Legislator Case Law & Legislation
477/2024 AI generated

477/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 477/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Της προσθέτως υπέρ των αναιρεσιβλήτων παρεμβαίνουσας: Μονοπρόσωπης Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." και διακριτικό τίτλο "... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε", με έδρα αρχικά τον ... και ήδη τον ..., με Α.Φ.Μ... Δ.Ο.Υ. ... νομίμως εκπροσωπουμένης από τον διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπό της Ν. Π., κάτοικο ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραμπάση, και κατέθεσε προτάσεις.

Legislator headnote

AI generated

477/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Άμφισσας την από 8.5.2015 αγωγή τους κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και κατά των μη διαδίκων Γ. Μ., Ν. Μ. και Δ. Κ., με την οποία εξέθεταν ότι είναι αποκλειστικά κύριοι δύο ακινήτων και συγκύριοι σε ποσοστό 50% τρίτου ακινήτου όμορου των άλλων δύο, που βρίσκονται στη θέση ...

Keywords

AI generated
exclusion from public-sector employment access to a profession right to work fixed-term work suitable employment limited work availability
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 477 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 477/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μαρίας Μουλιανιτάκη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Κ. του Γ., 2) Β. Θ. του Α., συζ. Χ. Κ., 3) Φ. συζ. Γ. Κ., το γένος Δ.. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γλυκερία Σιούτη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Κ. του Κ., κατοίκου Αθηνών, 2) Η. Κ. του Κ., κατοίκου ... Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσίρη, και κατέθεσαν προτάσεις.

Της προσθέτως υπέρ των αναιρεσιβλήτων παρεμβαίνουσας: Μονοπρόσωπης Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." και διακριτικό τίτλο "... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε", με έδρα αρχικά τον ... και ήδη τον ..., με Α.Φ.Μ... Δ.Ο.Υ. ... νομίμως εκπροσωπουμένης από τον διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπό της Ν. Π., κάτοικο ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραμπάση, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-5-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 24/2018 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική, 50/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-1-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων και ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας, ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης 50/ 2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο, (και της συμπροσβαλλόμενης εν μέρει οριστικής και εν μέρει μη οριστικής 24/2018 αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου) υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικασίας:

Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Άμφισσας την από 8.5.2015 αγωγή τους κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και κατά των μη διαδίκων Γ. Μ., Ν. Μ. και Δ. Κ., με την οποία εξέθεταν ότι είναι αποκλειστικά κύριοι δύο ακινήτων και συγκύριοι σε ποσοστό 50% τρίτου ακινήτου όμορου των άλλων δύο, που βρίσκονται στη θέση ...

ή ... της πρώην κτηματικής περιφέρειας της πρώην κοινότητας ... του πρώην Δήμου ... και νυν Δήμου ..., τα οποία απέκτησαν με παράγωγο τρόπο, ήτοι δυνάμει των ...,... και ... νομίμως μεταγραμμένων συμβολαίων της συμβολαιογράφου Αθηνών, Χ. Κ.. Ότι τα συνεχόμενα ακίνητα αυτά τα οποία αρχικά ανήκαν ως ενιαία έκταση στον δικαιοπάροχό τους Χ.

Κ. είναι περίκλειστα, με την έννοια ότι στερούνται την αναγκαία δίοδο προς το δρόμο. Ότι με το νόμιμα μεταγραμμένο ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Χ. Δ. μεταξύ του δικαιοπαρόχου τους και του ήδη μη διαδίκου, δεύτερου εναγομένου, Ν. Μ., κυρίου όμορου ακινήτου, το οποίο έχει μεταβιβαστεί στον πρώτο εναγόμενο επίσης μη διάδικο Γ.

Μ. συστήθηκε η επαρκώς περιγραφόμενη στην αγωγή κατά διαστάσεις, έκταση και όρια, δουλεία διόδου, η οποία υλοποιήθηκε επί του εδάφους με χαλικόστρωση και έκτοτε εξυπηρετεί στην πρόσβαση στα ακίνητα των εναγόντων, που συνέστησαν μεταξύ τους και δεύτερη δουλεία εντός των ακινήτων τους, που αποτελούσε φυσική επέκταση της επίδικης.

Ότι το φθινόπωρο του έτους 2012 διαπίστωσαν ότι η επίδικη δίοδος είχε εξαφανιστεί καθώς επί αυτής είχαν ενεργηθεί χωματουργικές εργασίες, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται ως ενιαίο τμήμα της ιδιοκτησίας των ήδη πρώτου και δεύτερης των αναιρεσειόντων. Επικαλούμενοι δε οι ενάγοντες ότι για τη διαμορφωθείσα κατάσταση διαμαρτυρήθηκαν προς όλους τους εναγομένους, που ερίζουν για το αν η επίδικη εδαφική λωρίδα επί της οποίας υλοποιήθηκε η επίδικη δουλεία διόδου, αξίας 15.000 ευρώ, ανήκει στη ιδιοκτησία του μη διαδίκου, πρώτου εναγομένου ή στην όμορη ιδιοκτησία των τρίτου και τέταρτης των εναγομένων-ήδη πρώτου και τρίτης των αναιρεσειόντων-με αποτέλεσμα οι ίδιοι να στερούνται τη δίοδο στα ως άνω ακίνητά τους ζήτησαν να αναγνωρισθεί η πραγματική δουλεία διόδου και επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί ότι η επίδικη δουλεία διόδου υλοποιήθηκε επί του εδάφους ιδιοκτησίας των ως άνω πρώτου και τρίτης των αναιρεσειόντων, να αναγνωρισθεί το δικαίωμα δουλείας διόδου σε βάρος του όμορου με το περίκλειστο ακίνητο του πρώτου ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, ακινήτου του ως άνω Γ.

Μ., το οποίο αυτός απέκτησε από τον προηγούμενο κύριο αυτού Ν. Μ., δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Κ. Γ. και επικουρικότερα να καθορίσει το δικαστήριο την προσήκουσα δίοδο-σύσταση δουλείας. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 75/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Άμφισσας, ερήμην των εναγόντων, λόγω μη καταβολής του προσήκοντος δικαστικού ενσήμου, η οποία την απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη.

Κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγοντες άσκησαν έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, το οποίο την δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν με την 24/2018 απόφασή του, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την ως άνω αγωγή την απέρριψε ως προς τους εναγομένους Γ. Μ., Ν. Μ. και Δ. Κ., ως νόμω αβάσιμη, ενώ ως προς τους λοιπούς διέταξε την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ορίζοντας πραγματογνώμονα, μετά τη διενέργεια της οποίας εκδόθηκε η οριστική 50/2021 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου που δέχθηκε την αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, ως προς το προαναφερόμενο κύριο αίτημά της και αναγνώρισε ότι υπέρ αυτών υφίσταται η επικαλούμενη δουλεία διόδου.

Κατά της ως άνω 50/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο, (και της συμπροσβαλλομένης με αυτήν 24/2018 εν μέρει οριστικής και εν μέρει μη οριστικής αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου) στρέφεται η από 18.1.2022 αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.

Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενη σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Τέτοιο έννομο συμφέρον έχει εκείνος που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη, ισχύει υπέρ και κατ αυτού κατά το άρθρο 325 αρ. 2 ΚΠολΔ. (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1569/2017). Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνει, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον 60 ημέρες πριν από τη δικάσιμο αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα. (ΑΠ. 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 86/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, η εταιρία με την επωνυμία "... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", νομίμως εκπροσωπούμενη, άσκησε την από 18.11.2022 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσιβλήτων Μ. Κ. και Η. Κ., επικαλούμενη ότι μετά το πέρας της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 50 /2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμφισσας που δίκασε ως Εφετείο, κατέστη ειδική διάδοχος των αναιρεσιβλήτων, καθόσον με βάση το νόμιμα μεταγραμμένο ...

αγοροπτωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών, Β. Δ., απέκτησε την κυριότητα των ως άνω ευρισκομένων στη θέση ... ή ... της πρώην κτηματικής περιφέρειας της πρώην κοινότητας ... του πρώην Δήμου ... και νυν Δήμου ... τριών ακινήτων των προηγούμενων κυρίων αυτών (αναιρεσιβλήτων), υπέρ των οποίων ακινήτων αναγνωρίσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχει συσταθεί η επίδικη δουλεία διόδου.

Η πρόσθετη αυτή παρέμβαση κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου (αριθμός κατάθεσης 82/ 20.12.2022) και με την από 2.1.2023 πράξη της Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ορίσθηκε δικάσιμος αυτής η 5η.4.2023 και προθεσμία κοινοποίησή της εξήντα (60) ημέρες πριν από τη δικάσιμο αυτή. Όπως προκύπτει από τις 2488Β και 2489Β/31.1.2023 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Ε. Β., ακριβές αντίγραφο της πρόσθετης υπέρ των αναιρεσιβλήτων παρέμβασης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσείοντες, οι οποίοι και παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως.

Συνεπώς, και εφόσον η προσθέτως παρεμβαίνουσα επικαλείται ότι έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασής της υπέρ των αναιρεσιβλήτων διότι κατέστη ειδική διάδοχος αυτών κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, η πρόσθετη παρέμβαση αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να συνεκδικασθεί με την ένδικη αίτηση αναίρεσης (άρθρο 246 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1012 και 1013 ΑΚ, αν το ακίνητο στερείται της αναγκαίας διόδου προς την οδό, ο κύριος αυτού δικαιούται να απαιτήσει από τους γείτονες δίοδο έναντι ανάλογης αποζημιώσεως. Η κατεύθυνση της οδού και η έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί, καθορίζονται με δικαστική απόφαση.

