Legislator Case Law & Legislation
477/2022 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against final judgment, remanding part for retrial while dismissing other appeal grounds.

Case Number 477/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a final judgment from the Athens Single First Instance Court regarding a civil dispute. The appellants argued that the lower court failed to consider public documents regarding the diagnosis of the disputed difference. The court rejected this claim for the first appellant because the lower court had already dismissed the entire suit as illegal without examining the substance, but remanded the case for the second appellant to be tried again by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is admissible only if it raises a valid ground of error; if the lower court dismissed the suit as illegal without examining the substance, an appeal claiming failure to consider evidence is inadmissible for that party, but the case may be remanded for retrial regarding other appellants.

Keywords

AI generated
appeal admissibility final judgment dismissal as illegal remittal for retrial evidence consideration court costs allocation different judge formation

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 11 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Common Ministerial Decision No. 134423 of 8.12.1992/20.1.1993

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 477 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 477/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1)Α. Ρ. του Γ., και 2)Σ. Μ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία - Μαγδαληνής Τσίπρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευάγγελο Τσάκαλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/2/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 417/2016 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία διορθώθηκε με την 703/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής, όπως διορθώθηκε ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 22/1/2019 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 223/2020 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 2/6/2021 κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 2 Ιουνίου 2021 κλήση νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από 22 Ιανουαρίου 2019 και με αριθ. κατάθ. 7467/14/25.1.2019 αίτηση αναίρεσης των καλούντων-αναιρεσειόντων κατά του καθού η κλήση-αναιρεσίβλητου και κατά της με αριθ. 417/11.2.2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την με αριθ. 703/9.5.2017 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, μετά την έκδοση της με αριθ. 223/2020 μη οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της αίτησης, προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια οποιουδήποτε από τους διαδίκους, αποδεικτικά έγγραφα τελεσιδικίας της προσβαλλομένης απόφασης.

Κατά το άρθρο του 552 του ΚΠολΔ, με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων. Ακόμη κατά το άρθρ. 553 παρ. 1 του ιδίου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή.

Ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 329/2019, ΑΠ 423/2017, ΑΠ 242/2015). Η προθεσμία άσκησης αναίρεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό δεν συντρέχει με την προθεσμία άσκησης έφεσης κατ` αυτής, αλλά αρχίζει από τότε που έληξε η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης, οπότε η πρωτόδικη απόφαση καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται σε αναίρεση (ΑΠ 222/2020, ΑΠ 423/2017, ΑΠ 153/2015).

Η κατ' αντιμωλία οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, μόνο, αφ' ότου έπαυσε να υπόκειται σε έφεση είτε διότι παρήλθε η νόμιμη γνήσια προθεσμία, από την επίδοση της απόφασης, των τριάντα (30) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα ή των εξήντα (60) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στο εξωτερικό (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ) είτε διότι παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών, από τη δημοσίευση της απόφασης, αν η απόφαση δεν έχει επιδοθεί, εφόσον αυτή δημοσιεύθηκε από την 1.1.2016 και εφεξής (άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/ 2015).

Εξάλλου με τη διόρθωση της απόφασης, κατ'αρθρο 315 του ΚΠολΔ, δεν δημιουργείται νέα αυτοτελής απόφαση, αλλά διορθώνεται η ήδη υπάρχουσα, η οποία ως ενιαίο σύνολο με τη διορθωτική παράγει έννομα αποτελέσματα αναδρομικά από τη δημοσίευσή της και όχι από τη διόρθωσή της (ΑΠ 1119/2019, ΑΠ 1112/2014).

Συνεπώς με ένδικο μέσο προσβάλλεται η διορθωθείσα απόφαση και δεν είναι ανάγκη να συμπροσβάλλεται και η διορθωτική απόφαση (ΑΠ 1342/2011), ούτε παρέχεται, λόγω της διόρθωσης της απόφασης νέα προθεσμία προς άσκηση ενδίκου μέσου κατά της διορθωθείσας απόφασης, εκτός αν το ένδικο μέσο ασκείται κατά της διορθωτικής απόφασης για πλημμέλειες αυτής κατά το άρθρο 319 του ΚΠολΔ (ΑΠ 395/2019, ΑΠ 1342/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση από 22 Ιανουαρίου 2019 και με αριθ. κατάθ. 7467/14/25.1.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία του δέκατου τετάρτου ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος Α. Ρ. και της δέκατης πέμπτης ενάγουσας και ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας Σ. Μ. κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου εκδοθείσα με αριθ. 417/11.2.2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την με αριθ. 703/9.5.2017 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία απορρίφθηκε ως προς αυτούς (αναιρεσείοντες) η από 22.2.2013 με αριθ.

