Supreme Court dismisses appeal against bank's refusal of credit, upholding lower court's finding of bad faith.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Eurobank's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to partially grant damages to the appellants. The lower court ruled that the bank acted in bad faith by suspending credit lines despite the borrowers's solvency, causing reputational harm. The court upheld this finding, rejecting the bank's argument that the appellants failed to prove insolvency at the critical time.
Legislator headnote
AI generatedArticles 919 and 495 of the Civil Code; The court established that a bank's refusal of credit constitutes bad faith when it causes reputational damage to solvent borrowers, and such appeals must be dismissed if the lower court's reasoning is clear and consistent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 476 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 476/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «EUROBANK», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσείουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «EUROBANK ERGASIAS», η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτρούμπα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Y. V. του B., κατοίκου ... Αττικής,
2) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία «... O.E.», που εδρεύει στην Νέα Ιωνία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κοζανίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.12.2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1020/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1466/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/7/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Επί της από 20.12.2011 αγωγής των αναιρεσιβλήτων, με αντικείμενο την αποζημίωσή τους κατ’ άρθρο 919 ΑΚ για την περιουσιακή τους ζημία και την χρηματική τους ικανοποίηση για ηθική βλάβη από αντίθετη στα χρηστά ήθη αναστολή χρήσης πιστώσεων, που είχε συμφωνηθεί να τους παρέχει η αναιρεσείουσα τράπεζα «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.», οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας είναι η «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (μετά τη διάσπαση της αρχικής αναιρεσείουσας με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής της δραστηριότητας και την ανάληψή του από την ανωτέρω συσταθείσα νέα επωφελούμενη εταιρία), η οποία παρέστη κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, εκδόθηκε η 1020/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή επιδικάζοντας στην καθεμία από τις ενάγουσες 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Κατ’ αυτής της απόφασης άσκησαν αντίθετες εφέσεις και οι δύο διάδικες πλευρές και επ'αυτών εκδόθηκε η 1466/2018 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Τριμελούς), που απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας τράπεζας, δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς το ίδιο παραπάνω κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, επιδικάζοντας στην καθεμία απ'αυτές ποσό 15.000 ευρώ γι' αυτή την αιτία.
Κατ’ αυτής της τελευταίας αποφάσεως άσκησε η αναιρεσείουσα την υπό κρίση από 20.07.2018 αίτηση αναίρεσης νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[Β] Κατά το άρθρο 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, η οποία είναι ειδική και συμπληρώνει εκείνη του άρθρου 914 ΑΚ, αφού επεκτείνει την αδικοπρακτική ευθύνη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν προσβλήθηκε ευθέως ορισμένο δικαίωμα ή προστατευόμενο συμφέρον, σαφώς προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι:
(1) Συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη) αντικείμενη στα χρηστά ήθη, τέτοια δε συμπεριφορά υπάρχει όταν, κατ’ αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου, στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο.
(2) Η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, πρόκλησης ζημίας, χωρίς να είναι απαραίτητο ο υπαίτιος να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημία του άλλου, αλλά αρκεί να γνώριζε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν δυνατή η επέλευση ζημίας στον άλλο και, παρά ταύτα, δεν θέλησε να αποστεί από αυτήν.
(3) Να προκλήθηκε όντως ζημία σε άλλον (περιουσιακή ή ηθική βλάβη).
(4) Να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας (βλ. και ΑΠ 294/2018, 1664/2014, ΑΠ 43/2013).
Ειδικότερα, προκειμένου να κριθεί αν ορισμένη συμπεριφορά έρχεται αντικειμενικώς σε αντίθεση προς τα χρηστά ήθη υπό την ανωτέρω έννοια (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος), συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του αυτού που την επέδειξε, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν και όλες οι λοιπές περιστάσεις υπό τις οποίες αυτή η συμπεριφορά εκδηλώθηκε (ΑΠ 1121/2019).
Εάν δε η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.