Επί πλέον, από τον συνδυασμό των άρθρων 1118, 1119, 1121 και 1132 ΑΚ προκύπτει ότι πάνω σε ακίνητο μπορεί να συσταθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, που να παρέχει κάποια ωφέλεια (πραγματική δουλεία), όπως είναι και η δουλεία οδού (ΑΠ 1113/2023, ΑΠ 509/2018, ΑΠ 282/2019). Η πραγματική δουλεία μπορεί να συσταθεί σε ολόκληρο το ακίνητο ή σε διακεκριμένο μέρος του, ενώ, επίσης, η άσκηση του δικαιώματος αυτού μπορεί να εντοπισθεί σε ορισμένο τμήμα ή θέση του ακινήτου.

Το δικαίωμα αυτό μπορεί να συσταθεί: 1) με δικαιοπραξία εν ζωή, 2) με χρησικτησία (τακτική και έκτακτη), 3) με δικαιοπραξία αιτία θανάτου, με διάταξη τελευταίας βουλήσεως, δηλαδή με διαθήκη. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1132 ΑΚ, εκείνος που έχει δικαίωμα πραγματικής δουλείας, έχει δικαίωμα σε περίπτωση προσβολής να απαιτήσει από τον προσβολέα την αναγνώριση της δουλείας και την άρση της προσβολής καθώς και την παράλειψή της στο μέλλον. (ΑΠ 1113//2023, ΑΠ 1843/2022).Ως προσβολή, ειδικότερα, νοείται κάθε πράξη αντιτιθέμενη στην απαιτούμενη για την άσκηση της δουλείας, πραγματική κατάσταση, δηλαδή κάθε πράξη περιέχουσα διατάραξη ή αφαίρεση της οιονεί νομής του δικαιούχου.

Επί πλέον, κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο αττεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τονεφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013).Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται,δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1 103/2011).

Η ως άνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος από αυτήν, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατ'άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε το πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 214/2021, ΑΠ 549/2020, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 948/2019, ΑΠ 268/2018).

Οι από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήπουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (ΑΠ 1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 51/2021 απόφασης το Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας που την εξέδωσε, δικάζοντας ως Εφετείο, δέχθηκε μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν μετ επικλήσεως ενώπιόν του, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος της, τα εξής: "Ο πρώτος ενάγων απέκτησε από τον Χ.

Κ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος... ...... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Κ., ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας ... ..., του πρώην Δήμου ... και νυν Δήμου ..., εκτάσεως 4.386 τ.μ. το οποίο συνορεύει, σύμφωνα με το προσαρτημένο στο συμβόλαιο από Μάρτιο του ...

τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Κ. Μ., βόρεια σε πλευρά 70,70 μέτρων με ιδιοκτησία Χ. Κ., νότια σε πλευρά 72,09 μέτρων με άλλη ιδιοκτησία του ως άνω, ανατολικά σε πλευρά μήκους 55,99 μέτρων με ιδιοκτησία εν μέρει Α. Κ. και εν μέρει με Χ. Κ. και δυτικά σε πλευρά μήκους 76,48 μέτρων εν μέρει με δουλεία διόδου πλάτους 4 μέτρων και εν μέρει με ιδιοκτησία Ι.

και Μ. Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. και Φ. Κ.. Οι ενάγοντες απέκτησαν από τον Χ. Κ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος... ... της ίδιας συμβολαιογράφου, αττό κοινού κατά πλήρη συγκυριότητα σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ένα αγροτεμάχιο στην ίδια θέση εκτάσεως 4.251,35 τ.μ., το οποίο συνορεύει σύμφωνα με το προσαρτημένο στο συμβόλαιο ως άνω τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, βόρεια σε πλευρά 72,09 μέτρων με το προπαρατεθέν αγροτεμάχιο του πρώτου ενάγοντος, νότια σε πλευρά 76,14 μέτρων με το αμέσως παρακάτω περιγραφόμενο αγροτεμάχιο πρώην ιδιοκτησίας Κ., και εν συνεχεία ιδιοκτησίας του δεύτερου ενάγοντος, ανατολικά σε πλευρά μήκους 57,75 μέτρων με ιδιοκτησία Α.

Κ. και δυτικά σε πλευρά μήκους 51,11 μέτρων εν μέρει με με ιδιοκτησία Γ. και Φ. Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Χ. Π.. Τέλος, ο δεύτερος ενάγων απέκτησε από τον Χ. Κ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος... .../... της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, ένα αγροτεμάχιο στην αυτή θέση, εκτάσεως 4.348,86 τ.μ. το οποίο συνορεύει σύμφωνα με το προσαρτημένο στο συμβόλαιο ως άνω τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, βόρεια σε πλευρά μήκους 76,14 τ.μ.

με άλλη ιδιοκτησία του πωλητή, νότια σε πλευρά μήκους 76,50 τ.μ. με ιδιοκτησία Δ., ανατολικά σε πλευρά μήκους 56,54 τ.μ. με ιδιοκτησία Α. Κ. και δυτικά σε πλευρά μήκους 57,04 τ.μ. με ιδιοκτησία Χ. Π.. Τα προπεριγραφέντα ακίνητα αποτελούν συνεχόμενα τμήματα ενιαίας έκτασης, η οποία είχε περιέλθει στην κυριότητα του πωλητή Χ.

Κ. δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος... ... διανεμητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Χ. Α., Στο συμβόλαιο αυτό είχε προσαρτηθεί το από Σεπτέμβριο του 1989 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Σ. (για το οποίο θα γίνει λόγος αναλυτικά παρακάτω). Με το παραπάνω συμβόλαιο οι δύο αδελφοί χώρισαν στα δύο ένα μεγαλύτερο ακίνητο στη θέση "..." στη ...

έκτασης 107.560 τ.μ. Κατά μήκος δε των δύο ακινήτων που προέκυψαν από τη διανομή συνέστησαν δουλείες διόδου πλάτους δύο μέτρων ο καθένας στην ιδιοκτησία του, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος... ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Χ. Α.. Έτσι προέκυψε ο υφιστάμενος σήμερα ασφαλτοστρωμένος και συντηρούμενος από το Δήμο δρόμος μέσου πλάτους 4 μέτρων, που βρίσκεται νοτιοδυτικά του ακινήτου που περιήλθε μετά την διανομή στον δικαιοπάροχο των εναγόντων Χ.

Κ. και που καταλήγει στη θάλασσα. Τα παραπάνω ακίνητα κυριότητας των εναγόντων (τα οποία, όπως εκτέθηκε είναι τμήματα της ευρύτερης έκτασης Χ.. Κ.) επικοινωνούν με τον παραπάνω δρόμο μέσω δουλείας διόδου που έχει συσταθεί σε βάρος του ακινήτου πρώην ιδιοκτησίας Ν. Μ. και ήδη ιδιοκτησίας Γ. Μ.. Ειδικότερα, δυνάμει του υπ' αρ. ...

συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Χ. Δ., που έχει νομίμως μεταγραφεί..., συστήθηκε μεταξύ του Ν. Μ. του Γ. και του Χ. Κ. πραγματική δουλεία σε βάρος του ακινήτου του πρώτου και προς όφελος του ακινήτου του δεύτερου, η οποία έχει πλάτος 4 μέτρα και εμβαδό 324 τ.μ. και συνορεύει-σύμφωνα με το προσαρτημένο στο άνω συμβόλαιο από Οκτώβριο του 1990 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π.

Κ.-βορειοανατολικά σε πλευρά μήκους 81,13 μέτρων με υπόλοιπο αγρό Ν. Μ. (δουλεύον ακίνητο), βορειοδυτικά σε πλευρά μήκους 4 μέτρων με δημόσιο δρόμο, νοτιοδυτικά σε πλευρά μήκους 81,65 τ.μ. με ιδιοκτησία Κ. (ιδιοκτησία, που όπως θα εκτεθεί παρακάτω, ανήκει πλέον στους τρίτο και τέταρτη εναγομένους) και νοτιοανατολικά σε πλευρά μήκους 4 μέτρων με ιδιοκτησία Χ.

Κ. (δεσπόζον ακίνητο). Η δουλεία διόδου αυτή υλοποιήθηκε επί του εδάφους, σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση του συνταξιούχου πολιτικού μηχανικού Χ. Σ.. Ο ανωτέρω γνωρίζει καλά την περιοχή, ενώ ήταν αυτός που οριοθέτησε την εδαφική λωρίδα, επί της οποίας θα υλοποιούνταν η συσταθείσα δουλεία. Η κατάθεσή του επιβεβαιώνεται από τα προσκομιζόμενες φωτογραφίες από δορυφόρο της Google Earth ετών 2006, 2007 και 2009, στις οποίες εμφανίζεται καθαρά δρόμος στη νοτιοδυτική πλευρά του ακινήτου Μ., όπου συνορεύει με την ιδιοκτησία των τρίτου και τέταρτης εναγομένων και είναι κάθετος στον κεντρικό δρόμο που οδηγεί στη θάλασσα.

