Legislator Case Law & Legislation
476/2022 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal against single-member court ruling on Christmas and Easter holiday pay and salary differences.

Case Number 476/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by a public legal entity against a single-member court decision. The plaintiffs argued for Christmas, Easter, and annual leave payments for 2016-2018, while the defendant entity contested these claims. The court set aside the lower court's ruling on specific holiday and salary payments but maintained the case regarding other claims.

Legislator headnote

AI generated

Articles 568, 83, 179 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially set aside a lower court decision when the appeal demonstrates errors in the calculation or application of specific statutory benefits, while retaining the case for unresolved claims.

Keywords

AI generated
Christmas and Easter pay annual leave entitlement salary differences public legal entity single-member court appeal against judgment statutory benefits

Cited Legislation

AI generated
Article 568 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 83 paragraphs 2 and 3 of Law 4790/2021
Article 26 of Law 4792/2021
Article 179 paragraph a of the Code of Civil Procedure
Article 8 of Law 4842/2021
Article 116 paragraph 1 section b of Law 4842/2021
Article 65 of Law 4871/2021

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 476 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 476/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

Α)Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Κέντρο Κοινωνικής Προστασίας και Αλληλεγγύης Δήμου Νάουσας", που εδρεύει στη Νάουσα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαστεργίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) … και 36) …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόκτιστο Πιπερόπουλο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Κέντρο Κοινωνικής Προστασίας και Αλληλεγγύης Δήμου Νάουσας", που εδρεύει στη Νάουσα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαστεργίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/5/2018 αγωγή των ήδη Α αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νάουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 14/ΕΡ-ΔΙ/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το Α' νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την από 13/8/2020 αίτησή του και οι Β' αναιρεσείοντες με την από 14/9/2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των ως άνω φυσικών προσώπων ζήτησε την απόρριψη της από 13/8/2020 αίτησης του αντιδίκου τους και την παραδοχή της από 14/9/2020 αίτησης τους, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρονται προς συζήτηση α) η από 13η Αυγούστου 2020 με αριθ. καταθ. 89/ΑΝΡ/14.8.2020 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΔΗΜΟΥ ΝΑΟΥΣΑΣ", κατόπιν της από 10.5.2021 πράξης της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ 48/Α/31-3-2021), σε συνδυασμό με το άρθρο 568 παρ.2 του ΚΠολΔ, το άρθρο 26 του Ν. 4792/2021 (ΦΕΚ 4/Α/9-4-2021) και τη με αριθμό 39/12.4.2021 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, ύστερα από τη ματαίωση της συζήτησής της κατά τη δικάσιμο στις 23.2.2021 λόγω προσωρινής αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων της Επικράτειας, δυνάμει της Κοινής Υπουργικής Απόφασης με αριθμ.

Δ1α/Γ.Π.οικ. 10969/2021 (ΦΕΚ 648/Β/20.2.2021) και την εγγραφή της στο οικείο πινάκιο από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου για τη δικάσιμο στις 14.9.2021, κατά την οποία αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, β) η από 14η Σεπτεμβρίου 2020 με αριθ. καταθ. 103/ΑΝΡ/14.9.2020 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων κατόπιν της από 21.5.2021 πράξης της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ 48/Α/31-3-2021), σε συνδυασμό με το άρθρο 568 παρ.2 του ΚΠολΔ, ύστερα από τη ματαίωση της συζήτησής της κατά τη δικάσιμο της 13.4.2021, λόγω προσωρινής αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων της Επικράτειας, δυνάμει της Κοινής Υπουργικής Απόφασης με αριθμ.

Δ1α/Γ.Π.οικ. 22439/2021 (ΦΕΚ 1441/Β/10.4.2021) και την εγγραφή της στο οικείο πινάκιο από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με τις οποίες (αιτήσεις αναίρεσης) προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 14/ΕΡ-ΔΙ/6.7.2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας.

Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, το οποίο, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, με τη συνεκδίκασή τους δε, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους (άρθρο 577 παρ 3 ΚΠολΔ).

Aπό την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ.. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής : Με την από 22.5.2018 με αριθ. καταθ. 45/22.5.2018 αγωγή σαράντα (40) σε αριθμό εναγόντων, ήδη αναιρεσίβλητων και αναιρεσειόντων (πλην των 34ης, 35ης, 36ης και 40ης εναγουσών που δεν είναι αναιρεσείουσες στην από 14.9.2020 αίτηση) κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ., οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι α) οι 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 7η, 9η, 10ος, 11η, 12η, 13η, 15ος, 16η, 17η, 18η, 20η, 22η, 23η, 25η, 27η, 28η, 29η, 30η, 31η, 32η, 33ος και 37ος από αυτούς εργάζονταν αρχικά στη κοινωφελή επιχείρηση με την επωνυμία "Κοινωφελής Επιχείρηση Δημοτικού Πολιτιστικού Οργανισμού Νάουσας" με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου κατά τα αναγραφόμενα σ'αυτή χρονικά διαστήματα, ότι ως προς τους 1η, 2η, 5η, 11η, 12η, 17η, 22η, 27η και 30η από αυτούς οι συμβάσεις τους μετατράπηκαν σε αορίστου χρόνου δυνάμει της με αριθμ. 19/1.2.2010 απόφασης του ΑΣΕΠ και ότι ως προς τον 33ο η σύμβασή του από 1.11.2011 μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, β) οι 19η, 21η, 26η, 38η και 39η από αυτούς, εργάζονταν αρχικά στη δημοτική επιχείρηση με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ανάπτυξης Δήμου Ειρηνούπολης" με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου κατά τα αναγραφόμενα σ'αυτή χρονικά διαστήματα, γ) οι 8η, 14η και 24η από αυτούς εργάζονταν αρχικά στη δημοτική επιχείρηση με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ανάπτυξης Δήμου Ανθεμίων" με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου κατά τα αναφερόμενα σ'αυτή διαστήματα.

Ότι με την υπ' αριθμ. 68/2011 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Νάουσας (ΦΕΚΒ 961/24.5.2011) οι δραστηριότητες όλων των ως άνω δημοτικών κοινωφελών επιχειρήσεων περιήλθαν στο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Κοινωφελής Επιχείρηση Πολιτισμού Αθλητισμού και Περιβάλλοντος Δήμου Νάουσας", στο οποίο αυτοί συνέχισαν να εργάζονται.

Ότι ακολούθως με την υπ'αριθμ. 105/2012 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Νάουσας (ΦΕΚΒ 1801/8.6.2012) λύθηκε η ως άνω κοινωφελής επιχείρηση και η ανάληψη των δραστηριοτήτων της ανατέθηκε στο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Κέντρο Κοινωνικής Προστασίας και Αλληλεγγύης Δήμου Νάουσας", ότι με τη υπ'αριθμ.235/2012 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Νάουσας αποφασίσθηκε η μεταφορά των θέσεων εργασίας τους στο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.

το οποίο με την υπ'αριθμ. 45/2012 απόφαση του Δ.Σ αυτού την αποδέχθηκε με τη σύσταση προσωρινών προσωποπαγών θέσεων ιδιωτικού δικαίου (ΦΕΚ Β 2371/24.8.2012) και ότι τέλος κατόπιν της υπ'αριθμ. 7/2013 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Νάουσας τροποποιήθηκε η υπ' αριθμ. 235/2012 απόφασή του ως προς τη μεταφορά των θέσεων των 1ης, 2ης, 5ης, 11ης, 12ης, 17ης, 22ης, 27ης και 30ης από αυτούς από θέσεις ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου και ότι αυτοί συνέχισαν να εργάζονται στο εναγόμενο νομικό πρόσωπο με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ορισμένου και αορίστου χρόνου, κατά τις ως άνω διακρίσεις.

Ότι η 34η από αυτούς αρχικά εργαζόταν από το έτος 2000 με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο Δήμο Πειραιά και ότι από 9.9.2014 μετατάχθηκε στο εναγόμενο ΝΠΔΔ,, ότι οι 35η και 36η από αυτούς εργάζονται από 9.10.2017 με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου στο εναγόμενο, ότι η 39η εργάζεται από 2.6.2016 ως μόνιμη υπάλληλος του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ και ότι η 40η μεταφέρθηκε με την υπ'αριθμ. 235/2012 απόφαση του Δ/Σ του Δήμου Νάουσας στο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.

και έκτοτε εργάζεται σ'αυτό με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ότι το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. υπολόγιζε τις αποδοχές τους με βάσει τις διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου, όπως κάθε φορά ίσχυαν, χωρίς να λαμβάνει υπόψη την προϋπηρεσία που είχαν ως εργαζόμενοι στις ως άνω κοινωφελείς επιχειρήσεις πριν να μεταφερθούν σ'αυτό το Αύγουστο του έτους 2012.

Ότι το εναγόμενο αρνείται την αναγνώριση της προϋπηρεσίας που διήνυσαν στις προαναφερθείσες κοινωφελείς επιχειρήσεις, που είναι προϋπηρεσία που έχει διανυθεί στο δημόσιο τομέα, επικαλούμενο τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.4 του ν. 4024/2011, με την οποία προβλεπόταν η έκδοση προεδρικού διατάγματος για την αναγνώριση της προϋπηρεσίας εργαζομένου στον ιδιωτικό τομέα για τη βαθμολογική και μισθολογική του ένταξη και εξέλιξη.

