Legislator Case Law & Legislation
477/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against tort claim dismissal, ruling damages calculation must use exchange rate at claim date, not loss date.

Case Number 477/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of a tort claim. The appellant argued that damages should be calculated using the USD-to-EUR exchange rate at the time of the lawsuit's filing, not the date of the loss, as no restitution had occurred. The court agreed, finding the lower court erred in requiring a loss-date calculation absent restitution, thereby upholding the validity of the original claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 535, 536 of the Code of Civil Procedure; The appellate court must examine the merits of a claim if the appeal is admissible, and the calculation of damages in foreign currency claims depends on the specific circumstances of restitution or lack thereof, not a rigid temporal rule.

Keywords

AI generated
tort claim damages foreign currency exchange rate appellate review procedure calculation of loss civil procedure code restitution absence partial remittal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 535 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 477 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 477/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Αναστασία Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "AEGEAN MARINΕ PETROLEUM S.A.", που εδρεύει στην Λιβερία και έχει εγκατασταθεί στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "BANI YAS SHIPPING CO INC", που εδρεύει στην Λιβερία και πραγματικά στο Abu Dhabi και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάρι Καραμήτσιο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 04-12-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 07-08-2015 ανακοίνωση δίκης της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1558/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 437/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-10-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Ι] Με την κρινόμενη από 10-10-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 437/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 1558/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε απορρίψει την από 04-12-2014 αγωγή αυτής λόγω έλλειψης της διαδικαστικής προϋπόθεσης της διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση και δικάζοντας επί της ουσίας απέρριψε την αγωγή. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[ΙΙ] Kατά τη διάταξη του άρθρου 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 του ν. 2915/2001, αν ο λόγος της έφεσης κριθεί βάσιμος, η απόφαση που προσβάλλεται εξαφανίζεται και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ' ουσίαν. Επίσης, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου αν η προσβαλλόμενη απόφαση εξαφανίζεται για αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η υπόθεση παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 46.

Αν πρόκειται για κατά τόπον αναρμοδιότητα και κριθεί αρμόδιο άλλο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που υπάγεται στην περιφέρεια του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου το οποίο δικάζει την έφεση, αυτό μπορεί ή να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο ή να την κρατήσει και να τη δικάσει κατ' ουσίαν. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης και την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, παραπέμπει την υπόθεση κατ' άρθρ. 46 ΚΠολΔ μόνο σε περίπτωση που αυτή (εξαφάνιση) έγινε για αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δηλαδή όταν αυτό έκρινε ότι είναι αρμόδιο παρά το ότι ήταν αναρμόδιο, ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ' ουσίαν, οποιοδήποτε και αν είναι το περιεχόμενο της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είτε είχε κάνει δεκτή είτε είχε απορρίψει την αγωγή για τυπικό ή ουσιαστικό λόγο, ακόμη και στην περίπτωση που το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει την αγωγή για έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης της διεθνούς δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων για διαφορά που έχει στοιχεία αλλοδαπότητας.

Τούτο δε διότι καθόσον αφορά στην ως άνω διάταξη του άρθρου 535 ΚΠολΔ ο νομοθέτης δεν εκφράστηκε στενότερα απ' ότι και επιθυμούσε, αλλά υφίσταται σαφής και συγκεκριμένη βούληση και επιλογή αυτού σ' όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η τελευταία, περί αποστέρησης του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας και ως εκ τούτου μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατ' άρθρ. 522 ΚΠολΔ η αποτελούσα αντικείμενο της δίκης δικονομική αξίωση στο σύνολό της και όχι αποκλειστικά και μόνο το δικονομικό ζήτημα της ύπαρξης ή όχι διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου.

Είναι δε χαρακτηριστικό στο σημείο αυτό και το ότι στη συνοδεύουσα τον ως άνω ν. 2915/2001 εισηγητική (αιτιολογική) έκθεση αναφέρεται ότι "και με τη νέα ρύθμιση του άρθρου 535 παρ.1 γίνεται ακόμη ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της επιτάχυνσης της πολιτικής δίκης. Πράγματι, με εξαίρεση την περίπτωση της εξαφάνισης της πρωτόδικης απόφασης για αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν εξαφανίζει την προσβαλλόμενη απόφαση, κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ' ουσίαν..." (ΑΠ 182/2015, ΑΠ 806/2014).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ως άνω λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστάμενο σε παραδοχή υλικής αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου (του εφετείου) και όχι όταν το εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης που υπάγεται κατά το άρθρο 19 ΚΠολΔ στην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην, ούτε επίσης επί παραβάσεων του Εφετείου ως προς το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης (ΟλΑΠ 5/2003, Ολ ΑΠ 3/1991, ΑΠ 1192/2010, ΑΠ 1816/2008).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος δε αυτός ιδρύεται και επί παραβάσεων του εφετείου σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης κατ' άρθρ. 522 ΚΠολΔ (ΑΠ 1588/2017, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 279/2010).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1. Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 350/2017, ΑΠ 323/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθ. 5, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν είχε την εξουσία ούτε την αρμοδιότητα να κρατήσει την υπόθεση και να δικάσει την αγωγή μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς) για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας αυτού και ειδικότερα: α) εσφαλμένα και παρά το νόμο δέχθηκε ότι έχει εξουσία και καθ' ύλην αρμοδιότητα να κρατήσει την υπόθεση και να εκδικάσει την αγωγή κατ' ουσίαν, β) εσφαλμένα και παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα και συγκεκριμένα την αγωγή, την οποία ερεύνησε ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της, παρά το ότι δεν είχε μεταβιβαστεί με την έφεση η υπόθεση ως προς την ουσία της και συνεπώς δεν είχε προταθεί ενώπιον του εκδόσαντος αυτήν Εφετείου και γ) εσφαλμένα και παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη διακράτηση της υπόθεσης και την εκδίκαση της αγωγής από το εκδόσαν αυτήν Εφετείο.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ. 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, καθόσον η ως άνω προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως προς τη δική του αρμοδιότητα να επιληφθεί της έφεσης, αλλά σε σφάλμα του Εφετείου ως προς το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης.

Επίσης, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης (πρώτος) κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο, μετά την κατά τα ως άνω εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, με την εκδίκαση της ένδικης αγωγής κατ' ουσίαν δεν υπερέβη το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης.

Τούτο δε διότι η εν λόγω εξαφάνιση δεν έγινε για αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δηλαδή για το ότι αυτό έκρινε ότι είναι αρμόδιο ενώ ήταν αναρμόδιο, αλλά για το ότι συνέτρεχε η διαδικαστική προϋπόθεσης της δίκης για την ύπαρξη διεθνούς δικαιοδοσίας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή για έλλειψη αυτής.

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο, μετά την κατά τα ως άνω εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, με το να κρατήσει την υπόθεση και να εκδικάσει το ίδιο την αγωγή, δεν παραβίασε τις σχετικές δικονομικές διατάξεις, οι οποίες κατά τα πιο πάνω εκτιθέμενα δεν επέβαλαν την κήρυξη απαραδέκτου της συζήτησης αυτής.

[ΙΙΙ] Aπό τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία, πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξης ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο. Δικαιοπραξία που έχει καταρτιστεί επ' ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο, το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσώπησής του, δεν το δεσμεύει. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι επί αγωγής κατά νομικού προσώπου, η οποία έχει ως αντικείμενο την εκπλήρωση ανειλημμένης με σύμβαση υποχρέωσής του, ο ενάγων δεν υποχρεούται ν' αναφέρει στην αγωγή του το όνομα του φυσικού προσώπου, το οποίο το εκπροσώπησε κατά τη σύναψη της σύμβασης, μόνο δε σε περίπτωση αμφισβήτησης από το εναγόμενο νομικό πρόσωπο του κύρους αυτής, πρέπει ο ενάγων, συμπληρώνοντας παραδεκτώς την αγωγή με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτόδικης συζήτησης, να προτείνει και ακολούθως να αποδείξει τη συνδρομή των στοιχείων επί των οποίων θεμελιώνεται η αντιπροσωπευτική εξουσία του ενεργήσαντος αντιπροσώπου του, νομίμου ή εκούσιου (ΑΠ 630/2019, ΑΠ 1552/2018, ΑΠ 682/2015, AΠ 2064/2014, ΑΠ 1187/2000).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 211, 216, 217, 218, 222, 223 και 361 ΑΚ συνάγεται ότι η πληρεξουσιότητα αποτελεί δικαιοπραξία, που έχει ως αποτέλεσμα την παροχή από τον αντιπροσωπευόμενο σε τρίτο, δηλαδή τον πληρεξούσιο, της εξουσίας αντιπροσώπευσής του και ότι, όταν δοθεί πληρεξουσιότητα για χρόνο αόριστο, η εξουσία αντιπροσώπευσης διατηρείται μέχρι να συμβεί κάποιο γεγονός καταλυτικό της σχέσης μεταξύ αντιπροσωπευομένου και πληρεξουσίου, όπως είναι η ανάκληση ή η παύση της πληρεξουσιότητας.

Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 221 και 224 του ΑΚ προκύπτει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, μολονότι δεν υπάρχει πληρεξουσιότητα, εν τούτοις κρίνεται άξια προστασίας η εμπιστοσύνη του τρίτου στην ύπαρξή της. Με βάση τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 173, 200, 281 ΑΚ καθώς και την αρχή της εμπιστοσύνης, διαπλάστηκε η έννοια της "φαινομένης" πληρεξουσιότητας.

Πρόκειται για την περίπτωση που ο αντιπροσωπευόμενος, δεν παρέσχε μεν πληρεξουσιότητα ή την είχε παράσχει κατά το παρελθόν, στη συνέχεια όμως την ανακάλεσε και ούτε ανέχθηκε, ούτε γνώριζε τη συμπεριφορά του φερόμενου "αντιπροσώπου" του, όμως θα μπορούσε να την γνωρίζει και να την είχε εμποδίσει, εάν επιδείκνυε την επιβαλλόμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, ενώ από την άλλη πλευρά, ο συναλλαχθείς τρίτος δικαιούται, με βάση την καλή πίστη και τις αντιλήψεις των συναλλαγών, να πιστέψει ευλόγως, ότι στον εμφανιζόμενο ως αντιπρόσωπο, έχει παρασχεθεί πληρεξουσιότητα.

