477/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated477/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το υπ'αριθμ. 10899/20-3-2001 προσύμφωνο πωλήσεως του συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Μιλτιάδη Στάμου, ο ενάγων, που είναι έμπορος πετρελαιοειδών, συμφώνησε με τον εναγόμενο, επίσης έμπορο, εργολάβο οικοδομών, να πωλήσει προς αυτόν το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός καταστήματος εμβαδού 92,60 τ.μ. και μιας αποθήκης εμβαδού 28,10 τ.μ., που βρίσκονται στο ισόγειο και στο υπόγειο, αντίστοιχα, πολυκατοικίας, κειμένης στη θέση "..." της ...
Full text
Απόφαση 477 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 477/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσίβλητου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Χάντζο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6810/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 6810/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-2-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 29-12-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, εάν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση η συζήτηση προβαίνει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 6639 Γ/10-10-2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά ..., αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, που επισπεύδει τη συζήτηση, στον αναιρεσείοντα, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο. Επομένως πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
-ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 138 ΑΚ, δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 513 του ίδιου Κώδικα, ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πώλησης είναι το πράγμα, το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων για τη μετάθεση της κυριότητας και πληρωμή τού τιμήματος, η οποία, προκειμένου για ακίνητο, πρέπει να περιβληθεί το συμβολαιογραφικό τύπο (άρθρο 369 ΑΚ).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, στην εικονικότητα μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο κατάρτισής της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Για το κύρος της καταρτισμένης σύμβασης πώλησης δεν ασκεί επιρροή το αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιό τρόπο το συμφωνημένο τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χαριστεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί με παραγραφή ή κατ` άλλο τρόπο, όμως το δικαστήριο, κατά την έρευνα της ύπαρξης συναλλακτικής πρόθεσης των συμβαλλομένων, μπορεί να συναγάγει τεκμήριο για την εικονικότητα της σύμβασης πώλησης από το γεγονός της καταβολής ή μη του τιμήματος.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδάφιο β' του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει εσφαλμένως να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα προκειμένου να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σε αυτόν τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι δε και όταν παραβίασε τα διδάγματα αυτά, στην προσπάθεια να εξακριβώσει τη βασιμότητα των περιστατικών της υπόθεσης, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να διατυπώνεται στην απόφαση με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμησή του πραγματικών γεγονότων, αναφορικά με την από 24-2-2006 ένδικη αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητήθηκε να αναγνωριστούν ως άκυρες, λόγω εικονικότητας, οι κατωτέρω αναφερόμενες επίδικες δικαιοπραξίες της πώλησης ακινήτων, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά :
Με το υπ'αριθμ. 10899/20-3-2001 προσύμφωνο πωλήσεως του συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Μιλτιάδη Στάμου, ο ενάγων, που είναι έμπορος πετρελαιοειδών, συμφώνησε με τον εναγόμενο, επίσης έμπορο, εργολάβο οικοδομών, να πωλήσει προς αυτόν το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός καταστήματος εμβαδού 92,60 τ.μ. και μιας αποθήκης εμβαδού 28,10 τ.μ., που βρίσκονται στο ισόγειο και στο υπόγειο, αντίστοιχα, πολυκατοικίας, κειμένης στη θέση "..." της ...
και επί των οδών... και ..., αντί τιμήματος 48.000.000 δραχμών, με την ειδικότερη συμφωνία ότι το οριστικό της αγοραπωλησίας συμβόλαιο θα υπογραφόταν έως τις 30-9-2001. Σύμφωνα με τους 1ο, 9ο και 5ο όρους του πιο πάνω συμβολαιογραφικού προσυμφώνου α)το συνολικό τίμημα των 48.000.000 δραχμών καταβλήθηκε κατά δήλωση των συμβαλλομένων σε μετρητά, εκτός του γραφείου του πιο πάνω συμβολαιογράφου, β) τα ανωτέρω ακίνητα ήταν μισθωμένα από τον ...