Αντιθέτως, από τις ίδιες φωτογραφίες διαψεύδεται απολύτως η κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων Π. Κ., πολιτικού μηχανικού, ο οποίος κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι ουδέποτε υπήρξε διαμορφωμένη οδός. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι οι τρίτος και τέταρτη εναγόμενοι απέκτησαν από την Μ. και τον Ι.

Κ.., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος... ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... Β. Π., κατά πλήρη συγκυριότητα σε ποσοστό εξ αδιαιρέτου ο καθένας ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως-σύμφωνα με τον άνω τίτλο κτήσης-4.007,20 τ.μ. στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας του πρώην οικισμού ... Δήμου ... ... και ήδη Δήμου ..., το οποίο συνορεύει, σύμφωνα με το προσαρτημένο στο συμβόλαιο από Μάρτιο του2010 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Μ.

Κ.., βορειοδυτικά σε πλευρά μήκους 80,50 μέτρων ε ιδιοκτησία Γ. Μ. (δηλαδή το ακίνητο του Ν. Μ. που αναφέρεται στο υπ' αρ. ... συμβόλαιο, το οποίο στη συνέχεια ο τελευταίος μεταβίβασε στον πρώτο εναγόμενο Γ. Μ. δυνάμει του υπ' αρ. ... συμβολαίου, για το οποίο θα γίνει λόγος στη συνέχεια), βορειοανατολικά σε πλευρά μήκους 51,50 μέτρων με πρώην ιδιοκτησία Χ.

Κ. (δηλαδή με το περιγραφόμενο στο υπ' αρ. .../... συμβόλαιο ακίνητο ιδιοκτησίας ήδη πρώτου ενάγοντος Μ. Κ.), νοτιοανατολικά σε πλευρά μήκους 84 μέτρων με ιδιοκτησία Γ. και Φ. Κ. και νοτιοδυτικά σε μήκους 46,50 μέτρων με δημοτικό δρόμο προς παραλία .... Το ακίνητο αυτό είχε αποκτήσει η Μ. Κ. και ο Ι. Κ. δυνάμει του νομίμως μεταγραμμένου υπ' αρ. ...

συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... Γ. Π.-Κ. με αγορά από τον Χ. Κ.. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι σε αδιευκρίνιστο χρόνο, αλλά πάντως μετά τον Οκτώβριο του έτους 2012 και πριν τον Οκτώβριο του 2014 η πέμπτη εναγομένη Φ. Κ. τοποθέτησε για λογαριασμό των τρίτου και τέταρτης εναγομένων συρμάτινο φράκτη και μήκος της βορειοανατολικής πλευράς του ακινήτου τους, ο οποίος μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής εξακολουθούσε να υφίσταται παρά τις εκπεφρασμένες οχλήσεις των εναγόντων προς όλους τους εναγομένους.

Ο φράκτης αυτός αποτυπώνεται στο από Νοέμβριο του 2019 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Η. Κ. με τους αριθμούς 1-2-3-4 και φαίνεται να συμπεριλαμβάνει εντός του ακινήτου των ως άνω εναγομένων και την εδαφική λωρίδα επί της οποίας είχε υλοποιηθεί η δουλεία διόδου (πλην ενός μικρού τριγωνικού τμήματος που περικλείεται από τα στοιχεία Α-1-2, εφαπτόμενου στο ασφαλτοστρωμένο δρόμο), αποκόπτοντας έτσι πλήρως την πρόσβαση των εναγόντων στον κεντρικό δρόμο που καταλήγει στη θάλασσα.

Οι καθ' ων η κλήση-εφεσίβλητοι-εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το βορειοανατολικό όριο του ακινήτου τους βρίσκεται στην περίφραξη σύμφωνα με τους τίτλους κτήσης τους και ότι η συσταθείσα με το υπ' αρ. ... συμβόλαιο δουλεία διόδου σε βάρος του ακινήτου του Ν. και ήδη του Γ. Μ. πρέπει να χαραχτεί και να οριοθετηθεί βορειότερα.

Για το λόγο αυτό διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη. Σύμφωνα με το πόρισμα του πραγματογνώμονα Η. Κ., το οποίο πλήρως υιοθετείται από το Δικαστήριο, η περιγραφόμενη στο υπ' αρ. ... συμβόλαιο δουλεία διόδου υλοποιήθηκε εξ ολοκλήρου επί του εδάφους του ακινήτου πρώην ιδιοκτησίας Ν. Μ. και ήδη Γ. Μ. και όχι επί tou εδάφους του ακινήτου των τρίτου και τέταρτης των εναγομένων...

Ο πραγματογνώμονας καταλήγει στο συμπέρασμα αυτό έχοντας κάνει συγκριτική επισκόπηση όλων των τοπογραφικών σχεδιαγραμμάτων, που είχαν προσαρτηθεί στα τμήματα του ακινήτου που διαδοχικά πώλησε ο Χ. Κ. σε διάφορα πρόσωπα μεταξύ των οποίων και οι διάδικοι, ενώ συνέταξε και τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1: 1000, το οποίο εντάχθηκε στο κρατικό Δίκτυο Συντεταγμένων σε προβολή ΕΓΣΑ '87.

Το ακίνητο του Ν. και ήδη Γ. Μ., που αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας Χ. Κ., μολονότι δεν πωλήθηκε πρώτο, αποτυπώθηκε πριν από όλα τα άλλα σε τοπογραφικό σχεδιάγραμμα. Η πρώτη δηλαδή κατάτμηση της ιδιοκτησίας Χ.. Κ. αφορούσε το ακίνητο αυτό, που βρίσκεται στο βορειοανατολικό της σύνορο, και αποτυπώθηκε στο από Δεκέμβριο του 1989 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του μηχανικού Χ.

Σ., που προσαρτήθηκε στο υπ' αρ. ... προσύμφωνο ... Χ. Δ., με το οποίο συμφώνησε ο Χ.. Κ..ς. να πωλήσει το αναφερόμενο σε αυτό αγροτικό ακίνητο στον Ν. Μ.. Το δεύτερο τμήμα που αποκόπηκε από τη λοιπή ιδιοκτησία Χ.. Κ. ήταν το ευρισκόμενο εγγύτερα στη θάλασσα και στο νότο ακίνητο εκτάσεως 5.000 τ.μ. που πωλήθηκε στον Α.

Θ. δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αρ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Π. Ε. Γ.. Στο συμβόλαιο αυτό προσαρτήθηκε το από 23-11-1989 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Β. Τ.. Το τοπογραφικό αυτό σέβεται και ακολουθεί το τοπογραφικό Σ., αυτό δηλαδή του συμβολαίου της αρχικής διανομής. Αυτό προκύπτει από τη συγκριτική επισκόπησή τους, κατά την οποία φαίνεται ότι το σημείο Η7 του διαγράμματος Τ.

συμπίπτει απολύτως με το σημείο 11 του διαγράμματος Σ.. Τα σημεία αυτά τοποθετούνται πάνω στη γραμμή του αιγιαλού και απέχουν ίση απόσταση από τη γραμμή της θάλασσας. Στο μεν όμως τοπογραφικό Σ. το ακίνητο Κ. από τη νοτιοανατολική του πλευρά, δηλαδή από την πλευρά της θάλασσας ξεκινά από τη γραμμή του αιγιαλού, ενώ στο τοπογραφικό Τ.

η νοτιοανατολική πλευρά του πωλούμενου στο Θ. τμήματος ξεκινά από τη γραμμή της παραλίας, που βρίσκεται δέκα μέτρα βορειότερα αυτής του αιγιαλού. Αυτό, φυσικά, δεν ήταν τυχαίο, καθώς ο πωλητής Χ. Κ. ήταν δικηγόρος στο επάγγελμα και γνώριζε καλά ότι η ζώνη της παραλίας είναι, ως κοινόχρηστο, πράγμα εκτός συναλλαγής και επομένως ορθά δεν περιέλαβε στο πωλητήριο συμβόλαιο με τον Α..

Θ. την εδαφική λωρίδα πλάτους 10 μέτρων που εκτείνεται ανάμεσα στη γραμμή παραλίας και στη γραμμή του αιγιαλού. Στη συνέχεια το τρίτο κατά σειρά ακίνητο, που αποχωρίστηκε από την ευρύτερη έκταση Κ., είναι το περιγραφόμενο στο νομίμως μεταγραμμένο υπ' αρ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Γ. Π.-Κ., με το οποίο ακίνητο έκτασης 10.000,193 τμ πωλήθηκε από τον Χ..

Κ. στον Χ. Π.. Το ακίνητο αυτό συνορεύει νότια με το παραπάνω ακίνητο Θ.. Ακολούθως ο Χ..Κ. πώλησε, όπως έχει ήδη εκτεθεί, το ακίνητο που σήμερα ανήκει στους τρίτο και τέταρτη εναγομένους στους Μ. και Ι. Κ.. με το υπ' αρ. ... συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα... Ακολούθως, Ο Χ.. Κ..ς. πώλησε δυνάμει του υπ' αρ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου ...

