477/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 477 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated477/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 477 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 477 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 477/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων:1) Μ. συζ. Π. Μ. το γένος Α. Κ. και 2) Π. Μ. του Ι., αμφοτέρων κατοίκων Πειραιά, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευθύμιο Μπόνη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-4-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου (Μεταβατική έδρα Καρπάθου). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2011 του ιδίου Δικαστηρίου και 195/2014 του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον, με την από 5-10-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου, ανέγνωσε την από 24-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το αρθρ. 2 §1 στοιχείο α’ του ν. 510/1947 που ίσχυσε από τη δημοσίευση του στην Ε.τ.Κ. (30.12.1947), σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο ΑΚ, ο ΕισΝΑΚ και το ν.δ. 7/10.5.1945. Με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι η κτήση της κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος που επήλθε πριν την εισαγωγή αυτού, κρίνεται κατά το δίκαιο το, οποίο ίσχυε, καθ’ ον χρόνον έλαβαν χώρα τα προς κτήση αυτού πραγματικά γεγονότα. Περαιτέρω η ακίνητη περιουσία στη Δωδεκάνησο ρυθμιζόταν από το Οθωμανικό δίκαιο, πριν την εισαγωγή του Ιταλικού ΑΚ/1865 στη Δωδεκάνησο, η οποία έλαβε χώρα από 1.1.1932 με το υπ’ αριθμ. 200/31.10.1931 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη. Με το άρθρο 1 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 17ης Ραμαζάν 1274 (1856) σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2-5, 91-102 και 103-105 του ιδίου νόμου, η ακίνητη ιδιοκτησία διακρίνεται σε α) ιδιόκτητες γαίες (μούλκ), στις οποίες έχουν πλήρες και απόλυτο δικαίωμα κυριότητας αυτοί που τις εξουσιάζουν, β) δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρϊ) (γ) γαίες αφιερωμένες σ’ ευαγή σκοπό (μεβκουφέ) δ) γαίες προοριζόμενες για την κοινή και δημόσια χρήση (μετρουκέ) οι οποίες είναι δημόσιες και ε) νεκρές γαίες (μεβάτ) οι οποίες δεν ανήκουν στην κυριότητα ιδιωτών, ούτε είναι δυνατή από τη φύση τους η καλλιέργεια τους και δεν κατέχονται ούτε εξουσιάζονται από κανένα, όπως είναι οι πετρώδεις εκτάσεις, τα βράχια κλπ, οι οποίες είναι επίσης δημόσιες. Στην κατηγορία των δημοσίων-γαιών-(εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί) ανήκουν οι αγροτικές εκτάσεις και συγκεκριμένα οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, οι λειμώνες (τσαϊρια), τα δάση, οι εκτάσεις που έχουν φυτευθεί με δένδρα, που δεν καλλιεργεί κανένας, όχι όμως τα οικόπεδα, έστω κι αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και οπωροφόρα δένδρα, τα οποία εξ αντιδιαστολής έχουν τον χαρακτήρα "μουλκ". Οι ως άνω δημόσιες εκτάσεις μπορούσαν να παραχωρηθούν από το Οθωμανικό δημόσιο σε ιδιώτες με την καταβολή δικαιώματος (ταπίου) και ετήσιας δόσης, με την έκδοση σχετικού τίτλου (ταπίου). Με την έκδοση όμως του τίτλου αυτού, οι ιδιώτες δεν αποκτούσαν πλήρες δικαίωμα κυριότητος επί της παραχωρηθείσας δημόσιας έκτασης, αλλά δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης ή "ωφέλιμης κυριότητας" (τεσσαρούφ), ενώ το δικαίωμα ψιλής κυριότητος (ρεκαμπέ) διατηρούσε το Οθωμανικό Δημόσιο, ειδικά δε επί καλλιεργήσιμων αγρών, δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούσε να αποκτήσει και ο σφετεριστής, οποίος καταλάμβανε, εξουσίαζε και καλλιεργούσε δημόσιες γαίες επί δεκαετία, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, και χωρίς να απαιτείται και η έκδοση "ταπίου" στο όνομα του, το οποίο άλλωστε ήταν αποδεικτικό και όχι συστατικό του δικαιώματος "τεσσαρούφ". Προϋπόθεση όμως για την κτήση του ως άνω δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή είναι όχι μόνον η χωρίς δικαστική αμφισβήτηση κατοχή του αγρού επί μία δεκαετία, αλλά και η καλλιέργεια αυτού. Επομένως δεν είναι δυνατή από τον σφετεριστή, κατά τον ανωτέρω τρόπο, απόκτηση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δασών, αφού μάλιστα από τις διατάξεις των άρθρων 3,9,19,30,68 και 71 του ως άνω νόμου περί γαιών, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 των οδηγιών της 13 Μωχαρέμ 1927 "περί εξελέγξεως τίτλων δασών", προκύπτει ότι δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δασών μπορούσε ν’ αποκτηθεί μόνο δια ταπίου. Περαιτέρω από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 1248 Οθωμανικού ΑΚ, όπου αναφέρονται οι διάφοροι-τρόποι-κτήσης της κυριότητας, στους"οποίους δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία της διάταξης του άρθρου 1660 του Οθωμανικού ΑΚ, που προβλέπει την δεκαπενταετή αποσβεστική παραγραφή υπέρ του κατόχου, χωρίς συγχρόνως να αναγνωρίζει την κτητική παραγραφή (χρησικτησία), προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου και μάλιστα τόσο επί των ακινήτων ελευθέρας κυριότητας (μούλκ), όσο και επί των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί), με την επιφύλαξη των προαναφερθέντων για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή που καλλιέργησε δημόσια γη επί δεκαετία κατά το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών. Οι ως άνω διακρίσεις των ακινήτων, σύμφωνα με την Οθωμανική νομοθεσία, διατηρήθηκαν σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού που κυρώθηκε με το 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη στη Δωδεκάνησο, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα με το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 510/1947 (30.12.1947). Μάλιστα οι διατάξεις 1-8 του Κτηματολογικού Κανονισμού, ως αφορώσες τις διακρίσεις των ακινήτων και το περιεχόμενο των επ’ αυτών δικαιωμάτων, έχουν εφαρμογή σε όλες τις νήσους της Δωδεκανήσου και επομένως και στην Κάρπαθο, αφού η εφαρμογή τους δεν έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη και λειτουργία των Κτηματολογικών γραφείων. Ο θεσμός της χρησικτησίας εισήχθη το πρώτον στην Δωδεκάνησο, μετά την εισαγωγή σ’ αυτήν του ΙταλΑΚ/1865 με το με αριθ. 200/31 Οκτωβρίου 1931 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, από 1.1.1932. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 685,686,2105,2106 και 2135 του ΙταλΑΚ/1865, προκύπτει ότι ο έχων στη συνεχή, όχι διακεκομμένη δημόσια, ειρηνική, αναμφίβολη νομή αυτού ακίνητο με διάνοια κυρίου, αποκτά επ’ αυτού εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας μετά την πάροδο τριάντα ετών (κτητική παραγραφή). Η κτητική αυτή παραγραφή εφαρμόζεται και στα ακίνητα που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του κράτους κατά το αρθρ. 2114 Ιταλ.ΑΚ/1865. Η παραπάνω διάταξη του Κτηματολογικού Κανονισμού όμως, ως εκ της θέσης της στο άρθρο 63 αυτού, που προβλέπει την δεκαπενταετή κτητική παραγραφή "από της γενομένης καταγραφής" δεν εφαρμόζεται στη νήσο Κάρπαθο (όπως και οι λοιπές του Κτηματολογικού Κανονισμού, πλην των άρθρων 1-8 αυτού), αφού ουδέποτε καταρτίσθηκε κτηματολόγιο. Περαιτέρω ως προς το ζήτημα της χρησικτησίας, μετά την εφαρμογή του ΙταλΑΚ/1942 από 21.4.1942 με το υπ’ αριθ. 170/1942 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1140 και 1158 ΙταλΑΚ/1942 από τις οποίες προκύπτει ότι είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επί πράγματος, μετά την πάροδο εικοσαετίας στην φυσική εξουσία του από τον νομέα αυτού, ο οποίος ασκεί σ’ αυτό διανοία κυρίου δραστηριότητες που ανταποκρίνονται προς την ενάσκηση της επ’ αυτού κυριότητας. Εξάλλου, μετά την έναρξη της ισχύος του Ελληνικού ΑΚ στη Δωδεκάνησο από 30-12-1947 (άρθρο 2 παρ.1 στοιχ. α’ ν. 510/1947) εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1045 1051 και 974 ΑΚ, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτός που έχει την φυσική εξουσία επί του πράγματος διάνοια κυρίου (νομή) και ασκήσει αυτήν για χρονικό διάστημα είκοσι ετών καθίσταται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του. Ενόψει όμως του ότι το Οθωμανικό δίκαιο, όπως ήδη αναφέρθηκε δεν αναγνωρίζει τον θεσμό της χρησικτησίας, χρόνος νομής που διανύθηκε, όταν ίσχυε το Οθωμανικό δίκαιο, ήτοι πριν την 1.1.1932, δεν υπολογίζεται για την συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στην Δωδεκάνησο. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσια γη οποτεδήποτε πριν την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα δεν είναι δυνατή απ’ αυτόν η κτήση κυριότητας του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΙταλΑΚ 1865, ΙταλΑΚ, 1942 και Ελληνικού ΑΚ διότι από 1.1.1932, οπότε αρχίζει να τρέχει ο χρόνος χρησικτησίας μέχρι 10.1.1949, οπότε εισάγεται το πρώτον στην Δωδεκάνησο, με το από 31 Δεκεμβρίου 1948/10 Ιανουαρίου 1949 β.δ/γμα, ο α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ο οποίος απαγορεύει την παραγραφή κάθε δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτων, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 και 2 αυτού, δεν συμπληρώνονται, σύμφωνα και με τις περί τούτου διατάξεις των άρθρων 64 και 65 ΕισΝΑΚ, ο αναγκαίος χρόνος στην νομή του πράγματος. Είναι όμως δυνατή η απ’ αυτόν κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), εφ’ όσον αυτός συμπλήρωσε δεκαετία στην καλλιέργεια της δημόσιας γης μέχρι τις 10.1.1949, αφού μετά την ως άνω ημερομηνία τυγχάνει ωσαύτως εφαρμογής το άρθρ. 4 παρ 2 αν. 1539/1938 και αποκλείεται η συμπλήρωση της τυχόν μη εισέτι συμπληρωθείσας δεκαετίας στην καλλιέργεια του ακινήτου, για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης. Περαιτέρω, με το αρθρ. 9 παρ. 1 εδ. α’ v. 2100/1952^ou ισχύει από 26.4.1952, ορίσθηκε ότι το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου επί κτημάτων στην Δωδεκάνησο, που υπάγονται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ) αποσβένυται οι δε έχοντες δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των ανωτέρων κτημάτων αποκτούν την πλήρη κυριότητα επ’ αυτών αυτοδικαίως δυνάμει της ως άνω διάταξης και χωρίς καμία άλλη διατύπωση. Κατ1 ακολουθία των ανωτέρω οι καλλιεργούντες δημοσίας γαίας στη νήσο Κάρπαθο για μια δεκαετία πριν την έναρξη εφαρμογής του α.ν. 1539/1938, ήτοι πριν την 10-1 -1949y έχουν καταστεί κύριοι των ακινήτων αυτών, διότι το κτηθέν απ’ αυτούς με βάση το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) έχει τραπεί σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας αυτών με το άρθρο 9 παρ.1 εδάφ. α’ του ν. 2100/1952, μετά την απόσβεση του δικαιώματος ψιλής κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου το οποίο απέκτησε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού Κράτους στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 1 του παραρτήματος XIV της από 20-2-1947 συνθήκης Ε. των Παρισίων μεταξύ των συνασπισμένων συμμαχικών δυνάμεων και της Ιταλίας που κυρώθηκε με το ν.δ. 423/1947. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά "Το επίδικο ακίνητο, για την ταυτότητα του οποίου δεν υπήρχε αμφισβήτηση έχει συνολική έκταση 6.349,90 τμ. είναι ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας ... του Δήμου Καρπάθου, εντός της ζωής του οικισμού ..., και συνορεύει ...