδιά σου, την γυναίκα σου, που μπορούν να πάθουν κανά ψιλοατύχημα, εσύ ο ίδιος, και αυτά στα λέω γιατί γνωρίζουμε τη διαδρομή σου, γνωρίζουμε το Χοντάκι που κυκλοφορείς, τα παιδιά σου πως και που μεταφέρονται στο σχολείο".

Όπως διαπιστώθηκε τα τηλεφωνήματα αυτά γινόταν από τηλεφωνικούς θαλάμους, μιλούσε δε πάντα ο δεύτερος των κατηγορουμένων τον οποίο καθοδήγησε ο πρώτος, που επίσης παρίστατο κατά την επικοινωνία, σχετικά με τι θα πεί, γεγονός που γινόταν αντιληπτό στο συνομιλητή τους. Κατά τη διάρκεια των τηλεφωνημάτων αυτών οι κατηγορούμενοι περιόρισαν το ποσό που απαιτούσαν σε 3.000.000 δρχ., το οποίο και αξίωναν χωρίς να είχαν κάποια νόμιμη απαίτηση κατά του μηνυτή και αποβλέποντας με τις παραπάνω απειλές να κάμψουν την αντίσταση αυτού και να τον εξαναγκάσουν να τους το δώσει.

Προ της κατάστασης αυτής ο μηνυτής κατέφυγε στο αρμόδιο τμήμα εκβιαστών της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής και μετά από προηγούμενη συνεννόηση με άνδρες της εν λόγω υπηρεσίας ο άνω υπάλληλος του μηνυτή που παρίστανε τον ίδιο προσποιήθηκε ότι ενδίδει στην αξίωσή τους και ότι πρέπει να ρυθμίσουν τον τρόπο καταβολής του άνω ποσού.

Κλείσθηκαν τηλεφωνικά αλλεπάλληλα ραντεβού στα οποία οι κατηγορούμενοι την τελευταία στιγμή καθόριζαν τον τόπο όπου θα τους παραδίδονταν τα χρήματα, πλην ο άνω υπάλληλος καθ’ υπόδειξη των αστυνομικών που παρακολουθούσαν τις συνομιλίες, αρνιόταν να μεταβεί οπουδήποτε και τους ζητούσε ένα προσέλθουν να παραλάβουν τα χρήματα στα γραφεία της εταιρίας του μηνυτή.

Τελικά συμφώνησαν στις 21.9.1994 και περί ώρα 8.20’ να τους παραδοθούν τα χρήματα έξω από τα γραφεία της επιχείρησης του μηνυτή, στην οδό .... Οι κατηγορούμενοι στο συγκεκριμένο χρόνο μετέβησαν με μοτοσυκλέτα της οποίας τον αριθμό κυκλοφορίας είχαν επιμελώς αποκρύψει με χαρτόνι, στο χώρο που είχαν συμφωνήσει και αφού έκαναν μία - δύο βόλτες για κατόπτευση και έλεγχο αυτού, ο δεύτερος των κατηγορουμένων Π.Μ.

που επέβαινε της μοτοσυκλέτας ως συνεπιβάτης, κατέβηκε από τη μηχανή και κατευθύνθηκε προς τον Ι. Π. που τον περίμενε με ένα κίτρινο φάκελο, ο οποίος περιείχε 100.000 δρχ. σε 20 προσεσημασμένα χαρτονομίσματα των 5.000 δρχ., τα στοιχεία των οποίων αναφέρονται στο διατακτικό και 2.900.000 δρχ. σε φωτοτυπίες διαφόρων χαρτονομισμάτων και αφού του είπε από "Μ.", παρέλαβε το φάκελο στην κατοχή του και κατευθύνθηκε προς την μοτοσυκλέτα όπου τον περίμενε ο έτερος κατηγορούμενος.