Γ. Π.-Κ.,που μεταγράφηκε νόμιμα... στους Γ. Κ. και Φ. Κ. (πέμπτη εναγομένη) το ακίνητο που τελευταίο κατά σειρά αποχωρίστηκε από την ενιαία έκταση του πωλητή, το οποίο κατά τον τίτλο κτήσης είχε έκταση 4.010 τ.μ. Τέλος, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αρ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Χ. Δ. ο Χ.. Κ..ς. πώλησε στον Ν.

Μ. (πρώτο εναγόμενο) το ακίνητο που είχαν ήδη με το υπ' αρ. ... προσύμφωνο συμφωνήσει να του πωλήσει. Στο συμβόλαιο αυτό το πωλούμενο ακίνητο εμφανίζεται με τις ίδιες με το προσύμφωνο διαστάσεις και σε αυτό προσαρτάται το ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα Σ.. Περαιτέρω, στο υπ' αρ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.

Δ., με το οποίο ο Χ.. Κ..ς. πώλησε στον Χ. Δ. ένα τμήμα της ενιαίας έκτασής του εμβαδού 8.770,50 τ.μ., προσαρτήθηκε το από Ιούλιο του 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Π. Κ.. Στο τοπογραφικό αυτό, καθώς και στο από Οκτώβριο του 1990 τοπογραφικό του ίδιου μηχανικού, που έχει προσαρτηθεί στο υπ' αρ. ...

συμβόλαιο σύστασης πραγματικής δουλείας, η βορειοανατολική πλευρά όλων των παραπάνω πωληθέντων τμημάτων έχει μήκος 357,19 μ., δηλαδή δεν αποκλίνει ουσιωδώς από το τοπογραφικό Σ. του αρχικού συμβολαίου διανομής, στο οποίο η ίδια πλευρά έχει μήκος 356,37 μέτρα. Ωστόσο, αθροίζοντας τις αναφερόμενες στα παραπάνω συμβόλαια διαστάσεις των βορειοανατολικών πλευρών όλων των επί μέρους τμημάτων προκύπτει ότι όλη αυτή η πλευρά που ξεκινά από το ακίνητο Μ.

μέχρι το ακίνητο Θ. έχει μήκος 377,05 μέτρα, δηλαδή 20 μέτρα παραπάνω από το πραγματικό μήκος της βορειοανατολικής πλευράς. Κάποιο, επομένως, από τα παραπάνω, στη σειρά εκτεινόμενα,ακίνητα παρουσιάζεται στον τίτλο κτήσης μεγαλύτερο από ό,τι είναι, με αποτέλεσμα να καταλαμβάνι έκταση όμορου σε περίπτωση που επιχειρηθεί να γίνει εφαρμογή επί του εδάφους των αναφερόμενων στον τίτλο διαστάσεων.

Σύμφωνα με τον πραγματογνώμονα... αυτή η ασυμφωνία λαμβάνεται υπόψη στο τοπογραφικό διάγραμμα Κ. και γι'αυτό η πίσω πλευρά του αγροτεμαχίου της Μ. Κ.. (αυτό που στη συνέχεια πωλήθηκε στους τρίτη και τέταρτο εναγομένους) αποτυπώνεται με μήκος 31,04 μ. και όχι με το μήκος που αναφέρεται στο συμβόλαιο κτήσης (51,50 μ.) Με βάση τα παραπάνω είναι προφανές ότι η επίδικη δουλεία βρίσκεται εντός του ακινήτου του Ν.

και ήδη του Γ. Μ. και είχε υλοποιηθεί επί του εδάφους σωστά καλύπτοντας επιφάνεια του ως άνω ακινήτου, τα όρια του οποίου δεν αμφισβητούνται, δεδομένου ότι ήταν το πρώτο που κατατμήθηκε και αποτυπώθηκε στο προαναφερθέν προσύμφωνο πώλησης, ασχέτως αν το οριστικό συμβόλαιο της πώλησης υπογράφηκε τελευταίο.

Βέβαιο, επίσης, είναι ότι σωστά έχουν υλοποιηθεί και τα όρια της ιδιοκτησίας Θ., αφού προς νότο συνορεύει με τη σταθερή γραμμή της παραλίας. Επομένως το πρόβλημα εντοπίζεται στα ενδιάμεσα ακίνητα (μεταξύ Μ. και Θ., στα οποία περιλαμβάνεται και το ακίνητο των τρίτης και τέταρτου εναγομένων), καθώς λόγω εσφαλμένης μέτρησης από τη γραμμή του αιγιαλού και όχι της παραλίας, κάποιο ή κάποια από αυτά φέρονται να έχουν μεγαλύτερη επιφάνεια από την πραγματική.

Όσον αφορά το από Οκτώβριο του 1990 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα Κ., το οποίο χρησιμοποιεί ο πραγματογνώμονας για να καταλήξει στο πόρισμά του και το οποίο έχει προσβληθεί ως πλαστό από τους εναγομένους πρέπει να επισημανθούν τα εξής: Ο Π. Κ. με τον επί πολλών ετών συνεργάτη του (και ήδη αποβιώσαντα) Ν. είχε συντάξει πολλά τοπογραφικά σχεδιαγράμματα για λογαριασμό των αδελφών Κ., που αφορούσαν ακίνητα γενικά στην περιοχή της ...

και ειδικά στην επίδικη περιοχή της πρώην Κοινότητας ... (βλ. την από 18-4-2018 ένορκη κατάθεση Σ. Κ..). Το συγκεκριμένο τοπογραφικό διάγραμμα, του οποίου η γνησιότητα ουδέποτε αμφισβητήθηκε μέχρι την άσκηση της αγωγής ομολογήσεως δουλείας των εναγόντων κατά των εναγομένων το έτος 2015, ακόμα και αν στην πραγματικότητα σχεδιάστηκε ή υπογράφηκε από τον Ν.

εκτιμάται ότι έγινε με τη συναίνεση του Κ. και σε κάθε περίπτωση, δεδομένου ότι παρουσιάζει ασήμαντες αποκλίσεις από τα διαγράμματα Σ. και Τ., τα οποία δεν έχουν προσβληθεί ως πλαστά, είναι προφανές ότι αποτυπώνει την πραγματικότητα. Εξάλλου, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ουδέποτε υπήρχε δικαίωμα δουλείας διόδου των εναγομένων σε βάρος του ακινήτου τους και ότι ουδέποτε αυτοί προέβησαν σε πράξεις που να προσβάλλουν τα εμπράγματα δικαιώματα των εναγόντων.

Με τον ισχυρισμό τους αυτό επιχειρούν να θεμελιώσουν ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής εκ μέρους των εναγόντων. Η ένσταση αυτή ωστόσο, με αυτό το περιεχόμενο είναι απορριπτέα, ως νόμω αβάσιμη, καθώς ο ανωτέρω ισχυρισμός συνιστά επί της ουσίας άρνηση της αγωγής. Τέλος, απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη είναι και η προβαλλόμενη ένσταση παραγραφής, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στον ισχυρισμό ότι ουδέποτε υλοποιήθηκε επί του εδάφους η επίδικη δουλεία διόδου.

Ενόψει όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν καταλε'πτεται καμμία αμφιβολία ότι η δουλεία διόδου είχε σωστά υλοποιηθεί επί του εδάφους και η πέμπτη εναγομένη για λογαριασμό των τρίτης και τέταρτου εναγομένων έθεσε μετά το 2012 περίφραξη πέραν της ιδιοκτησίας τους, η οποία υφίσταται ως σήμερα με αποτέλεσμα να συμπεριλάβει μη νόμιμα σε αυτή και την επίδικη εδαφική λωρίδα, επί της οποίας είχε συσταθεί δουλεία, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή...".

Ειδικότερα, το Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε: 1) ότι με το νόμιμα μεταγραμμένο ... διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ..., Χ. Α., ο Χ. Κ., δικαιοπάροχος των εναγόντων, απέκτησε ενιαία έκταση, προερχόμενη από μεγαλύτερο ακίνητο έκστασης 107.560 τ.μ., στη θέση "..." στη ..., την οποία ο ίδιος και ο αδελφός του χώρισαν σε δύο μέρη. 2) ότι με το νόμιμα μεταγραμμένο ...

συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου οι δύο αδελφοί συνέστησαν κατά μήκος των δύο ακινήτων που προέκυψαν από τη διανομή δουλείες διόδου πλάτους δύο μέτρων ο καθένας στην ιδιοκτησία του και με τον τρόπο αυτό προέκυψε ο υφιστάμενος σήμερα ασφαλτοστρωμένος και συντηρούμενος από το Δήμο δρόμος μέσου πλάτους 4 μέτρων, που βρίσκεται νοτιοδυτικά του ακινήτου που περιήλθε μετά την διανομή στον δικαιοπάροχο των εναγόντων Χ.

Κ. και που καταλήγει στη θάλασσα. 3) ότι ο πρώτος ενάγων είναι αποκλειστικός κύριος αγροτεμαχίου εκτάσεως 4.386 τ.μ., ο δεύτερος ενάγων αποκλειστικός κύριος αγροτεμαχίου εκτάσεως 4.348,86 ενώ αμφότεροι οι ενάγοντες είναι (συγ)κύριοι κατά το1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας αγροτεμαχίου εκτάσεως 4.251,35 τ.μ., τα οποία ευρισκόμενα άπαντα στην ως άνω θέση και αποτελούντα τμήματα της προαναφερόμενης ευρύτερης έκτασης, απέκτησαν με παράγωγο τρόπο, με αγορά από τον αληθή κύριο αυτών Χ.