και ο ενάγων θα μεταβίβαζε στον εναγόμενο τα δικαιώματά του από τη μίσθωση αυτή κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου και γ) σε περίπτωση μη κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου με υπαιτιότητα του πωλητή (ενάγοντος), αυτός όφειλε να επιστρέψει στον αγοραστή (εναγόμενο) το καταβληθέν τίμημα στο διπλάσιο, καθώς και το επιπλέον ποσό των 19.000.000 δραχμών, ως ποινική ρήτρα.
Στις 23-3-2001 ο ενάγων κατέθεσε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου αίτηση κατά της εταιρείας " ΚΑΡΕΛΙΑΣ-ΜΠΟΥΦΕΑς ΑΕ" περί ανατροπής της κατάσχεσης που είχε επιβληθεί από αυτήν στο παραπάνω κατάστημά του, με την 1172/1996 κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., και εκδόθηκε η 266/2004 απόφαση του ίδιου Ειρηνοδικείου, με την οποία διατάχθηκε η διαγραφή της κατάσχεσης.
Ακολούθως ο ενάγων, με το υπ'αριθμ. ... οριστικό συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που συντάχθηκε σε εκτέλεση του παραπάνω προσυμφώνου πωλήσεως και μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε και μεταβίβασε τις πιο πάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες στον εναγόμενο, έναντι του προαναφερομένου τιμήματος, το οποίο, κατά τα εκτεθέντα, είχε εξοφληθεί.
Με το ίδιο πωλητήριο συμβόλαιο συμφωνήθηκε ότι από 1-4-2001 τα μισθώματα των μεταβιβαζομένων ακινήτων θα τα εισέπραττε από το μισθωτή ... ο εναγόμενος αγοραστής. Τόσο το προσύμφωνο πωλήσεως, όσο και η σύμβαση πωλήσεως και μεταβιβάσεως των ακινήτων αυτών στον εναγόμενο, δεν έγιναν κατά το φαινόμενο, προς το σκοπό καταδολίευσης των δανειστών του ενάγοντος και αποξένωσής του από τα ανωτέρω περιουσιακά του στοιχεία, ώστε να μην είναι εφικτή η ικανοποίησή τους με αναγκαστική εκτέλεση επ'αυτών, αλλά αντιθέτως αυτά καταρτίσθηκαν σύμφωνα με την πραγματική βούληση των συμβληθέντων διαδίκων.
Στην κρίση του αυτή οδηγείται το Δικαστήριο, καθόσον: α) Ο εναγόμενος κατέβαλε τις συνήθεις δαπάνες, που βαρύνουν τον αγοραστή ακινήτου, όπως τη δαπάνη πληρωμής των εξόδων μεταγραφής του συμβολαίου πωλήσεως, γεγονός που αποδεικνύεται από την 3562/26-3-2001 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του υποθηκοφύλακα Νέας Ερυθραίας, και τη δαπάνη για την αμοιβή σύνταξης του ίδιου συμβολαίου, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ. 268/11-9-2006 βεβαίωση του συντάξαντος τα πιο πάνω συμβόλαια συμβολαιογράφου.
Στην αντίθετη περίπτωση το λογικό θα ήταν για τη μεταγραφή του συμβολαίου πώλησης να είχε μεριμνήσει ο ενάγων και η παραπάνω απόδειξη, που εκδόθηκε για την είσπραξη των εξόδων μεταγραφής του, να βρισκόταν στα χέρια αυτού και όχι του εναγομένου που την προσκόμισε, η δε αμοιβή του συμβολαιογράφου για τη σύνταξη του συμβολαίου να είχε καταβληθεί επίσης από τον ενάγοντα.
β) Τα μισθώματα των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών από τον Απρίλιο του έτους 2001 έως και το Νοέμβριο του 2003 καταβάλλονταν από τον παραπάνω μισθωτή στον εναγόμενο, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομισθείσες από αυτόν σχετικές έγγραφες αποδείξεις, και δηλώνονταν από τον ίδιο με τη φορολογική του δήλωση.