Στην αναζήτηση δε του ορθού αυτού μέτρου συνεκτιμώνται – σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ – και τα επιβαλλόμενα από αυτήν όρια (ΑΠ 212/2018, 900/2011). Αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, υφίσταται εάν η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθεαυτή, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα μετά διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς, η οποία συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία πρόκλησής της.
Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συγκεκριμένη συμπεριφορά αντίκειται στα χρηστά ήθη, καθώς και η κρίση του για την ύπαρξη μεταξύ ορισμένης συμπεριφοράς και ζημίας αιτιώδους – υπό την έννοια πρόσφορης αιτιότητας – συνδέσμου, που αποτελεί συμπέρασμα υπαγωγής περιστατικών στις νομικές έννοιες των χρηστών ηθών και του ως άνω αιτιώδους συνδέσμου, αντιστοίχως, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για παραβίαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που περιέχονται στο προαναφερόμενο άρθρο του Αστικού Κώδικα, ενώ αντιθέτως, η δικαστική κρίση περί του ότι ορισμένη συμπεριφορά αποτέλεσε αναγκαίο όρο ζημίας, (με την έννοια ότι η ζημία χωρίς αυτή τη συμπεριφορά δεν θα είχε επέλθει), είναι, ως αναφερόμενη σε πραγματικά περιστατικά, ανέλεγκτη ακυρωτικώς (ΑΠ 212/2018, ΑΠ 864/2014, 1652/2006).
Εξάλλου οι Τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί που ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και λειτουργία των χρηματοδοτούμενων από αυτές επιχειρήσεων, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι` αυτούς συνέπειες.
Συνεπώς και για το λόγο αυτό η άσκηση των δικαιωμάτων τους θα πρέπει να κυριαρχείται από τις αρχές της καλόπιστης και σύμφωνης με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των οφειλόμενων παροχών (άρθρ. 178, 200, 288 ΑΚ) και να αποφεύγεται κάθε καταχρηστική συμπεριφορά τους (ΑΠ 1185/2019, 1352/2011).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Παραβίαση υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 2/2013, 7/2006, 4/2005).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Κατά την έννοια δε του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1998, ΑΠ 1185/2019, 2267/2013).
Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δεν υπάρχει δηλαδή ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1388/2018, 1266/2011).
[Γ] Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα:
«| Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης και την ανωμοτί εξέταση του νόμιμου εκπροσώπου της δεύτερης ενάγουσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και από το σύνολο των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Δυνάμει της υπ’ αριθμ. ... σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που συνήφθη στην Αθήνα, την 01.02.2006, μεταξύ της πρώτης ενάγουσας και της εναγομένης, χορηγήθηκε πίστωση στην πρώτη για τις ανάγκες της ατομικής της επιχείρησης μέχρι του ποσού των 80.000 ευρώ, με εξασφάλιση επιταγές πελατείας της που θα προεξοφλούνταν από την εναγομένη.
Με την από 24.05.2006 πρόσθετη πράξη αυξήθηκε το πιστωτικό όριο του αλληλόχρεου λογαριασμού μέχρι του ποσού των 88.000 ευρώ και με την από 28.08. 2006 πρόσθετη πράξη αυξήθηκε το πιστωτικό όριο μέχρι του ποσού των 120.000 ευρώ.
Πέραν δε τούτων η πρώτη ενάγουσα συνήψε την 23.02.2006 με την εναγομένη την υπ' αριθμ. ... σύμβαση δανείου, με την οποία της χορηγήθηκε δάνειο ποσού 55.000 ευρώ για αγορά επαγγελματικού εξοπλισμού της ατομικής της επιχείρησης.
Αμφότερες τις εν λόγω συμβάσεις εξυπηρέτησε ο υπ’ αριθμ. ... καταθετικός λογαριασμός που ανοίχθηκε στο κατάστημα ... της εναγομένης.