καταθ. 31925/908/27.2.2013 αγωγή. Από το προσκομιζόμενο από την αναιρεσείουσα υπ'αριθμ. 6878/25.9.2020 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Τμήματος Πολιτικών Ενδίκων Μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι κατά της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 417/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της έφεσης, από τον δέκατο τέταρτο ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα και από τη δέκατη πέμπτη ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, ούτε από το τελευταίο (αναιρεσίβλητο) κατά αυτών και συνεπώς ως προς τους ως άνω διαδίκους της αναιρετικής δίκης, αυτή κατέστη τελεσίδικη την 12 Φεβρουαρίου 2018, που έληξε η διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου που είχε αρχίσει από την επομένη της δημοσίευσης αυτής στις 11.2.2016 (άρθρα 518 παρ.2 και 144 παρ.1 του ΚΠολΔ) χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή στην έναρξη της ως άνω προθεσμίας άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, η διόρθωση της προσβαλλόμενης απόφασης με την με αριθμ. 703/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν και από την επομένη ημέρα της τελεσιδικίας της (13.2.2018), άρχισε να τρέχει η διετής αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης κατ'αυτής (άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015).

Συνακόλουθα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε στις 25.1.2019 με την κατάθεσή της στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός της αποσβεστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών, από την ως άνω ημερομηνία που κατέστη τελεσίδικη η προσβαλλόμενη απόφαση (13.2.2018), είναι εμπρόθεσμη (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 παρ.1 του ΚΠολΔ) και παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 του ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής (ΑΠ 598/2019, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α` και 3 του Ν. 2112/1920, συνάγεται ότι επί συνάψεων αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν δεν δικαιολογείται η συνομολογηθείσα διάρκεια αυτών από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Οι εν λόγω διατάξεις, όπως εξ αυτών προκύπτει, έχουν εφαρμογή μόνον επί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων που υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου που θεσπίσθηκαν εν όψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν κατά τεκμήριο αυτοί που παρέχουν εξαρτημένη εργασία (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 20/2007).

Ο χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος (ή ο έχων ισχύ νόμου κανονισμός), διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 8/2011).

Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της ουσίας της έννομης σχέσης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις περιπτώσεις των εργασιακών σχέσεων με εργοδότη το Δημόσιο (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006). Εξάλλου με τις διατάξεις των παρ.1, 2, 3 του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994, όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο και πριν την κατάργηση των άρθρων 1-13, 14Α και 15-24 καθώς και των παραγράφων 1-5 και 9-11 του άρθρου 14 του ως άνω νόμου με το άρθρο 61 παρ.1α του Ν. 4765/2021 (ΦΕΚ Α 6), ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ.3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά την κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).

Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".

Επίσης, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους αρχικά διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 410/1988 και στη συνέχεια του Ν. 2190/1994 και του Ν. 2527/1997 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ορισμένης διάρκειας που υποκρύπτουν σχέσεις εξαρτημένης εργασίας συναπτόμενες για πρώτη φορά με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 18.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.

Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.

Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής (ΑΠ 452/2020, ΑΠ 598/2019). Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 20/2007, ΑΠ 106/2020, ΑΠ 598/2019).

Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).

Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004).

Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα.

Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το Π.Δ/μα 164/2004 των μέτρων που αυτό προβλέπει για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθ. 1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Οι ρυθμίσεις του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C - 378 έως C - 380 Α. κλπ). Ειδικότερα με την ως άνω απόφαση μεταξύ άλλων κρίθηκε ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε το Π.Δ/μα 164/2004 σε σχέση με την προστασία που παρείχετο υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς της εφαρμογής του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 και στις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα δεν συνιστούν υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εν λόγω εργαζομένων, κατά την έννοια της ρήτρας 8 σημείο 3 της οδηγίας, εφόσον αφορούν περιορισμένη κατηγορία εργαζομένων που έχουν συνάψει συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (σκέψεις 122 επ.

ιδίως σκέψη 146 ε.α) περίπτωση που συντρέχει εν προκειμένω κατά τα κατωτέρω διαλαμβανόμενα. Περαιτέρω το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την υπ' αριθ. C 760/18 της 21ης Φεβρουάριου 2021 απόφασή του έκρινε προσφάτως επί προδικαστικού ερωτήματος του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου ότι "η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου έχει την έννοια ότι, όταν έχει σημειωθεί καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει, κατά το μέτρο του δυνατού, όλες τις κρίσιμες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κατά τρόπο ώστε να επιβληθεί η προσήκουσα κύρωση για την κατάχρηση και να εξαλειφθούν οι συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβάνει την εκτίμηση του ζητήματος αν οι διατάξεις προγενέστερης και εισέτι ισχύουσας νομοθεσίας που επιτρέπει την μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου μπορούν, ενδεχομένως, να εφαρμοσθούν στο πλαίσιο της σύμφωνης αυτής ερμηνείας, μολονότι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης απαγορεύουν απολύτως τέτοια μετατροπή, όσον αφορά τον δημόσιο τομέα".

