477/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 477 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 477/2007
Legislator headnote
AI generated477/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 477 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 477/2007
Full text
Απόφαση 477 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 477/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 2) ..... 3) Χ2 4) ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Σταυριανό.
Του αναιρεσίβλητου: ...... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλεξανδρόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1406/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7074/1999 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1272/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 6426/2003 και 1448/2005 οριστική απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/2/2006 αίτησή τους και τους από 20/12/2006 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 12/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 7/2/2006 αίτησης αναίρεσης και των από 20/12/2006 προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 532, 533 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τα δια της έφεσης και των προσθέτων λόγων καθοριζόμενα όρια. Το βάσιμο ή μη των λόγων της έφεσης κρίνεται από το Εφετείο με βάση το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκείνο που προσκομίσθηκε από τους διαδίκους στη κατ΄ έφεση δίκη υπό τις προϋποθέσεις και τους ορισμούς του άρθρου 529 ΚΠολΔ. Το Εφετείο όμως, κατ΄ ορθήν έννοια των άνω διατάξεων, συνδυαζομένων και με εκείνη του άρθρου 245 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν κωλύεται για την κατά τη κρίση του ολοκλήρωση της έρευνας περί της βασιμότητας του λόγου της έφεσης και την καλύτερη διάγνωση της διαφοράς, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, να διατάξει νέες ή συμπληρωματικές αποδείξεις δια των αναφερομένων στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και η εξέταση των διαδίκων ώστε, μετ΄ εκτίμηση των άνω νέων αποδείξεων και εκείνων που εκτιμήθηκαν από την εκκαλούμενη απόφαση, να κρίνει αν η τελευταία είναι εσφαλμένη και σε καταφατική περίπτωση να την εξαφανίσει κατ΄ άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, κρινομένου ως βάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης (Ολ. ΑΠ 1285/1982). Σύμφωνα με τ΄ ανωτέρω το δικάσαν Εφετείο, το οποίο με την συμπροσβαλλόμενη με αριθμό 6426/2003 παρεμπίπτουσα απόφασή του μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης των αναιρεσειόντων, επιφυλάχθηκε να αποφανθεί επί της ουσιαστικής βασιμότητας αυτής και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης προκειμένου να εμφανισθούν και να εξετασθούν ακόμη και ενόρκως αν χρειαζόταν οι διάδικοι, καθώς και οι αναφερόμενοι μάρτυρες, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, με εξαίρεση τις αναφερόμενες περιπτώσεις είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, οι αναιρεσείοντες με την έφεσή τους κατά της 1406/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησαν την εξαφάνιση αυτής και την απόρριψη της εναντίον της αγωγής του αναιρεσιβλήτου ένεκα, α) ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων για την εκδίκαση της διαφοράς, καθισταμένων αρμοδίων των δικαστηρίων της Ρουμανίας, β) εσφαλμένης εφαρμογής του ελληνικού δικαίου, αντί του αρμόζοντος εξ όλων των ειδικών συνθηκών και σύμφωνα με τις υπερεθνικές διατάξεις της Σύμβασης της Ρώμης, που έχει αυξημένη τυπική ισχύ (άρθρ. 28 του Συντάγματος) ρουμανικού δικαίου΄ και γ) παντελούς ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς τους αφού ουδέποτε υπήρξαν εργοδότες του (εφεσιβλήτου) ούτε είχαν εξουσιοδοτήσει τον επίσης εναγόμενο Ζ1 να συνάπτει συμβάσεις εργασίας με τρίτους, επ΄ ονόματι και για λογαριασμό τους. Επομένως το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη οριστική απόφασή του απέρριψε κατ΄ ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων, χωρίς να ασχοληθεί με την βασιμότητα των επιμέρους κονδυλίων της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, γιατί, όπως διέλαβε, ουδεμία αιτίαση προέβαλαν οι εκκαλούντες με την έφεσή τους για τα άνω κονδύλια και τον τρόπο υπολογισμού τους, δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα εναντία είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη, ή δεν συνάγεται αδιστάκτως ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη πραγματικών περιστατικών που κατά την έννοια του άρθρου 335 ΚΠολΔ, ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 42/2002). Εξάλλου, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί μη προσκομιδής αποδεικτικού μέσου, ως αναγομένη