Αντίθετα δεν αποδεικνύεται ότι τα ποσά των μισθωμάτων τα απέδιδε ακολούθως ο εναγόμενος στον ενάγοντα, αφού δεν υπήρξε σχετική συμφωνία για απόδοσή τους σ'αυτόν, τη δε ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας επικαλέστηκε για πρώτη φορά ο ενάγων με την προσθήκη των προτάσεών του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Αλλ'ούτε και ο μάρτυρας απόδειξης, αδελφός του ενάγοντος, κατέθεσε οτιδήποτε σχετικό.
Και γ) διότι οι διάδικοι ως έμπειροι περί τις συναλλαγές και λόγω των επαγγελμάτων τους θα είχαν συμφωνήσει τα παραπάνω εγγράφως, πολύ δε περισσότερο ο ενάγων θα είχε απαιτήσει την υπογραφή αντεγγράφου πριν προβεί στην πώληση των ακινήτων του χωρίς τη λήψη τιμήματος, έτσι ώστε να δικαιούται να ζητήσει στο μέλλον από τον εναγόμενο την επαναμεταβίβασή τους σ'αυτόν, χωρίς την καταβολή τιμήματος εκ μέρους του, αλλά και για να είναι κατοχυρωμένος απέναντι στον τυχόν κληρονόμο του εναγομένου.
Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί, ότι με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας το ποσό των 48.000.000 δραχμών, συγκρινόμενο με εκείνο της ελαφρώς υπέρτερης αντικειμενικής αξίας των ακινήτων των 49.227.633 δραχμών, ανταποκρίνεται στην αγοραία αξία αυτών, ενόψει της υφιστάμενης επιβάρυνσής τους, εκτός από την προαναφερθείσα κατάσχεση, με προσημείωση υπέρ της εταιρίας " Κ.
ΜΟΙΛ ΑΕ" για ποσό 40.000 δραχμών, προσημείωση υπέρ της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας για ποσό 100.000.000 δραχμών και προσημείωση υπέρ της εταιρίας "Κ. ΜΟΙΛ ΑΕ" για ποσό 13.000.000 δραχμών. Τέλος, ναι μεν εμφανίζεται ο εναγόμενος να έχει ασκήσει από κοινού με τον ενάγοντα, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τις υπογραφόμενες από το δικηγόρο του ενάγοντος από 20-12-2005 και 19-12-2005 ανακοπές, που είχαν ως αίτημα την ακύρωση της από 8-12-2005 αναγγελίας των απαιτήσεων της" Κ.
ΜΟΙΛ ΑΕ" και της " Άλφα Τράπεζας ΑΕ" στον πλειστηριασμό των παραπάνω ακινήτων που διατάχθηκε, μετά από άσκηση σχετικής αγωγής διανομής αυτών, με τις υπ'αριθμ. 996/2004 και 3009/2005 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, ο οποίος (πλειστηριασμός) και διενεργήθηκε στις 7-12-2005, πλην όμως, η σύμπραξη αυτή των διαδίκων οφείλεται στο ότι ο εναγόμενος είχε ήδη γνωστοποιήσει στον ενάγοντα την πρόθεσή του να ζητήσει απ'αυτόν αποζημίωση, λόγω των ανωτέρω νομικών ελαττωμάτων των μεταβιβασθέντων ακινήτων και της μείωσης του ποσού του πλειστηριάσματος που αυτός θα εισέπραττε εξαιτίας της προνομιακής κατάταξης στο εκπλειστηρίασμα των προσημειούχων δανειστών του ενάγοντος.
Έτσι, ο μεν ενάγων πίστευε ότι με τις ανακοπές αυτές, σε περίπτωση που γίνονταν δεκτές, θα αυξανόταν το ποσό του πλειστηριάσματος που θα δικαιούτο ο εναγόμενος και, αντίστοιχα, θα μειωνόταν το ποσό της αποζημίωσης που θα απαιτούσε από εκείνον ο εναγόμενος, ο δε εναγόμενος συμφώνησε να ασκήσουν από κοινού και με τον ίδιο δικηγόρο του ενάγοντος τις ανακοπές, προκειμένου να μην επιβαρυνθεί με αμοιβή δικηγόρου, αφού θα την κατέβαλε ο ενάγων, αλλά και διότι, σε περίπτωση που αυτές γίνονταν δεκτές, μόνο όφελος θα είχε, αφού θα αυξανόταν το ποσό του πλειστηριάσματος, στο οποίο θα ήταν δικαιούχος.