Κ., δυνάμει αντίστοιχα των νόμιμα μεταγραμμένων .../..., .../... και .../... συμβολαίων της συμβολαιογράφου Αθηνών, Χ. Κ.. 4) ότι τα ακίνητα αυτά επικοινωνούν με τον παραπάνω δρόμο μέσω δουλείας διόδου που έχει συσταθεί σε βάρος του ακινήτου πρώην ιδιοκτησίας Ν. Μ. και ήδη ιδιοκτησίας Γ. Μ., με το νόμιμα μεταγραμμένο ...

συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Χ. Δ., μεταξύ του ήδη μη διαδίκου Ν. Μ. του Γ. και του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Χ. Κ. σε βάρος του ακινήτου του πρώτου και προς όφελος του ακινήτου του δεύτερου, η οποία δίοδος με πλάτος 4 μέτρα και εμβαδό 324 τ.μ., εμφαίνεται κατά θέση έκταση και όρια στο προσαρτημένο στο άνω συμβόλαιο από Οκτώβριο του 1990 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π.

Κ. και έχει υλοποιηθεί επί του εδάφους. 5) ότι οι τρίτος και τέταρτη εναγόμενοι Χ. Κ. και Β. Θ. σύζυγος Χ. Κ. είναι (συγ)κύριοι κατά ποσοστό 1/2 ο καθένας αγροτεμαχίου εκτάσεως-σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης 4.007,20 τ.μ. που βρίσκεται στην ίδια ως άνω θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας του πρώην οικισμού ... Δήμου ... ...

και ήδη Δήμου ..., το οποίο απέκτησαν με παράγωγο τρόπο με αγορά δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... Β. Π., από τους αληθείς κυρίους αυτού Μ. και Ι. Κ.., 6) ότι οι δικαιοπάροχοι των ως άνω εναγομένων είχαν αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου αυτού με παράγωγο τρόπο, με αγορά από τον αληθή κύριο τούτου Χ.

Κ. δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... Γ. Π.-Κ.. 7) ότι σε αδιευκρίνιστο χρόνο, αλλά πάντως μετά τον Οκτώβριο του έτους 2012 και πριν τον Οκτώβριο του 2014 η πέμπτη εναγομένη, Φ. Κ., τοποθέτησε για λογαριασμό των τρίτου και τέταρτης εναγομένων συρμάτινο φράκτη κατά μήκος της βορειοανατολικής πλευράς του ακινήτου τους, ο οποίος αποτυπώνεται στο από Νοέμβριο του 2019 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Η.

Κ. με τους αριθμούς 1-2-3-4 και φαίνεται να συμπεριλαμβάνει εντός του ακινήτου των ως άνω εναγομένων και την εδαφική λωρίδα επί της οποίας είχε υλοποιηθεί η δουλεία διόδου (πλην ενός μικρού τριγωνικού τμήματος εφαπτόμενου στο ασφαλτοστρωμένο δρόμο), αποκόπτοντας έτσι πλήρως την πρόσβαση των εναγόντων στον κεντρικό δρόμο που καταλήγει στη θάλασσα.8) ότι το ακίνητο πρώην Ν.

και ήδη Γ. Μ., που αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας Χ. Κ., μολονότι δεν πωλήθηκε πρώτο, αποτυπώθηκε πριν από όλα τα άλλα σε τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, καθόσον η πρώτη κατάτμηση της ιδιοκτησίας Χ.. Κ. αφορούσε το ακίνητο αυτό, που βρίσκεται στο βορειοανατολικό της σύνορο, και αποτυπώθηκε στο από Δεκέμβριο του 1989 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του μηχανικού Χ.

Σ., που προσαρτήθηκε στο υπ' αρ. ... προσύμφωνο ... Χ. Δ., με το οποίο συμφώνησε ο Χ.. Κ..ς. να πωλήσει το αναφερόμενο σε αυτό αγροτικό ακίνητο στον Ν. Μ., οι δε επόμενες κατατμήσεις της ιδιοκτησίας αυτής αφορούσαν διαδοχικά τα ακίνητα των Α. Θ., Χ. Π., πρώην I. και Μ. Κ., και ήδη των αναιρεσειόντων, και τελευταίο το ακίνητο ιδιοκτησίας των πρώτου και τρίτης των αναιρεσειόντων. 9) ότι η βορειοανατολική πλευρά όλων των επί μέρους πωληθέντων τμημάτων της ενιαίας έκτασης του Χ.

Κ., η οποία ξεκινά από το ακίνητο Γ. Μ. και καταλήγει στο ακίνητο Α. Θ., έχει μήκος 357,05 μέτρα, δηλαδή 20 μέτρα λιγότερα από αυτό που προκύπτει από τους οικείους τίτλους κτήσης, 10) ότι επειδή το ακίνητο του Ν. Μ. και ήδη Γ. Μ., είναι το πρώτο που κατατμήθηκε, τα όρια της έκτασης αυτού δεν αμφισβητούνται, ενώ ορθά είναι και τα όρια της έκτασης του ακινήτου του Α.

Θ., εφόσον προς το νότο συνορεύει με τη σταθερή γραμμή της παραλίας, και κατά συνέπεια εντοπίζεται πρόβλημα στα ενδιάμεσα ακίνητα, λόγω εσφαλμένης μέτρησης από την γραμμή του αιγιαλού και όχι της παραλίας και συγκεκριμένα στην έκταση ιδιοκτησίας των δύο πρώτων αναιρεσειόντων, με αποτέλεσμα η πίσω πλευρά αυτής να είναι 31,04 μ.

και όχι 51,50 μ., πράγμα που προκύπτει και αποτυπώνεται στο από Οκτωβρίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ.. 11) ότι ο διορισμένος από το δικαστήριο πραγματογνώμονας Η. Κ., με τις προαναφερόμενες διαπιστώσεις που διαλαμβάνονται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, στις οποίες κατέληξε έχοντας κάνει συγκριτική επισκόπηση όλων των τοπογραφικών σχεδιαγραμμάτων, που είχαν προσαρτηθεί στα τμήματα του ακινήτου που διαδοχικά πώλησε ο Χ.

Κ. σε διάφορα πρόσωπα μεταξύ των οποίων και οι διάδικοι, και αφού συνέταξε το τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1: 1000, το οποίο εντάχθηκε στο κρατικό Δίκτυο Συντεταγμένων σε προβολή ΕΓΣΑ, εξήγαγε το πόρισμα ότι η επίδικη δουλεία διόδου υλοποιήθηκε εξ ολοκλήρου επί του εδάφους του ακινήτου πρώην ιδιοκτησίας Ν.

Μ. και ήδη Γ. Μ. και όχι επί του εδάφους του ακινήτου των ήδη πρώτου και δεύτερης των αναιρεσειόντων. Με βάση τα παραπάνω, το Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο, αναφερόμενο αναλυτικά στα συμβόλαια αγοράς των όμορων των ακινήτων των διαδίκων ιδιοκτησιών και στα τοπογραφικά διαγράμματα που συνοδεύουν αυτά, καθώς και στα άλλα επί μέρους πορίσματα του πραγματογνώμονα σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα,δέχθηκε την αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε ότι υπέρ αυτών υφίσταται η επικαλούμενη δουλεία διόδου.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αιτιώμενοι ότι το δικαστήριο που δίκασε ως Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 369, 1033, 1192 και 1198 του ΑΚ, και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον κατέληξε στο ως άνω συμπέρασμά του με ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Ειδικότερα, με τον λόγο αυτό αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αναφέρονται καταρχήν στις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις οποίες έγινε δεκτό ότι η πρώτη κατάτμηση της ενιαίας ιδιοκτησίας Χ. Κ., αφορούσε το ακίνητο πρώην Ν. και ήδη Γ. Μ., επί του εδάφους του οποίου κρίθηκε ότι υλοποιήθηκε εξ ολοκλήρου η επίδικη δουλεία διόδου, με την αιτιολογία ότι αυτό ήταν το πρώτο που αποτυπώθηκε πριν από όλα τα άλλα σε τοπογραφικό σχεδιάγραμμα και συγκεκριμένα στο από Δεκέμβριο του 1989 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του μηχανικού Χ.

Σ., που προσαρτήθηκε στο ... προσύμφωνο του συμβολαιογράφου ... Χ. Δ., με το οποίο συμφώνησε ο Χ.. Κ..ς. να πωλήσει το αναφερόμενο σε αυτό αγροτικό ακίνητο στον Ν. Μ.. Κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με αυτές τις παραδοχές, το δικαστήριο που δίκασε ως Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, που αφορούν στην κτήση κυριότητας επί ακινήτου με σύμβαση, ήτοι με συμβολαιογραφικό έγγραφο μεταξύ των συμβαλλομένων και μεταγραφή, δεχόμενο, για ζήτημα που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σχετικά με τις διαδοχικές κατατμήσεις της ενιαίας έκτασης ιδιοκτησίας Χ.