σε πράγματα, δεν υπόκειται κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε καθόλου υπόψη ή δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο με αρ. 1-13 έγγραφα, τα οποία, κατά τα εκτιθέμενα οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν με τις από 2-12-2002 προτάσεις τους στο Εφετείο και προσκόμισαν νομοτύπως, προκειμένου ν' αποδείξουν ότι ουδεμία εργασιακή σχέση τους συνέδεε με τον αναιρεσίβλητο. Ωστόσο με την από 6429/2003 παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου που εκδόθηκε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης για την οποία υποβλήθηκαν οι άνω προτάσεις των αναιρεσειόντων και η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, βεβαιώνεται ότι οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως "μόνο το από 21.3.1996 Συνεταιριστικό Συμβόλαιο μεταξύ των προαναφερομένων εταιρειών PAN ROM SRL και BYZANTINO IMPEX SRL", δηλαδή το αναφερόμενο στο αναιρετήριο υπ' αριθμ. 7 έγγραφο, το οποίο το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη οριστική απόφασή του, έλαβε υπόψη. Επομένως ο παραπάνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 4 του ν. 2915/2001, η μεταβολή της βάσης της αγωγής είναι απαράδεκτη, μέχρις όμως της πρώτης συζήτησης της αγωγής μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής. Κατά δε το άρθρο 526 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη στην κατ΄ έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ο αντίδικος συναινεί. Εντεύθεν η απόφαση που δέχεται την αγωγή κατά την απαραδέκτως μεταβληθείσα βάση της υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου. Για να είναι όμως ορισμένος κατά τα άρθρα 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ ο σχετικός λόγος αναίρεσης θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε σε περιστατικά που αποτελούν ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής. Ενόψει αυτών ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 14 και 8 ΚΠολΔ α) με το να μη κηρύξει απαράδεκτη την μεταβολή της βάσης της αγωγής του αναιρεσιβλήτου στην οποία αυτός προέβη, ισχυριζόμενος με τις πρωτόδικες και τις κατ΄ έφεση προτάσεις του ότι οι αναιρεσείοντες ως εργοδότες του μαζί με τον επίσης εναγόμενο Ζ1, είχαν συστήσει αφανή εταιρία με σκοπό την εκμετάλλευση του κέντρου στο οποίο είχε προσληφθεί για να παρέχει τις υπηρεσίες του ενώ κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή αυτοί υπήρξαν ατομικά και ο καθένας ξεχωριστά εργοδότες του και β) με το να μη λάβει υπόψη τον περί απαραδέκτου μεταβολής της βάσης της αγωγής ισχυρισμό αυτών, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 211 και 212 ΑΚ προκύπτει ότι για να ενεργήσει η δήλωση βούλησης αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, πρέπει εκείνος που συμβλήθηκε ως αντιπρόσωπος να επιχειρήσει τη δικαιοπραξία στο όνομα εκείνου, καθιστώντας φανερό στον αντισυμβαλλόμενο ότι η εκ της δικαιοπραξίας ενέργεια θέλει να παραχθεί όχι για τον εαυτό του, αλλά δια τον αντιπροσωπευόμενο, της περί αυτού δήλωσης δυνάμενης να διατυπωθεί ρητώς ή να συνάγεται από τις περιστάσεις. Στη περίπτωση δε που δεν μπορεί να διαγνωσθεί ερμηνευτικά, κατ΄ εφαρμογή των κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ότι ο αντιπρόσωπος ενεργεί στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, τότε, κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 212 ΑΚ θεωρείται ότι αυτός ενεργεί στο όνομά του. Εξάλλου για να ιδρυθεί ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, δηλαδή των γενικών κανόνων που τίθενται από τα ανωτέρω άρθρα 173 και 200 ΑΚ, οι οποίοι αφορούν την αναζήτηση κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών της αληθινής βούλησης των μερών χωρίς προσήλωση στις λέξεις και την ερμηνεία των συμβάσεων όπως απαιτεί η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να διέγνωσε έστω και έμμεσα κατά την ανέλεγκτη κρίση του, κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις των συμβαλλομένων, οπότε και μόνον έχουν εφαρμογή οι άνω κανόνες και να παρέλειψε να προσφύγει σ΄ αυτούς προς ανεύρεση της αληθινής βούλησης των μερών. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται και όταν αυτή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα τέτοιος λόγος δεν ιδρύεται όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου απ΄ αυτές πορίσματος, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς, γιατί η κρίση του αυτή είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με την ιδιότητα των αναιρεσειόντων ως εργοδοτών του αναιρεσιβλήτου και την εντεύθεν παθητική νομιμοποίηση αυτών στην άσκηση της ένδικης αγωγής, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής "Στις 25.10.1996 στην Αθήνα καταρτίσθηκε προφορικά σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ του ενάγοντος και του δευτέρου εναγομένου Ζ1, ο οποίος στη σύμβαση αυτή συμβλήθηκε για τον εαυτό του ατομικά και ως αντιπρόσωπος, κατ΄ εντολή και για λογαριασμό όλων των άλλων εναγομένων. Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή, ο ενάγων προσλήφθηκε για να εργαστεί ως τραγουδιστής καθημερινά, εκτός από κάθε Δευτέρα, από ώρα 23.30 μέχρι ώρα 04.30 της επομένης, στο νυχτερινό κέντρο διασκεδάσεως "....", που βρίσκεται στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας, αντί ημερομισθίου 123 δολαρίων ΗΠΑ, έως τις 15.6.1997. Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής ο ενάγων μετέβη στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας και εργάσθηκε...... στο παραπάνω κέντρο διασκεδάσεως..... έως τις 2.5.1997 που αναγκάσθηκε να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του για σπουδαίο λόγο, οφειλόμενο σε αθέτηση εκ μέρους των εναγομένων των έναντι αυτού συμβατικών τους υποχρεώσεων, ιδίως όσον αφορά την καταβολή των δεδουλευμένων ημερομισθίων του. Κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, που εργάσθηκε ο ενάγων στο εν λόγω κέντρο διασκεδάσεως, οι εναγόμενοι ασκούσαν όλες τις διευθυντικές αρμοδιότητες σε όλο το φάσμα των εργασιών του κέντρου και εμφανίζονταν ως αποκλειστικοί υπεύθυνοι για την επιχείρηση αυτή. ΄Ηταν παρόντες (οι εναγόμενοι) επί καθημερινής βάσεως στο κέντρο, με εξαίρεση μόνο τον Χ1, ο οποίος δεν ήταν κάθε μέρα εκεί, οι εναγόμενοι έκαναν τις προσλήψεις και απέλυαν το προσωπικό, οι ίδιοι πλήρωναν τον ενάγοντα, όπως και τους άλλους εργαζομένους στο ως άνω κέντρο διασκεδάσεως, οι οποίοι (εργαζόμενοι) από τους εναγομένους έπαιρναν εντολές και οδηγίες για την εργασία τους.....". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο εφάρμοσε σωστά και δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 211 ΑΚ. Επομένως ο δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων κατά το πρώτο μέρος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια της παραβιάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173, 200 και 212 ΑΚ δια της μη καταφυγής σ΄ αυτούς προκειμένου να διαπιστωθεί αν κατά τη σύναψη της εργασιακής σύμβασης του αναιρεσιβλήτου ο Ζ1 ενήργησε για λογαριασμό των αναιρεσειόντων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλομένης δεν προκύπτει διαπίστωση από το Εφετείο, κενού ή ασάφειας στη δικαιοπρακτική δήλωση του ανωτέρω συμβληθέντος. Εξάλλου το Εφετείο διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες και κατέληξε σε σαφές αποδεικτικό πόρισμα περί του ότι ο άνω Ζ1 κατά τη σύναψη της εργασιακής σύμβασης του αναιρεσιβλήτου ενεργούσε και για λογαριασμό των αναιρεσειόντων και εντεύθεν περί της ιδιότητας αυτών ως εργοδοτών του αναιρεσιβλήτου. Επομένως ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος του δικογράφου των προσθέτων κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης διότι σε σχέση με τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησής τους διέλαβε ανύπαρκτες άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθότι δεν μνημονεύει κανένα πραγματικό γεγονός από το οποίο να συνάγεται η εκπροσώπηση των αναιρεσειόντων κατά τη σύναψη της άνω σύμβασης εργασίας, από τον Ζ1, ειδικότερα δε δεν αναφέρεται σ΄ αυτή (απόφαση) ότι η δήλωση - πρόταση του ανωτέρω προς τον αναιρεσίβλητο, έγινε ρητά στο όνομά τους, ούτε μνημονεύονται περιστατικά εκ των οποίων να δημιουργήθηκε στον αναιρεσίβλητο η πεποίθηση ότι ο Ζ1 κατά τον άνω χρόνο ενεργούσε και ως αντιπρόσωπός τους, ελλείψεις όμως που ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση αυτών και όχι στην υπαγωγή των δεκτών γενομένων, ως αποδειχθέντων, στον κανόνα του άρθρου 211 ΑΚ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος της παραμορφώσεως εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο κατάδηλα διαφορετικό από το αληθινό και καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης νοούνται τα αποδεικτικά έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ και συνεπώς δεν θεωρούνται έγγραφα με την εν λόγω έννοια τα διαδικαστικά, στα οποία περιλαμβάνονται τα πρακτικά της δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων και των διαδίκων. Ενόψει αυτών ο τρίτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ παραμορφώνοντας κατά τα εκτιθέμενα, τα με αριθμ. 1406/1998 πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σε σχέση με την καταχωρημένη σ΄ αυτά ανωμοτί κατάθεση του εκ των αναιρεσειόντων Χ2 είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 7.2.2006 αίτηση και τους από 20.12.2006 προσθέτους λόγους των Χ1, .... , Χ2 και .... , για αναίρεση της 1448/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