Όμως η ως άνω ερμηνευτική εκδοχή, (και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι διατάξεις του ενωσιακού δικαίου κατισχύουν και των συνταγματικών ρυθμίσεων των κρατών - μελών της Ένωσης, όπως παγίως άλλωστε δέχεται το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως ακρογωνιαίου λίθου για τη λειτουργία της Ένωσης, υποθ.

C. 26/1962 G. & L.,υποθ. C. 6/1964 C. vs E.) που σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής μόνο σε όλως οριακές περιπτώσεις διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας, όπως άλλωστε συνάγεται και από τη χρήση του όρου "ενδεχομένως" από το ως άνω Δικαστήριο, αναγκαίως προϋποθέτει ότι κατά το εσωτερικό (ελληνικό) δίκαιο για την ερμηνεία του οποίου αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν μόνο τα Ελληνικά Δικαστήρια, υπάρχει εισέτι έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (βλ.

και σκέψεις 63, 67 και 70 στην ως άνω υπ'αριθμ. C 760/18 απόφαση). Τέτοιο έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν υφίσταται όμως μετά την έναρξη εφαρμογής (18.4.2001) της πιο πάνω Συνταγματικής Αναθεώρησης, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, αφού τούτο θα αντέβαινε ευθέως στη διάταξη του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος και θα οδηγούσε αναγκαίως σε μια contra legem ερμηνεία των συνταγματικών αυτών ρυθμίσεων.

Στο σημείο αυτό πρέπει συνακόλουθα να ερευνηθεί, εάν στο πλαίσιο του ελληνικού δικαίου υφίστανται άλλα αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά μέτρα που να αποτρέπουν και εάν συντρέχει περίπτωση, να επιβάλλουν κυρώσεις στην καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα διασφαλίζοντα έτσι την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία.

Εν προκειμένω, την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (βλ.σκέψη 58 της απόφασης υπ' αριθ.

C - 760/2018 του Δ.Ε.Ε. με περαιτέρω παραπομπές), εξασφαλίζουν οι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του Π.Δ/τος 164/2004, με τα οποία μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ρήτρα 5 σημείο 1 αυτής, οι οποίες προβλέπουν την αυτοδίκαιη ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που συνάπτονται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του ως άνω Διατάγματος (με μοναδική εξαίρεση τις υπαγόμενες στη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 αυτού περιπτώσεις), τη δυνατότητα του απασχοληθέντος ακύρως και για όσο χρόνο διήρκεσε η άκυρη σύμβαση να λάβει ευθέως εκ του νόμου βάσει της άκυρης σύμβασης (και όχι βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, όπου για τον προσδιορισμό της ωφέλειας του εργοδότη δεν συνυπολογίζονται παροχές εξαρτώμενες από τις προσωπικές ιδιότητες του απασχοληθέντος) τις οφειλόμενες σ'αυτόν αποδοχές και τη δυνατότητα αυτού να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο θα ελάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας αυτής (εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις) ενώ παράλληλα προβλέπουν ποινικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν από δόλο ή από αμέλειά τους τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του ως άνω Π/Δτος.

Μάλιστα προκειμένου να διασφαλισθεί υπέρ των απασχοληθέντων μισθωτών η πλήρης αποτελεσματικότητα των κανόνων δικαίου που θεσπίστηκαν από τον έλληνα νομοθέτη στο πλαίσιο εφαρμογής της Οδηγίας, δεν αποκλείεται και η ανάλογη εφαρμογή της ρύθμισης για την καταβολή αποζημίωσης σε περιπτώσεις εγκυρότητας των ως άνω διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, πέραν των ανωτάτων χρονικών ορίων που προβλέπει το Π.Δ/μα 164/2004, οσάκις η ανανέωση αυτών έλαβε χώρα, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του Π.Δ/τος 164/2004, με ειδική νομοθετική ρύθμιση, όπως λ.χ.