το ανωτέρω ακίνητο η γιαγιά της πρώτης ενάγουσας Μ. χα Μ. Κ. νεμόταν, κατείχε και εξουσίαζε αυτό ως κυρία από το έτος 1915 που περιήλθε σ’ αυτή λόγω προίκας από τους γονείς της και ειδικότερα καλλιεργούσε αυτό με αξίνα και αλέτρι και έβαζε ρόβη, αρακά κριθάρι και αγκινάρες. Τις πράξεις αυτές διάνοια κυρίας συνέχισε να ασκεί στο επίδικο ακίνητο από 1-1- 1932, αλλά και μετά την 30-12-1947, χωρίς να αμφισβητηθεί από κανένα, πολύ δε περισσότερο από το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο μέχρι και το έτος 1967 οπότε το δώρισε άτυπα στην πρώτη ενάγουσα ενώ το επίδικο συνόρευε ανέκαθεν με ακίνητα τα οποία είναι ιδιωτικές ιδιοκτησίες. Ειδικότερα βόρεια ήταν το κτήμα ιδιοκτησίας Ν. Χ., το οποίο πριν από το έτος 1936 το καλλιεργούσε η οικογένεια του, ανατολικά ήταν το κτήμα του Κ. Κ. του Μ., και της γυναίκας του Β. προπάππου και προγιαγιάς της πρώτης ενάγουσας) το οποίο μέχρι το έτος 1955 το έσπερναν στους πέτρινους χώρους με αρακά και φακές και είχαν αμπέλια συκιές και ελαιόδεντρα. Επιπλέον νότια ήταν το κτήμα του Γ. Φ. και της συζύγου του Ε. και καλλιεργείτο στους 17 πέτρινους λώρους του έχοντας πολλά ελαιόδεντρα και βορειοδυτικά ήταν το κτήμα της οικογένειας Χ. και καλλιεργείτο πριν την Ιταλική κατοχή της νήσου με αμπέλι, με ξινόδεντρα και με κλήματα και σπερνόταν με όσπρια. Περαιτέρω από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα και μετά το έτος 1967 συνέχισε να ασκεί πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο διάνοια κυρίας μέχρι το έτος 2006 και ειδικότερα φύτεψε σε αυτό ελιές και συνέλεγε για αποκλειστικά δικό της λογαριασμό τους καρπούς της αιωνόβιας χαρουπιάς που υπήρχε σ’ αυτό, χωρίς να αμφισβητείται από κανένα η συνεχής κατά τα ανωτέρω νομή της διάνοια κυρίας στο επίδικο ακίνητο. Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η πρώτη ενάγουσα κατέστη αποκλειστική κυρία του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο δηλ. με έκτακτη χρησικτησία, αφού προσμετρώντας και το χρόνο νομής της δικαιοπαρόχου της Μ. χήρας Μ. Κ. από το έτος 1947 μέχρι το έτος 1967, νεμήθηκε αυτό διάνοια κυρίας για χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας. Το έτος 2006 με το με αριθμό .../21-11-2006 δωρητήριο εν ζωή συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Πειραιά Αικατερίνης Πολυτάχη-Παπαδημητρίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε λόγω δωρεάς στον δεύτερο ενάγοντα σύζυγο της κατά πλήρη κυριότητα ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω επιδίκου ακινήτου και έτσι οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 90% εξ αδιαιρέτου η πρώτη ενάγουσα και κατά ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου ο δεύτερος ενάγων, αφού απέκτησε σύμφωνα με τα ανωτέρω με παράγωγο τρόπο σ’ αυτό παρά της κυρίας πρώτης ενάγουσας. Η τελευταία το έτος 2007 με την από 8-1-2007 αίτηση της στο Διευθυντή Δασών Δωδεκανήσου ζήτησε το χαρακτηρισμό της ανωτέρω επίδικης έκτασης και ο τελευταίος με την με αριθμ. πρωτ. .../21-8-2007 πράξη του, χαρακτήρισε μόνο τμήμα της ανωτέρω επίδικης έκτασης ως γεωργικό και συγκεκριμένα εμβαδού 705,52 τμ., ενώ για το άλλο τμήμα της επίδικης έκτασης εμβαδού 5644,38 τμ με το με αριθμ. 7246/9-10-2007 έγγραφα του αναφέρει ότι δεν μπορεί να προχωρήσει στην πράξη χαρακτηρισμού πριν αναγνωριστούν κύριοι έναντι του Ελληνικού Δημοσίου δια της διοικητικής ή δικαστικής οδού. Στη συνέχεια για το ανωτέρω τμήμα της επίδικης έκτασης εκδόθηκε η με αριθμ. .../14-1-2009 πράξη χαρακτηρισμού, με την οποία χαρακτηρίστηκε αυτό ως χορτολιβαδική έκταση κατά την έννοια της παρ. 6β του άρθρου 3 του Ν 998/1979 και αποφαίνεται ότι αυτό ανήκει κατά τεκμήριο στο Ελληνικό Δημόσιο και τελεί υπό τη διαχείριση της Δ/νσης Δασών Δωδ/σου μέχρι της αποδείξεως δικαιωμάτων κυριότητας εκ μέρους του ιδιώτη παρά το ότι το επίδικο ακίνητο μετά από έρευνα των Δημοσίων κτημάτων που τηρείται στη ΔΟΥ Καρπάθου δεν βρέθηκε καταχωρημένο στο βιβλίο Δημοσίων Κτημάτων, όπως αναφέρεται στο με αριθμό πρωτ. .../2009 έγγραφο της ΔΟΥ Καρπάθου προς τη Κτηματική Υπηρεσία Δωδεκανήσου. Ενόψει όλων των παραπάνω δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα του ισχυρισμού του πρώτου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου ακινήτου ως δημόσιας δασικής έκτασης. Τούτο δε διότι γαίες φύσης "εραζί-εμιρζέ ή αρζί-μιρί" δηλ. δημόσιες γαίες όπως το δικαίωμα διαρκούς εξουσίασης επί δημοσίων γαιών (τεσσαρούφ) από της εποχής του τούρκου κατακτητή Σουλτάνου Σουλεϊμάν (1522 μ.