Προς τούτο όμως απαιτείται διαρκής ή επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά του φερόμενου "αντιπροσώπου" και καλή πίστη στο πρόσωπο του συναλλαγέντος τρίτου. Ο τελευταίος δε δεν προστατεύεται, εάν γνώριζε την έλλειψη της πληρεξουσιότητας ή την αγνοούσε συνεπεία αμελείας. Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, καταλογίζεται στον "αντιπροσωπευόμενο", ότι με τη συμπεριφορά του δημιούργησε στους τρίτους την εύλογη πεποίθηση για την ύπαρξη πληρεξουσιότητας και, αν πρόκειται για σύμβαση, αυτή θεωρείται καταρτισθείσα, μέσω του "κατά φαινόμενο πληρεξουσίου", ο συναλλαχθείς δε τρίτος, έχει στην περίπτωση αυτή κατά του αντιπροσωπευόμενου τις αξιώσεις που πηγάζουν από τέτοια σύμβαση.

Mε βάση τα παραπάνω συνάγεται ότι σιωπηρή (ή φαινομένη) είναι η πληρεξουσιότητα, η οποία συνάγεται είτε από την έννομη σχέση που συνδέει τον εξουσιοδοτούντα και τον πληρεξούσιο είτε από τη συμπεριφορά του εξουσιοδοτούντος που δημιουργεί στους τρίτους την εύλογη πεποίθηση ότι έχει χορηγήσει σε κάποιον πληρεξουσιότητα (ΑΠ 776/2013, ΑΠ 554/2013, ΑΠ 1509/2011, ΑΠ 639/2004).

Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111, 216 παρ. 1, 224, 335, 337, 338 και 559 αριθ. 1 και 8 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που επικαλούνται και αποδεικνύουν οι διάδικοι, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος ή υποχρέωσης).

Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α' ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Επίσης, κατά πάγια νομολογία, βάσει των άρθρων 224 και 236 ΚΠολΔ, ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις να θεραπεύσει την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, αλλά όχι και τη νομική αοριστία αυτής, η οποία υπάρχει όταν δεν περιέχεται στην αγωγή το βασικό περιστατικό που απαιτείται για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή της αγωγικής υποχρέωσης ή έννομης σχέσης.

Εξάλλου, η απαγόρευση, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό αυτής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), τα οποία συνιστούν προϋπόθεση, χωρίς τη συνδρομή της οποίας θα ήταν αδύνατη η γένεση της διαγνωστέας έννομης σχέσης ή συνέπειας ή τα οποία μπορούν μόνο αυτά να θεμελιώσουν νέα αγωγή.

Αντίθετα, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (όπως η αμέλεια, ο δόλος κλπ.) από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του ή από το δικαστήριο με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική έννοια, ούτε η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αίτιας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής (Ολ ΑΠ 2/1994, ΑΠ 1867/2017, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 1859/2011).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1. Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της. Ειδικότερα, μέσω του παρόντος λόγου ελέγχονται και τα όρια του παραδεκτού της μεταβολής της βάσης της αγωγής (ΑΠ 579/2019, ΑΠ 309/2011, ΑΠ 2078/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξη απαράδεκτο τον περί φαινομένης ή σιωπηράς πληρεξουσιότητας αυτής ισχυρισμό της, δεδομένου ότι η επίκληση εκ μέρους της με την προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεών της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο του ισχυρισμού περί φαινομένης ή σιωπηράς πληρεξουσιότητας του Α' μηχανικού του πλοίου να υπογράψει την επίμαχη απόδειξη παραλαβής καυσίμων με τους περιεχομένους σ' αυτήν όρους και να συνομολογήσει με αυτούς σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους ήταν παραδεκτή και νόμιμη, ενόψει της δέσμευσης της αναιρεσίβλητης από την εν λόγω σύμβαση, επί της οποίας στηρίζεται η εκ της ενδοσυμβατικής ευθύνης βάση της αγωγής.

Από την παραδεκτή δε επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι με αυτήν η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε τα εξής: "Σε εκτέλεση της συνομολογηθείσης κατά τα προλεχθέντα (παρ. 4-6) συμβάσεως πωλήσεως μεταξύ της AEGEAN και του ενδιάμεσου εμπόρου, η AEGEAN παρέδωσε στον λιμένα ... την 5η Νοεμβρίου 2014 στο πλοίο ... 1034,38 μετρικούς τόνους πετρελαίου οι οποίοι και παρελήφθησαν υπό του πλοιάρχου του πλοίου, ο οποίος υπέγραψε την απόδειξη παραλαβής καυσίμων της εταιρείας "AEGEAN MARINE PETROLEUM LLC", η οποία όπως ρητά αναγράφεται σε αυτή ενεργούσε για λογαριασμό της AEGEAN".

Επίσης, ως προς το ζήτημα αυτό το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα:

«| Σημειωτέον ότι η ενάγουσα, απαραδέκτως, το πρώτον με την προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεών της, που κατέθεσε ενόψει της συζήτησης της αγωγής στον πρώτο βαθμό, ισχυρίσθηκε, αφενός μεν ότι η εναγόμενη υποχρεούται σε καταβολή του αιτουμένου ποσού του τιμήματος, ακόμη και υπό την ιδιότητα της κυρίας του πλοίου αυτού, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 106 εδαφ.

β' του ΚΙΝΔ, ως απαίτηση από τον εφοπλισμό του, αφετέρου ότι δεσμεύεται σε κάθε περίπτωση από την υπογραφή του πρώτου μηχανικού του πλοίου λόγω φαινόμενης ή σιωπηρής πληρεξουσιότητας αυτού να την εκπροσωπεί έγκυρα και να συνάπτει συμβάσεις στο όνομα και για λογαριασμό της, ως αντιπρόσωπός της, καθώς πρόκειται περί δικονομικά ανεπίπρεπτης μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής της κατά το άρθρο 224 του ΚΠολΔ, ενώ, επιπροσθέτως, δεν πρόκειται περί "νέων" ισχυρισμών, που μπορούν παραδεκτά να προβληθούν για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη, ως λόγοι έφεσης, πολλώ δε μάλλον με τις προτάσεις της, εφόσον δεν εμπίπτουν σε μία εκ των περιοριστικά αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ περιπτώσεων, που παρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Και τούτο διότι, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 216 παρ. 1α' και 224 του ΚΠολΔ, στους ισχυρισμούς που μπορεί να προταθούν παραδεκτά για πρώτη φορά στο Εφετείο, σύμφωνα με το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνονται εκείνοι που απαρτίζουν κατά το νόμο την ιστορική βάση της αγωγής. Μάλιστα γεγονός παραγωγικό του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος και, άρα, θεμελιωτικό κατά νόμο του αγωγικού αιτήματος, δεν μπορεί να προταθεί ούτε με συμπλήρωση της αγωγής κατά το άρθρο 224 του ΚΠολΔ, αλλά πρέπει να εκτίθεται στο αγωγικό δικόγραφο, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 216 παρ. 1 α' του ΚΠολΔ, γεγονός το οποίο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, καθώς η ενάγουσα, ως εκκαλούσα, δεν μπορεί να μεταβάλει τη βάση της αγωγής της, ούτε να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς που περιέχονται σ' αυτήν (526 του ΚΠολΔ).

Πρέπει, επομένως, ενόψει τούτων, εφόσον η υπογραφή του πρώτου μηχανικού στην εν λόγω απόδειξη παραλαβής καυσίμων δεν δεσμεύει την εναγόμενη, διότι ο ανωτέρω δεν την εκπροσωπεί κατά νόμο, ή δυνάμει δικαιοπραξίας, με την οποία να του έχει αυτή χορηγήσει την εντολή και την πληρεξουσιότητα να συνάπτει στο όνομα και για λογαριασμό της συμβάσεις, και, συνεπώς, τοιουτοτρόπως, δεν καταρτίσθηκε μεταξύ της εναγομένης και της ενάγουσας σύμβαση, με την οποία ανέλαβε αυτή (η εναγόμενη) την υποχρέωση να καταβάλει το τίμημα της μεταξύ της ενάγουσας και της "O.W.

BUNKER MIDDLE EAST DMCC" πώλησης ποσότητας καυσίμων, που παραδόθηκαν στο πλοίο, κυριότητάς της (της εναγομένης), ν' απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή στο σύνολο της, δηλαδή και ως προς τη σωρευόμενη στο δικόγραφο βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης της εναγομένης, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν [...]|».

Με βάση τα παραπάνω είναι σαφές ότι η αναιρεσείουσα, ενώ θεμελιώνει την αγωγή της στην κατάρτιση της ένδικης σύμβασης αναδοχής χρέους με την αναιρεσίβλητη με βάση την υπογραφή του σχετικού δελτίου παράδοσης καυσίμων από τον πλοίαρχο, η ευθύνη του οποίου καθορίζεται κατά το άρθρο 84 ΚΙΝΔ, σύμφωνα με το οποίο "ο πλοιοκτήτης ενέχεται εκ των δικαιοπραξιών ας επιχείρησεν ο πλοίαρχος κατά την εκτέλεσιν των ανατεθειμένων εις αυτόν καθηκόντων", με την προσθήκη των προτάσεών της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο για πρώτη φορά κάνει αναφορά για υπογραφή του δελτίου παράδοσης καυσίμων από τον Α' μηχανικό και για την ύπαρξη σιωπηρής ή φαινομένης πληρεξουσιότητας αυτού να καταρτίζει για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης συμβάσεις και να αναλαμβάνει για λογαριασμό της υποχρεώσεις. Τούτο όμως δεν αποτελεί απλώς διευκρίνιση ή συγκεκριμενοποίηση των αγωγικών ισχυρισμών που αποτελούσαν τη βάση αυτής, αλλά συνιστά ανεπίτρεπτη κατ' άρθρ. 224 ΚΠολΔ μεταβολή της βάσης αυτής, η οποία μάλιστα θεμελιώνεται και σε διαφορετικές διατάξεις, δηλαδή αυτές των άρθρων 211 επ., 281, 173, 200 ΑΚ. Επομένως, με αυτά που δέχθηκε κατά τα ως άνω το Εφετείο και απέρριψε ως απαράδεκτο τον εν λόγω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο σχετικός πιο πάνω πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.