με το άρθρο 167 του Ν. 4099/2012, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 76 του Ν. 4386/2016. Τέλος η εμβληματικού χαρακτήρα διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, σε συνδυασμό και με την παρ. 7 του ιδίου άρθρου, αποσκοπεί στην εφαρμογή της αρχής της αξιοκρατίας και της διαφάνειας, όσον αφορά στις προσλήψεις μόνιμου προσωπικού στο δημόσιο τομέα με την κατοχύρωση ενός διαφανούς και αξιοκρατικού συστήματος προσλήψεων βάσει συγκεκριμένων δεσμευτικών διαδικασιών και συνακόλουθα στην αποτροπή του αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου πρόσληψης προσωπικού με αδιαφανή κριτήρια δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας για την αντιμετώπιση κατ' επίφαση απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών κατά παράβαση του άρθρου 103 παρ.2 του Συντάγματος και της ισχύουσας νομοθεσίας (Ν. 2190/1994), οι οποίοι, μετά την διαπίστωση ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα απασχόλησης, τακτοποιούνταν στη συνέχεια είτε με τον διορισμό τους ως μονίμων δημοσίων υπαλλήλων, είτε με τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, κατ' αποκλεισμό άλλων ενδιαφερομένων που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις με την τήρηση των νομίμων διαδικασιών πρόσληψης μόνιμου προσωπικού (ΟλΑΠ 19, 20/2007).

Επομένως η προσθήκη από τον Αναθεωρητικό Νομοθέτη των πιο πάνω διατάξεων των παρ. 7 και 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος κατά τα διάρκεια της χρονικής περιόδου μεταφοράς της υπ'αριθ. 1999/70 Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη δεν έλαβε χώρα προκειμένου να τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο η επίτευξη του επιδιωκόμενου με την Οδηγία αποτελέσματος, αλλά για την εξυπηρέτηση των πιο πάνω σκοπών αναγομένων στις ιδιαιτερότητες του δημοσίου τομέα, πολλώ δε μάλλον που η Οδηγία δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, ενώ οι προπαρατεθείσες εφαρμοστέες διατάξεις του υπ'αριθμ. 164/2004 ΠΔ/τος, που σε συμφωνία με τη συνταγματική απαγόρευση αποκλείουν το χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα σε έγκυρη ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, συνιστούν κατά τα προεκτεθέντα το προσήκον αντιστάθμισμα που αποτρέπει την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα (πρβλ.

ΔΕΕ C 378-380 υπόθεση Α.). Εξάλλου, από το άρθρο 249 παρ. 1,3 της κατά τον επίδικο χρόνο ισχύουσας Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, προκύπτει σαφώς ότι οι Οδηγίες που εκδίδουν προς εκπλήρωση των καθηκόντων τους τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από κοινού με το Συμβούλιο, το Συμβούλιο ή η Επιτροπή) αποτελούν παράγωγο Κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Ένωσης στο οποίο απευθύνονται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.

Έτσι οι Οδηγίες απευθύνονται όχι απ` ευθείας στους ιδιώτες θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνον προς τα κράτη μέλη της Ε.Ε., αφού μόνον αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος μέλος που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα και τύπο όμως τα οποία το ίδιο θα επιλέξει (νόμο, προεδρικό διάταγμα, υπουργική απόφαση και εν γένει κανόνες δικαίου της εθνικής έννομης τάξης).

Ακόμη, το άρθρο 10 Συνθ.Ε.Κ. υποχρεώνει όλες τις κρατικές λειτουργίες, άρα και τη δικαστική, στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, καταλλήλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης βεβαίως και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το Kοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου (ΑΠ 1352/2019, ΑΠ 186/2019).

Αντίθετα η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (και της πιο πάνω με αριθ. 1999/70 Οδηγίας που εφαρμόσθηκε αργότερα).

Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (Ολ.

Α.Π.7/2011 και 8/2011). Η δε από το νόμο (Ν. 2190/1994) κατά τα ήδη προαναφερθέντα απαγόρευση μετατροπής των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου δεν επάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης από το δικαστήριο του πραγματικού χαρακτήρα της συγκεκριμένης έννομης σχέσης, η οποία δεν συνιστά "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό αυτής κατά την δικαστική διαδικασία (ΟλΑΠ 18/2006).

Στη περίπτωση αυτή η μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων (17.4.2001) και της με αριθμό 1999/70 Οδηγίας (10.7.2002) συνέχιση της εξακολούθησης της κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που είχαν όμως αρχίσει να συνάπτονται πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση, είναι νομικώς αδιάφορη, διότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είχε ήδη προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο και διατήρησε στη συνέχεια κατά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων (ΟλΑΠ 7/2011, ΑΠ 1005/2017, ΑΠ 104/2016).