Κ., ότι η πρώτη κατάτμηση αποτυπώθηκε στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Χ. Σ. που προσαρτήθηκε στο ... προσύμφωνο, ενώ το προσύμφωνο δεν αποτελεί τίτλο κτήσης, δεν δημιουργεί ιδιοκτησία από κατάτμηση και δεν δεσμεύει νομικά το γεωτεμάχιο, το οποίο περιγράφει. Με το περιεχόμενο αυτό, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του που αφορά παραβίαση του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Τούτο δε, διότι, στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ότι με το ως άνω προσύμφωνο μεταβιβάστηκε η κυριότητα τμήματος της ενιαίας ιδιοκτησίας του Χ. Κ., στον Ν. Μ., ενώ.αντιθέτως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι το συγκεκριμένο ακίνητο, μολονότι δεν πωλήθηκε πρώτο, αποτυπώθηκε πρώτο από όλα τα ακίνητα που μεταβιβάστηκαν σε διάφορους ιδιοκτήτες, προερχόμενα από την ίδια ενιαία έκταση, στο από Δεκέμβριο του έτους 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Χ.

Σ., που προσαρτήθηκε σε αυτό το προσύμφωνο, με το οποίο ο Χ.. Κ..ς., συμφώνησε να πωλήσει το προαναφερόμενο ακίνητο στον Ν.. Μ.. Δηλαδή,το δικαστήριο που δίκασε ως Εφετείο,διέλαβε στις παραδοχές του, ότι η πρώτη κατάτμηση της ενιαίας ιδιοκτησίας του Χ. Κ., δεν έγινε, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες,με το ως άνω προσύμφωνο αλλά ότι αυτή αποτυπώθηκε για πρώτη φορά στο προσαρτημένο σε αυτό τοπογραφικό διάγραμμα.

Συνεπώς το Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 166, 369, 1033, 1192 και 1198 του ΑΚ, που αφορούν τον τρόπο μεταβίβασης ακινήτου και τα αποτελέσματα του προσυμφώνου πώλησης οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση.

Επίσης είναι αβάσιμος ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναίιρεσης και κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, Τούτο δε, διότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον με τις ως άνω πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η επίδικη δουλεία διόδου υλοποιήθηκε εξ ολοκλήρου επί του εδάφους του ακινήτου πρώην ιδιοκτησίας Ν.

Μ. και ήδη Γ. Μ. και όχι επί του εδάφους του ακινήτου των ήδη πρώτου και δεύτερης των αναιρεσειόντων. Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι με τις αναφερόμενες σε αυτόν αιτιάσεις τους οι αναιρεσείοντες επαναλαμβάνοντας εκτεταμένα στους δικούς τους ισχυρισμούς και απόψεις που πρόβαλαν ενώπιον του δικάσαντος ως Εφετείου δικαστηρίου, σύμφωνα με τις οποίες η επίδικη δίοδος αποτελεί τμήμα του ακινήτου τους, στην πραγματικότητα, υπό την επίφαση της παραβίασης των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλήττουν την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Επί πλέον λόγος αναίρεσης ιδρύεται από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, και όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997), αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 142004, ΟλΑΠ 252003, ΑΠ1286/2022, ΑΠ 7332020, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 892/2019), όπως επίσης και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 122/2019) γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017).

Δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔικ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων είναι οι ένορκες βεβαιώσεις, τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια ή λήψη ή μη λήψη των οποίων δεν ιδρύει τον ερευνώμενο εκ της διατάξεως του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ λόγο (ΑΠ 1286/2022, ΑΠ 1093/2020,ΑΠ 827/2020).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενοι ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, που την εξέδωσε δικάζοντας ως Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς τους,που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα με τον λόγο αυτόν,κατά το πρώτο μέρος του, αιτιώνται οι αναιρεσείοντες ότι με τις νόμιμα κατατεθειμένες προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ισχυρίσθηκαν ότι η αγωγή των αναιρεσιβλήτων στηρίζεται εξολοκλήρου στο από Οκτωβρίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα σύστασης της επίδικης δουλείας του πολιτικού μηχανικού Π.Κ., το οποίο είναι πλαστό, καθόσον δεν έχει συνταχθεί και υπογραφεί από αυτόν, γεγονός που ο ίδιος επιβεβαίωσε στην 1218/29.09.2017 ένορκη βεβαίωσή του, τον ισχυρισμό τους δε αυτόν επανέφεραν νομίμως και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο όμως δεν τον έλαβε υπόψη, ενώ επίσης δεν έλαβε υπόψη του και την προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση.

Όπως ήδη εκτέθηκε, στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται σαφής μνεία ότι το ως άνω από Οκτώβριο του 1990 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα Π. Κ., το οποίο χρησιμοποιεί, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων, ο πραγματογνώμονας για να καταλήξει στο πόρισμά του, έχει προσβληθεί ως πλαστό από τους εναγομένους ήδη αναιρεσείοντες.

Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εξετάζοντας την ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού περί μη γνησιότητας του εν λόγω τοπογραφικού σχεδιαγράμματος, διαλαμβάνει στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του: α) ότι ο πολιτικός μηχανικός Π. Κ. με τον επί πολλών ετών συνεργάτη του (και ήδη αποβιώσαντα) Ν.

είχε συντάξει πολλά τοπογραφικά σχεδιαγράμματα για λογαριασμό των αδελφών Κ., που αφορούσαν ακίνητα γενικά στην περιοχή της ... και ειδικά στην επίδικη περιοχή της πρώην Κοινότητας ..., β) ότι η γνησιότητα του συγκεκριμένου τοπογραφικού διαγράμματος, ουδέποτε αμφισβητήθηκε μέχρι το έτος 2015 οπότε ασκήθηκε η αγωγή ομολογήσεως δουλείας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά των εναγομένων κι ήδη αναιρεσειόντων, γ) ότι ακόμα και αν στην πραγματικότητα σχεδιάστηκε ή υπογράφηκε από τον Ν.

εκτιμάται,ότι έγινε με τη συναίνεση του Κ., καταλήγοντας, με βάση τα παραπάνω,στο αποδεικτικό πόρισμα ότι το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα,σε κάθε περίπτωση, δεδομένου ότι παρουσιάζει ασήμαντες αποκλίσεις από τα διαγράμματα Σ. και Τ., τα οποία δεν έχουν προσβληθεί ως πλαστά, είναι προφανές ότι αποτυπώνει την πραγματικότητα.

Συνεπώς, το Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο, έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί πλαστότητας (μη γνησιότητας) του ως άνω τοπογραφικού διαγράμματος και τον απέρριψε με πλήρη αιτιολογία, οπότε, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ως προς το πρώτο μέρος του είναι απαράδεκτος.

Στον ίδιο λόγο αναίρεσης τόσο στο πρώτο, όσο και στο δεύτερο μέρος του, οι αναιρεσείοντες αναφέρονται διεξοδικά στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το δικαστήριο πραγματογνώμονα αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού, στην οποία αποδίδουν "σοβαρές πλημμέλειες" και την χαρακτηρίζουν ανακριβή, ως προς την αποτύπωση της επίδικης δουλείας διόδου και ως συνταχθείσα με μη σωστή μεθοδολογία.

Επίσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στον πραγματογνώμονα ότι δεν συνέταξε ο ίδιος νέο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα με δικές του μετρήσεις, αλλά το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης του βασίσθηκε σε κατονομαζόμενα άλλα τοπογραφικά διαγράμματα, τα οποία ομοίως χαρακτηρίζουν εσφαλμένα, όπως εσφαλμένα χαρακτηρίζουν και τα επί μέρους συμπεράσματα της ως άνω πραγματογνωμοσύνης, τα οποία αντιπαραθέτουν με δικά τους συμπεράσματα και απόψεις.

Υπό τα δεδομένα αυτά ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, αλλά και το πρώτο μέρος του σχετικά με τα αναφερόμενα σε αυτόν παραπάνω περιστατικά, τα οποία επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφεραν ομοίως ενώπιον του δικάσαντος ως Εφετείου δικαστηρίου, δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την έννοια του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα των ιδίων, υπό την επίκληση δε της παραβίασης του ως άνω αναιρετικού λόγου, πλήττουν αποκλειστικά την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και ιδιαίτερα του εκτιμωμένου ελευθέρως από το δικαστήριο πορίσματος της πραγματογνωμοσύνης, αλλά και της ένορκης βεβαιώσεως του Π.Κ.

Επιπροσθέτως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναίρεσης, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτόν σε ποιόν από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 559 ή, αν πρόκειται για απόφαση του Ειρηνοδικείου ή του Πρωτοδικείου που δίκασε κατ' έφεση, στο άρθρο 560 ΚΠολΔ.

υπάγεται, αλλά να καθορίζονται σε αυτόν και τα πραγματικά περιστατικά τα οποίο τον στοιχειοθετούν.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή εν μέρει κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Κύρια θετική διαδικαστική προϋπόθεση για την άσκηση της αιτήσεως αναίρεσης αποτελεί και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης, όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης.

Η συνδρομή εννόμου συμφέροντος, η οποία ερευνάται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης απαιτείται για το παραδεκτό όχι μόνο γενικώς της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης, εφόσον δε δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αντίστοιχος λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος. (ΑΠ 594/2023, ΑΠ 809/2022, ΑΠ 262/2022, ΑΠ 917//2020, ΑΠ1163/2019).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αιτιώμενοι ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία τις περί δεδικασμένου διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 325 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, επικαλούνται οι αναιρεσείοντες στον λόγο αυτό, ότι ενώ με την μη οριστική 24/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο, έγινε δεκτή η έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 75/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμφισσας και η αγωγή των ιδίων, αφού κρατήθηκε και δικάσθηκε από το δικαστήριο αυτό απορρίφθηκε ως προς τους πρώτο, δεύτερο και έκτο των εναγομένων, μη διαδίκων, Γ.