Περαιτέρω, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που συνήφθη στην Αθήνα, την 01.02.2007 μεταξύ της δεύτερης ενάγουσας εταιρίας και της εναγομένης, χορηγήθηκε πίστωση στην πρώτη για τις επαγγελματικές της ανάγκες μέχρι του ποσού των 70.000 ευρώ, με εξασφάλιση επιταγές πελατείας της που θα προεξοφλούνταν από την εναγομένη.
Την εν λόγω σύμβαση εξυπηρέτησε ο υπ' αριθμ. ... καταθετικός λογαριασμός που ανοίχθηκε σε κατάστημα της εναγομένης.
Οι ενάγουσες ισχυρίστηκαν ότι καίτοι ήταν συνεπείς στις πληρωμές τους, η εναγομένη, άνευ λόγου και κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη, ανέστειλε τις πιστώσεις των προαναφερόμενων αλληλόχρεων λογαριασμών με πρόθεση την βλάβη τους. Ειδικότερα ότι η εναγόμενη ανέστειλε την πίστωση του αλληλόχρεου λογαριασμού της πρώτης ενάγουσας από τον Φεβρουάριο το έτους 2007 και του αλληλόχρεου λογαριασμού της δεύτερης ενάγουσας από Ιούλιο του έτους 2007.
Προς απόδειξη δε των ισχυρισμών τους, μεταξύ άλλων επικαλούνται και προσκομίζουν:
(1) το από 14.10.2011 αντίγραφο κινήσεων από 01.02.2006 του υπ' αριθμ. ... καταθετικού λογαριασμού της πρώτης ενάγουσας,
(2) το από 09.01.2012 αντίγραφο κινήσεων από 10.02.2006 του υπ' αριθμ. ... δανειακού λογαριασμού της πρώτης ενάγουσας,
(3) το από 02.02.2009 αντίγραφο κινήσεων από 21.11.2006 του υπ' αριθμ. ... καταθετικού λογαριασμού της δεύτερης ενάγουσας,
(4) το από 09.01.2012 αντίγραφο κινήσεων από 10.02.2007 του υπ' αριθμ. ... δανειακού λογαριασμού εξυπηρέτησης τού υπ' αριθμ. ... αλληλόχρεου λογαριασμού της δεύτερης ενάγουσας,
(5) το από 13.07.2007 έγγραφο της εναγομένης σχετικά με τον υπ' αριθμ. ... αλληλόχρεο λογαριασμό της πρώτης ενάγουσας, όπου αναγράφεται «λογιστικό υπόλοιπο -36,403.76», «διαθέσιμο υπόλοιπο 83,596.24», «Status λογαριασμού: BLOCKED» και
(6) το από 13.07.2007 έγγραφο της εναγομένης σχετικά με τον υπ' αριθμ. ... αλληλόχρεο λογαριασμό της δεύτερης ενάγουσας, όπου αναγράφεται «λογιστικό υπόλοιπο -55,583.44», «διαθέσιμο υπόλοιπο 14,416.56», «Status λογαριασμού: BLOCKED».
Από την εν γένει αποδεικτική διαδικασία και ιδίως τα προαναφερόμενα έγγραφα που αποτυπώνουν τις κινήσεις των αλληλόχρεων λογαριασμών, αποδεικνύονται τα ακόλουθα:
Ο αλληλόχρεος λογαριασμός της πρώτης-ενάγουσας εμφανίζει από την 10.02.2006 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2007 ομαλή κίνηση, με συνεχείς χρεώσεις και πιστώσεις. Η τελευταία χορήγηση πιστώσεως από την τράπεζα λαμβάνει χώρα την 05.02.2007, με χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού 115.121,35 ευρώ. Έκτοτε, παρόλο που η πρώτη ενάγουσα συνεχίζει να προβαίνει σε κατάθεση επιταγών προς ενεχύραση στην τράπεζα και το χρεωστικό υπόλοιπο εμφανίζεται να μειώνεται σταθερά μέχρι την 02.07.2007, οπότε και διαμορφώνεται στο ποσό των 36.403,76 ευρώ, η εναγομένη εμφανίζει μηδενική χορήγηση πιστώσεων, γεγονός που καταδεικνύει ότι πράγματι προέβη σε αναστολή πιστώσεων από το Φεβρουάριο του έτους 2007 και εντεύθεν.
