Legislator Case Law & Legislation
477/2006 AI generated

477/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 477/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Εφέτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη – Εισηγητή και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

477/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εξαναγκασμός ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβίασης έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής, δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο ή ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διάθεσης με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζόμενου και να οδηγηθεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή.

Keywords

AI generated
pecuniary penalties extortion of excessive official fees disciplinary action financial hardship reimbursement of costs capacity to incur bill liability
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 477 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 477/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Στ΄ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Εφέτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη – Εισηγητή και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου .... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπεσίρη, περί αναιρέσεως της 3110/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουλίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1402/2005.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 385 παρ. 1 περ. β΄ Π.Κ. όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το αρθρ. 1 παρ. 10 του Ν. 2408/1996, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου, ή άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, αν δε μεταχειρίσθηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματός του, ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

Αν δε τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατά συνήθεια ή κατ' επάγγελμα τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της μεν αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της εκβίασης απαιτείται εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη παράλειψη ή ανοχή βλαπτική για την περιουσία του, με βία ή με απειλή ικανή να αποκλείσει την αυτοπροαίρετη απόφασή του, της δε υποκειμενικής του υπόστασης γνώση του δράστη ότι με την ασκούμενη βία ή απειλή περιάγεται το παθητικό υποκείμενο σε καταναγκαστική κατάσταση, θέληση του δράστη να εξαναγκάσει τον παθόντα σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του ίδιου ή άλλου και επί πλέον σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος.

Ο εξαναγκασμός ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβίασης έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής, δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο ή ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διάθεσης με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζόμενου και να οδηγηθεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή.

Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί έκφραση του παρεχομένου από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 361 του Α.Κ. στο πρόσωπο δικαιώματος της βουλήσεώς του και τις ελευθερίες στις συναλλαγές. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως, ή και εμμέσως να έχει μεταβιβαστεί και με άλλον, μπορεί δε να συνίσταται και στην παράλειψη εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης, αρκεί να είναι ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης του εξαναγκαζόμενου.

Είναι αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει, ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάσθηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ.

Δ΄ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως όταν σ'αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο, υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινή διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Δεν ιδρύουν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ.

ε΄ του Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ'αυτή από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν ο δικαστής, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ποινικής διατάξεως, που συνιστά λόγο αναίρεσης υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται σ'αυτή δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: Ο πρώτος κατηγορούμενος .... είναι από το έτος 1979 Πρόεδρος του Δ.Σ.

του σωματείου υπό την επωνυμία «..... » που εδρεύει στον ομώνυμο Δήμο. Το Σωματείο έχει στην αποκλειστική του χρήση ένα κυλικείο, εκτός των χώρων και εγκαταστάσεών του στην .... . ενώ έχει και στην κυριότητα νομή και κατοχή του τα εντός αυτού (κυλικείου) κινητά πράγματα, έπιπλα και εγκαταστάσεις. Ο .... . δια του από 7-4-1988 ιδιωτικού συμφωνητικού χρησιδανείου, εκπροσωπούμενος υπό του ανωτέρω .... , παρεχώρησε «τιμής ένεκεν… και χωρίς αντάλλαγμα τη χρήση και εκμετάλλευση του άνω κυλικείου μετά των εις αυτό πραγμάτων, σκευών, μηχανημάτων και εγκαταστάσεων προς την Ο.Ε.

με την επωνυμία «..... Ο.Ε.», με ομορρύθμους εταίρους ... και ....., οι οποίοι είναι αθλητές του σωματείου και έχουν πολλάκις διακριθεί… Η διάρκεια του χρησιδανείου ορίσθη… από 7-4-98 – 6-4-2000… Και ενώ οι ανωτέρω χρησάμενοι ανακαίνισαν και επισκεύασαν τον χώρο του κυλικείου και άρχισαν να τον λειτουργούν, ο δεύτερος κατηγορούμενος ....

τον Ιού(ν)ιο 1998 εξηνάγκασε τους ανωτέρω ... και .... , να του καταβάλουν 100.000 δρχ. μηνιαίως με την απειλή ότι αν δεν το πράξουν ο πατήρ του (πρώτος κατ/νος) δεν θα επιτρέπει εις αυτούς να λειτουργούν το κυλικείο και θα καταγγείλει προώρως τη σύμβαση χρησιδανείου αυτού. Ούτω προκειμένου να αποτραπεί το τελευταίο οι εγκαλούντες ως άνω κατέβαλαν εις τον δεύτερο κατ/νο το ποσό των 100.000 δρχ.