[IV] Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 5/2020).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 84, 105 και 106 του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ν. 3816/1959) προκύπτει ότι γίνεται διάκριση των εννοιών πλοιοκτησίας, κυριότητας του πλοίου και εφοπλισμού. Η πλοιοκτησία υποδηλώνει σύμπτωση κυριότητας και εφοπλισμού, έτσι ώστε, όταν τα δύο αυτά στοιχεία χωρίζονται, να έχουμε αφενός μόνο κυριότητα και αφετέρου μόνο εφοπλισμό.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 105 ΚΙΝΔ "ο εκμεταλλευόμενος πλοίο δι' εαυτόν ανήκον εις άλλον (εφοπλιστής) οφείλει να δηλώσει τούτο εγγράφως από κοινού μετά του κυρίου του πλοίου εις την λιμενικήν αρχήν του τόπου της νηολογήσεως. Μη γενομένης τοιαύτης δηλώσεως ο κύριος του πλοίου τεκμαίρεται ότι εκμεταλλεύεται τούτο δι' εαυτόν".

Aπό τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η δήλωση του τρίτου περί εφοπλισμού του πλοίου απ' αυτόν, που γίνεται στο λιμάνι νηολόγησης του πλοίου από κοινού μετά του κυρίου του πλοίου, αποσκοπεί στην προστασία των τρίτων συναλλασσομένων, αλλά εξυπηρετεί και τα έννομα συμφέροντα της ιδιοκτησίας του πλοίου, αφού σε περίπτωση έλλειψης της δήλωσης τίθεται μαχητό τεκμήριο, ήτοι τεκμαίρεται ότι ο κύριος του πλοίου εκμεταλλεύεται τούτο για ίδιο λογαριασμό, είναι δηλαδή πλοιοκτήτης.

Το τεκμήριο τούτο είναι μαχητό και επιτρέπεται ανταπόδειξη, ήτοι μπορεί ν' αποδειχθεί ότι ο τρίτος που δεν αναγγέλθηκε στην ανωτέρω λιμενική αρχή είναι αυτός που εκμεταλλεύεται το πλοίο για δικό του λογαριασμό, δηλαδή είναι ο εφοπλιστής. Για τις απαιτήσεις από τον εφοπλισμό ευθύνεται απεριόριστα ο εφοπλιστής, ο δε κύριος του πλοίου ευθύνεται μόνο δια του συγκεκριμένου πλοίου και μέχρι την αξία αυτού, δηλαδή η ευθύνη αυτού είναι περιορισμένη και πραγματοπαγής.

Περαιτέρω, ως εκμετάλλευση, η οποία πάντως δεν ταυτίζεται με τη διαχείριση του πλοίου, νοείται η διενέργεια ναυτιλιακών εργασιών (όπως μεταφορά προσώπων και πραγμάτων, αλιεία, ρυμούλκηση) με σκοπό το κέρδος, ενώ στοιχεία αυτής (εκμετάλλευσης) είναι η ναυτική διεύθυνση του πλοίου από τον εφοπλιστή. Βασική προϋπόθεση του εφοπλισμού είναι ότι ο εφοπλιστής έχει τη βούληση να ασκήσει και ασκεί για λογαριασμό του τη ναυτιλιακή επιχείρηση του πλοίου και, εκτός από την απολαβή των κερδών, επωμίζεται απεριορίστως και τον οικονομικό κίνδυνο από την εκμετάλλευσή του.

Επίσης, από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 105 και 106 εδάφ. β' του ΚΙΝΔ προκύπτει ότι η εκμετάλλευση του πλοίου με την έννοια του εφοπλισμού υπάρχει και στη σύμβαση χρονοναύλωσης, όταν στο ναυλωτή ανήκει η εκμετάλλευση και η ναυτική διεύθυνση αυτού. Στην περίπτωση αυτή ο μεν ναυλωτής τυγχάνει εφοπλιστής του πλοίου, ο δε κύριος αυτού ευθύνεται έναντι των τρίτων πραγματοπαγώς και συγκεκριμένα μόνο δια του πλοίου, κατ' άρθρ. 106 εδ.

β' του ΚΙΝΔ. Αντίθετα, αν ο κύριος του πλοίου-εκναυλωτής θέτει στη διάθεση του ναυλωτή, έναντι ανταλλάγματος και για ορισμένο χρόνο, πλοίο εξοπλισμένο μαζί με τις υπηρεσίες του πλοιάρχου ή του πληρώματος, διατηρώντας ο ίδιος (χρονοεκναυλωτής) την τεχνική (ναυτική) διαχείριση του πλοίου, παρέχοντας δε σ' εκείνον (χρονοναυλωτή) τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί, επί ένα χρονικό διάστημα, το πλοίο και τις υπηρεσίες του πλοιάρχου και του πληρώματος, αυτός εξακολουθεί να είναι πλοιοκτήτης και να φέρει απεριορίστως τους κινδύνους από την εκμετάλλευση αυτή.

Επομένως, γίνεται δεκτό ότι υπάρχει εφοπλισμός, που συνεπάγεται την εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, όταν ο πλοιοκτήτης παραχώρησε τη χρήση του πλοίου του γυμνού, διότι στην τελευταία περίπτωση ο μισθωτής-ναυλωτής του πλοίου εξουσιάζει τούτο, τόσο από την πλευρά της τεχνικής διεύθυνσης, όσο και απ' αυτή της εμπορικής του διαχείρισης, έχει δε τη βούληση να ασκεί και πράγματι ασκεί, για ίδιο λογαριασμό, την επιχείρηση της κερδοσκοπικής εκμετάλλευσής του.

Στην περίπτωση αυτή ο μεν ναυλωτής τυγχάνει εφοπλιστής του πλοίου, ο δε κύριος αυτού ευθύνεται έναντι των τρίτων πραγματοπαγώς και συγκεκριμένα μόνο δια του πλοίου, κατ' άρθρ. 106 εδ. β' ΚΙΝΔ (ΑΠ 777/2015, ΑΠ 689/2013, ΑΠ 776/2010, ΑΠ 11/2009).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες ή πληττόμενες ανεπιτυχώς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 648/2019, ΑΠ 138/2019, ΑΠ 383/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς το ζήτημα της κατάρτισης ή μη της επικαλούμενης σύμβασης αναδοχής χρέους με την υπογραφή στην απόδειξη παραλαβής καυσίμων δέχθηκε τα ακόλουθα:

«| Η ενάγουσα, ανώνυμη εταιρία, με καταστατική έδρα τη Μονρόβια της Λιβερίας, και εγκατεστημένη στην Ελλάδα κατά τις διατάξεις του Α.Ν. 89/1967, όπου διατηρεί γραφεία στον Πειραιά (... ), δραστηριοποιείται επιχειρηματικά επί σειρά ετών στον τομέα της εμπορίας καυσίμων για τον ανεφοδιασμό πλοίων, μέσω του δικτύου της σταθμών, που διατηρεί σε λιμένες ανά τον κόσμο, δυνάμει συμβάσεων πώλησης, τις οποίες καταρτίζει, είτε απευθείας με τους πλοιοκτήτες, ναυλωτές, ή τους καθ' οιονδήποτε τρόπο εκμεταλλευόμενους πλοία, είτε μέσω ανεξάρτητων ενδιάμεσων εμπόρων.

Μεταξύ των ενδιάμεσων εμπόρων, με τους οποίους συνεργαζόταν επί μακρόν χρονικό διάστημα, υπήρξε και ο όμιλος εταιριών "O.W. BUNKER GROUP", στον οποίο ανήκει πλήθος εταιριών, που έδρευαν σε διάφορες πόλεις ανά τον κόσμο και αναλάμβαναν την υποχρέωση να εφοδιάζουν, σε εκτέλεση συμβάσεων πώλησης, πλοία με καύσιμα, τα οποία είχαν προηγουμένως προμηθευτεί από την ίδια.

Η πολυετής εμπορική συνεργασία της ενάγουσας με τις εταιρίες του ανωτέρω ομίλου ειδικότερα συνίστατο κάθε φορά στην πώληση απ' αυτήν σε μία από τις εν λόγω εταιρίες ορισμένης ποσότητας καυσίμων, αντί του συμφωνημένου τιμήματος, καταβληθησομένου εντός συγκεκριμένης προθεσμίας από την παράδοσή τους, υπό τον όρο διατήρησης από την ίδια της κυριότητας της πωλούμενης ποσότητας μέχρι την εξόφληση του τιμήματος.

Τα καύσιμα, στα οποία έκαστη σύμβαση αφορούσε, συμφωνούντο πάντοτε παραδοτέα από την ενάγουσα συγκεκριμένη ημερομηνία, σε συγκεκριμένο λιμένα, και σε συγκεκριμένο πλοίο, και μεταπωλούντο στο μεσοδιάστημα από την εκάστοτε αντισυμβαλλόμενή της εταιρία του ανωτέρω ομίλου - αγοράστρια αυτών στον πλοιοκτήτη, εφοπλιστή, ναυλωτή, ή στον καθ' οιονδήποτε τρόπο εκμεταλλευόμενο το εν λόγω πλοίο, για τον ανεφοδιασμό του οποίου προορίζοντο.

Αποδείχθηκε επίσης ότι στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας η ενάγουσα κατήρτισε εγγράφως με την εδρεύουσα στο Άμπου Ντάμπι των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, εταιρία του ανωτέρω ομίλου με την επωνυμία "O.W. BUNKER MIDDLE EAST DMCC" σύμβαση πώλησης προς την τελευταία ποσότητας 1.050 μετρικών τόνων (+/ - 10%) καυσίμων (πετρελαίου τύπου Fueloil 380 - CST 3,5%), παραδοτέων την 4η.11.2014 στο λιμένα ... (... ) των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων στο πλοίο ... ", σημαίας Λιβερίας, αντί τιμήματος 475,50 δολαρίων Η.Π.Α.