Στο σημείο, όμως, αυτό επενέβησαν οι αστυνομικοί που παρακολουθούσαν υπό κάλυψη τα γινόμενα και τον συνέλαβαν, ενώ με εκφοβιστικούς πυροβολισμούς επιχείρησαν να ακινητοποιήσουν και τον κατηγορούμενο Κ.Ν., προκειμένου να επιτύχουν και τη σύλληψη αυτού. Ο τελευταίος όμως έθεσε σε κίνηση τη μοτοσυκλέτα και ετράπη σε φυγή προς την κατεύθυνση της οδού ...

μετά δε από αστυνομική καταδίωξη συνελήφθη στο ύψος του Νοσοκομείου "ΥΓΕΙΑ". Ενόψει των ανωτέρω περιστατικών, τα οποία προκύπτουν από τις αναγνωσθείσες καταθέσεις των εξετασθέντων στην προδικασία μαρτύρων, ιδία εκείνες του αστυνομικού Ι.Κ. και του υπαλλήλου του μηνυτή Ι.Π., αλλά και επιβεβαιώνονται σχεδόν στο σύνολό τους από τις ανακριτικές απολογίες του δευτέρου κατηγορουμένου, αποδεικνύεται ότι οι κατηγορούμενοι επραγμάτωσαν με πρόθεση και από κοινού την αντικειμενική υπόσταση του αποδιδομένου σ’ αυτούς εγκλήματος της κακουργηματικής εκβίασης, που προβλέπεται από το άρθρο 380 παρ. 1α του Π.Κ., της ζημίας του παθόντα μηνυτή εκ της πράξης αυτών ανελθούσας σε 100.000 δρχ., όσο και το ποσό των προσεσημασμένων χαρτονομισμάτων που του απέσπασαν οι κατηγορούμενοι.

Κατ’ ακολουθίαν πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της άνω πράξης κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, αφού τους αναγνωριστεί όμως η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2ε Π.Κ., καθόσον προέκυψε ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη τους συμπεριφέρθηκαν καλά".

Ο αιτών ως "νέα απόδειξη" επικαλείται και προσκομίζει την από 20.4.2005 βεβαίωση - δήλωση του Π. Μ., κατά την οποία η δήθεν ομολογία του, γεγονός το οποίο τόνισε επανειλημμένως σε όλα τα δικαστήρια, ήταν προϊόν σωματικής και ψυχολογικής βίας, η οποία ασκήθηκε σε βάρος του και σε βάρος της οικογενείας του τόσο στην Ασφάλεια, όσο και έξω από τα γραφεία του κ.Ανακριτή και συνεχίσθηκε και αργότερα, επιστρατεύοντας διάφορα επιχειρήματα προς επίρρωση της εν λόγω δήλωσής του.

Τα παραπάνω όμως δεν αποτελούν "νέα γεγονότα", κατά την έννοια της προαφερθείσης διάταξης, διότι ήδη είχαν τεθεί υπό την κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, πράγμα που και ο ίδιος ο αιτών επισημαίνει στην ως άνω δήλωσή του "γεγονός το οποίο ετόνισα σε όλα τα δικαστήρια....", αλλά προκύπτει σαφώς και από την απολογία του (βλ. σελ. 15 και 16 της προσβαλλόμενης απόφασης), όπου χαρακτηριστικά αναφέρει τα εξής: "Με πήγαν στη σεκιούριτι μέσα και με χτυπάγανε και οι σεκιούριτοι και οι αστυνομικοί....Φοβόμουνα μην με σκοτώσουν. Είναι ψευδή όσα είπα και στην Αστυνομία και στον Ανακριτή". Κατ’ ακολουθία, δεν αποτελεί κάτι καινούριο το περιεχόμενο της υπό κρίση "βεβαίωσης - δήλωσης".

Οι άλλες αιτιάσεις της υπό κρίση αίτησης επιδιώκουν τον από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24 Μαΐου 2005 αίτηση του Κ. Ν. του Δ. για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 1117/2004 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον αιτούντα αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 1536/2003 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2006 . Και,

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