Legislator Case Law & Legislation
477/2009 AI generated

477/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 477/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Απριλίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:10326/2000 προδικαστική, 455/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1700/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Ιουνίου 2007 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

477/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της , καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 477 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 477/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αυγερινό Αλεξίου.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Κωστόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Απριλίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:10326/2000 προδικαστική, 455/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1700/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Ιουνίου 2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 26 Δεκεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚπολΔ και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της , καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.

ΑΠ 30/1997, Ολομ. ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ'άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι οι διάδικοι είχαν συστήσει από το έτος 1979 αφανή εταιρία, με εμφανή εταίρο τον ενάγοντα και αφανή εταίρο τον εναγόμενο, με ποσοστό συμμετοχής σε αυτή κατά 50% ο καθένας.

Κατά τις αρχές Μαΐου 1992 οι διάδικοι αποφάσισαν τη λύση της εταιρίας και προέβησαν σε εκκαθάριση των μεταξύ τους οικονομικών εκκρεμοτήτων. Παρέμενε όμως η εκκρεμότητα της πληρωμής φόρων εισοδήματος για τους μήνες του έτους 1992, κατά τους οποίους λειτούργησε η επιχείρηση (οικονομικό έτος 1993), αλλά και η εκκρεμότητα τυχόν επί πλέον φορολογικών οφειλών, που σχετίζονταν με δραστηριότητες της επιχειρήσεως, από ελέγχους προηγουμένων χρήσεων.

Στα πλαίσια αυτά καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, η οποία έλαβε τη μορφή ιδιωτικού εγγράφου (επιστολής) του εναγομένου, με ημερομηνία 12 Ιανουαρίου 1993, απευθυνομένης προς τον ενάγοντα, με την οποία ο πρώτος δηλώνει προς το δεύτερο, πλην άλλων, ότι ... "β) εάν θα προκύψει, μετ' έλεγχο για τις φορολογικές δηλώσεις των ετών από του 1979 μέχρι και του έτους 1992 οποιαδήποτε οφειλή σας προς το δημόσιο, σχετική με την ως άνω συνεργασία, καθώς και οι φόροι από τη δήλωσή σας εισοδήματος για το οικονομικό έτος 1993 θα με βαρύνουν κατά το ήμισυ και αναλαμβάνω την υποχρέωση να σας καταβάλω την αναλογία μου, όταν και με τον τρόπο που θα υποχρεωθείτε να τα καταβάλετε προς την Εφορία.

Άλλως θα είμαι υπεύθυνος για κάθε θετική και αποθετική σας ζημία". Περαιτέρω δέχεται ως αποδειχθέν ότι το σύνολο των οφειλών από φόρους ανήλθε σε 19.972.276 δρ., όπως παραθέτει αυτό αναλυτικώς, από το οποίο το ήμισυ, δηλαδή ποσό 9.986.138 δρ. ή 29.306,35 ευρώ, βαρύνει τον εναγόμενο. Εν τούτοις υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό 24.021,04 ευρώ, που αντιστοιχεί σε 8.185.170 δρ.

Εξάλλου, ενώ απέρριψε ως αβάσιμη την εκ του άρθρου 300 ΑΚ ένσταση του εναγομένου ως προς τις προσαυξήσεις και τα πρόστιμα που κατέβαλε ο ενάγων, δεν επεδίκασε το ήμισυ αυτών στον ενάγοντα, κατά τα συμφωνηθέντα με τον εναγόμενο. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τα ζητήματα αυτά.

Επομένως ο πρώτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, πλην των πρότερον δικασάντων (άρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 1700/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