Προϋπόθεση όμως της κατά τα ανωτέρω εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 είναι οι ως άνω διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου να καταρτίσθηκαν απ' ευθείας μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ιδίου εργαζομένου με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους. Ως εργοδότης δε στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, κατά την έννοια του άρθρου 648 του ΑΚ, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αφενός δικαιούται να αξιώσει από τον εργαζόμενο την παροχή της συμφωνημένης εργασίας και αφετέρου υποχρεούται να του καταβάλλει τον συμφωνημένο ή νόμιμο μισθό.

Οσάκις δε η πρόσληψη μισθωτού γίνεται από ιδιωτικό φορέα που καταβάλει και τις συμφωνηθείσες με το μισθωτό αποδοχές, κατόπιν υπόδειξης του Ελληνικού Δημοσίου και, λόγω της φύσης της παρεχόμενης εργασίας του μισθωτού και του επιδιωκόμενου από αυτήν σκοπού, αυτός παρέχει τις υπηρεσίες του υπό την εποπτεία δημοσίας υπηρεσίας και με βάση τις οδηγίες της, όπως συμβαίνει και στις περιπτώσεις σωστικής ανασκαφής που πραγματοποιείται από αρχαιολόγο κατά τη διάρκεια της κατασκευής δημοσίου ή ιδιωτικού έργου, η πρόσληψη αυτή από ιδιώτη δεν αρκεί για να προσδώσει στο Ελληνικό Δημόσιο την ιδιότητα του εργοδότη, ούτε επάγεται εικονικότητα ως προς το πρόσωπο του εργοδότη της μεταξύ του μισθωτού και του ιδιώτη καταρτισθείσας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, με συνέπεια οι τυχόν διαδοχικές συμβάσεις ορισμένης διάρκειας μεταξύ του ιδιώτη και του μισθωτού να μην συναποτελούν τμήμα των μετέπειτα καταρτισθεισών μεταξύ του μισθωτού και του Ελληνικού Δημοσίου διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένης διάρκειας (ΑΠ 1269/2018, ΑΠ 714/2018, ΑΠ 2074/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 22.2.2013 με αριθμ. κατάθ. 31925/908/2013 αγωγή, η οποία παραδεκτά επισκοπείται κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), ο δέκατος τέταρτος ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσείων και η δέκατη πέμπτη ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα, επί συνολικού αριθμού εικοσιοκτώ (28) εναγόντων οι λοιποί των οποίων δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη, εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο για να εργάζονται στο Υπουργείο Πολιτισμού με την ειδικότητα των συντηρητών αρχαιοτήτων στην Υπηρεσία "Η.

Ε.Π.Κ.Α", απασχόληση που αποσκοπούσε πάντοτε στην κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του εναγομένου Δημοσίου, ότι ο δέκατος τέταρτος από αυτούς εργάσθηκε τα χρονικά διαστήματα α) από 19.10.2005 έως 31.12.2005, β) από 10.1.2006 έως 25.9.2006, γ) από 5.1.2007 έως 20.9.2007, δ) από 8.10.2007 έως 31.7.2008, ε) από 26.8.2008 έως 29.12.2008 και στ) από 18.9.2008 έως 15.12.2008, και η δέκατη πέμπτη από αυτούς τα χρονικά διαστήματα α) από 9.8.2000 έως 24.5.2000 (ενν. 24.5.2002), β) από 10.6.2002 έως 5.7.2002, γ) από 3.9.2002 έως 31.12.2002, δ) από 10.6.2003 έως 30.6.2003, ε) από 4.7.2003 έως 30.10.2003, στ) από 5.11.2003 έως 31.12.2003, ζ) από 2.2.2004 έως 31.7.2004, η) από 17.8.2004 έως 31.12.2004, θ) από 13.1.2005 έως 7.10.2005, ι) από 1.11.2005 έως 31.12.2006, ια) από 16.1.2007 έως 13.6.2008 και ιβ) από 2.7.2008 έως 19.12.2008, ότι παράνομα και καταχρηστικά το εναγόμενο τους απασχολούσε με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου αντί μιας ενιαίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, καθότι με την εργασία τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ότι είναι άκυρη και καταχρηστική η απόλυση από το εναγόμενο του δέκατου τέταρτου στις 29.12.2008 και της δέκατης πέμπτης στις 19.12.2008.

Ότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 174, 181, 281, 648 επ.ΑΚ, και 1 και 8 του ν. 2112/1920 προκύπτει ότι είναι άκυρος ο όρος των ως άνω συμβάσεων ως προς τη χρονική τους διάρκεια και ότι οι ως άνω συμβάσεις ορισμένου χρόνου συνιστούν, με βάση τις ως άνω διατάξεις, ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου διάρκειας. Ότι επιπρόσθετα η ως άνω διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 εναρμονίζεται πλήρως με την κοινοτική οδηγία 1999/70/ΕΚ η οποία ενσωματώθηκε πλημμελώς στην έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004 και ότι σε κάθε περίπτωση τυγχάνουν άμεσης εφαρμογής οι ρήτρες 5.1 και 8.3 της ως άνω οδηγίας που οδηγεί στην κατάρτιση συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου.