Μ., Ν. Μ. και Δ. Κ., αντίστοιχα, και κατά τα λοιπά αναβλήθηκε η έκδοση της οριστικής απόφασής του και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης και η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, στη συνέχεια,στην μετά την επανάληψη της συζήτησης και τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης,με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε ότι υφίσταται δουλεία διόδου σε βάρος του ακινήτου ιδιοκτησίας Γ.

Μ. που συστήθηκε με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Χ. Δ.. Με βάση τα παραπάνω, κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων υφίσταται αντίφαση μεταξύ των ως άνω αποφάσεων του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (εν μέρει μη οριστικής και οριστικής) με συνέπεια με την τελεσίδικη απόφαση να αναγνωρίζεται έννομη σχέση μεταξύ προσώπων, τα οποία έπαψαν πλέον να είναι διάδικοι και να διευρύνονται ανεπίτρεπτα τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά τα αναφερόμενα στην ως άνω νομική σκέψη, είναι απαράδεκτος, πρωτίστως διότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται περιστατικά τα οποία να δικαιολογούν το έννομο συμφέρον τους για την άσκησή του, ούτε αναφέρονται στη βλάβη που υφίστανται οι ίδιοι από την απόρριψη της αγωγής ως προς ορισμένους από τους συνεναγομένους τους, ή από την επικαλούμενη δημιουργία δεδικασμένου σε βάρος των τελευταίων, ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει αναφορά δικαιολογητικών στοιχείων του εννόμου συμφέροντος τους για την άσκηση του συγκεκριμένου αυτού αναιρετικού λόγου.

Τα παραπάνω ισχύουν, ανεξαρτήτως του ότι ο ίδιος (τρίτος) λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος και διότι: α) η αποδιδόμενη με τον λόγο αυτό αναιρετική πλημμέλεια συνιστάμενη στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324 και 325 του ΚΠολΔ σε σχέση με όσα έγιναν ανελέγκτους δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα στο ότι με αυτά παραβιάσθηκε η έκταση και τα αποτελέσματα του δεδικασμένου, αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο περί του οποίου προβλέπει η ρύθμιση του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και όχι η λανθασμένα επικαλούμενη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 και 560 ΚΠολΔ.

Αναιρετικός όμως λόγος αντίστοιχος με τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αφορά στο ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις ως άνω περί δεδικασμένου διατάξεις των άρθρων 321,322, 324 και 325 ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναγραφόμενους στο άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα λόγους αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων (ΑΠ (ΑΠ 1578/2021, ΑΠ 1006/2021, ΑΠ 366/2019), όπως συμβαίνει στην ένδικη περίπτωση που προσβάλλεται η 50/2021 οριστική απόφαση (και η συμπροσβαλλόμενη με αυτήν 24/2018 μη οριστική απόφαση) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας που δίκασε ως Εφετείο επί εφέσεως κατά της 75/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Άμφισσας που αφορά στο ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 321,322, 324 και 325 ΚΠολΔ και β) με τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, σε κάθε περίπτωση, ελέγχεται η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 325 του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των οποίων δεν ιδρύει τον αναιρετικό αυτό λόγο. (ΑΠ 1578/2021, ΑΠ 1148/2020, ΑΠ 1082/2020, ΑΠ 366/2019).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 75, 79, 116, 216 παρ. 1, 218 και 219 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται η διαζευκτική ή επικουρική εναγωγή, γιατί το πρόσωπο του δικαιούχου και του υπόχρεου εναγομένου πρέπει να είναι ορισμένο και θετικό και να συνάπτεται με τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την ιδιότητα αυτού ως ενάγοντος ή εναγομένου.

Διαζευκτική εναγωγή υπάρχει όταν ενάγονται περισσότερα πρόσωπα, χωρίς να προσδίδεται σε ένα από αυτά, κατά τρόπο οριστικό ή θετικό, η ιδιότητα του εναγομένου και υπόχρεου από την έννομη σχέση της δίκης. Επικουρική δε εναγωγή υπάρχει όταν ο δεύτερος και οι επόμενοι ενάγονται για την περίπτωση της απόρριψης της αγωγής κατά του αμέσως προηγούμενου αυτών.

Και στις δύο περιπτώσεις συντρέχει το γνώρισμα της αβεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του εναγομένου, ενώ εξάλλου δεν πρόκειται για παθητική ομοδικία των άρθρων 74 επ. ΚΠολΔ,καθόσον οι εναγόμενοι δεν είναι κοινωνοί της ίδιας υποχρέωσης έναντι του ενάγοντα, αφού ένας μόνο ευθύνεται, αλλά υπάρχει αμφιβολία ποιος, προσέτι δε στη διαζευκτική εναγωγή ο ενάγων δεν εκφράζει την προτίμησή του ως προς το πρόσωπο αυτού, ενώ στην επικουρική εναγωγή ζητεί από το δικαστήριο να εξετάσει την αγωγή του ως προς τον εκάστοτε επόμενο εναγόμενο μόνο σε περίπτωση απόρριψής της έναντι του αμέσως προηγούμενου. (ΑΠ 2095/2022, ΑΠ 649/2022, ΑΠ 344/2019, ΑΠ 594/2018).

Κατά γενικό επομένως κανόνα σε περίπτωση επικουρικής εναγωγής, η αγωγή απορρίπτεται στο σύνολό της ως απαράδεκτη διότι δημιουργεί εκκρεμοδικία υπό αίρεση και ως εκ τούτου ανασφάλεια και αβεβαιότητα. Η εκ του λόγου όμως αυτού ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής δεν συντρέχει όταν η εναγωγή αναφέρεται μόνο στη βάση ή στο αίτημα της αγωγής που παραδεκτά μπορούν να εναλλαχθούν επικουρικώς, διότι στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται περί ανεπίτρεπτης ασκήσεως της αγωγής, ως επί εναλλαγής προσώπων, υπό εξωδιαδικαστική,αλλά επιτρεπτή, όπως επί επικουρικής εναλλαγής βάσεων, αίρεση, εφόσον περιέχεται στην αγωγή μία βάση χωρίς αίρεση.(ΑΠ 756/2022, ΑΠ 1090/2010, ΑΠ 13432014, ΑΠ 1607/2000).

Στην περίπτωση της επικουρικής εναγωγής προσώπων πρέπει να είναι τέτοια η σύγχυση που προκαλείται από το περιεχόμενο του δικογράφου, ώστε ακόμη και αν τα πλείστα αιτήματα υπέρ ή κατά περισσοτέρων διαδίκων είχαν ασκηθεί ξεχωριστά, να μην υπήρχε ενδεχόμενο να ενωθούν και να συνεκδικασθούν από το δικαστήριο, διότι κάτι τέτοιο δεν επρόκειτο να συμβάλλει στη διευκόλυνση διεξαγωγής της δίκης (άρθρο 246 ΚΠολΔ).

Άλλως δεν πρόκειται για απαγορευμένη διαζευκτική ή επικουρική εναγωγή, αλλά για θεμιτή υποκειμενική ή αντικειμενική σώρευση αγωγών, η οποία, με την προϋπόθεση ότι το δικόγραφο δεν έχε άλλο αθεράπευτο ελάττωμα, οδηγεί στην αποφυγή της έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, εξυπηρετεί την αρχή της δικονομίας της δίκης, και μακριά από στερεότυπες (φορμαλιστικές) πρακτικές (Διοικητική ΟλΑΠ14/2010).συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης.

Στην προκειμένη περίπτωση,με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη 50/2021 απόφαση, εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 1012 ΑΚ, με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που την εξέδωσε την στέρησε από νόμιμη βάση, λόγω έλλειψης αιτιολογίας επί συγκεκριμένου ισχυρισμού τους.

Ειδικότερα αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, ότι ενώ με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο, προέβαλαν ότι η αγωγή των αναιρεσιβλήτων στρεφόμενη κατά έξι (6) συνολικά προσώπων είναι δικονομικά απαράδεκτη εφόσον πρόκειται για διαζευκτική άλλως επικουρική αγωγή, από την οποία δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς το πρόσωπο του εναγομένου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας με την 50//2021 οριστική προσβαλλόμενη απόφασή του, ουδεμία αιτιολογία διέλαβε ως προς τον ισχυρισμό τους αυτό, "τον οποίο απέρριψε σιγή".

Όπως ήδη εκτέθηκε παραπάνω,στα πλαίσια της αναφοράς της διαδικαστικής πορείας της υποθέσεως, οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την αγωγή τους επικαλέσθηκαν ότι με το νόμιμα μεταγραμμένο ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Χ. Δ. μεταξύ του δικαιοπαρόχου τους, δεύτερου εναγομένου, Ν. Μ., κυρίου όμορου ακινήτου, το οποίο έχει μεταβιβαστεί στον πρώτο εναγόμενο, Γ.