Ότι με βάση το χρόνο προϋπηρεσίας τους στις ως άνω κοινωφελείς επιχειρήσεις και την εξ αυτού (χρόνου προϋπηρεσίας) κατάταξή τους στα ορθά μισθολογικά κλιμάκια προκύπτουν για αυτούς, πλην της 34ης, της 35ης, της 36ης και της 40ης, οι αναγραφόμενες σ'αυτή μισθολογικές διαφορές για το χρονικό διάστημα από 1.1.2016 έως 31.12.2017.

Ότι επιπρόσθετα και κατ'εφαρμογή του ν. 4093/2012 καταργήθηκε η καταβολή των επιδομάτων εορτών και αδείας, κατάργηση που αντίκεινται στη συνταγματική αρχή της ισότητας που καθορίζεται με το άρθρο 4 του Συντάγματος, αφού τα ως άνω επιδόματα συνεχίζουν να καταβάλλονται και στον ιδιωτικό τομέα και επιπρόσθετα αντίκειται και στη διάταξη του άρθρου 106 παρ.1 του Συντάγματος με την οποία συνάγεται η υποχρέωση του Κράτους για ίση κατανομή των φορολογικών βαρών.

Με βάση αυτό το ιστορικό ζητούσαν α) οι 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 7η, 8η, 9η, 10ος, 11η, 12η, 13η, 14η, 15ος, 16η, 17η, 18η, 19η, 20η, 21η, 22η, 23η, 24η, 25η, 26η, 27η, 28η, 29η, 30η, 31η, 32η, 33ος, 37ος, 38η και 39η ενάγοντες (πλην των 34ης, 35ης, 36ης και 40ης εναγουσών) με την κυρία βάση της αγωγής από τη σύμβαση εργασίας τους, με την πρώτη επικουρική βάση αυτής από τις διατάξεις των άρθρων 105, 106 του Εισ.ΝΑΚ και με τη δεύτερη επικουρική βάση αυτής από τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού να τους καταβληθούν οι αναγραφόμενες σ'αυτή μισθολογικές διαφορές των αποδοχών τους για το χρονικό διάστημα από 1.1.2016 έως 31.12.2017 με το νόμιμο τόκο και β) οι 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 7η, 8η, 9η, 10ος, 11η, 12η, 13η, 14η, 15ος, 16η, 17η, 19η, 20η, 21η, 22η, 23η, 24η, 25η, 26η, 27η, 28η, 29η, 30η, 31η, 32η, 33ος, 34η, 35η, 36η, 37ος, 38η, 39η και 40η ενάγοντες (πλην της 18ης ενάγουσας) ζητούσαν με την κυρία βάση της αγωγής από τη σύμβαση εργασίας τους και με την πρώτη επικουρική βάση αυτής από τις διατάξεις των άρθρων 105, 106 του Εισ.ΝΑΚ να τους καταβληθούν τα αναγραφόμενα σ'αυτή ποσά για επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2016 και 2017 και για επίδομα εορτής Πάσχα του έτους 2018 με το νόμιμο τόκο.

Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 69/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νάουσας, ερήμην του εναγομένου ΝΠΔΔ, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών με την οποία απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες οι ως άνω επικουρικές βάσεις της αγωγής, έγινε δεκτή η αγωγή ως προς την κυρία βάση της ως κατ'ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε το εναγόμενο ΝΠΔΔ να καταβάλει στους ενάγοντες για διαφορές αποδοχών (πλην των 34ης, 35ης, 36ης και 40ης εναγουσών) και για επιδόματα εορτών και αδείας (πλην της 18ης ενάγουσας) τα επιδικασθέντα σε έκαστο από αυτούς ποσά με το νόμιμο τόκο.

Επί της ασκηθείσας από το εναγόμενο από 5.11.2018 με αριθ. καταθ. 33/5.11.2018 έφεσης και επί της ασκηθείσας από τους ενάγοντες από 7.11.2018 με αριθ. κατάθ. 34/7.11.2018 έφεσης, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλομένη με αριθμ. 14/ΕΡ-ΔΙ/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας. Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που δίκασε κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, έκρινε ότι η από 22.5.2018 αγωγή των εναγόντων α) είναι ορισμένη και νόμιμη ως προς την κυρία βάση της στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 346, 361, 648 επ.

ΑΚ, 16 του Ν. 4016/2011 και 176 του ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος της 18ης ενάγουσας ως προς το επί μέρους αιτούμενο από αυτή ποσό των 2.250 ευρώ το οποίο έκρινε αόριστο καθότι δεν προέκυπτε η αιτία για την οποία το ζητούσε, β) είναι μη νόμιμη ως προς την πρώτη επικουρική βάση από τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, γ) είναι αόριστη ως προς τη δεύτερη επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Περαιτέρω το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε α) ότι είναι αντισυνταγματική η διάταξη της Υποπαραγράφου Γ.1 περιπτ. 1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 με την οποία καταργήθηκαν τα επιδόματα εορτών και αδείας στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ κλπ από 1.1.2013 με την αιτιολογία ότι "η ανωτέρω διάταξη τυγχάνει ανεφάρμοστη ως αντικείμενη στο Σύνταγμα και στις έχουσες υπερνομοθετική ισχύ διατάξεις των διεθνών συνθηκών, καθότι στερεί το δικαιούμενο, ικανοποιητικό και αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης χαμηλόμισθων ελλήνων μισθωτών", απορρίπτοντας το σχετικό δεύτερο λόγο έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος ΝΠΔΔ περί συνταγματικότητας της ως άνω διάταξης ως κατ'ουσία αβάσιμο, β) ότι η εργασία που παρείχαν οι ενάγοντες στις κοινωφελείς δημοτικές επιχειρήσεις δεν συνιστά εργασία που θεωρείται ότι παρέχεται στο δημόσιο τομέα αλλά στον ιδιωτικό τομέα, καθότι αυτές δεν υπάγονται στην κατηγορία των Ο.Τ.Α., ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα από τον οποίο ρητώς εξαιρούνται, απορρίπτοντας το μοναδικό λόγο έφεσης των εναγόντων-εκκαλούντων με τον οποίο ισχυρίζονταν ότι η ως άνω εργασία παρεχόταν στο δημόσιο τομέα, ως κατ'ουσία αβάσιμο, γ) ότι έχουν υποπέσει στην διετή παραγραφή του άρθρου 140 παρ.3 του ν. 4270/2014 οι αξιώσεις των εναγόντων για μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 1.1.2016 έως και 30.4.2016 και η αξίωση για καταβολή του επιδόματος Πάσχα του έτους 2016, κάνοντας δεκτό ως βάσιμο κατ'ουσία το σχετικό λόγο έφεσης του εναγομένου.

Τέλος το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την από 7.11.2018 έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την από 5.11.2018 έφεση του εναγομένου-εκκαλούντος νομικού προσώπου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την από 22.5.2018 αγωγή α) έκανε δεκτές ως κατ'ουσία βάσιμες τις αξιώσεις των εναγόντων (πλην των 34ης, 35ης, 36ης, και 40ης εναγουσών) για επιδίκαση μισθολογικών διαφορών για το χρονικό διάστημα από 1.5.2016 έως 31.12.2017 και επιδίκασε στην 1η ενάγουσα το ποσό των 3.600 ευρώ, στην 2η ενάγουσα το ποσό των 3.440 ευρώ, στην 3η ενάγουσα το ποσό των 2.580 ευρώ, στην 4η ενάγουσα το ποσό των 2.580 ευρώ, στην 5η ενάγουσα το ποσό των 4.720 ευρώ, στην 6η ενάγουσα το ποσό των 3.600 ευρώ, στην 7η ενάγουσα το ποσό των 4.400 ευρώ, στην 8η ενάγουσα το ποσό των 1.720 ευρώ, στην 9η ενάγουσα το ποσό των 3.600 ευρώ, στο 10ο ενάγοντα το ποσό των 3.600 ευρώ, στην 11η ενάγουσα το ποσό των 3.440 ευρώ, στη 12η ενάγουσα το ποσό των 3.600 ευρώ, στη 13η ενάγουσα το ποσό των 1.100 ευρώ, στη 14η ενάγουσα το ποσό των 4.400 ευρώ, στο 15ο ενάγοντα το ποσό των 3.600 ευρώ, στη 16η ενάγουσα το ποσό των 4.720 ευρώ, στη 17η ενάγουσα το ποσό των 3.600 ευρώ, στη 18η ενάγουσα το ποσό των 4.720 ευρώ, στη 19η ενάγουσα το ποσό των 2.580 ευρώ, στην 20η ενάγουσα το ποσό των 4.400 ευρώ, στην 21η ενάγουσα το ποσό των 4.400 ευρώ, στην 22η ενάγουσα το ποσό των 3.600 ευρώ, στην 23η ενάγουσα το ποσό των 2.200 ευρώ, στην 24η ενάγουσα το ποσό των 4.400 ευρώ, στην 25η ενάγουσα το ποσό των 4.400 ευρώ, στην 26η ενάγουσα το ποσό των 2.360 ευρώ, στην 27η ενάγουσα το ποσό των 5.500 ευρώ, στην 28η ενάγουσα το ποσό των 2.580 ευρώ, στην 29η ενάγουσα το ποσό των 2.580 ευρώ, στην 30η ενάγουσα το ποσό των 5.500 ευρώ, στην 31η ενάγουσα το ποσό των 1.720 ευρώ, στην 32η ενάγουσα το ποσό των 2.580 ευρώ, στον 33ο ενάγοντα το ποσό των 860 ευρώ, στον 37ο ενάγοντα το ποσό των 2.400 ευρώ, στην 38η ενάγουσα το ποσό των 2.400 ευρώ και στην 39η ενάγουσα το ποσό των 4.400 ευρώ και β) έκανε δεκτές ως κατ'ουσία βάσιμες τις αξιώσεις των εναγόντων για επιδόματα εορτών και αδείας (πλην των 18ης και 37ου εναγόντων) και επιδίκασε για την ως άνω αιτία στην 34η αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 4.000 ευρώ (προφανώς εκ παραδρομής καθότι έκρινε στο σκεπτικό ότι δικαιούται από την ως άνω αιτία το ποσό των 2.000 ευρώ για επιδόματα Χριστουγέννων των ετών 2016 και 2017, Πάσχα των ετών 2017 και 2018 και αδείας των ετών 2016 και 2017), στις 35η και 36η αναιρεσίβλητες το συνολικό ποσό των 750 ευρώ σε καθεμία (για επίδομα Χριστουγέννων 2017 και επίδομα Πάσχα 2018) και στους λοιπούς ως άνω αναιρεσίβλητους το συνολικό ποσό των 2.000 ευρώ στον καθένα (για επιδόματα Χριστουγέννων των ετών 2016 και 2017, Πάσχα των ετών 2017 και 2018 και αδείας των ετών 2016 και 2017).