Ζητούσαν δε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους, να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους απασχολεί στη θέση, ειδικότητα και αποδοχές που αντιστοιχούν στην υπηρεσιακή τους ένταξη.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων την ως άνω αγωγή, α) δέχθηκε την αγωγή ως κατ'ουσία βάσιμη ως προς τους 8η, 9η, 10η, 11η, 16η, 18η, 23ο ενάγοντες, β) απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τους 1η, 2η, 3ο, 4η, 5η, 6η, 7, 12η, 13η, 17η, 19η, 20η, 21ο, 22η ενάγοντες, γ) παρέλειψε να αποφανθεί ως προς τους 24η, 25η, 26η, 27η και 28ο ενάγοντες, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη και δ) απέρριψε την αγωγή ως προς το δέκατο τέταρτο (14ο) ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα και ως προς τη δέκατη πέμπτη (15η) ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα.

Ειδικότερα το ως άνω Δικαστήριο ως προς το δέκατο τέταρτο (14ο) ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι οι επίδικες συμβάσεις εργασίας του με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο καταρτίσθηκαν μετά την 17.4.2001, οπότε τέθηκαν σε ισχύ οι διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος, ότι για το λόγο αυτό δεν δύναται να μετατραπούν σε ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει λόγος ούτε για αδικαιολόγητο καθορισμό των ως άνω συμβάσεων ως ορισμένης διάρκειας, ούτε και για καταστρατήγηση των διατάξεων του Ν. 2112/1920 καθώς και της οδηγίας 1999/70/ΕΚ, ενώ τυχόν αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα προσέκρουε, πέραν των ανωτέρω συνταγματικών και νομοθετικών απαγορεύσεων, αφενός μεν στην θεμελιώδη αρχή της διάκρισης των κρατικών λειτουργιών, αφού σε μια τέτοια περίπτωση εμμέσως, ήτοι με την έκδοση δικαστικής απόφασης που θα αναγνώριζε τις αντίστοιχες συμβάσεις ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, θα μπορούσαν να συσταθούν κατ'ουσία οργανικές θέσεις του δημοσίου τομέα και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου μη νομοθετημένες και να μονιμοποιηθεί κατ'αυτόν τον τρόπο προσωπικό των δημοσίων υπηρεσιών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, του οποίου (προσωπικού) κατά ρητή συνταγματική επιταγή απαγορεύεται η μονιμοποίηση, αφετέρου δε, θα προσέκρουσε στο πνεύμα των προαναφερομένων αναθεωρητικών συνταγματικών διατάξεων, με τις οποίες προφανώς ο συντακτικός νομοθέτης κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001, εκδήλωσε τη βούλησή του για αποτροπή της συνέχισης μια συνήθους πρακτικής του παρελθόντος, κατά την οποία ενώ αρχικά προσλαμβανόταν προσωπικό με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου για την κάλυψη πρόσκαιρων και απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών, εν συνέχεια διαπιστωνόταν ότι αυτές οι ανάγκες ήταν πάγιες και διαρκείς και για το λόγο αυτό μονιμοποιούνταν το προσληφθέν προσωπικό είτε μέσω του διορισμού τους στη θέση μονίμων δημοσίων υπαλλήλων, είτε μέσω της μετατροπής των σχετικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, αποκλείοντας κατ'αυτόν τον τρόπο άλλους ενδιαφερόμενους που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις εργασίας κατά τις διατάξεις της ισχύουσας κάθε φορά νομοθεσίας κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας.

Αντίθετα το ως άνω Δικαστήριο ως προς τη δέκατη πέμπτη (15η) ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη (δεύτερη σελίδα του 8ου φύλλου) και ότι στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 346 361, 648 του ΑΚ με την αιτιολογία ότι προσλήφθηκε για πρώτη φορά από το εναγόμενο πριν την έναρξη ισχύος του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος και ότι, με βάση τα εκτιθέμενα σ'αυτή, ήδη είχε προσλάβει ως προς αυτή τον χαρακτήρα της ενιαίας σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ'ορθό νομικό χαρακτηρισμό και ότι έπρεπε να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Ακολούθως, και ενώ εξέτασε κατ'ουσία την αγωγή ως προς τους 8ο, 9η, 10η, 11η, 16η, 18η και 23ο ενάγοντες ως προς τους οποίους επίσης είχε κρίνει νόμιμη την αγωγή, παρέλειψε να εξετάσει αυτή κατ'ουσία και ως προς την δέκατη πέμπτη (15η) ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα για την οποία, όπως προεκτέθηκε, είχε κρίνει νόμιμη την αγωγή και στο τέλος έκρινε (προφανώς εκ παραδρομής) ότι η αγωγή ως προς αυτή είναι μη νόμιμη, απορρίπτοντας αυτήν στο διατακτικό του (πρώτη και δεύτερη σελίδα του 10ου φύλλου) .