Χ.) μέχρι την ισχύ του ν. 2100/1952 (26-4-1952) δεν υπήρξαν ποτέ στα Δωδεκάνησα εκτός της Ρόδου και της Κω, που ο Τούρκος κατακτητής τις είχε κυριεύσει με τη "σπάθη και το δόρυ". Στα άλλα νησιά της Δωδεκανήσου, όπως είναι και η Κάρπαθος, τα οποία δεν ήταν "δορυάλωτα" δηλ. δεν είχαν κατακτηθεί με τα όπλα, ο τούρκος κατακτητής Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής όχι μόνο δε δήμευσε την γη, αλλά παραχώρησε δικαιώματα, με αποτέλεσμα όλα ανεξαιρέτως τα κτήματα που κατείχαν, νέμονταν και εξουσίαζαν από τότε οι κάτοικοι των νησιών αυτών ανήκουν στην ιδιοκτησία τους "γαίες-μούλκ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, κατά το μέρος που ενδιαφέρει, διεκδικητική κυριότητας ακινήτου, ως προς την κυρία βάση αυτής, τη θεμελιούμενη στον παράγωγο τρόπο αλλά και στον πρωτότυπο, (έκτακτη χρησικτησία), απορρίπτοντας κατ’ ουσίαν τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητά του, ως δημόσια δασική έκταση και ακολούθως δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση των τελευταίων κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε απορρίψει ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την αγωγή, ως προς αμφότερες τις βάσεις αυτής, κύρια και επικουρική (η τελευταία στηριζόταν στις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν.2100/1952). Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ειδικότερα ότι το επίδικο ακίνητο, κείμενο στη νήσο Κάρπαθο, ήταν ανέκαθεν αστικό, ελεύθερης ιδιοκτησίας, από την εποχή της Τουρκοκρατίας δηλαδή νομικής φύσης μούλκ και δεν ήταν δημόσια δασική έκταση δηλαδή δημόσια γη και συνεπώς ήταν δεκτικό χρησικτησίας από το έτος 1932 και μετά και ότι η απώτερη δικαιοπάροχος των διαδίκων βρισκόταν συνεχώς στη νομή και κατοχή του από το 1915 το εξουσίαζε καλόπιστα ως καλλιεργήσιμο αγρό μέχρι το έτος 1967, οπότε είχε καταστεί κυρία αυτού πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, και το μεταβίβασε ατύπως με αιτία τη δωρεά στην πρώτη των εναγομένων, που νεμήθηκε τούτο έκτοτε, μέχρι το 2006, καταστάσα κυρία αυτού επίσης με έκτακτη χρησικτησίας οποία ακολούθως μεταβίβασε ποσοστό εξ αδιαιρέτου αυτού στο δεύτερο των εναγόντων, με αιτία τη δωρεά που καταρτίστηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε νομοτύπως, και έτσι κατέστη ο τελευταίος συγκύριος του επιδίκου παραγώγως, ορθώς εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων είναι αβάσιμος, Περαιτέρω δε συνέτρεχε λόγος εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1, 2 του ΑΝ 1539/1938, αφού κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση, το επίδικο είναι νομικής φύσης μουλκ και όχι δημόσια γη ώστε να υπάρξει λόγος εφαρμογής των διατάξεων αυτών, περί μη παραγραφής των δικαιωμάτων του Δημοσίου. Σε εσφαλμένη προϋπόθεση στηρίζεται και είναι απαράδεκτη η αποδιδόμενη με τον ίδιο λόγο πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των διατάξεων του άρθρου 9 του Ν.2100/1952, αφού το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή τους ούτε ήταν εφαρμοστέες με βάση τις παραδοχές του ότι το επίδικο ήταν νομικής φύσης μούλκ και όχι δημόσια γη. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, ότι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ.1,3 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ.. 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-10-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, περί αναιρέσεως της 195/2014 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Ιουλίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