Α) Επί της 13.8.2020 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.:

Το Σύνταγμα ορίζει, στο άρθρο 4 παρ. 5 ότι "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους", στο άρθρο 25 παρ. 1 και 4 ότι: "1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους...

Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. 4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης", στο άρθρο 79 παρ. 1 ότι "Η Βουλή κατά την τακτική ετήσια σύνοδό της ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους για το επόμενο έτος", και στο άρθρο 106 παρ. 1 ότι "Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας...".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.

Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.

Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερούμενης στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων ή της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών (ΟλΣτΕ 481, 431/2018).

Συνεπώς, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται, καταρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό μόνο έλεγχο εκ μέρους του δικαστή.

Η αντίληψη αυτή περί των περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο εθνικός νομοθέτης σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής υιοθετείται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), το οποίο παγίως δέχεται ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

εμπίπτουν μεν οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εθνικό δίκαιο για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην, με τις διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους (ΕΔΔΑ, απόφαση της 19.4.2007 E. κατά Φινλανδίας, απόφαση της 20.3.2012 P. κατά Ρουμανίας), εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου (ΑΠ 889/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, ΟλΣτΕ1308/2019, ΟλΣτΕ 481/2018, ΟλΣτΕ 668/2012).

Περαιτέρω, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημόσιων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν με την αναδρομική μείωση των αποδοχών κατά 12% και των επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 30% και τον ορισμό νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 §§ 2 & 9, 2 § 1 και 20 § 1 ν. 3833/2010) και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα με την περαιτέρω μείωση των αποδοχών κατά 8%, καθώς και με την αποσύνδεση του ύψους των επιδομάτων εορτών και αδείας από το βασικό μισθό, την πρόβλεψη για καθένα από τα επιδόματα αυτά ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού και τη θέσπιση μέγιστου ορίου συνολικών αποδοχών για την επιτρεπτή καταβολή των εν λόγω επιδομάτων (άρθρο τρίτο §§ 1 & 6 ν. 3845/2010), την εν συνεχεία αναστολή των διατάξεων περί μισθολογικής εξελίξεως των υπαλλήλων (άρθρο 38 § 5 ν. 3986/2011), την αναδρομική μείωση κατά το ήμισυ, του κινήτρου απόδοσης (άρθρο 55 § 23 περ.

α' ν. 4002/2011), καθώς και την καθιέρωση νέου ενιαίου μισθολογίου-βαθμολογίου (ν. 4024/2011) με συνέπεια την περαιτέρω περικοπή των αποδοχών, εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου "Μνημονίου Συνεννόησης" και του πρώτου "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ετών 2012-2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε η Χώρα.

Για τους λόγους δε αυτούς, όπως έχει κριθεί, ειδικώς τα θεσπισθέντα με τους ανωτέρω νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 μισθολογικά μέτρα (περικοπές αποδοχών και επιδομάτων) δεν παρίσταντο, καταρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, ούτε μη αναγκαία, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά ως άνω σκοπών (ΟλΣτΕ 3372/2015, ΟλΣτΕ 3373/2015, ΟλΣτΕ 668/2012).

Ειδικότερα δε ως προς τα επιδόματα εορτών και αδείας με τις διατάξεις του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 ορίσθηκαν τα εξής: ".....6. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, ...

καθορίζονται ως εξής: α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ, β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, γ) Το επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους" και με το άρθρο 16 του ν. 4024/2011 τα ανωτέρω επιδόματα επανακαθορίσθηκαν στα ίδια ως άνω ποσά ως εξής "1.

Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Απριλίου μέχρι 15 Δεκεμβρίου κάθε έτους και καταβάλλεται την 16η Δεκεμβρίου κάθε έτους. 2. Το επίδομα εορτών Πάσχα ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Δεκεμβρίου μέχρι και 15 Απριλίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα. 3.

Το επίδομα αδείας ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου μέχρι και 30ης Ιουνίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται την 1η Ιουλίου κάθε έτους. 4. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε για χρονικό διάστημα μικρότερο από τα οριζόμενα στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού, καταβάλλεται τμήμα επιδόματος ανάλογο με αυτό που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα της μισθοδοσίας του. 5.

Τα επιδόματα των παραγράφων 1, 2 και 3 καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων αυτών δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν, κατά την ημερομηνία καταβολής τους, το ύψος αυτό, τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωση τους".

Στη συνέχεια και προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, δημοσιεύθηκε ο ν. 4093/2012, με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτουμένων από το Δημόσιο, στο πλαίσιο δε αυτό, με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 καταργήθηκαν πλήρως, από 1.1.2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας.

Ειδικότερα με τη διάταξη αυτή ορίσθηκε ότι: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013".

Όπως προειπώθηκε, από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κωλύεται, καταρχήν, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό, μόνο, δικαστικό έλεγχο.

Δύναται, επομένως, ο νομοθέτης, για λόγους που αυτός εκτιμά και η κατ' ουσίαν αξιολόγηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό, σύνταξη ή άλλες παροχές από το δημόσιο ταμείο, λόγω της ανάγκης άμεσης απόδοσης και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.

Στις περιπτώσεις δε αυτές, το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει.

Εν προκειμένω, με την επίμαχη διάταξη του ν. 4093/2012 ο νομοθέτης προέβη στην πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους στρατιωτικούς, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.

Το μέτρο δε αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της (βλ.

σχετικές αναφορές στο εγκριθέν με το ν. 4046/2012 Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής καθώς και στην αιτιολογική έκθεση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016), δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

Εξάλλου, τα επιδόματα εορτών και αδείας δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια και ο περιορισμός των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων με την κατάργησή τους δικαιολογείται για λόγους γενικού συμφέροντος, που αποσκοπεί στη διασφάλιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και στη μείωση των δημοσίων δαπανών της Χώρας και, κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό ανταποκρίνεται επίσης στους σκοπούς που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών-μελών που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και στην εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ.

Επομένως, το επίδικο μέτρο της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, τεκμηριώνεται επαρκώς με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, δεν παρίσταται δε απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος (πρβλ.

αποφάσεις ΔΕΕ C-49/18, C. E. V., σκ. 67 και C-64/16, A. S. dos J. P., σκ. 49 και 52). Εξάλλου, κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου της κατάργησης των εν λόγω επιδομάτων εορτών και αδείας, ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των υπαλλήλων δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Συγκεκριμένα, και όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα και διαθέσιμα στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο θέσπισης του ν. 4093/2012 (12.11.2012), στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), δηλαδή της κατά τα άρθρα 1 § 2 & 10 του ν. 3832/2010 (ΦΕΚ Α'38), όπως ισχύει, ανεξάρτητης αρχής, η οποία αποτελεί την εθνική στατιστική αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2009 (L 87/164), και υπάγεται στον έλεγχο της Βουλής των Ελλήνων, το 2011 το όριο κινδύνου φτώχειας ανά άτομο μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (ΕΚΑΣ και λοιπά κοινωνικά επιδόματα) είχε διαμορφωθεί στα 6.591 ευρώ (βλ.