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" που αφέθηκε αδίκαστη νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους, κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΑΠ 1137/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 17/2017).

Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση (ΑΠ 427/2020, ΑΠ 1294/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση η δεύτερη αναιρεσείουσα με το δεύτερο και υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει κατά της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, μεταξύ των άλλων, και την αιτίαση ότι, ενώ δέχθηκε ότι η αγωγή ως προς αυτή ήταν νόμιμη με τη αιτιολογία ότι προσλήφθηκε για πρώτη φορά από το εναγόμενο πριν από τις 18.4.2001, ήτοι πριν από την έναρξη της ισχύος του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, ακολούθως απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και ως αυτή.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το ως άνω μέρος, ερειδόμενος αληθώς εκ του αριθμού 9 και όχι εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Και τούτο διότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ενώ έκρινε ότι η αγωγή ως προς τη δέκατη πέμπτη (15η) ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα ήταν νόμιμη και ότι έπρεπε να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία (δεύτερη σελίδα του όγδοου φύλλου), ακολούθως από προφανή παραδρομή παρέλειψε να την ερευνήσει κατ'ουσία ως προς αυτήν και στο τέλος την απέρριψε από προφανή, επίσης, παραδρομή ως μη νόμιμη (πρώτη σελίδα του δέκατου φύλλου).

Συνακόλουθα παρέλειψε να ερευνήσει κατ'ουσία την αγωγή της δεύτερης αναιρεσείουσας την οποία είχε κρίνει ως νόμιμη και άφησε αδίκαστη αυτή, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το ως άνω μέρος ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα.

Μετά, δε, την παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα και λόγω της αναιρετικής εμβέλειας αυτού παρέλκει η έρευνα ως προς αυτή των πρώτου, δεύτερου κατά το λοιπό μέρος του και τρίτου λόγων αναίρεσης με τους οποίους προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, του τέταρτου λόγου αναίρεσης με τον οποίο προσάπτει σ'αυτή πλημμέλεια εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και του πέμπτου λόγου αναίρεσης με τον οποίο προσάπτει σ'αυτή πλημμέλεια εκ του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Ο πρώτος αναιρεσείων με τους τρεις πρώτους λόγους αναίρεσης εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εξής αιτιάσεις : α) Με τον πρώτο λόγο ότι απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς αυτόν με τις παραδοχές ότι οι συμβάσεις εργασίας του δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε ενιαία σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι δε μπορούσε να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό των συμβάσεων εργασίας του ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, ούτε και για καταστρατήγηση των διατάξεων του Ν. 2112/1920 και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, καθότι τυχόν αντίθετη εκδοχή θα προσέκρουε στις συνταγματικές και νομοθετικές απαγορεύσεις με τις οποίες ο Συντακτικός Νομοθέτης με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 απέκλεισε τη δυνατότητα μετατροπής σχετικών συμβάσεων εργασίας ή έργου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 και του άρθρου 671 του ΑΚ που δεν εφάρμοσε και εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994 που εφάρμοσε, καθότι οι τελευταίες, κατά τον πρώτο αναιρεσείοντα εφαρμόζονται μόνο σε διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες αποσκοπούν στην κάλυψη πράγματι πρόσκαιρων ή κατεπειγουσών αναγκών και όχι όταν στην πραγματικότητα αποσκοπούν στην κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών.

β) Με το δεύτερο λόγο ότι απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς αυτόν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ.1,3 του Συντάγματος δεδομένου ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης εργασίας του ως αορίστου χρόνου αποτελεί έργο του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής του λειτουργίας.

γ) Με τον τρίτο λόγο ότι απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς αυτόν, με την οποία εξέθετε ότι για τις επίδικες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας του δεν δικαιολογούνταν ο καθορισμός της διάρκειας τους από τη φύση τους αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των εργασιακών του δικαιωμάτων και κατά καταστρατήγηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10εδ.

β και 249 εδ.γ ΕΚ, των άρθρων της Οδηγίας 1999/70 και του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/2020 σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος. Οι ως άνω τρεις (3) πρώτοι λόγοι αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος, ερειδόμενοι εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Και τούτο διότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επόμ.