Η στάση αυτή του εναγομένου δεν άλλαξε ούτε και μετά την άσκηση από αυτόν, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της από 9-2-2006 αγωγής κατά του νυν ενάγοντος, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλει το ποσό των 418.615 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω απατηλής απόκρυψης των νομικών ελαττωμάτων των πωληθέντων ακινήτων.
Έτσι ο εναγόμενος και στην από 15-2-2006 εξουσιοδότησή του προς τον προαναφερόμενο δικηγόρο του ενάγοντος, για άσκηση από κοινού νέας ανακοπής κατά του σχετικού πίνακα κατάταξης των δανειστών, ανέφερε ρητά ότι ήδη είχε ασκήσει κατά του ενάγοντος την προδιαληφθείσα από 9-2-2006 αγωγή αποζημίωσης και ότι επιφυλάσσεται όλων των δικαιωμάτων του.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι οι προαναφερόμενες επίδικες συμβάσεις, που καταρτίσθηκαν με το 10899/20-3-20001 προσύμφωνο πωλήσεως και με το 10908/26-3-2001 συμβόλαιο πωλήσεως του συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Μιλτιάδη Στάμου, δεν είναι εικονικές και άκυρες και ακολούθως απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ενάγοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως και απορρίψει την ένδικη αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, αναφορικά με το ζήτημα της μη εικονικότητας των πιο πάνω συμβάσεων πωλήσεως, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 138 του ΑΚ.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις πραναφερθείσες σαφείς παραδοχές του Εφετείου, οι επίμαχες συμβάσεις πωλήσεως δεν έγιναν φαινομενικά, προς το σκοπό καταδολίευσης των δανειστών του αναιρεσείοντος, αλλά ήταν πραγματικές, γιατί καταρτίσθηκαν σύμφωνα με την πραγματική βούληση των συμβληθέντων διαδίκων για πώληση και μεταβίβαση των παραπάνω ακινήτων στον αναιρεσίβλητο, για την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ τους ως συνολικό τίμημα το ποσό των 48.000.000 δραχμών, το οποίο και καταβλήθηκε από τον αναιρεσίβλητο (αγοραστή) στον αναιρεσείοντα (πωλητή) πριν από την υπογραφή του επιδίκου συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, και συνεπώς δεν συνέτρεχαν οι απαιτούμενες από το άρθρο 138 ΑΚ πρϋποθέσεις για την αιτούμενη με την ένδικη αγωγή αναγνώριση των συμβάσεων αυτών ως εικονικών και ακύρων.
Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ πρώτος, τρίτος, μέρος δεύτερο, και τέταρτος, μέρος πρώτο, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, προς επιστήριξη των ίδιων λόγων αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει και τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, διότι α) κατέληξε σε πόρισμα που δεν είναι αναμφίβολο, γιατί στηρίζεται σε αιτιολογίες των οποίων η διατύπωση είναι ενδοιαστική και ειδικότερα στις παραδοχές ότι, αν η επίδικες συμβάσεις πωλήσεως ήταν εικονικές, "το λογικό θα ήταν για τη μεταγραφή του συμβολαίου πώλησης να είχε μεριμνήσει ο αναιρεσείων και η απόδειξη είσπραξης των εξόδων μεταγραφής του να βρισκόταν στα χέρια αυτού, η δε αμοιβή του συμβολαιογράφου για τη σύνταξη του συμβολαίου να είχε καταβληθεί επίσης από αυτόν" και ότι " οι διάδικοι, ως έμπειροι περί τις συναλλαγές και λόγω των επαγγελμάτων τους, θα είχαν συμφωνήσει τα παραπάνω εγγράφως, πολύ δε περισσότερο ο αναιρεσείων θα είχε απαιτήσει την υπογραφή αντεγγράφου πριν προβεί στην πώληση των ακινήτων του χωρίς τη λήψη τιμήματος, έτσι ώστε να δικαιούται να ζητήσει στο μέλλον από τον αναιρεσίβλητο εναγόμενο την επαναμεταβίβασή τους σ'αυτόν, χωρίς την καταβολή τιμήματος εκ μέρους του, αλλά και για να είναι κατοχυρωμένος απέναντι του τυχόν κληρονόμου του αναιρεσιβλήτου", β) ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος (αγοραστής) γνώριζε την ύπαρξη των βαρών επί των πωλουμένων ακινήτων και ότι η αντικειμενική αξία τους ήταν ελαφρώς υπέρτερη του συμφωνηθέντος για την πώληση τιμήματος των 48.000.000 δραχμών, δεν προσδιορίζει ποιά ήταν η πραγματική αξία των ακινήτων αυτών και γ) ενώ δέχεται ότι "ο αναιρεσίβλητος συμφώνησε στην από κοινού με τον αναιρεσείοντα και με τον ίδιο δικηγόρο άσκηση των ανακοπών κατά της αναγγελίας των απαιτήσεων των εταιριών" Κ.