Μ. συστήθηκε η επίδικη δουλεία διόδου, η οποία υλοποιήθηκε επί του εδάφους με χαλικόστρωση και έκτοτε εξυπηρετεί στην πρόσβαση στα ακίνητα τους, πλην όμως κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Οκτωβρίου του έτους 2012 και Οκτωβρίου 2014 διαπίστωσαν ότι η πέμπτη εναγομένη,Φ. Κ., ήδη τρίτη αναιρεσείουσα είχε τοποθετήσει για λογαριασμό των τρίτου και τέταρτης εναγομένων συρμάτινο φράκτη κατά μήκος της βορειοανατολικής πλευράς του ακινήτου τους, με συνέπεια η επίδικη δίοδος να έχει εξαφανιστεί καθώς επί αυτής είχαν ενεργηθεί χωματουργικές εργασίες και να εμφανίζεται ως τμήμα του ακινήτου των ως άνω εναγομένων, αποκόπτοντας τους ίδιους από τη δίοδο από τα ακίνητά τους προς τον κεντρικό δρόμο.

Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές,ότι ζήτημα της διαφωνίας των διαδίκων εντοπίζονταν στο εάν η επίδικη εδαφική λωρίδα επί της οποίας υλοποιήθηκε η επίδικη δουλεία διόδου,ανήκει στη ιδιοκτησία του ήδη μη διαδίκου, πρώτου εναγομένου ή στην όμορη ιδιοκτησία των τρίτου και τέταρτης των εναγομένων-ήδη πρώτου και τρίτης των αναιρεσειόντων.

Η αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, είχε ως κύριο αίτημα να αναγνωριστεί η επικαλούμενη πραγματική δουλεία διόδου που συστάθηκε επί του ακινήτου του δεύτερου εναγομένου Ν. Μ. και ήδη Γ. Μ. και ως επικουρικό αίτημα για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η επίδικη δουλεία διόδου υλοποιήθηκε επί του εδάφους ιδιοκτησίας των ως άνω πρώτου και τρίτης των αναιρεσειόντων να αναγνωρισθεί το δικαίωμα δουλείας διόδου σε βάρος του όμορου με το περίκλειστο ακίνητο του πρώτου ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, ακινήτου του ως άνω Γ.

Μ., το οποίο αυτός απέκτησε από τον προηγούμενο κύριο αυτού Ν. Μ., και επικουρικότερα να καθορίσει το δικαστήριο την προσήκουσα δίοδο-σύσταση δουλείας. Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της 24/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας,που δίκασε ως Εφετείο, το δικαστήριο αυτό επιλαμβανόμενο εφέσεως των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, κατά της ερήμην των ιδίων εκδοθείσας επί της αγωγής τους 75/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Άμφισσας, ανέβαλλε τη συζήτηση της υποθέσεως και διέταξε την επανάληψή της μετά από τη διεξαγωγή της ορισθείσας με αυτήν πραγματογνωμοσύνης, μόνο ως προς τους εναγομένους-αναιρεσείοντες, ενώ ως προς τους λοιπούς πρώτο, δεύτερο και έκτο εναγομένους, περιέλαβε στην μη οριστική απόφασή του τις οριστικές διατάξεις με τις οποίες απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.

Συγκεκριμένα, με την ως άνω 24/2018 απόφαση, η αγωγή με το προαναφερόμενο περιεχόμενό της απορρίφθηκε: α) κατά το κύριο αίτημά της, ως προς τους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων, Γ. Μ. και Ν. Μ., με την αιτιολογία,ότι σε αυτήν δεν αναφέρεται καμία πράξη προσβολής εκ μέρους αυτών, εξαιτίας της οποίας να εμποδίζονται οι ενάγοντες να ασκήσουν το επίδικο δικαίωμα δουλείας, β) κατά το επικουρικό αίτημά της ως προς τον πρώτο εναγόμενο για τον ίδιο λόγο και με την επιπρόσθετη αιτιολογία ότι το ως άνω επικουρικό αίτημα σχετικά με τον πρώτο εναγόμενο δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως νόμιμο ούτε στο πλαίσιο εφαρμογής της περ.

δ' του άρθρου 69 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η αναγνώριση του δικαιώματος δουλείας που αναφέρεται στο υπ αρ. ... συμβόλαιο δεν εξαρτάται από την απόρριψη του κύριου αιτήματος της αγωγής, γ) ως προς τον έκτο εναγόμενο Δ. Κ., με την αιτιολογία ότι για τον εναγόμενο αυτό ουδεμία αναφορά γίνεται στο ιστορικό αυτής, παρά μόνο στη σελίδα 9, όπου εκτίθενται επί λέξει τα εξής: "Επειδή έχουμε έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί από τους εναγόμενους 1° 3° και 4η εξ αυτών...

αλλά και 2°, 5η και 6° εξ αυτών ως ασκούντες διακατοχικές πράξεις επί των ανωτέρω ιδιοκτησιών των συγγενών τους η δουλεία διόδου...". Τέλος, με οριστική διάταξη της ως άνω εν μέρει μη οριστικής και εν μέρει οριστικής συμπροσβαλλόμενης 24/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο, απορρίφθηκε και το δεύτερο επικουρικό αίτημα της αγωγής περί παροχής της προσήκουσας κατά το δικαστήριο διόδου, με την αιτιολογία ότι ελλείπουν παντελώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν τη δίοδο αυτή.

Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη, στην αγωγή των αναιρεσιβλήτων δεν υπήρχε ανεπίτρεπτη διαζευκτική ή επικουρική εναγωγή προσώπων ως εναγομένων, αλλά αντίθετα παραδεκτή και επικουρική εναλλαγή αιτημάτων και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κυρίας και χωρίς αίρεση βάσεως αυτής (αγωγής).

Τούτο δε, διότι καθίσταται απολύτως σαφές ότι οι ενάγοντες ένωσαν στο ίδιο δικόγραφο διαφορετικές αξιώσεις εναντίον διαφορετικών προσώπων, αιτούμενοι κατά το κύριο αίτημά τους σε σχέση με τους αναιρεσείοντες να αναγνωρισθεί το επικαλούμενο δικαίωμα πραγματικής δουλείας τους, το οποίο αυτοί είχαν προσβάλλει με τις προαναφερόμενες ενέργειές τους, ήτοι την τοποθέτηση φράκτη από την τρίτη εξ αυτών, Φ.

Κ., που ενεργούσε για λογαριασμό των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσειόντων Χ. Κ. και Β. Θ., στο ακίνητο των οποίων ενσωματώθηκε η επίδικη δίοδος. Οι επικουρικές δε βάσεις της αγωγής, περί αναγνωρίσεως δικαιώματος δουλείας διόδου και περί παροχής διόδου από το δικαστήριο, αν και ξεχωριστές μεταξύ τους, προέρχονται από την ίδια ιστορική και νομική βάση, ήτοι την επικαλούμενη υφιστάμενη πραγματική δουλεία διόδου σε περίκλειστο ακίνητο και την αναγνώρισή της λόγω προσβολής της.

Με τις επικουρικές βάσεις της αγωγής τις οποίες οι αναιρεσείοντες σώρευσαν με την κύρια βάση αυτής,από εύλογη (όχι υπερβολική) δικονομική πρόνοια, στο πλαίσιο εξυπηρέτησης της οικονομίας της δίκης, είναι και πάλι ξεκάθαρο ότι επιδιώκεται η δικαστική προστασία και για την περίπτωση που απορριφθεί η αγωγή ως προς τους εναγομένους-ήδη αναιρεσείοντες.

Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι: α) παρά το γεγονός ότι οι αναιρεσείοντες δεν είχαν προβάλλει ισχυρισμό περί απαραδέκτου διαζευκτικής ή επικουρικής εναγωγής προσώπων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά για πρώτη φορά, όπως και οι ίδιοι επικαλούνται, με τις προτάσεις τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο, κατά τη δεύτερη συζήτηση της υποθέσεως, μετά από επανάληψη της δίκης, (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο αυτεπαγγέλτως, με τις οριστικές διατάξεις της 24/2018 απόφασής του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, κατά το μέρος που στρέφονταν κατά των λοιπών,πλην των αναιρεσειόντων, εναγομένων μη διαδίκων, κατά τα προεκτιθέμενα.

β) ο λόγος αυτός αναίρεσης λόγω ανεπίτρεπτης διαζευκτικής ή επικουρικής εναγωγής προσώπων, δημιουργεί δικονομικό απαράδεκτο, όπως άλλωστε και οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες αναφέρουν στο αναιρετήριο, ο οποίος δεν ελέγχεται με την επικαλούμενη πλημμέλεια του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αλλά από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναγραφόμενους στο άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα λόγους αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων όπως συμβαίνει στην ένδικη περίπτωση που προσβάλλεται η 50/2021 οριστική απόφαση (και η συμπροσβαλλόμενη με αυτήν 24/2018 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική απόφαση) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας που δίκασε ως Εφετείο επί εφέσεως κατά της 75/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Άμφισσας.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 18.1.2022 αίτηση για αναίρεση της 50/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο και της συμπροσβαλλομένης με αυτήν 24/2018 εν μέρει οριστικής και εν μέρει μη οριστικής αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, οι οποίοι, άπαντες, παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.1.2022 ένδικη αίτηση για αναίρεση της 50/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο και της συμπροσβαλλομένης με αυτήν 24/2018 εν μέρει οριστικής και εν μέρει μη οριστικής αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ και της προσθέτως παρεμβαίνουσας την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