ανά μετρικό τόνο, που συμφωνήθηκε καταβλητέο εντός χρονικού διαστήματος τριάντα (30) ημερών από την παράδοση στο πλοίο της πωλούμενης ποσότητας, δια της αποστολής από την ανωτέρω εταιρία προς την ενάγουσα σχετικής παραγγελίας της με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις 28.10.2014, όπου αναγράφονταν τα προαναφερθέντα, υπέχουσας θέση πρότασης προς αυτήν για τη σύναψη σύμβασης με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, και της στη συνέχεια αποσταλείσας στην ως άνω εταιρία - επίσης με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο - επιβεβαίωσης από την ενάγουσα αυθημερόν της ληφθείσης παραγγελίας, υπέχουσας θέση δήλωσης αποδοχής από την τελευταία της πρότασης της εν λόγω εταιρίας, δια της περιέλευσης της οποίας (της αποδοχής) στην εταιρία αυτή την ίδια ημέρα η μεταξύ τους σύμβαση συντελέσθηκε.

Η εν λόγω σύμβαση μεταξύ των ανωτέρω νομικών προσώπων διέπεται - μεταξύ άλλων - από τους κάτωθι όρους, τους οποίους έθεσε η ενάγουσα (περιλαμβάνονται μάλιστα στους γενικούς όρους πώλησης απ' αυτήν ναυτιλιακών καυσίμων και λιπαντικών) και αποδέχθηκε η προαναφερθείσα εταιρία - αγοράστρια, διά της κατάρτισης της πώλησης με τον τρόπο, που προαναφέρθηκε, περί: 1) υπαγωγής αυτής (της σύμβασης) στο ελληνικό δίκαιο, 2) αποκλειστικής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του Πειραιά για την εκδίκαση κάθε διαφοράς απορρέουσας απ' αυτήν, 3) ανάληψης υποχρέωσης, εκτός από την αγοράστρια, και του πλοιοκτήτη, διαχειριστή, ναυλωτή, και του καθ' οιονδήποτε τρόπο εκμεταλλευόμενου το πλοίο για την αποπληρωμή του τιμήματος της πώλησης, όπως και του ιδίου του πλοίου, του τιμήματος συνιστώντος βάρος (lien) αυτού, και 4) διατήρησης από την ενάγουσα της κυριότητας των καυσίμων μέχρι την εξόφληση του τιμήματος.

Αποδείχθηκε επίσης ότι σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης η ενάγουσα παρέδωσε στις 5.11.2014 στο συγκεκριμένο πλοίο και στον προαναφερθέντα λιμένα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, κατά τα μεταξύ αυτής και της αγοράστριας των καυσίμων ειδικότερα συμφωνηθέντα, ποσότητα 1.034,238 μετρικών τόνων πετρελαίου, διά της εδρεύουσας στο Ντουμπάϊ θυγατρικής της εταιρίας με την επωνυμία "AEGEAN MARINE PETROLEUM LLC", η οποία εν προκειμένω ενεργούσε για λογαριασμό της, ως βοηθός εκπλήρωσης της αναληφθείσας υποχρέωσης της.

Η εν λόγω ποσότητα καυσίμων πράγματι παραλήφθηκε για τον ανεφοδιασμό του προαναφερθέντος πλοίου, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη υπό στοιχεία ... απόδειξη, που εξέδωσε η εταιρία "AEGEAN MARINE PETROLEUM LLC" για λογαριασμό της ενάγουσας, όπως ρητά αναφέρεται σ' αυτήν, της παραλαβής της αναγραφομένης ως παραδοθείσας στο πλοίο ποσότητας πετρελαίου ουδόλως αμφισβητούμενης εν προκειμένω από την εναγόμενη.

Στην ανωτέρω απόδειξη παραλαβής έχουν, επιπροσθέτως, περιληφθεί προδιατυπωμένοι όροι, τεθέντες μονομερώς από την ενάγουσα, σύμφωνα με τους οποίους, αφενός μεν οι πλοιοκτήτες και/ή οι εκμεταλλευόμενοι και/ή οι ναυλωτές του πλοίου, στο οποίο παραδόθηκε η σ' αυτήν αναφερόμενη ποσότητα καυσίμων, είναι, από κοινού και ξεχωριστά έκαστος, υπεύθυνοι για την αποπληρωμή του τιμήματος της πώλησης της, καθώς και ότι μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος αυτού η ενάγουσα διατηρεί την κυριότητα των πωληθέντων καυσίμων, αφετέρου δε ότι όλες οι διαφορές, που τυχόν αναφυούν από την επίμαχη πετρέλευση, θα επιλυθούν από τα ελληνικά δικαστήρια.

Αποδείχθηκε επίσης ότι για την εν λόγω σύμβαση η ενάγουσα εξέδωσε την ίδια ημέρα της παράδοσης της πωληθείσης ποσότητας καυσίμων το υπ' αριθμ. 8817/5.11.2014 τιμολόγιό της, συνολικού ποσού 491.780,17 ευρώ, σε χρέωση της αντισυμβαλλομένης της εταιρίας "O.W. BUNKER MIDDLE EAST DMCC", αλλά και του πλοιάρχου/πλοιοκτήτη/ εφοπλιστή του ανωτέρω πλοίου, πλην όμως όλως γενικώς και αορίστως, χωρίς, δηλαδή, να κατονομάζονται σ' αυτήν συγκεκριμένα νομικά ή φυσικά πρόσωπα, ως επιπλέον υπόχρεοι, εκτός από την ρητά αναφερόμενη αγοράστρια, για την καταβολή της αξίας των καυσίμων, και ειδικότερα δεν αναγράφηκε ως οφειλέτρια του τιμήματος η εναγόμενη.

Με την κρινόμενη αγωγή της η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δια της υπογραφής της ανωτέρω απόδειξης παραλαβής, που περιέχει τους προαναφερθέντες όρους, από τον πλοίαρχο του εν λόγω πλοίου, ο οποίος κατά νόμο δεσμεύει την πλοιοκτήτρια αυτού εναγόμενη, καταρτίσθηκε εγγράφως μεταξύ τους σύμβαση, δυνάμει της οποίας η εναγόμενη, υπό την συγκεκριμένη ιδιότητά της, ανέλαβε την υποχρέωση να της καταβάλει το τίμημα της πώλησης αυτής.

Πλην όμως αποδείχθηκε ότι στην κρινόμενη περίπτωση την ως άνω απόδειξη παράδοσης και παραλαβής καυσίμων δεν υπέγραψε ο πλοίαρχος του εν λόγω πλοίου, όπως αβάσιμα αναφέρεται στην αγωγή, αλλά ο πρώτος μηχανικός αυτού H. T. I. O. , κάτωθι της τεθείσας σφραγίδας του πλοίου, ο οποίος, στο πλαίσιο της εκτέλεσης των καθηκόντων, που του είχαν ανατεθεί, επόπτευσε τη διαδικασία της πετρέλευσης, λόγω της ειδικότητάς του και των γνώσεων που διαθέτει, όπως σαφώς και πέραν πάσης αμφιβολίας προκύπτει, πέραν της εκτός δίκης ενώπιον Συμβολαιογράφου δοθείσης ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρος της εναγομένης, επιπροσθέτως και ιδίως και από την αντιπαραβολή των υπογραφών, που έχουν τεθεί στην απόδειξη αυτή και στην προσκομιζόμενη από την ανωτέρω διάδικο σύμβαση ναυτικής εργασίας του προαναφερθέντος, σύγκριση, που καταδεικνύει ότι και οι δύο υπογραφές έχουν προφανώς τεθεί από το ίδιο φυσικό πρόσωπο, καθώς οφθαλμοφανώς προσομοιάζουν σε σημαντικό βαθμό, και σε κάθε περίπτωση δεν αναιρείται πειστικά από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, εξ αυτών, που τέθηκαν στην κρίση του παρόντος Δικαστηρίου κυρίως από την ενάγουσα, η οποία φέρει και το βάρος απόδειξης της βάσης της αγωγής της.

Αποδείχθηκε επίσης ότι η εναγόμενη δεν ήταν, κατά τον επίδικο χρόνο, πλοιοκτήτρια του ανωτέρω πλοίου, όπως επίσης αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα στο δικόγραφο της αγωγής της για την στοιχειοθέτηση της ιστορικής της βάσης και την κατά νόμο θεμελίωση της υποχρέωσης της αντιδίκου της να της καταβάλει το αιτούμενο ποσό του τιμήματος της πώλησης των καυσίμων, που αναμφίβολα παραδόθηκαν στο συγκεκριμένο πλοίο για τον ανεφοδιασμό του, αλλά απλή κυρία αυτού, ευθυνόμενη, επομένως, όχι απεριόριστα, όπως ο εφοπλιστής, αλλά περιορισμένα και πραγματοπαγώς με το εν λόγω πλοίο και μέχρι της αξίας του για τις απορρέουσες από τον εφοπλισμό του απαιτήσεις, κατά το άρθρο 106 εδαφ.

β'του ΚΙΝΔ, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, καθώς την αποκλειστική εκμετάλλευση του για δικό της λογαριασμό, και τη ναυτική διεύθυνση και διαχείριση, απολαμβάνοντας τα κέρδη, και επωμιζόμενη παράλληλα τους κινδύνους από την επιχειρηματική της αυτή δραστηριότητα, ασκούσε κατά τον ίδιο χρόνο, η εδρεύουσα στο Αμπού Ντάμπι των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων εταιρία με την επωνυμία "Abu Dhabi National Tanker Co" (εφεξής ADNATCO), ως εφοπλίστρια αυτού, δυνάμει σύμβασης χρονοναύλωσης "γυμνού πλοίου" ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ τους, με την παράδοση του πλοίου από το ναυπηγείο, για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών, με το προσκομιζόμενο από την εναγόμενη από 15-12-2010 ναυλοσύμφωνο τύπου "BARECON 89".