ΜΟΙΛ ΑΕ" και "Άλφα Τράπεζας ΑΕ" στον διενεργούμενο στις 7-12-2005 πλειστηριασμό των πιο πάνω ακινήτων, προκειμένου να μην επιβαρυνθεί με αμοιβή δικηγόρου, αφού θα την κατέβαλε ο αναιρεσείων, αλλά και διότι, σε περίπτωση που οι ανακοπές γίνονταν δεκτές, μόνο όφελος θα είχε, αφού θα αυξανόταν το ποσό του πλειστηριάσματος που θα δικαιούτο", δεν αιτιολογεί γιατί ο ανωτέρω σκοπός του αναιρεσιβλήτου δεν μπορούσε να επιτευχθεί με την άσκηση των ανακοπών μόνο από μέρους αυτού, ο οποίος ήταν και ο μόνος που είχε προς τούτο έννομο συμφέρον.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι αποδιδόμενες με αυτούς πιο πάνω αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, το οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτίθεται με σαφήνεια.
Για την ίδια αιτία είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 παρ.1 εδάφιο β' ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο, "δεχόμενο ότι το τίμημα που συμφωνήθηκε για την πώληση, συγκρινόμενο με εκείνο της ελαφρώς υπέρτερης αντικειμενικής αξίας των ακινήτων, ανταποκρίνεται στην αγοραία αξία αυτών, εσφαλμένα χρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας", καθόσον η προβαλλόμενη εσφαλμένη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων και όχι την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού κανόνα του άρθρου 138 ΑΚ. -ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, και 346 Κ.Πολ.Δ.
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την ειδική αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο, μέρος πρώτο, λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του περί εικονικότητας των επιδίκων συμβάσεων πωλήσεως και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων του που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Όπως, όμως, βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί μη εικονικότητας των επιδίκων συμβάσεων πωλήσεως, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο από τους διαδίκους, οι οποίες περιέχονται στα αναφερόμενα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού.
Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με τη ρητή αναφορά στην κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης-αδελφού του αναιρεσείοντος, που γίνεται στην απόφαση, και τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του παραπάνω αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Επομένως ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Συνακόλουθα ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, και κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθόσον δεν προσέδωσε καμιά αποδεικτική δύναμη στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο, μέρος δεύτερο, της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι "η σύμπραξη των διαδίκων στην από κοινού άσκηση των από 20-12-2005 και 19-12-2005 ανακοπών τους οφείλεται στο ότι ο εναγόμενος είχε ήδη ενημερώσει τον ενάγοντα για την πρόθεσή του να ζητήσει απ'αυτόν αποζημίωση, λόγω της ύπαρξης νομικών ελαττωμάτων επί των πωληθέντων ακινήτων", ενώ το περιστατικό αυτό δεν αποδείχθηκε.
Η αιτίαση, όμως, αυτή, αναφέρεται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-2-2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6810/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