έκδοση ΕΛΣΤΑΤ, Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα, 2.11.2012), τη στιγμή που το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα ανήρχετο στα 12.637,08 ευρώ (βλ. το από 2.11.2012 Δελτίο Τύπου της ΕΛΣΤΑΤ με τίτλο "Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2011"). Παράλληλα, με τον ν. 4024/2011 θεσπίστηκε, όπως εκτέθηκε προηγουμένως, νέο, ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα), με το βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΥΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 780 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΔΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 858 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΤΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1037 ευρώ και τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΠΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1092 ευρώ (άρθρο 13 του ν. 4024/2011), ενώ με τον ν. 4093/2012 ο κατώτατος βασικός μισθός στον ιδιωτικό τομέα διαμορφώθηκε στα 586,08 ευρώ και το κατώτατο ημερομίσθιο στα 26,18 ευρώ.

Κατά συνέπεια, οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα), ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο.

Εξάλλου, ενόψει του ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσης από αυτόν κρίσιμης κατάστασης υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (βλ.

απόφαση Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, της 7.5.2013, σκ. 39), τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (πρβλ.

Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 48). Περαιτέρω, ενόψει της φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων (πρβλ.

ΟλΣτΕ 3404-3406/2014, 3177/2014, πρβλ. και Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 31, 45 και 46). Εξάλλου, εκ μόνου του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του ν. 4093/2012, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης (ΑΠ 899/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, ΟλΣτΕ 1308/2019).

Αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν έχει ανατεθεί στη δικαστική εξουσία. Ενόψει αυτών, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία, κατ' εκτίμηση του δημοσιονομικού κόστους (ετήσια εξοικονόμηση δαπάνης ποσού 469.600.000 ευρώ, βλ.

έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που συνόδευε το σχέδιο του ν. 4093/2012 κατά την υποβολή του προς ψήφιση στη Βουλή) καταργήθηκαν τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των αναιρεσίβλητων υπαλλήλων του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.

και συνεπώς αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (ΑΠ 899/2021, ΑΠ 1280/2020, ΟλΣτΕ 798/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, ΟλΣτΕ 1308/2019). Ακόμη, η επίδικη διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα (ΑΠ 899/2021, ΟλΣτΕ 798/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, 1308/2019).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο, και υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 16 του ν. 4024/2011 και της υποπαραγράφου Γ.1 περιπτ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και εσφαλμένα έκρινε ότι η ολοσχερής κατάργηση με την τελευταία διάταξη των επιδομάτων δώρων εορτών και των επιδομάτων αδείας προσκρούει στις διατάξεις του Συντάγματος και στις έχουσες υπερνομοθετική ισχύ διατάξεις των διεθνών συνθηκών και ότι τύγχαναν εφαρμοστέες οι διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 4024/2011 οι οποίες προέβλεπαν την καταβολή των ως άνω επιδομάτων στο ποσό των 500 ευρώ για το επίδομα των Χριστουγέννων και το ποσό των 250 ευρώ για τα επιδόματα Πάσχα και αδείας, ενώ όφειλε να κρίνει ότι η κατάργηση με την ως άνω διάταξη των επιδομάτων εορτών και αδείας δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ.1 και 5, 5 παρ.1 και 25 παρ.1-4 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ως μέτρο ήταν αναγκαίο για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης που είχε περιέλθει η Χώρα που συνέβαλε στην δημοσιονομική πειθαρχία στην περιστολή των δημοσίων δαπανών και υλοποιούσε δεσμεύσεις δημοσιονομικών στόχων που απέρρεαν για τη χώρα μας από αποφάσεις του Συμβουλίου Ευρωπαϊκής Ένωσης για περιορισμό των υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων.

Ο ως άνω πρώτος λόγος, ερειδόμενος αληθώς εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ και όχι εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ιδίου Κώδικα που αναφέρεται στο αναιρετήριο, καθότι η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου εκδόθηκε επί ασκηθείσας έφεσης κατά απόφασης ειρηνοδικείου, είναι βάσιμος.

Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεχόμενο ότι η διάταξη της υποπαράγραφου Γ1 περιπτ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, η οποία κατήργησε ολοσχερώς τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας από 1.1.2013 για τους υπαλλήλους του Δημοσίου των ΟΤΑ και του ευρύτερου δημόσιου τομέα είναι αντισυνταγματική με την αιτιολογία ότι "η ανωτέρω διάταξη τυγχάνει ανεφάρμοστη ως αντικείμενη στο Σύνταγμα και στις έχουσες υπερνομοθετική ισχύ διατάξεις των διεθνών συνθηκών, καθότι στερεί το δικαιούμενο, ικανοποιητικό και αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης χαμηλόμισθων ελλήνων μισθωτών" και ότι ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους τα επιδόματα εορτών και αδείας με βάση τη διάταξη του άρθρου 16 του ν.4024/2011, απορρίπτοντας το σχετικό δεύτερο λόγο έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη της υποπαραγράφου Γ.1 περιπτ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, που ήταν εφαρμοστέα, καθόσον κατά τα προεκτεθέντα, η ως άνω διάταξη δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ.1 και 5, 5 παρ.1, 22 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 16 του ν.4024/2011, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα αφού με τη ως άνω διάταξη του ν. 4093/2012 καταργούνταν από 1.1.2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας στο Δημόσιο, ΟΤΑ και ευρύτερο δημόσιο τομέα που είχαν χορηγηθεί από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη και επομένως και αυτά που χορηγούνταν με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 4024/2011 και υπέπεσε ως εκ τούτου στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Με την παρ.1 εδ.α του άρθρου 109 του ν. 3852/2010 "Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης" (ΦΕΚ Α' 87) ορίζεται ότι "Κοινωφελείς επιχειρήσεις των Ο.Τ.Α., πρώτου βαθμού, που συνενώνονται σε ένα νέο δήμο, συγχωνεύονται υποχρεωτικά σε μία κοινωφελή επιχείρηση", με την παρ.2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των επιχειρήσεων που συγχωνεύονται μεταφέρεται στη νέα επιχείρηση και κατατάσσεται σε αντίστοιχες θέσεις, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της.

Ο χρόνος υπηρεσίας του προσωπικού στις επιχειρήσεις που συγχωνεύονται λαμβάνεται υπόψη για όλες τις μισθολογικές και ασφαλιστικές συνέπειες" και με την παρ. 7 του ιδίου άρθρου, όπως προστέθηκε αρχικά με την παρ.6 του άρθρου 26 του ν. 3938/2011 (ΦΕΚ Α 61) ορίζεται ότι "Σε περίπτωση λύσης κοινωφελούς επιχείρησης ή Δ.Ε.Υ.Α.

και ανάληψης των δραστηριοτήτων της από τον οικείο δήμο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου αυτού, το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου μεταφέρεται στον αντίστοιχο φορέα με την ίδια σχέση εργασίας, ύστερα από απόφαση του δημοτικού συμβουλίου". Με το άρθρο 15 παρ.1 του ν. 4483/2017 (ΦΕΚ Α 107) αντικαταστάθηκαν οι παρ. 7, 7α, 7β, 8 και 9 του ως άνω άρθρου (109) και με την παρ. 9 εδ.α, όπως ίσχυε τον επίδικο χρόνο, ορίσθηκε ότι "Σε περίπτωση λύσης κοινωφελούς επιχείρησης ή Δ.Ε.Υ.Α.

και ανάληψης των δραστηριοτήτων της από τον οικείο δήμο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου αυτού, το προσωπικό της με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, ανεξαρτήτως τρόπου πρόσληψης, μεταφέρεται στον αντίστοιχο φορέα με την ίδια σχέση εργασίας, ύστερα από απόφαση του δημοτικού συμβουλίου.

Συμβάσεις έργου που έχουν συναφθεί από τις επιχειρήσεις που λύονται εκτελούνται από τον αντίστοιχο φορέα άσκησης των σχετικών αρμοδιοτήτων. Το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που μεταφέρεται στο νέο φορέα, κατατάσσεται σε προσωποπαγείς θέσεις, αντίστοιχες των τυπικών προσόντων του, με απόφαση του αρμοδίου προς διορισμό οργάνου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, λαμβανομένης υπόψη της προϋπηρεσίας του για τη μισθολογική και βαθμολογική του κατάταξη.

Η ρύθμιση του εδαφίου αυτού εφαρμόζεται και για το προσωπικό κοινωφελών εταιρειών και Δ.Ε.Υ.Α. που έχουν λυθεί, εφόσον απασχολούταν πραγματικά, κατά τις 30.5.2011". Ακολούθως με το ν.4024/2011, "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012 - 2015", (ΦΕΚ Α 226) και στο Κεφάλαιο Δεύτερο αυτού, υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και άλλων φορέων του Δημόσιου Τομέα και συναφείς διατάξεις", ορίζεται στο άρθρο 4 παρ. 1 ότι "Στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ):

α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α) ...", στο άρθρο 6 παρ.4 ότι "... Οι υπάλληλοι που έχουν πριν το διορισμό ή την πρόσληψη τους αποδεδειγμένη προϋπηρεσία στο δημόσιο τομέα των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία έχει διανυθεί με τα ίδια ή αντίστοιχα τυπικά προσόντα της κατηγορίας στην οποία ανήκουν κατά το χρόνο της ένταξης, μπορούν να την αναγνωρίσουν για τη βαθμολογική και μισθολογική τους ένταξη, μετά τη μονιμοποίηση τους ή τη συνέχιση της απασχόλησης τους, μέχρι επτά (7) έτη κατ` ανώτατο όριο, ύστερα από ουσιαστική κρίση του υπηρεσιακού συμβουλίου.