Ειδικότερα με την ανωτέρω σύμβαση η εναγόμενη έθεσε, έναντι ανταλλάγματος, στη διάθεση της εταιρίας ADNATCO, για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, το πλοίο, κατάλληλο μεν για θαλασσοπλοΐα, αλλά χωρίς εξοπλισμό και επάνδρωση, ενώ η μισθώτρια - χρονοναυλώτρια εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση να προσλάβει τον πλοίαρχο και το πλήρωμα (όπερ και εγένετο, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη σύμβαση εργασίας του υπογράψαντος το δελτίο παραλαβής της επίμαχης ποσότητας καυσίμων πρώτου μηχανικού), στις εντολές της οποίας και αυτό υπάκουε αναφορικά με τη ναυτική και εμπορική διεύθυνση του πλοίου, δηλαδή η εναγόμενη παραχώρησε τη χρήση του πλοίου της γυμνού στην εταιρία αυτή, η οποία και, σε εκτέλεση της μεταξύ τους σύμβασης, το εξουσίαζε, τόσο από την πλευρά της τεχνικής διεύθυνσης, όσο και απ' αυτή της εμπορικής του διαχείρισης, έχοντας τη βούληση να ασκεί, και πράγματι ασκούσε, για ίδιο λογαριασμό, την επιχείρηση της κερδοσκοπικής εκμετάλλευσης του, με αποτέλεσμα να υφίσταται εν προκειμένω εφοπλισμός, που συνεπάγεται την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων.

Μάλιστα, έχοντας αναλάβει την τεχνική (ναυτική) διαχείριση του πλοίου η χρονοναυλώτρια εταιρία επιμελείτο και μεριμνούσε για τον εφοδιασμό του με καύσιμα, ώστε να είναι κατάλληλο για την εκτέλεση της ναυτικής αποστολής του, όπως προβλέπεται στο ανωτέρω ναυλοσύμφωνο, κατά το σύνηθες, άλλωστε, συμβαίνον στη διεθνή ναυτιλιακή πρακτική, με σχετικό όρο, που παγίως τίθεται από τα μέρη σε τέτοια συμφωνητικά γυμνής ναύλωσης πλοίου, διά συμβάσεων πώλησης, που κατήρτιζε η ίδια και για δικό της λογαριασμό, απευθείας με προμηθευτές, είτε με ενδιάμεσους εμπόρους, καταβάλλοντας το εκάστοτε συμφωνημένο τίμημα, χωρίς ουδεμία συμμετοχή, ανάμειξη, ή παρέμβαση της εναγομένης στα ζητήματα αυτά, όπως και στην εν γένει λειτουργία και εκμετάλλευση του πλοίου, την οποία ασκούσε η χρονοναυλώτρια αποκλειστικά.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται, εκτός από το προσκομιζόμενο ναυλοσύμφωνο, και από την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος ενώπιον Συμβολαιογράφου μάρτυρος της εναγομένης A. S. O. B. T. A. (Α. Σ. Ο. Μ. Τ. Α. ), ο οποίος έχει ίδιαν γνώση περί του είδους της σχέσης, που συνδέει τις δύο εταιρίες, εναγόμενη και ADNATCO, ως αντιπρόεδρος του εμπορικού τμήματος της τελευταίας, ασχολούμενος με τα ζητήματα πετρελεύσεων, ναυλώσεων και πρακτορεύσεων των πλοίων, που αυτή διαχειρίζεται και εκμεταλλεύεται (κυρίως φορτηγά και δεξαμενόπλοια).

Επιβεβαιώνεται, επιπροσθέτως και από το γεγονός ότι η ανωτέρω εταιρία χρονοναυλώτρια - εφοπλίστρια του πλοίου ADNATCO, ακριβώς λόγω της ιδιότητάς της αυτής, και της αναληφθείσας από τη σύμβασή της με την εναγόμενη, υποχρέωσής της, στο πλαίσιο της ναυτικής διεύθυνσης και τεχνικής διαχείρισης του εν λόγω πλοίου, να επιμελείται του εφοδιασμού του με καύσιμα, διατηρούσε, ήδη κατά τον επίδικο χρόνο, εμπορική συνεργασία με την εταιρία "O.W.

BUNKER MIDDLE EAST DMCC", η οποία δραστηριοποιείτο ως ενδιάμεσος έμπορος ναυτιλιακών καυσίμων, εξυπηρετώντας κυρίως τις εταιρίες, που εκμεταλλεύονταν πλοία στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, και με την οποία η ενάγουσα συνήψε την επίμαχη σύμβαση πώλησης κατά τα προεκτεθέντα, αγοράζοντας καύσιμα από άλλες εταιρίες, που στη συνέχεια μεταπωλούσε.

Ειδικότερα, προκειμένου η ADNATCO να εξασφαλίσει τις καλύτερες δυνατές τιμές για τις πετρελεύσεις των πλοίων, που εκμεταλλευόταν, στους λιμένες ... και ... των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων συνήψε στις 5.8.2014 συμφωνία - πλαίσιο με την εταιρία "O.W. BUNKER MIDDLE EAST DMCC", η οποία προέβλεπε τους γενικούς όρους, βάσει των οποίων θα αγόραζε κάθε φορά καύσιμα από την ανωτέρω εταιρία.

Συγκεκριμένα συμφωνήθηκε - μεταξύ άλλων - ότι η υπογραφή του δελτίου παράδοσης καυσίμων από τον πλοίαρχο του πλοίου δεν θα αποτελούσε αποδοχή των σ' αυτό αναγραφομένων όρων του φυσικού προμηθευτή των καυσίμων, ότι η κυριότητα των πωληθέντων θα μεταβιβαζόταν στην αγοράστρια ADNATCO κατά την παράδοσή τους, ότι το τίμημα θα καταβαλλόταν στην πωλήτρια εντός 30 ημερών από την παράδοση, ότι η σύμβαση διέπεται από το αγγλικό δίκαιο, και ότι κάθε διαφορά εξ αυτής θα επιλύεται με διαιτησία στο Λονδίνο, δηλαδή επρόκειτο περί συμφωνίας, η οποία περιελάμβανε όρους, ουσιωδώς διαφορετικούς από τους αναφερόμενους στην προαναφερθείσα απόδειξη παραλαβής της επίμαχης ποσότητας καυσίμων στο πλοίο "... ", αλλά και στη σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρίας "O.W.

BUNKER MIDDLE EAST DMCC". Μάλιστα σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης η ADNATCO (και όχι η εναγόμενη) ήταν αυτή που προέβη στις 28-10-2014 στην υπό κρίση περίπτωση στην παραγγελία προς την εταιρία "O.W. BUNKER MIDDLE EAST DMCC" ποσότητας 1.050 μετρικών τόνων καυσίμων για την πετρέλευση του εν λόγω πλοίου, που εκμεταλλευόταν αποκλειστικά και για δικό της λογαριασμό, στο λιμένα ... , παραδοτέας στις 04-11-2014, διά της αποδοχής της οποίας (παραγγελίας υπέχουσας θέση πρότασης) από την τελευταία αυθημερόν καταρτίσθηκε μεταξύ τους σύμβαση πώλησης, αντί τιμήματος ποσού 476,35 δολαρίων Η.Π.Α.

ανά μετρικό τόνο, διεπόμενη από τους όρους της συγκεκριμένης σύμβασης - πλαίσιο. Εξάλλου, μετά την παράδοση των καυσίμων η εταιρία "O.W. BUNKER MIDDLE EAST DMCC" εξέδωσε το υπ' αριθμ. ... /5.11.2014 τιμολόγιο για την επίμαχη πώληση, με χρέωση για την πληρωμή της αξίας των πωληθέντων, συνολικού ποσού 492.659,27 δολαρίων Η.Π.Α., όχι της εναγομένης, η οποία δεν κατονομάζεται σ' αυτό ως οφειλέτρια, και με την οποία, άλλωστε, ουδεμία συμβατική σχέση τη συνέδεε, αλλά της αντισυμβαλλομένης της ADNATCO.

Σημειωτέον ότι η παραδοχή του παρόντος Δικαστηρίου περί της ιδιότητας της εναγομένης ως κυρίας του εν λόγω πλοίου, και όχι ως πλοιοκτήτριας αυτού, όπως φέρεται στο αγωγικό δικόγραφο, δεν αναιρείται από το γεγονός της μη καταχώρισης στην ένδικη υπόθεση κοινής περί εφοπλισμού του πλοίου αυτού δήλωσης της ανωτέρω και της ADNATCO στο λιμένα νηολόγησής του, καθόσον, ναι μεν η παράλειψη αυτή δημιουργεί τεκμήριο ότι ο κύριος του πλοίου εκμεταλλεύεται αυτό για δικό του λογαριασμό, πλην όμως, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, το τεκμήριο αυτό δεν είναι αμάχητο, αλλά μαχητό, διότι μπορεί να αποδειχθεί, όπως εν προκειμένω, ότι ο τρίτος που δεν αναγγέλθηκε στην ανωτέρω λιμενική αρχή είναι στην πραγματικότητα ο εφοπλιστής του, αφού είναι ζήτημα πραγματικό σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ποιος έχει την εκμετάλλευση του πλοίου, δηλαδή ο κύριος αυτού ή τρίτος.

Εξάλλου επιχείρημα περί του αντιθέτου δεν μπορεί ν' αντληθεί ούτε από το ότι αμφότερες οι ανωτέρω εταιρίες (εναγόμενη και ADNATCO) είναι ενταγμένες στον ίδιο επιχειρηματικό όμιλο συμφερόντων, διότι πρόκειται περί αυτοτελών και ανεξάρτητων νομικών προσώπων, που πράγματι αναπτύσσουν δραστηριότητα (ισχυρισμός περί εικονικότητας της ADNATCO ή περί κατάχρησης της νομικής της προσωπικότητας δεν προβάλλεται εν προκειμένω), αλλά και περί συνηθισμένης στη ναυτιλία επιχειρηματικής πρακτικής, κατά την οποία ο επιχειρηματίας, που δεν επιθυμεί να διακινδυνεύσει απεριόριστα κεφάλαια, συνιστά μία ή περισσότερες εταιρείες στην ημεδαπή ή στην αλλοδαπή, οι οποίες αγοράζουν ένα ή περισσότερα πλοία και τα εκμεταλλεύονται, είτε οι ίδιες για δικό τους λογαριασμό, είτε άλλες εταιρίες τους, οι οποίες προϋπάρχουν ή ιδρύονται απ' αυτούς για το σκοπό αυτό.

Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι η αναφορά στο δικόγραφο της προαναφερθείσας ανακοίνωσης δίκης, που άσκησε η εναγόμενη, προκειμένου να προσκαλέσει τα σ' αυτήν αναγραφόμενα νομικά πρόσωπα να συμμετάσχουν στην επί της αγωγής εκκρεμή δίκη, περί της ιδιότητας της ως πλοιοκτήτριας του εν λόγω πλοίου και της ADNATCO ως διαχειρίστριας αυτού αντίστοιχα, συνιστά σε κάθε περίπτωση εξώδικη ομολογία της ανωτέρω διαδίκου, η οποία δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη, αλλά εκτιμάται ελεύθερα, σε συνδυασμό με τα λοιπά προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, όπως επίσης αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη.

Αποδείχθηκε επίσης ότι εν προκειμένω ο πρώτος μηχανικός του ανωτέρω πλοίου, διά της υπογραφής της εν λόγω απόδειξης, στον οποίο η ενάγουσα είχε μονομερώς περιλάβει τον προδιατυπωμένο όρο περί ευθύνης και του πλοιοκτήτη/ναυλωτή/ εκμεταλλευόμενου το πλοίο προς αποπληρωμή του τιμήματος της πώλησης των καυσίμων, ενεργώντας στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του (άρθρου 66 του Β.Δ. 683/1960), βεβαίωσε αυτό ακριβώς το γεγονός της παραλαβής της αγορασθείσης από τη χρονοναυλώτρια ADNATCO ποσότητας πετρελαίου και μόνο, για λογαριασμό της τελευταίας, αφού, παρασταθείς κατά τη διαδικασία της πετρέλευσης και της λήψης των δειγμάτων, ήλεγξε τα καύσιμα, με βάση και τις ειδικές γνώσεις, που διαθέτει λόγω της ιδιότητας του, ώστε να παραδοθούν στο πλοίο τα συμφωνηθέντα από πλευράς ποιότητας και ποσότητας, όπως όφειλε, σε εκτέλεση των καθηκόντων του, που απορρέουν από τη σύμβαση ναυτικής εργασίας, που είχε συνάψει με την ADNATCO, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής αποκλειστικά και μόνο κατά την παραλαβή των πωληθέντων και για την παραλαβή αυτή, εντός των ορίων της περιορισμένης - με το προεκτεθέν περιεχόμενο - εξουσίας αντιπροσώπευσης της, χωρίς, επιπροσθέτως, να του έχει χορηγηθεί η εντολή και πληρεξουσιότητα από το νόμο ή δυνάμει δικαιοπραξίας, να δεσμεύει επί οιουδήποτε άλλου θέματος την ανωτέρω εργοδότρια του, την οποία κατά νόμο εκπροσωπεί ο πλοίαρχος, πολλώ δε μάλλον την κυρία του πλοίου-εναγόμενη, με την οποία, άλλωστε, ουδεμία συμβατική ή άλλη σχέση τον συνέδεε, αφού δεν πρόκειται περί δικού της εργαζομένου, και ιδίως να συνάπτει για λογαριασμό τους συμβάσεις, που συνεπάγονται την ανάληψη υποχρεώσεων.

Ούτε όμως αποδείχθηκε ανεξαρτήτως των όσων προεκτέθηκαν, ότι η εναγόμενη, παρά το γεγονός ότι δεν είχε προσλάβει τον υπογράψαντα την ανωτέρω απόδειξη παραλαβής καυσίμων πρώτο μηχανικό, είχε εξουσιοδοτήσει αυτόν, να την εκπροσωπεί και να συμβάλλεται στο όνομα και για λογαριασμό της, ως αντιπρόσωπος της, ώστε να δεσμεύεται από την υπογραφή του στην εν λόγω απόδειξη και να υποχρεούται σε πληρωμή του τιμήματος της πώλησης των παραδοθέντων στο πλοίο καυσίμων".

Ήδη η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστικού διάταξη του άρθρου 105 ΚΙΝΔ, άλλως στερείται νόμιμης βάσης ως προς την εφαρμογή αυτής, δεχόμενη ότι η αναιρεσίβλητη (εναγομένη), η οποία λόγω της καταχώρησής της στο νηολόγιο του πλοίου ως κυρίας του πλοίου τεκμαίρεται και πλοιοκτήτρια αυτού κατ' άρθρ. 105 ΚΙΝΔ, ανέτρεψε (δήθεν) το από το άρθρο αυτό τεκμήριο με την επίκληση του αναφερόμενου χρονοναυλωσυμφώνου με το οποίο παραχώρησε την εκμετάλλευση αυτού στην χρονοναυλώτρια ADNATCO, χωρίς να δέχεται ταυτόχρονα ότι η αναιρεσίβλητη γνώριζε τούτο και χωρίς σε κάθε περίπτωση να εξετάσει αν γνώριζε τούτο.

Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι σαφές ότι το απορριπτικό διατακτικό αυτής ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα της μη κατάρτισης της επικαλουμένης σύμβασης αναδοχής χρέους με την υπογραφή στην απόδειξη παραλαβής καυσίμων από τον α' μηχανικό του πλοίου στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες αιτιολογίες και ειδικότερα την πρώτη, κατά την οποία η ως άνω εφοπλίστρια του πλοίου εταιρεία ADNATCO δεν είχε χορηγήσει στον α' μηχανικό πληρεξουσιότητα από το νόμο ή δυνάμει δικαιοπραξίας να δεσμεύει αυτήν επί οποιουδήποτε άλλου θέματος, πλην της παραλαβής των καυσίμων, κατά μείζονα δε λόγο την κυρία του πλοίου αναιρεσίβλητη (εναγομένη), με την οποία άλλωστε ουδεμία συμβατική ή άλλη σχέση τον συνέδεε.

Παράλληλα όμως την ως άνω αιτιολογία η προσβαλλομένη απόφαση περιλαμβάνει και άλλη επάλληλη αιτιολογία, η οποία στηρίζει και αυτή το διατακτικό της ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα. Τούτο συνάγεται από τη χρήση της φράσης "ανεξαρτήτως των όσων προεκτάθηκαν", που υποδηλώνει σαφώς την ύπαρξη και δεύτερης επάλληλης αιτιολογίας.

Σύμφωνα δε με αυτήν, ακόμη και αν θεωρηθεί η αναιρεσίβλητη (εναγομένη) ως πλοιοκτήτρια του πλοίου, κατά τις σχετικές παραδοχές, δεν αποδείχθηκε ότι είχε χορηγήσει στον α' μηχανικό πληρεξουσιότητα δυνάμει δικαιοπραξίας, προκειμένου αυτός να την εκπροσωπεί και να συμβάλλεται για λογαριασμό της, ως αντιπρόσωπός της, ώστε να δεσμεύεται από την υπογραφή του στην εν λόγω απόδειξη και να υποχρεούται στην πληρωμή του τιμήματος της πώλησης των παραδοθέντων στο πλοίο καυσίμων.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι κατά τα ως άνω εκτιθέμενα με άλλες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί δέσμευσης της αναιρεσίβλητης από την υπογραφή του α' μηχανικού λόγω σιωπηρής ή φαινομένης πληρεξουσιότητας αυτού να την εκπροσωπεί νόμιμα και να συνάπτει συμβάσεις στο όνομα και για λογαριασμό της.

Η εν λόγω όμως δεύτερη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα δεν πλήττεται καθόλου και ως εκ τούτου ο ερευνώμενος τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για την πρώτη ως άνω αιτιολογία της απόφασης ως προς την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 105 ΚΙΝΔ και ειδικότερα ως προς το μη εκτιθέμενο σ' αυτήν (απόφαση) στοιχείο της γνώσης περί του εφοπλισμού εκ μέρους της αναιρεσείουσας, καθίσταται αλυσιτελής.

Τούτο δε διότι τυχόν αποδοχή του δεν επηρρεάζει το διατακτικό της απόφασης, που στηρίζεται αυτοτελώς στη μη πληγείσα με την αναίρεση ως άνω δεύτερη επάλληλη αιτιολογία ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα.

[V] Κατά τη διάταξη του άρθρου 66 του β.δ. 683/1960 "Περί εγκρίσεως και θέσεως εις εφαρμογήν Κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας επί Ελληνικών επιβατηγών πλοίων ολικής χωρητικότητας κόρων πεντακοσίων και άνω" "1. Ο Α' μηχανικός είναι ο αξιωματικός προϊστάμενος Υπηρεσίας Μηχανής και του προσωπικού αυτής. 2. Τελεί υπό τας αμέσους διαταγάς και τον έλεγχον του Πλοιάρχου ή του νομίμου αναπληρωτού του και είναι υπεύθυνος και υπόλογος απέναντι αυτών εν τη ενασκήσει των καθηκόντων του".

Επίσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 70 και 75 του β.δ. 806/1970 "περί εγκρίσεως και θέσεως εις εφαρμογήν Κανονισμού περί εργασίας επί ελληνικών φορτηγών πλοίων ολικής χωρητικότητας 800 κόρων και άνω" ορίζονται τα εξής: "Άρθρο 70. Καθήκοντα και υποχρεώσεις εν όρμω. 1. Ο Α' μηχανικός οφείλει εν όρμω να λαμβάνη άπαντα τα ενδεδειγμένα μέτρα δια την καλήν συντήρησιν των κινητηρίων μηχανών, λεβήτων, βοηθητικών μηχανών και μηχανημάτων...3.

