477/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚοινοποίηση: Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/4/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 275/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 149/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 1/6/2017 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1612/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 9/1/2019 κλήση τους.
Legislator headnote
AI generated477/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Παραδεκτά και νόμιμα φέρεται προς συζήτηση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με την από 09-01-2019 κλήση των αναιρεσειόντων, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, μετά την έκδοση της 1612/2018 απόφασης του παρόντος Τμήματος του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση αυτής, λόγω μη κλητεύσεως της προσθέτως παρεμβάσας, στο Εφετείο, υπέρ του ήδη αναιρεσίβλητου, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", αφού, από την ...
Full text
Απόφαση 477 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 477/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Π. του Κ., κατοίκου ... 2) Χ. συζύγου Σ. Σ., το γένος Κ. Π., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μπότσαρη και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Μ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Κοινοποίηση: Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/4/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 275/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 149/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 1/6/2017 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1612/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 9/1/2019 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Παραδεκτά και νόμιμα φέρεται προς συζήτηση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με την από 09-01-2019 κλήση των αναιρεσειόντων, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, μετά την έκδοση της 1612/2018 απόφασης του παρόντος Τμήματος του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση αυτής, λόγω μη κλητεύσεως της προσθέτως παρεμβάσας, στο Εφετείο, υπέρ του ήδη αναιρεσίβλητου, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", αφού, από την ...
έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θράκης Μ. Κ. προκύπτει η νόμιμη και εμπρόθεσμη, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, επίδοση στην ως άνω εταιρεία επικυρωμένου αντιγράφου της (αίτησης), με τη σχετική πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την παρούσα δικάσιμο. (αρθ.81 παρ.3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, από τη ... όμοια έκθεση της ίδιας, ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, προκύπτει ότι, επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τη σχετική πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την παρούσα δικάσιμο, έχει επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, επίσης, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, στον αναιρεσίβλητο (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ).
Επομένως, εφόσον ο τελευταίος νόμιμα κλητευθείς δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τη νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, χωρίς την παρουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 269/1993).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει, εκτός των απαιτουμένων κατά τα άρθρα 119 έως 120 ιδίου Κώδικα στοιχείων, και τους λόγους εφέσεως. Ως λόγοι εφέσεως νοούνται οι αποδιδόμενες στην εκκαλουμένη απόφαση πλημμέλειες και ελλείψεις, οι συνιστάμενες, ως επί το πλείστον, σε παραδρομές του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου.
Οι παραδρομές του Δικαστηρίου είναι δυνατόν να ανάγονται είτε στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου είτε στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος της εφέσεως πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια, ώστε να διαγράφονται επακριβώς τα σφάλματα, τα οποία αποδίδονται στην εκκαλουμένη και δικαιολογούν, κατά το αίτημα της εφέσεως, την εξαφάνιση ή μεταρρύθμισή της.
Η αοριστία δε του εφετηρίου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε να αναπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα, έστω και της ίδιας δίκης. Οι αόριστοι λόγοι έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται, ως απαράδεκτοι και με αυτεπάγγελτη εξέταση (ΑΠ 584/2019).
Με το μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στο Εφετείο ότι, με το να απορρίψει, ως αόριστη, την από το άρθρο 937 του ΑΚ ένσταση της πενταετούς παραγραφής, την οποία αυτοί νόμιμα είχαν προβάλει, πρωτοδίκως, με τις προτάσεις τους, προς απόκρουση των ενδίκων αξιώσεων του ήδη αναιρεσίβλητου, ενάγοντος, και την οποία επανέφεραν σ' αυτό (Εφετείο) με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους, παραβίασε, ευθέως, τον ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, γιατί απαίτησε περισσότερα, από όσα στοιχεία απαιτούνται, από αυτόν, για το ορισμένο της επίμαχης ένστασής τους, δεδομένου ότι, όπως υποστηρίζουν, αναφέρουν, για τη θεμελίωσή της (ένστασης), το χρόνο τόσο της γνώσης, από τον αντίδικό τους, της ζημίας του και των υποχρέων προς αποζημίωσή του, όσο και αυτόν (χρόνο) της άσκησης της ένδικης αγωγής του και, έτσι, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσής τους, παραπονέθηκαν, στο Εφετείο, για την απόρριψη, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως εν μέρει ουσιαστικά αβάσιμης, της ως άνω ένστασής τους, διαλαμβάνοντας, για τη θεμελίωσή του, στο εφετήριο δικόγραφο, επί λέξει, τα εξής: "Η προσβαλλόμενη παρά το ότι τα αιτούμενα κονδύλια από μέρους του εφεσιβλήτου στο σύνολό τους είχαν υποπέσει σε πενταετή παραγραφή, αφού αυτά αναφέροντο στο σύνολό τους εντός των ετών 2003-2004-2005 κατά τις διατάξεις τον άρθρον 937 ΑΚ, ένσταση η οποία επροτάθη από μέρους μας νομοτύπως και στον πρώτο βαθμό, αυτή (προσβαλλόμενη), όλως εσφαλμένως την απέρριψε και θα πρέπει να ακυρωθεί".