Ως πραγματική δημόσια υπηρεσία νοείται κάθε υπηρεσία που έχει διανυθεί στο Δημόσιο, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή σε Ο.Τ.Α., με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, καθώς και κάθε άλλη υπηρεσία που, με βάση ειδικές διατάξεις, αναγνωρίζεται ως πραγματική δημόσια υπηρεσία για βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη.

Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, μπορεί να προβλέπεται η αναγνώριση για βαθμολογική και μισθολογική ένταξη και της προϋπηρεσίας στον ιδιωτικό τομέα των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέχρι επτά (7) έτη, κατ` ανώτατο όριο και υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο εδάφιο πέμπτο της παρούσας παραγράφου.

Με το ίδιο διάταγμα ρυθμίζεται ο τρόπος και οι προϋποθέσεις αναγνώρισης αντίστοιχης προϋπηρεσίας και για τους υπηρετούντες, κατά την έναρξη ισχύος του διατάγματος, υπαλλήλους και ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου. Σωρευτικά η αναγνώριση προϋπηρεσίας από το δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, καθώς και από θέσεις αιρετών ή μετακλητών δημοσίων υπαλλήλων, δεν δύναται να ξεπερνά τα επτά (7) έτη..." και στο άρθρο 32 παρ.1 ότι "Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου".

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του ν. 4024/2011 προκύπτει ότι για την βαθμολογική και μισθολογική ένταξη των μισθωτών στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. και για τη στη συνέχεια μισθολογική τους εξέλιξη λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, και η υπηρεσία που παρέχεται από αυτούς στο Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α.

με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, καθώς και κάθε άλλη υπηρεσία που, με βάση ειδικές διατάξεις, αναγνωρίζεται ως πραγματική δημόσια υπηρεσία για βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη, ενώ προβλέφθηκε η δυνατότητα, μετά από έκδοση προεδρικού διατάγματος, αναγνώρισης για τη βαθμολογική και μισθολογική ένταξη και της προϋπηρεσίας στον ιδιωτικό τομέα των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέχρι επτά (7) έτη (άρθρο 6 παρ.4 εδ.γ του ν. 4024/2011), προεδρικό διάταγμα που, όμως, δεν είχε εκδοθεί μέχρι την κατάργηση των άρθρων 6 έως 11 και 28 του ν. 4024/2011 με το άρθρο 28 παρ.1 του ν. 4369/2016 (ΦΕΚ Α 33 27.2.2016).

Περαιτέρω, με το ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α 176) με τίτλο "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές ρυθμίσεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων" και στο Κεφάλαιο Β με τίτλο "Μισθολογικές ρυθμίσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), καθώς και των Δ.Ε.Κ.Ο.

του Κεφαλαίου A του Ν. 3429/2005 (Α 314) και άλλες μισθολογικές διατάξεις" ορίζεται με το άρθρο 7 παρ.1 ότι "Στις διατάξεις του παρόντος υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου: α)...β)...γ)... δ) των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, ε) των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) στ) των Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος, ή σε Ν.Π.Δ.Δ.

ή σε Ο.Τ.Α.- κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους- ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από κρατικούς πόρους κατά πενήντα τοις εκατό (50%) τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, συμπεριλαμβανομένων των Κέντρων Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας...", με το άρθρο 8 ότι "1.

Το προσωπικό της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου εξελίσσεται, ανεξάρτητα από το βαθμό που κάθε φορά κατέχει, σε μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.), όπως αυτά ορίζονται στο επόμενο άρθρο. 2. Οι υπάλληλοι που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και έχουν το ίδιο μισθολογικά κλιμάκιο δικαιούνται το βασικό μισθό που αντιστοιχεί σε αυτό, ανεξάρτητα από τον κλάδο στον οποίο ανήκει η θέση τους", με το άρθρο 9 ότι "1.

Τα μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) των υπάλληλων των κατηγοριών: -Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (Π.Ε.) με πτυχίο ή δίπλωμα Πανεπιστημίου ημεδαπής ή ισότιμο Σχολών αλλοδαπής, -Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (Τ.Ε.) με πτυχίο ή δίπλωμα Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Τ.Ε.Ι.) της ημεδαπής ή ισότιμο Σχολών ημεδαπής ή αλλοδαπής, -Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (Δ.Ε.) και -Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (Υ.Ε.) ορίζονται ως εξής:

Σε δεκαεννέα (19) για τους υπαλλήλους των κατηγοριών Τ.Ε. και Π.Ε. και σε δεκατρία (13) για τους υπαλλήλους των κατηγοριών Υ.Ε. και Δ.Ε. Οι υπάλληλοι των κατηγοριών Τ.Ε. και Π.Ε. εξελίσσονται σε αυτά με εισαγωγικό το Μ.Κ. 1 και καταληκτικό το Μ.Κ. 19, ενώ των κατηγοριών Υ.Ε. και Δ.Ε. με εισαγωγικό το Μ.Κ. 1 και καταληκτικό το Μ.Κ. 13. 2.

Υπάλληλοι των κατηγοριών Τ.Ε. ή Π.Ε. χωρίς πτυχίο ή δίπλωμα Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Τ.Ε.Ι.) ή Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.) αντίστοιχα, ή ισότιμο με αυτά, εξελίσσονται στα Μ.Κ. της Δ.Ε. κατηγορίας με εισαγωγικό το Μ.Κ. 2 αυτής", με το άρθρο 10 παρ.1 ότι " Ο διοριζόμενος υπάλληλος εισέρχεται στην Υπηρεσία με το εισαγωγικό μισθολογικά κλιμάκιο της κατηγορίας στην οποία ανήκει ή στο μισθολογικά κλιμάκιο, που προβλέπεται από τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου", με το άρθρο 11 ότι " 1.

Για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των κατηγοριών, από κατώτερο σε ανώτερο μισθολογικά κλιμάκιο, απαιτείται υπηρεσία ως εξής: α. Για τους υπαλλήλους των κατηγοριών Υ.Ε. και Δ.Ε. υπηρεσία τριών (3) ετών σε κάθε μισθολογικά κλιμάκιο. β. Για τους υπαλλήλους των κατηγοριών Τ.Ε. και Π.Ε. υπηρεσία δύο (2) ετών σε κάθε μισθολογικά κλιμάκιο. 2 Για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων από το κατώτερο μισθολογικά κλιμάκιο στο αμέσως ανώτερο, απαιτείται να έχει συμπληρωθεί ο καθορισμένος χρόνος υπηρεσίας στο κατώτερο μισθολογικά κλιμάκιο. 3.

Η κατά την προηγούμενη παράγραφο εξέλιξη του υπαλλήλου γίνεται με πράξη του αρμόδιου για τα διορισμό οργάνου, που δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4. α. Ως προϋπηρεσία, που αναγνωρίζεται για την εξέλιξη των υπαλλήλων, που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος, στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 9 του παρόντος, λαμβάνεται η υπηρεσία που προσφέρεται σε φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 7 των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και σε επίσημους θεσμούς και όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου (όπως η παρ.4.α.

αντικαταστάθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 35 παρ.2 του ν. 4484/2017 ΦΕΚ Α 110), β)... Η αναγνώριση των ανωτέρω προϋπηρεσιών πραγματοποιείται με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου ή άλλου αρμοδίου οργάνου και τα οικονομικά αποτελέσματα ισχύουν από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης και όλων των απαραίτητων δικαιολογητικών", με το άρθρο 26 ότι "1.

Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, η μισθολογική κατάταξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 9 πραγματοποιείται σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα, το χρόνο υπηρεσίας στο φορέα που υπηρετούν, καθώς και το χρόνο υπηρεσίας, που έχει αναγνωριστεί από το φορέα αυτόν, μέχρι και στις 31.12.2015. 2.

Μετά τη μισθολογική κατάταξη της προηγούμενης παραγράφου, η μισθολογική εξέλιξη όλων των υπαλλήλων αναστέλλεται μέχρι τις 31.12.2017. Από 1.1.2018 η μισθολογική εξέλιξη ενεργοποιείται εκ νέου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 συνυπολογιζόμενου και του τυχόν πλεονάζοντας χρόνου, που είχε υπολογισθεί κατά την αρχική κατάταξη, χωρίς όμως να λαμβάνεται υπόψη το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων του παρόντος νόμου μέχρι τις 31.12.2017. 3...." και, τέλος, με το άρθρο 35 ότι "Η έναρξη ισχύος των άρθρων 7 έως 34 αρχίζει από 1.1.2016, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του".