του ΑΚ και 21 του Ν. 2190/1994 καθόσον από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, με βάση τα όσα αναλυτικά εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ότι οι συναφθείσες με το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου του πρώτου αναιρεσείοντος για τα αναγραφόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα α) από 19.10.2005 έως 31.12.2005, β) από 10.1.2006 έως 25.9.2006, γ) από 5.1.2007 έως 20.9.2007, δ) από 8.10.2007 έως 3.7.2008, ε) από 26.8.2008 έως 29.12.2008 και στ) από 18.9.2008 έως 15.12.2008, δηλαδή, μετά από την έναρξη ισχύος των διατάξεων των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (17.4.2001), δεν μπορούν να εκτιμηθούν και να χαρακτηρισθούν ότι συνιστούν ενιαία σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920, αφού κάτι τέτοιο προσκρούει στις εν λόγω συνταγματικές διατάξεις, ακόμη και εάν ο πρώτος αναιρεσείων εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου.

Συνακόλουθα η προβαλλόμενη απόφαση, δεν παραβίασε τις επικαλούμενες στην αίτηση διατάξεις των άρθρων 281, 671 του ΑΚ, 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος και 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920, με τη μη εφαρμογή τους όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο πρώτος αναιρεσείων. Τέλος η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε ούτε και τις επικαλούμενες στην αίτηση διατάξεις των άρθρων 10 εδ.β και 249 εδ.γ της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και τις διατάξεις της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας συμπεριλαμβανομένων των ρητρών 5 σημείο 1 και 8 σημείο 3 αυτής, με τη μη εφαρμογή αυτών, στο πλαίσιο της σχετικής εσωτερικής νομοθεσίας (Π.Δ 164/2004) που ενσωμάτωσε αυτές πλημμελώς στην εσωτερική έννομη τάξη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο πρώτος αναιρεσείων, καθότι με τις διατάξεις της ως άνω οδηγίας δεν επιβάλλεται, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, τα, δε, προς εφαρμογή της Οδηγίας προβλεπόμενα δικαιώματα του μισθωτού και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Π.Δ/τος 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δημόσιου φορέα.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ιδίου κώδικα, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996 ΑΠ 1446/2019).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 790/2020, ΑΠ 85/2020). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 85/2020, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 76/2016) έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 1108/2020, ΑΠ 771/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τον αγωγικό του ισχυρισμό ότι οι συμβάσεις εργασίας που τον συνέδεαν με τον αναιρεσίβλητο κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ότι ως εκ τούτου είχαν καταστεί μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθότι, όπως προεκτέθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση εξέτασε τον αγωγικό αυτό ισχυρισμό του πρώτου αναιρεσείοντος και τον απέρριψε ως μη νόμιμο με την αιτιολογία ότι υπό την ισχύ του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος οι συμβάσεις εργασίας αυτού με το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο δεν μπορούσαν να χαρακτηριστούν και μετατραπούν σε ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ακόμα και αν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη, αποδεικτικά μέσα [στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα], τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη των πιο πάνω αποδεικτικών στοιχείων, αλλά απέρριψε ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη την αγωγή (ΑΠ 220/2020, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 538/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο και υπό την επίκληση του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο πρώτος αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπ' όψη της τα δημόσια έγγραφα που προσκόμισε (βεβαιώσεις προϋπηρεσίας κλπ) για τη διάγνωση της επίδικης διαφοράς.

Εφόσον όμως το ως άνω δικαστήριο δεν ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα διατυπώνοντας σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την αγωγή ως προς αυτόν στο σύνολό της ως μη νόμιμη, δεν ιδρύεται ο ως άνω αναιρετικός λόγος της μη λήψης υπ' όψη των προσκομισθέντων με επίκληση από αυτόν αποδεικτικών μέσων [εγγράφων].

Επομένως, ο ως άνω πέμπτος αναιρετικός λόγος πρέπει ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει α) να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ως προς αυτήν στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και β) να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα.

Τέλος πρέπει α) να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο Δημόσιο λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσείουσας που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 176, 183 του ΚΠολΔ) μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ'αριθμ. 134423 οικ.

της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ.5 του Ν. 1738/1987 και β) να καταδικασθεί ο πρώτος αναιρεσείων λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Δημοσίου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα, κατά τα ανωτέρω, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθ. 417/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την υπ'αριθμ. 703/2017 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή για περαιτέρω εκδίκαση.

Απορρίπτει την από 22.1.2019 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 417/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την υπ'αριθμ. 703/2017 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