Ελέγχει καθ' εκάστην την κατανάλωσιν των υλικών κινήσεως και συντηρήσεως της μηχανής και ενεργεί τας σχετικάς καταχωρήσεις εις το ημερολόγιον. 4. Εποπτεύει και διευθύνει την παραλαβήν καυσίμων του πλοίου βοηθούμενος υπό αξιωματικού μηχανής οριζομένου υπό του ιδίου...". "'Αρθρο 75. Καύσιμα-Κατανάλωσις. Ο Α' μηχανικός οφείλει:

α) να επιβλέπει πρoσωπικώς την κατανάλωσιν του πλοίου εις καύσιμα και υλικά μηχανής, να βεβαιούται περί της ικανοποιητικής ποσότητος, ποιότητος και της καλής εναποθηκεύσεως αυτών, να χορηγεί τας σχετικάς αποδείξεις μετά προηγουμένην θεώρησιν αυτών υπό του Πλοιάρχου και να ενεργή τας σχετικάς καταχωρήσεις εις το ημερολόγιον μηχανής, β) να συνεννοήται μετά του πλοιάρχου διά τον τρόπον της παραλαβής των καυσίμων και δια την αποθήκευσιν εις τας αποθήκας ή άλλους καταλήλους χώρους ως και διά την κατανάλωσιν αυτών και να ζητή τας οδηγίας αυτού, όσον αφορά την ταχύτητα του πλοίου και την διάρκειαν του πλου, ίνα αναλόγως κανονίζη την κατανάλωσιν και τον ανεφοδιασμό των αποθηκών".

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 66 του β.δ. 683/1960, η οποία δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση, αφού το ως άνω πλοίο δεν είναι επιβατηγό αλλά ούτε και ελληνικό και έτσι εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο Α' μηχανικός του πλοίου είχε την περιορισμένη αρμοδιότητα και πληρεξουσιότητα να ελέγξει και να πιστοποιήσει μόνο την ποιότητα και ποσότητα των παραληφθέντων καυσίμων και όχι να υπογράψει τους περιεχόμενους στην επίμαχη απόδειξη παραλαβής καυσίμων όρους και τις συνομολογηθείσες με αυτούς συμβάσεις.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον είναι σαφές ότι οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης καλύπτουν πλήρως το πραγματικό του εφαρμοζομένου στην ένδικη υπόθεση ελληνικού δικαίου και ειδικότερα των ως άνω διατάξεων των άρθρων 70 και 75 του β.δ. 806/1970 ως προς τα καθήκοντα και την ευθύνη του α' μηχανικού επί φορτηγών πλοίων ολικής χωρητικότητας 800 κόρων και άνω, δεδομένου ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους.

Επομένως, η εσφαλμένη μνεία από την προσβαλλόμενη απόφαση στη μείζονα πρόταση του συλλογισμού της ως άνω μη εφαρμοζόμενης στην ένδικη περίπτωση διάταξης του άρθρου 66 του β.δ. 683/1960, αντί των πράγματι εφαρμοζόμενων, ομοίου όμως περιεχομένου, διατάξεων των άρθρων 70 και 75 του β.δ. 806/1970, δεν επιδρούν στο διατακτικό της και συνεπώς, ενόψει του ότι δεν υφίσταται σχετικό έννομο συμφέρον, δεν συντρέχει περίπτωση αντικατάστασης της πιο πάνω αιτιολογίας (άρθρ. 578 ΚΠολΔ).

[VΙ] Κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος (ΑΠ 1025/2019, ΑΠ 146/2018, ΑΠ 265/2017).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που αφορά στην ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή και η οποία γίνεται με πρόθεση παραδοχής του επιβλαβούς γι' αυτόν γεγονότος από εκείνον που ομολογεί. Επίσης, δικαστική ομολογία είναι εκείνη που γίνεται σε κάθε στάση της δίκης, με τα διαμειβόμενα έγγραφα ή τις προτάσεις, ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου ή εντεταλμένου δικαστηρίου, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επίκλησης του αμφισβητούμενου και μη επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, με σκοπό αποδοχής του και είναι σαφής και ορισμένη (ΑΠ 1517/2013, ΑΠ 137/2012, ΑΠ 932/2011, ΑΠ 115/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα της αναφερόμενης δικαστικής ομολογίας της αναιρεσίβλητης με την ανακοίνωση δίκης της ίδιας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία, όπως ισχυρίζεται (η αναιρεσείουσα) η πρώτη συνομολογεί ότι είχε την ιδιότητα της πλοιοκτήτριας εταιρείας του πλοίου ... , ενώ η ως άνω εταιρεία ΑDΝΑΤCO είχε την ιδιότητα της διαχειρίστριας αυτού.

Με το εν λόγω περιεχόμενο ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι φανερό ότι αφορά στην πρώτη πιο πάνω αιτιολογία της απόφασης ως προς την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 105 ΚΙΝΔ περί ανατροπής του σχετικού τεκμηρίου, ενώ η δεύτερη αιτιολογία αυτής δεν πλήττεται καθόλου και ως εκ τούτου ο ερευνώμενος (δεύτερος) λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, καθίσταται αλυσιτελής.

Ανεξαρτήτως δε τούτων, από το περιεχόμενο της από 7-8-2015 ανακοίνωσης δίκης της αναιρεσίβλητης προς την υπό πτώχευση εταιρεία με την επωνυμία "O.W. BUNKER MIDDLE EAST DMCC" και την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ING BANK N.V." ενώπιον του ως άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν συνάγεται δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης για τα ως άνω αναφερόμενα, καθόσον η παράθεση εκ μέρους της στην εν λόγω ανακοίνωση δίκης των όρων "πλοιοκτήτρια" και "διαχειρίστρια" δεν έγινε με την πρόθεση ομολογίας των σχετικών περιστατικών, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η δήλωση αυτή έγινε προς τις ως άνω τρίτες εταιρείες και όχι προς την αντίδικό της στην ένδικη αγωγή (αναιρεσείουσα).

[VII] Κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι επιβοηθητική, με την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή αν είναι ανίσχυρες οι προϋποθέσεις της αξίωσης από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 22/2003, ΑΠ 1509/2018, ΑΠ 1450/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα-αναιρεσείουσα με τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής της ζήτησε, σε περίπτωση που απορριφθεί η κύρια ως άνω βάση της αγωγής της από τη σύμβαση και η πρώτη επικουρική βάση αυτής από την αδικοπραξία, να καταδικασθεί η εναγομένη-αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ίδιο ως άνω ποσό κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Με τα δεδομένα αυτά είναι σαφές ότι ως προς τη βάση της αυτή η αγωγή είναι νόμω αβάσιμη, διότι τα αναφερόμενα για τη θεμελίωσή της περιστατικά ταυτίζονται απόλυτα με εκείνα που στηρίζουν τις αγωγικές βάσεις από τη σύμβαση και την αδικοπραξία. Η ενάγουσα δεν επικαλείται συναφώς στοιχεία διαφορετικά, εν όλω ή εν μέρει (περισσότερα ή λιγότερα), από εκείνα της κυρίας βάσης της αγωγής της από τη σύμβαση και της πρώτης επικουρικής βάσης από την αδικοπραξία, αιτούμενη μόνο "σε κάθε περίπτωση την απόδοση ωφελείας την οποία απέκτησε η πλοιοκτήτρια εταιρεία αδικαιολογήτως και χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της AEGEAN άλλως επί ζημία της".

Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ότι η βάση της αγωγής από το άρθρο 904 ΑΚ είναι επιβοηθητικής φύσης και την απέρριψε κατά τούτο ως νόμω αβάσιμη με την αιτιολογία ότι αυτή στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που στηρίζουν τις δύο άλλες βάσεις (κύρια και πρώτη επικουρική), δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 AK και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ έβδομος λόγος της αίτησης αναίρεσης.

[VIIΙ] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 291 ΑΚ και 6 παρ. 1 του του ν. 5422/1932, που εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 20 ΕισΝΑΚ), επί χρηματικής οφειλής σε αλλοδαπό νόμισμα πληρωτέας στην Ελλάδα ο οφειλέτης υποχρεούται να την καταβάλει και ο δανειστής δικαιούται να την ζητήσει από 1-1-2001 μόνο σε ευρώ (μετά την αντικατάσταση της δραχμής ως εθνικού νομίσματος με το κοινό αυτό ευρωπαϊκό νόμισμα, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 2842/2000), με τη συναλλαγματική ισοτιμία αυτού (ευρώ) προς το αλλοδαπό νόμισμα κατά την ημέρα της πληρωμής.

Οι διατάξεις αυτές, που προϋποθέτουν έγκυρη σε ξένο νόμισμα συμβατική οφειλή, εφαρμόζονται και στις αξιώσεις που στηρίζονται απ' ευθείας στο νόμο, όπως είναι εκείνες του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Αντίθετα, επί διεπομένων από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο αξιώσεων από αδικοπραξία, στις οποίες η αποζημίωση οφείλεται σε χρήμα με τη στενή έννοια (άρθρο 297 ΑΚ), δηλαδή σε ευρώ, με το οποίο θα μετρηθεί η ζημία του αδικηθέντος και θα πληρωθεί η αποζημίωση, συνάγεται ότι, αν πριν από την έγερση της αγωγής η προξενηθείσα ζημία αποκαταστάθηκε με δαπάνη αλλοδαπού νομίσματος ή επήλθε απώλεια κερδών σε αλλοδαπό νόμισμα, για τον υπολογισμό της ζημίας του αδικηθέντος και άρα για τον καθορισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης θα ληφθεί υπόψη η αξία σε ευρώ του αλλοδαπού νομίσματος κατά το χρόνο της δαπάνης ή απώλειας των κερδών (Ολ ΑΠ 14/1997, Ολ ΑΠ 15/1996, Ολ ΑΠ 9/1995, ΑΠ 388/2015, ΑΠ 232/2002, ΑΠ 1595/2001, ΑΠ 698/2006 ).