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων του ν. 4354/2015 προκύπτει ότι κατά την έναρξη εφαρμογής των μισθολογικών διατάξεων του (1.1.2016) η μισθολογική κατάταξη των υπηρετούντων υπαλλήλων Δημοσίου ΝΠΔΔ, ΟΤΑ και των λοιπών νομικών προσώπων που υπάγονται στις διατάξεις του, πραγματοποιείται σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα, το χρόνο υπηρεσίας στο φορέα όπου υπηρετούν καθώς και το χρόνο υπηρεσίας που έχει αναγνωρισθεί από τον ως άνω φορέα μέχρι στις 31.12.2015 (άρθρο 26 παρ.1), ότι μετά την αρχική κατάταξη των υπαλλήλων είναι δυνατή η αναγνώριση προϋπηρεσίας που έχει προσφερθεί σε φορείς που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 7 αυτού (Δημόσιο, ΟΤΑ, ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ και ΔΕΚΟ κεφ.

Α ? του ν. 3429/2005) των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου ή άλλου αρμοδίου οργάνου, τα οικονομικά αποτελέσματα της οποίας θα ισχύουν από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης και όλων των απαραίτητων δικαιολογητικών (άρθρο 11 παρ.4), πλην, όμως, ειδικά για το χρονικό διάστημα από 1.1.2016 έως 31.12.2017 τα ως άνω οικονομικά αποτελέσματα (της αναγνώρισης προϋπηρεσίας) θα ισχύουν από 1.1.2018, καθότι για όλο το ως άνω χρονικό διάστημα αναστέλλεται η μισθολογική εξέλιξη όλων των υπαλλήλων και επανεργοποιείται εκ νέου από 1.1.2018, χωρίς όμως να λαμβάνεται υπόψη το ως άνω χρονικό διάστημα (άρθρο 26 παρ.2).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (αληθώς όμως εκ των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ) λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον ΝΠΔΔ προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της διάταξης του άρθρου 26 παρ.2 του Ν. 4354/2015.

Πιο συγκριμένα με τον ως άνω λόγο κατά το πρώτο σκέλος αυτού αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι με την επιδίκαση στους αναιρεσίβλητους μισθολογικών διαφορών για το χρονικό διάστημα από 1.1.2016 έως 31.12.2017 παραβίασε ευθέως την ως άνω διάταξη, καθότι η κατάταξή τους στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 9 του ως άνω νόμου πραγματοποιείται σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα, το χρόνο υπηρεσίας στο φορέα που υπηρετούν, καθώς και το χρόνο υπηρεσίας που έχει αναγνωρισθεί από το φορέα αυτόν μέχρι και στις 31.12.2015, ενώ μετά η μισθολογική εξέλιξη αυτών, ως υπαλλήλων, αναστέλλεται αυτή μέχρι τις 31.12.2017 και ενεργοποιείται εκ νέου από 1.1.2018 και κατά το δεύτερο δε σκέλος του ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες προσμέτρησε προϋπηρεσίες των εναγόντων και στέρησε αυτή νομίμου βάσης.

Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι βάσιμος. Και τούτο διότι η από 22.5.2018 αγωγή των εναγόντων ως προς το αγωγικό της αίτημα της καταβολής μισθολογικών διαφορών στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους (πλην των 34ης, 35ης, 36ης και 40ης των εναγουσών) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2016 έως 31.12.2017 από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, στο οποίο προσέφεραν τις υπηρεσίες τους οι εξ αυτών 1η, 2η, 5η, 11η, 12η, 17η, 22η, 27η, 30η και 33ος ενάγοντες με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και οι λοιποί εξ αυτών με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, μετά τη με αριθ. 105/2012 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Νάουσας για λύση της κοινωφελούς επιχείρησης με την επωνυμία "Κοινωφελής Επιχείρηση Πολιτισμού, Αθλητισμού και Περιβάλλοντος Δήμου Νάουσας" και τη με αριθ. 235/2012 απόφαση του ως άνω Δημοτικού Συμβουλίου για τη μεταφορά των θέσεών τους στο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ., που αποδέχθηκε το τελευταίο με την υπ'αριθμ. 45/2012 απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου, ερειδόμενο στην μη αναγνώριση από το εναγόμενο της προϋπηρεσίας που είχε έκαστος από αυτούς αφενός μεν στην προαναφερθείσα κοινωφελή επιχείρηση, και αφετέρου δε στις συγχωνευθείσες σ'αυτή κοινωφελείς επιχειρήσεις με τις επωνυμίες α) "Κοινωφελής Επιχείρηση Δημοτικού Πολιτιστικού Οργανισμού Νάουσας" (οι 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 7η, 9η, 10ος, 11η, 12η, 13η, 15ος, 16η, 17η, 18η, 20η, 22η, 23η, 25η, 27η, 28η, 29η, 30η, 31η, 32η, 33ος και 37ος ενάγοντες), β) "Δημοτική Επιχείρηση Ανάπτυξης Δήμου Ειρηνούπολης" (οι 19η, 21η, 26η, 38η και 39η ενάγουσες), και γ) "Δημοτική Επιχείρηση Ανάπτυξης Δήμου Ανθεμίων" (οι 8η, 14η και 24η ενάγουσες) και της, εκ της μη αναγνώρισης και προσμέτρησης της προϋπηρεσίας τους, κατάταξης αυτών στο πρώτο μισθολογικό κλιμάκιο και όχι σ'αυτό που θα κατατασσόταν με την αναγνώριση αυτής, με συνέπεια να προκύπτουν για το χρονικό διάστημα από 1.1.2016 έως 31.12.2017 οι αιτούμενες μισθολογικές διαφορές, είναι (η αγωγή) ως προς το ως άνω αίτημα μη νόμιμη.

Και τούτο, διότι σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, η μισθολογική κατάταξη των ως άνω εναγόντων ως μισθωτών του εναγόμενου Ν.Π.Δ.Δ. στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 9 του ν. 4354/2015, οι μισθολογικές διατάξεις του οποίου (ν. 4354/2015) με έναρξη ισχύος τους από 1.1.2016 ίσχυσαν καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα (1.1.2016 έως 31.12.2017) και ως εκ τούτου τυγχάνουν εφαρμογής και στην ένδικη υπόθεση, πραγματοποιείται, κατά την πρώτη εφαρμογή τους σύμφωνα με τα τυπικά προσόντα τους και το χρόνο υπηρεσίας τους στο εναγόμενο ΝΠΔΔ (άρθρο 26 παρ.1 ν. 4354/2015), δεδομένου ότι δεν είχε αναγνωρισθεί από το τελευταίο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αλλά και κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, μέχρι στις 31.12.2015, προϋπηρεσία των εναγόντων για τα χρονικά διαστήματα που εργαζόταν με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου στις ως άνω κοινωφελείς δημοτικές επιχειρήσεις του Δήμου Νάουσας, οι οποίες είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 848/2020, ΑΠ 58/2018) και συνεπώς, μετά την ως άνω αρχική κατάταξή τους για όλο το ένδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2016 έως 31.12.2017 είχε ανασταλεί η μισθολογική εξέλιξή τους και συνακόλουθα η κατάταξή τους σε άλλο μισθολογικό κλιμάκιο με βάση την προϋπηρεσία τους, η οποία (μισθολογική εξέλιξη) ενεργοποιείται από 1.1.2018 (άρθρο 26 παρ.2 ν. 4354/2015).

Για το ίδιο λόγο τα οικονομικά αποτελέσματα από την αναγνώρισή της προϋπηρεσίας με απόφαση του αρμοδίου υπηρεσιακού συμβουλίου ή άλλου αρμοδίου προς τούτο οργάνου (άρθρο 11 παρ.4 του ν. 4354/2015), δεν ισχύουν για το ως άνω χρονικό διάστημα από 1.1.2016 έως 31.12.2017. Περαιτέρω, στην ένδικη υπόθεση δεν τυγχάνει εφαρμογής και η προγενέστερη, των ως άνω διατάξεων του ν. 4354/2015, διάταξη του άρθρου 6 παρ.4 του ν. 4024/2011 που προέβλεπε τη δυνατότητα αναγνώρισης προϋπηρεσίας, με την έκδοση προεδρικού διατάγματος, για μισθωτούς του Δημοσίου ΝΠΔΔ και ΟΤΑ σε νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα για συνολικό χρονικό διάστημα μέχρι επτά (7) ετών, καθότι δεν εκδόθηκε σχετικό προς τούτο προεδρικό διάταγμα μέχρι την κατάργηση της ως άνω διάταξης με το άρθρο 28 παρ.1 του ν. 4369/2016.