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την, παραδεκτή, επισκόπηση του ενδιαφέροντος την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρους της προσβαλλόμενης απόφασής του, απέρριψε τον ως άνω (δεύτερο) λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων, ως αόριστο, δεχόμενο, κατά λέξη, τα εξής: "...ο δεύτερος λόγος έφεσης με τον οποίο οι εκκαλούντες παραπονούνται για την εν μέρει απόρριψη της ένστασης παραγραφής, που πρότειναν για τις επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος, κρίνεται απορριπτέος ως αόριστος, καθόσον δεν εκτίθενται σ' αυτόν με σαφήνεια και πληρότητα οι αιτιάσεις και πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την ως άνω απορριπτική της διάταξη, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η νομική και ουσιαστική βασιμότητά του, αφού στο λόγο έφεσης ουδόλως αναφέρεται αν ο χρόνος της παραγραφής συμπληρώθηκε πριν από την άσκηση της αγωγής ή αν εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο διακοπή της παραγραφής...".
Επομένως, ο ανωτέρω (μόνος) λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Ήτοι, στο ότι το Εφετείο απέρριψε ως αόριστη την επίμαχη ένσταση των αναιρεσειόντων, εναγομένων. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συνέβη, στην προκειμένη περίπτωση, αφού, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε, ως αόριστο, το σχετικό λόγο της ένδικης έφεσης (δεύτερο), με τον οποίο προσεβλήθη η κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, για την εν μέρει, κατ' ουσίαν, απόρριψη της ως άνω ένστασης (παραγραφής) των ήδη αναιρεσειόντων, εναγομένων, επικυρώνοντας, έτσι, την πρωτοβάθμια αυτή κρίση.
Πέραν τούτου, ο λόγος αυτός και υπό την εκδοχή ότι περιέχει αιτίαση για την από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη σε εσφαλμένη απόρριψη, από το Εφετείο, ως απαραδέκτου, λόγω αοριστίας, του ως άνω λόγου έφεσης των αναιρεσειόντων, πάλι, κρίνεται αβάσιμος. Και τούτο διότι, ορθά το Εφετείο απέρριψε, με την προεκτεθείσα αιτιολογία του, τον ως άνω λόγο έφεσης ως αόριστο καθόσον, πράγματι, οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν, για τη θεμελίωσή του, στο εφετήριο δικόγραφο, τον τρόπο, με τον οποίον επήλθε η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων του ήδη αναιρεσίβλητου, ενάγοντος, ώστε, με βάση το περιεχόμενό του, να είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθότητας ή μη της αντίθετης κρίσης, στην οποία κατέληξε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Εξάλλου, το Εφετείο, ούτε μετά την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης και την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, μπορούσε να εξετάσει την πρωτοδίκως υποβληθείς εκ μέρους των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων απορριφθείσα ένσταση παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, καθόσον, κατά τα παραπάνω, δεν είχε μεταβιβασθεί κατά το κεφάλαιο αυτό στο Εφετείο, αφού ο σχετικός λόγος της έφεσής τους απορρίφθηκε ως αόριστος, η εξαφάνιση δε της προσβαλλόμενης απόφασης έγινε μόνο κατά το κεφάλαιό της, που αφορούσε σε ορισμένα από τα αιτούμενα κονδύλια και απλώς για την απόκτηση ενιαίου τίτλου εκτέλεσης περιλήφθηκαν και τα λοιπά κεφάλαιά της, τα οποία δεν εθίγησαν με την έφεση.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Σημειώνεται ότι δεν γίνεται λόγος περί δικαστικών εξόδων, αφού ο αναιρεσίβλητος, που νίκησε απουσίασε και δεν υποβλήθηκε σε τέτοια έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 01-06-2017 αίτηση, για αναίρεση της 149/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