Τα παραπάνω ισχύουν σε περίπτωση που η θετική ζημία έχει ήδη αποκατασταθεί στο εξωτερικό από τον ίδιο το ζημιωθέντα πριν την άσκηση της αγωγής αποζημίωσης. Αντίθετα, σε όσες περιπτώσεις δεν έχει μεσολαβήσει αποκατάσταση της θετικής ζημίας, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του ύψους της αποζημίωσης είναι αυτός της παροχής έννομης προστασίας και ως εκ τούτου για τον προσδιορισμό του ύψους της αποζημίωσης ο υπολογισμός σε ευρώ της αξίας του αλλοδαπού νομίσματος γίνεται κατά το χρόνο της επ' ακροατηρίω συζήτησης της αγωγής.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 330, 297, 298 ΑΚ συνάγεται ότι, προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης και επομένως στοιχεία της σχετικής αγωγής, προκειμένου αυτή να είναι ορισμένη, είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφορά οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας που προκλήθηκε (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 803/2019, ΑΠ 866/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον έκτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 291 ΑΚ, 6 παρ.1 του ν. 5422/1932 και 1 του ν. 2842/2000, με το να απορρίψει ως νομικά αβάσιμη την από αδικοπραξία επικουρική βάση της αγωγής της με την οποία ζήτησε και από την αιτία αυτή την καταβολή του αναφερομένου σ' αυτήν ποσού δολαρίων ΗΠΑ (491.780,17) νομιμοτόκως ή το αντίστοιχο σε ευρώ ποσό με την τιμή ισοτιμίας κατά την ημέρα της πληρωμής, άλλως κατά την ημέρα συζήτησης της αγωγής και σε κάθε περίπτωση κατά την ημέρα άσκησής της.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα με την ένδικη από 04-12-2014 αγωγή της αξίωσε τα παραπάνω επικαλούμενη τα εξής: "Σε κάθε, όμως, περίπτωση η πλοιοκτήτρια εταιρία, όπως προκύπτει από την περιεχόμενη στην απόδειξη παραλαβής της πωληθείσης ποσότητας καυσίμων δήλωση, γνώριζε ότι η κυριότητα αυτών παραμένει στην AEGEAN μέχρι πλήρους αποπληρωμής του συμφωνηθέντος τιμήματος των 491.780,17 Δολαρίων Η.Π.Α.

Εκτός τούτου, η πλοιοκτήτρια εταιρία γνώριζε από την ίδια απόδειξη ότι η γενόμενη παράδοση της πωληθείσης ποσότητας καυσίμων σ' αυτήν ετέλει υπό τον όρον και την προϋπόθεση ότι θα ανελάμβανε η ίδια την αυτοτελή και ανεξάρτητο υποχρέωση να εξοφλήσει το τίμημα της παραληφθείσης από το πλοίο της ... ποσότητας καυσίμων.

Έτσι στην απίθανη περίπτωση κατά την οποία ήθελε θεωρηθεί δι' οιονδήποτε λόγο ή αιτία ότι δεν ευθύνεται για την καταβολή του ως άνω τιμήματος (για την οποία πάντως ευθύνεται), αναντίρρητον είναι ότι δεν απέκτησε σε κάθε περίπτωση την κυριότητα αλλά και ούτε την απλή κατοχή της ρηθείσης ποσότητας καυσίμων και επομένως δεν είχε την εξουσία όχι μόνον να αναμίξει ή να καταναλώσει αλλά και ούτε και να κατέχει την ποσότητα αυτή.

Και τούτο αφενός γιατί η AEGEAN είχε διατηρήσει την κυριότητα της παραδοθείσης στο πλοίο ... ποσότητας καυσίμων μέχρι πλήρους αποπληρωμής του τιμήματος και αφετέρου γιατί η παράδοση της εν λόγω ποσότητας καυσίμων στο πλοίο ... της πλοιοκτήτριας εταιρίας ετέλει υπό τον ως άνω όρο και προϋπόθεση (της αναλήψεως, δηλαδή, αυτονόμου και αυτοτελούς υποχρεώσεως προς πληρωμή του τιμήματος) εκ μέρους της πλοιοκτήτριας εταιρείας και ο όρος αυτός, υπό την ως άνω αποκρουόμενη εκδοχή δεν είχε πληρωθεί.

Υπό την αποκρουόμενη συνεπώς, εκδοχή η πλοιοκτήτρια εταιρία με την ανάμιξη ή με την κατανάλωση της ποσότητας αυτής την οποία παρανόμως κατείχε και της οποίας την κυριότητα ουδέποτε απέκτησε, διέπραξε αδικοπραξία (914, 934, 1059 και 1063 ΑΚ) από την οποία η AEGEAN υπέστη ζημία ανερχόμενη τουλάχιστον στο ποσόν του συνομολογηθέντος τιμήματος των 491.780,17 Δολαρίων Η.Π.Α που αντιπροσωπεύει την αξία της πωληθείσης ποσότητας καυσίμων που απώλεσε".

Ως προς τη βάση αυτή της αγωγής το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: «| η αγωγή ως προς την επικουρικά σωρευόμενη στο δικόγραφο αυτής νομική βάση της αδικοπραξίας, πρέπει ν' απορριφθεί ως μη νόμιμη, και τούτο διότι στο αιτητικό της ζητείται αποζημίωση για την αποκατάσταση της επικαλούμενης περιουσιακής ζημίας της ενάγουσας, απορρέουσας από την εκτιθέμενη στο δικόγραφο και χαρακτηριζόμενη ως αδικοπρακτική, συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία, παρά τη συνομολόγηση μεταξύ τους ρήτρας παρακράτησης από την ενάγουσα της κυριότητας της πωληθείσης στον ενδιάμεσο έμπορο ποσότητας καυσίμων για τον εφοδιασμό του πλοίου της (της εναγομένης), με την υπογραφή από τον πλοίαρχο της, που την εκπροσωπεί νόμιμα, του δελτίου παράδοσης των πωληθέντων, το οποίο περιέχει το συγκεκριμένο όρο, μονομερώς προδιατυπωμένο από την ενάγουσα, παράνομα ιδιοποιήθηκε τα καύσιμα με την ανάλωση τους, αν και δεν είχε καταστεί κυρία αυτών, καθώς δεν είχε αποπληρώσει το τίμημα τους, κυρίως μεν σε δολάρια Η.Π.Α., άλλως σε ευρώ, πλην όμως με βάση την ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατά το χρόνο της πληρωμής του αιτουμένου ποσού, άλλως κατά το χρόνο της συζήτησης, άλλως της σύνταξης της αγωγής, διότι, όπως επίσης προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, θα έπρεπε, εφόσον πρόκειται περί οφειλής από αδικοπραξία, να ζητηθεί η καταβολή του ποσού της αποζημίωσης, όχι στο αλλοδαπό, αλλά σε εθνικό νόμισμα, και δη μετά την 1η.1.2002 σε ευρώ, και μάλιστα του σε ευρώ ισόποσου του αιτουμένου ποσού δολαρίων Η.Π.Α.

με βάση την επίσημη συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατά το χρόνο της επαγωγής της ζημίας της ενάγουσας, όταν η τελευταία και απώλεσε το εν λόγω ποσό, που διώκει να της επιδικασθεί. Σημειώνεται ότι δυνατότητα του Δικαστηρίου να εκτιμήσει ότι στο αγωγικό αιτητικό εμπεριέχεται, εμμέσως ή σιωπηρώς, και το νόμιμο αίτημα για υπολογισμό της ισοτιμίας των δύο νομισμάτων κατά το χρόνο της επαγωγής της ζημίας της ενάγουσας, υπό την έννοια ότι στο μείζον περιέχεται το έλασσον, κατ' άρθρο 223 εδαφ.

β' του ΚΠολΔ θα υπήρχε, μόνο αν ήταν δεδομένο ότι κατ' αυτόν η έναντι του ευρώ αξία του δολαρίου θα είναι μικρότερη από εκείνη που ίσχυε κατά το χρόνο της σύνταξης, ή της συζήτησης της αγωγής, ή της εξόφλησης, το οποίο, όμως, είναι αβέβαιο [...]|».

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 291 ΑΚ, 6 παρ.1 του ν. 5422/1932 και 1 του ν. 2842/2000, τις οποίες παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Τούτο δε διότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα δέχεται ότι δεν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής βάσης της αγωγής, που έχει ως αντικείμενο αξίωση διεπόμενη από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο και ειδικότερα ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αυτής που προσδιορίζουν τη ζημία της αναιρεσείουσας ως προς το ύψος της αιτούμενης αποζημίωσης σε ευρώ, εφόσον αυτή ζητείται με βάση την ισοτιμία των δύο νομισμάτων (δολαρίου ΗΠΑ και ευρώ) κατά το χρόνο πληρωμής, άλλως συζήτησης, άλλως σύνταξης της αγωγής, ενώ θα έπρεπε το ως άνω ποσό να ζητηθεί με την ισοτιμία κατά το χρόνο της επαγωγής της ζημίας της ενάγουσας, όταν η τελευταία και απώλεσε το εν λόγω ποσό που διώκει να της επιδικαστεί.

Με τα δεδομένα αυτά όμως και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, το Εφετείο εσφαλμένα θεώρησε ως αναγκαίο και απαιτούμενο στοιχείο για τον προσδιορισμό του ύψους της ζημίας της αναιρεσείουσας να γίνεται υπολογισμός αυτής με βάση την ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατά το χρόνο επαγωγής (επέλευσής) της, ενώ η σχετική απαίτηση υφίσταται μόνο στην περίπτωση που έχει μεσολαβήσει αποκατάσταση της αιτούμενης θετικής ζημίας.

Τούτο όμως δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν έχει λάβει χώρα τέτοια αποκατάσταση και ως εκ τούτου ο υπολογισμός της ζημίας με βάση την αξία σε ευρώ του αλλοδαπού νομίσματος ορθά γίνεται στην αγωγή κατά το χρόνο (πρώτης) συζήτησης της αγωγής. Κατά συνέπεια τούτων είναι βάσιμος ο ως άνω έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.

Επομένως, το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή κατά την ως άνω επικουρική της βάση από την αδικοπραξία, ενώ αυτή ήταν κατά τα ως άνω ορισμένη και νόμιμη.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την από την αδικοπραξία επικουρική βάση της ένδικης από 04-12-2014 αγωγής, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το ως άνω μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του αρθρ. 580 ΚΠολΔ και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 437/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, κατά το μέρος της που αφορά την από την αδικοπραξία επικουρική βάση της από 04-12-2014 αγωγής.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, στο Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