Εξάλλου, δεν τυγχάνει εφαρμογής και η προαναφερθείσα στη μείζονα σκέψη διάταξη του άρθρου 109 παρ. 9 εδ. α του ν. 3852/2010, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 4483/2017(ΦΕΚ Α 107) με έναρξη ισχύος από της δημοσίευση του νόμου στο ΦΕΚ στις 31.7.2017 (άρθρο 169 Ν. 4483/2017) και όπως αυτή ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, με την οποία ορίσθηκε ότι στην περίπτωση που το προσωπικό λυθείσας κοινωφελούς επιχείρησης ΟΤΑ με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου μεταφέρεται στον οικείο Δήμο ή σε ΝΠΔΔ αυτού, αυτό που εργαζόταν με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου κατατάσσεται σε προσωποπαγείς θέσεις λαμβανομένης υπόψη της προϋπηρεσίας του για τη βαθμολογική και μισθολογική του εξέλιξη, καθότι και στην ως άνω περίπτωση, ισχύει η αναστολή της μισθολογικής εξέλιξης του ως άνω προσωπικού, δυνάμει του άρθρου 26 παρ.2 του Ν. 4354/2015 για το χρονικό διάστημα από 1.1.2016 έως 31.12.2017, εφόσον δεν είχε αναγνωρισθεί η ως άνω προϋπηρεσία από το φορέα που υπηρετεί μέχρι στις 31.12.2015, όπως στην προκειμένη υπόθεση.

Συνακόλουθα εφόσον δεν είχε αναγνωρισθεί από το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. ο χρόνος εργασίας των ως άνω εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων στις προαναφερθείσες κοινωφελείς δημοτικές επιχειρήσεις ως προϋπηρεσία αυτών για τη κατάταξή τους σε μισθολογικά κλιμάκια μέχρι στις 31.12.2015, το αγωγικό τους αίτημα για καταβολή των μισθολογικών διαφορών για το χρονικό διάστημα από 1.1.2016 έως 31.12.2017 που προκύπτουν από την κατάταξή τους σε διαφορετικό μισθολογικό κλιμάκιο λόγω του μη συνυπολογισμού από το εναγόμενο ΝΠΔΔ του χρόνου εργασίας τους στις προαναφερθείσες κοινωφελείς δημοτικές επιχειρήσεις (πλην των 34ης, 35ης, 36ης και 40ης εναγουσών που δεν είχαν αίτημα καταβολής μισθολογικών διαφορών) είναι μη νόμιμο, λόγω της αναστολής κάθε μισθολογικής εξέλιξης το ως άνω χρονικό διάστημα (από 1.1.2016 έως 31.12.2017).

Ως εκ τούτου το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 26 παρ.2 του ν. 4354/2015, απορρίπτοντας, μάλιστα, το σχετικό λόγο της από 5.11.2018 έφεσης του εναγομένου ΝΠΔΔ με τον οποίο ζητούσε να απορριφθεί το ως άνω αγωγικό αίτημα των εναγόντων ως μη νόμιμο κατ' εφαρμογή της ως άνω διάταξης, η οποία ήταν εφαρμοστέα και υπέπεσε ως εκ τούτου στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ.

Λόγω, δε, της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου, κατά το πρώτο σκέλος του, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου σκέλους του αυτού με τον οποίο το αναιρεσείον ΝΠΔΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εκ του αριθμού 19 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ έλλειψης νόμιμης βάσης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 556 παρ.2, 562 παρ. 2, 570 παρ.1 και 2, 577, 579 και 581 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης (ΑΠ 503/2018, ΑΠ 1604/2014, ΑΠ 307/2010).

Συνεπώς δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 503/2018, ΑΠ 1604/2014, ΑΠ 1724/2012, ΑΠ 1950/2009). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, από την παραβίαση των περί δεδικασμένου διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ιδίου κώδικα (ΟλΑΠ 7/2013), καθότι στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ δεν περιελήφθη αναιρετικός λόγος αντίστοιχος του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ιδίου κώδικα (ΑΠ 366/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι της από 13.8.2020 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, με τις κατατεθείσες στις 17.12.2021 προτάσεις τους, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης (14.12.2021) ισχυρίζονται ότι είναι αντισυνταγματική η διάταξη του ν. 4093/2012 κατά το μέρος που κατήργησε τα επιδόματα εορτών και αδείας και ότι την αντισυνταγματικότητα της ως άνω διάταξης έκρινε η με αριθμ. 12/ΕΡ-Δ1/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας που εκδόθηκε επί αγωγικού τους αιτήματος κατά του εναγομένου και .ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου για επιδίκαση επιδομάτων εορτών και αδείας για έτερο χρονικό διάστημα από αυτό της ένδικης υπόθεσης και προέβαλαν μ'αυτές (προτάσεις) ισχυρισμό περί ύπαρξης δεδικασμένου που απορρέει από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση .

Ο ως άνω ισχυρισμός περί δεδικασμένου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθότι ο ισχυρισμός αυτός αφενός μεν δεν μπορεί να προταθεί παραδεκτά ενώπιον του Αρείου Πάγου με τις προτάσεις έστω και αν στηρίζεται σε μεταγενέστερα της προσβαλλόμενης απόφασης περιστατικά (ΑΠ 413/2017), αφετέρου δε δεν μπορεί να προβληθεί κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Β) Ως προς την από 14η Σεπτεμβρίου 2020 αίτηση αναίρεσης:

Οι αναιρεσείοντες με το μοναδικό από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (αληθώς, όμως εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ) λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι οι ένδικες αξιώσεις τους για μισθολογικές διαφορές για το χρονικό διάστημα από 1.1.2016 έως 30.4.2016 και για το επίδομα Πάσχα του έτους 2016 έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή, έσφαλε καθότι εφάρμοσε τη διάταξη της παρ.3 του άρθρου 140 του Ν. 4270/2014 που δεν ήταν εφαρμοστέα ως αντίθετη στο άρθρο 4 του Συντάγματος και ότι εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 250 του ΑΚ που ήταν εφαρμοστέα και τέλος ότι εσφαλμένα απέρριψε τον ισχυρισμό τους ότι η διεκδίκηση των αναδρομικών αποδοχών τους, λόγω εσφαλμένου υπολογισμού της προϋπηρεσίας τους δεν θα μπορούσε να λάβει χώρα πριν την έκδοση των αποφάσεων του Υπηρεσιακού Συμβουλίου Υπαλλήλων ΟΤΑ τον Νομού Ημαθίας, που έγινε Ιούλιο του έτους 2017, που θεωρείται ως χρόνος έναρξης της παραγραφής της ως άνω ένδικης αξίωσής τους.

Κατόπιν, όμως, της παραδοχής ως βάσιμων των λόγων της συνεκδικαζομένης από 13.8.2020 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου, ως προς το νόμω αβάσιμο των αγωγικών αξιώσεων των εναγόντων για καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας και μισθολογικών διαφορών που απορρέουν από τη μη αναγνώριση της προϋπηρεσίας τους, η έρευνα της βασιμότητας του ως άνω μοναδικού λόγου αναίρεσης των αναιρεσειόντων καθίσταται αλυσιτελής, αφού οι ως άνω αγωγικές αξιώσεις των αναιρεσειόντων, κατά το μέρος που κρίθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή της παρ.3 του άρθρου 140 του Ν. 4270/2014 που αφορούν το επίδομα Πάσχα του έτους 2016 και τις ως άνω μισθολογικές διαφορές για το χρονικό διάστημα από 1.1.2016 έως 30.4.2016, είναι μη νόμιμες.

Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί ως άνω μοναδικός λόγος αναίρεσης των αναιρεσειόντων. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει α) να απορριφθεί η από 14.9.2020 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων και β) να γίνει δεκτή η από 13.8.2020 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά παραδοχή του πρώτου λόγου και του δεύτερου λόγου αυτής κατά το πρώτο σκέλος του και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση αα) κατά το μέρος που επιδίκασε στους 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 7η, 8η, 9η, 10ο, 11η, 12η, 13η, 14η, 15ο, 16η, 17η, 19η, 20η, 21η, 22η, 23η, 24η, 25η, 26η, 27η, 28η, 29η, 30η, 31η, 32η, 33ο,34η, 35η, 36η, 38η,39η και 40η αναιρεσίβλητους επιδόματα εορτών και αδείας και συγκεκριμένα στην 34η αναιρεσίβλητη συνολικού ύψους 4.000 ευρώ για επιδόματα Χριστουγέννων των ετών 2016 και 2017, Πάσχα των ετών 2017 και 2018 και αδείας των ετών 2016 και 2017, στις 35η και 36η αναιρεσίβλητες συνολικού ύψους 750 ευρώ σε καθεμία για επιδόματα Χριστουγέννων έτους 2017 και Πάσχα έτους 2018 και στους λοιπούς ως άνω αναιρεσίβλητους συνολικού ύψους 2.000 ευρώ στον καθένα για επιδόματα Χριστουγέννων των ετών 2016 και 2017, Πάσχα των ετών 2017 και 2018 και αδείας των ετών 2016 και 2017 (η αγωγική αξίωση για επίδομα Πάσχα έτους 2016, όπως προεκτέθηκε, κρίθηκε με την ως άνω απόφαση ότι έχει υποπέσει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 140 παρ.3 του ν. 4270/2014 διετή παραγραφή) και ββ) κατά το μέρος που επιδίκασε ως διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1.5.2016 έως 31.12.2017 στην 1η ενάγουσα το ποσό των 3.600 ευρώ, στην 2η ενάγουσα το ποσό των 3.440 ευρώ, στην 3η ενάγουσα το ποσό των 2.580 ευρώ, στην 4η ενάγουσα το ποσό των 2.580 ευρώ, στην 5η ενάγουσα το ποσό των 4.720 ευρώ, στην 6η ενάγουσα το ποσό των 3.600 ευρώ, στην 7η ενάγουσα το ποσό των 4.400 ευρώ, στην 8η ενάγουσα το ποσό των 1.720 ευρώ, στην 9η ενάγουσα το ποσό των 3.600 ευρώ, στο 10ο ενάγοντα το ποσό των 3.600 ευρώ, στην 11η ενάγουσα το ποσό των 3.440 ευρώ, στη 12η ενάγουσα το ποσό των 3.600 ευρώ, στη 13η ενάγουσα το ποσό των 1.100 ευρώ, στη 14η ενάγουσα το ποσό των 4.400 ευρώ, στο 15ο ενάγοντα το ποσό των 3.600 ευρώ, στη 16η ενάγουσα το ποσό των 4.720 ευρώ, στη 17η ενάγουσα το ποσό των 3.600 ευρώ, στη 18η ενάγουσα το ποσό των 4.720 ευρώ, στη 19η ενάγουσα το ποσό των 2.580 ευρώ, στην 20η ενάγουσα το ποσό των 4.400 ευρώ, στην 21η ενάγουσα το ποσό των 4.400 ευρώ, στην 22η ενάγουσα το ποσό των 3.600 ευρώ, στην 23η ενάγουσα το ποσό των 2.200 ευρώ, στην 24η ενάγουσα το ποσό των 4.400 ευρώ, στην 25η ενάγουσα το ποσό των 4.400 ευρώ, στην 26η ενάγουσα το ποσό των 2.360 ευρώ, στην 27η ενάγουσα το ποσό των 5.500 ευρώ, στην 28η ενάγουσα το ποσό των 2.580 ευρώ, στην 29η ενάγουσα το ποσό των 2.580 ευρώ, στην 30η ενάγουσα το ποσό των 5.500 ευρώ, στην 31η ενάγουσα το ποσό των 1.720 ευρώ, στην 32η ενάγουσα το ποσό των 2.580 ευρώ, στον 33ο ενάγοντα το ποσό των 860 ευρώ, στον 37ο ενάγοντα το ποσό των 2.400 ευρώ, στην 38η ενάγουσα το ποσό των 2.400 ευρώ και στην 39η ενάγουσα το ποσό των 4.400 ευρώ (η αγωγική αξίωση αυτών για μισθολογικές διαφορές για το διάστημα από 1.1.2016 έως 30.4.2016 κρίθηκε με την ως άνω απόφαση ότι έχει υποπέσει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 140 παρ.3 του Ν. 4270/2014 διετή παραγραφή).

Περαιτέρω, δε, και ενόψει του ότι η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω διευκρίνησης κατά τα ως άνω μέρη πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ, να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να γίνει δεκτή εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη η από 5.11.2018 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη με αριθ. 69/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νάουσας α) κατά το μέρος που δέχθηκε την από 22.5.2018 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων ως νόμιμη και κατ'ουσία βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στις 35η και 36η ενάγουσες επιδόματα Χριστουγέννων έτους 2017 και Πάσχα έτους 2018 και στους 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 7η, 8η, 9η, 10ο, 11η, 12η, 13η, 14η, 15ο, 16η, 17η, 19η, 20η, 21η, 22η, 23η, 24η, 25η, 26η, 27η, 28η, 29η, 30η, 31η, 32η, 33ο,34η, 38η,39η και 40η ενάγοντες επιδόματα Χριστουγέννων των ετών 2016 και 2017, Πάσχα των ετών 2017 και 2018 και αδείας των ετών 2016 και 2017, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της έφεσης του εκκαλούντος, που αναφέρεται στο νόμω αβάσιμο της αγωγής ως προς τα επιδόματα εορτών και αδείας και β) κατά το μέρος που δέχθηκε την από 22.5.2018 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων ως νόμιμη και κατ'ουσία βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 7η, 8η, 9η, 10ο, 11η, 12η, 13η, 14η, 15ο, 16η, 17η, 18η, 19η, 20η, 21η, 22η, 23η, 24η, 25η, 26η, 27η, 28η, 29η, 30η, 31η, 32η, 33ο, 37ο, 38η και 39η ενάγοντες μισθολογικές διαφορές για το χρονικό διάστημα από 1.5.2016 έως 31.12.2017, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της έφεσης του εκκαλούντος, που αναφέρεται στο νόμω αβάσιμο της ως άνω αγωγής ως προς αυτές (μισθολογικές διαφορές) και να απορριφθεί η από 22.5.2018 αγωγή των εναγόντων ως μη νόμιμη κατά τα ως άνω μέρη που αφορούν την επιδίκαση των ως άνω επιδομάτων εορτών και αδείας και μισθολογικών διαφορών.

Τέλος, πρέπει, να συμψηφισθεί στο σύνολό της η δικαστική δαπάνη των διαδίκων των πρώτου και δεύτερου βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης καθότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 εδ.α του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την προσθήκη δευτέρου εδαφίου με το άρθρο 8 του Ν. 4842/2021 ΦΕΚ Α 190 και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, κατ' άρθ. 116 παρ. 1 εδ.β του νόμου αυτού, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 65 Ν. 4871/10-12-2021 ΦΕΚ Α'246)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 13η Αυγούστου 2020 με αριθ. καταθ. 89/ΑΝΡ/14.8.2020 αίτηση αναίρεσης και την από 14η Σεπτεμβρίου 2020 με αριθμ. καταθ. 103/ΑΝΡ/14.9.2020 αίτηση αναίρεσης της με αριθμ. 14/ΕΡ-ΔΙ/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, δικάσαντος ως Εφετείου.

Απορρίπτει την από 14.9.2020 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων. Δέχεται την από 13.8.2020 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ..

Αναιρεί την υπ' αριθ. 14/ΕΡ-ΔΙ/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας α) ως προς τους 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 7η, 8η, 9η, 10ο, 11η, 12η, 13η, 14η, 15ο, 16η, 17η, 19η, 20η, 21η, 22η, 23η, 24η, 25η, 26η, 27η, 28η, 29η, 30η, 31η, 32η, 33ο,34η, 35η, 36η, 38η, 39η και 40η εφεσίβλητους-ενάγοντες, κατά το μέρος που δέχθηκε εν μέρει την από 22.5.2018 αγωγή τους και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στις 35η και 36η ενάγουσες επιδόματα Χριστουγέννων έτους 2017 και Πάσχα έτους 2018 και στους λοιπούς από αυτούς επιδόματα Χριστουγέννων των ετών 2016 και 2017, Πάσχα των ετών 2017 και 2018 και αδείας των ετών 2016 και 2017 και β) και ως προς τους 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 7η, 8η, 9η, 10ο, 11η, 12η, 13η, 14η, 15ο, 16η, 17η, 18η, 19η, 20η, 21η, 22η, 23η, 24η, 25η, 26η, 27η, 28η, 29η, 30η, 31η, 32η, 33ο, 37ο, 38η και 39η εφεσίβλητους-ενάγοντες κατά το μέρος που δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή τους και υποχρέωσε το εναγόμενο να τους καταβάλει μισθολογικές διαφορές για το χρονικό διάστημα από 1.5.2016 έως 31.12.2017. Κρατεί και δικάζει την από 5.11.2018 με αριθ. καταθ. 33/5.11.2018 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ ως προς τους ως άνω αναιρεσίβλητους κατά τα αναιρεθέντα μέρη. Δέχεται την από 5.11.2018 έφεση κατά τα αναιρεθέντα μέρη.

Εξαφανίζει την με αριθμ. 69/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νάουσας κατά το μέρος που επιδίκασε στις 35η και 36η ενάγουσες επιδόματα Χριστουγέννων έτους 2017 και Πάσχα έτους 2018, στους 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 7η, 8η, 9η, 10ο, 11η, 12η, 13η, 14η ,15ο, 16η, 17η, 19η, 20η, 21η, 22η, 23η, 24η, 25η, 26η, 27η, 28η, 29η, 30η, 31η, 32η, 33ο,34η, 38η,39η και 40η ενάγοντες επιδόματα Χριστουγέννων των ετών 2016 και 2017, Πάσχα των ετών 2017 και 2018 και αδείας των ετών 2016 και 2017 και κατά το μέρος που επιδίκασε στους 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 7η, 8η, 9η, 10ο, 11η, 12η, 13η, 14η, 15ο, 16η, 17η, 18η, 19η, 20η, 21η, 22η, 23η, 24η, 25η, 26η, 27η, 28η, 29η, 30η, 31η, 32η, 33ο, 37ο, 38η και 39η ενάγοντες μισθολογικές διαφορές για το χρονικό διάστημα από 1.5.2016 έως 31.12.2017.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 22.5.2018 με αριθ. κατ. 45/22.5.2018 αγωγή κατά τα μέρη αυτά.

Απορρίπτει την αγωγή κατά τα μέρη αυτά Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