μηνιαίως μέχρι του μηνός Απριλίου 2000, ότε έληγε η σύβαση προκειμένου να εξακολουθήσει να λειτουργεί η επιχείρησή τους και διότι δεν είχαν ετέραν επαγγελματικήν απασχόληση δεδομένου ότι ησχολούντο με προετοιμασία για την Ολυμπιάδα του 2000 και αντιμετώπιζαν μεγάλα οικονομικά προβλήματα. Ο ίδιος δεύτερος κατηγορούμενος περί τας αρχάς Απριλίου 2000 εξηνάγκασε τους εκγαλούντας να του καταβάλουν 600.000 δρχ.

με την απειλή ότι αν δεν προβούν εις την καταβολή του ποσού τούτου, δεν θα ανανεωθεί η σύμβαση χρησιδανείου, η οποία μετά ταύτα ανανεώθη… Όμως και μετά την ανανέωση της συμβάσεως χρησιδανείου την 14-4-2000 ο ίδιος… απεπειράθη να εκβιάσει τους άνω… δια της καταβολής εις αυτόν 300.000 δρχ. μηνιαίως για την περαιτέρω λειτουργία του κυλικείου χωρίς όμως αυτοί να υποκύψουν εις την… απειλήν και χωρίς εντεύθεν να επέλθει η περιουσιακή τους βλάβη ή ζημία… ου ένεκε και καταγγέλθη η σύμβαση χρησιδανείου.

Ο ... ισχυρίζεται ότι το πήρε το ποσό αυτό των 100.000… αλλ' όχι για να τους εκβιάσει αλλά διότι… ο ισχυρισμός αυτός δεν πείθει καθόσον εξ ουδενός στοιχείου απεδείχθη…. Μετά πάντα ταύτα πρέπει ο .... δεύτερος κατ/νος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης εις αυτήν πράξης της εκβίασης τετελεσμένης και σε απόπειρα τελεσθείσης κατ' εξακολούθηση….».

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αυτό για τις πράξεις της εκβιάσεως τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατ' εξακολούθηση και επέβαλε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 15 μηνών, η οποία μετετράπη σε χρηματική προς 4.40 Ευρώ για κάθε ημέρα. Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και τέλος τις σκέψεις με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 385 παρ. 1 εδ.

β και 27 Π.Κ. Ειδικότερα καθόσον αφορά τις προβαλλόμενες αιτιάσεις κατά τις οποίες το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του α) τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και μηνυτών οι οποίοι καταθέτουν με σαφήνεια ότι ο ίδιος δεν είχε κανένα δόλο για το αποδιδόμενο σ'αυτόν αδίκημα, ότι οι ίδιοι καταγγέλοντες (μηνυτές) έχουν σχηματίσει την πεποίθηση ότι όλα όσα κατηγγέλθησαν οφείλονται σε παρεξήγηση και ότι αντιφατικά η προσβαλλομένη δέχεται ότι η ίδια κατάθεση λειτουργεί αφενός μεν εις βάρος του, αφετέρου προς όφελος του συγκατηγορούμενού του, το εφετείο ακόμη δεν έλαβε υπόψη του έγγραφο συμφωνητικό που συνετάγη μεταξύ αυτού και μηνυτών που περιλαμβάνονται εγγράφως οι δηλώσεις των μηνυτών περί ελλείψεως δόλου εκβίασης τους.

β) ότι ελλείποντος του στοιχείου του δόλου, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της εκβίασης, κακώς εφαρμόσθηκε η ουσιαστική ποινική διάταξη που προβλέπει και τιμωρεί το αδίκημα για το οποίο παρεπέμφθηκε καθόσον οι ως άνω μηνυτές είχαν κάθε δικαίωμα να δηλώσουν ότι μετά από νέα έρευνα και εκτίμηση της υπόθεσης κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι καμία εκβίαση δεν τελέσθηκε εις βάρος τους και ότι όλα όσα καταγγέλθηκαν οφειλόταν σε παρεξήγηση είναι απορριπτέες, η υπό (α) ως απαράδεκτη διότι πλήττει την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων και η υπό (β) διότι υπό την επίφαση της κακής εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που δεν αναφέρεται και σε τι συνίσταται αυτή, επίσης πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και είναι επίσης απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Μετά ταύτα πρέπει ν'απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ΄ και Ε΄ λόγοι της αίτησης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, καθώς και η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της.

Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1 Ιουλίου 2005 αίτηση του .... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3110/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