Ομοίως ο αλληλόχρεος λογαριασμός της δεύτερης ενάγουσας εμφανίζει από την 02.02.2007 έως τον Ιούνιο του έτους 2007 ομαλή κίνηση, με συνεχείς χρεώσεις και πιστώσεις. Η τελευταία χορήγηση πιστώσεως από την τράπεζα λαμβάνει χώρα την 04.06.2007, με χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού τις 63.719,23 ευρώ. Έκτοτε, παρόλο που η δεύτερη εναγομένη εμφανίζει μηδενική χορήγηση πιστώσεων, γεγονός που καταδεικνύει ότι πράγματι προέβη σε αναστολή πιστώσεων από τον Ιούλιο του έτους 2007 και εντεύθεν.
Κατά τους ως άνω χρόνους αναστολής των αντίστοιχων πιστώσεων οι ενάγουσες δεν είχαν υπερβεί το συμφωνηθέν πιστωτικό όριο, καθώς ο αλληλόχρεος λογαριασμός της πρώτης ενάγουσας εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 115.121,35 ευρώ (με πιστωτικό όριο 120.000 ευρώ) και ο αλληλόχρεος λογαριασμός της δεύτερης ενάγουσας εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 63.719,23 ευρώ (με πιστωτικό όριο 70.000 ευρώ), το χρεωστικό δε υπόλοιπο αμφότερων των λογαριασμών εμφανίζεται συνεχώς μειούμενο. Η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι από το καλοκαίρι του 2006 ότε και συστάθηκε η 2η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία, απορρόφησε το σύνολο του κύκλου εργασιών της ατομικής επιχείρησης της 1ης με αποτέλεσμα η ατομική επιχείρηση να μην είναι συνεπής με την αποπληρωμή των δανειακών της υποχρεώσεων. Όμως, κάτι τέτοιο ουδόλως αποδεικνύεται, αλλά αντίθετα προκύπτει ότι οι ενάγουσες, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ήταν συνεπείς με τις υποχρεώσεις τους έναντι της εναγομένης, η οποία επικαλείται υπερημερία αυτών για τα έτη 2008 και εντεύθεν, υπερημερία που όμως η ίδια προκάλεσε με την συμπεριφορά της.
Όμως, όσον αφορά στο επίδικο χρονικό διάστημα του έτους 2007, οπότε και λαμβάνει χώρα η αναστολή των πιστώσεων, ουδένα λόγο επικαλείται προς αιτιολόγηση της μονομερούς αυτής ενέργειας της, ούτε άλλωστε προσκομίζει έγγραφα από τα οποία να συνάγεται επισφαλής οικονομική κατάσταση ή υπερημερία των εναγουσών ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους, δεδομένου ότι τα έγγραφα που προσκομίζει αφορούν σε μεταγενέστερο του επίδικου χρόνου διάστημα ήτοι λίγο πριν την καταγγελία των αλληλοχρέων λογαριασμών. Το επικαλούμενο δε γεγονός της μεταγενέστερης υπερημερίας των εναγουσών που είχε ως αποτέλεσμα την καταγγελία των προαναφερθεισών συμβάσεων και την έκδοση διαταγών πληρωμής σε βάρος τους, δεν ασκεί εν προκειμένω έννομη επιρροή, καθώς αντικείμενο της προκειμένης δίκης δεν αποτελεί η εγκυρότητα της μετέπειτα καταγγελίας των επίδικων συμβάσεων.
Ενόψει των προεκτεθέντων, σαφώς προκύπτει ότι η εναγομένη προέβη άνευ λόγου, κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη, στην αναστολή της χρήσης πιστώσεώς των κρίσιμων αλληλόχρεων λογαριασμών, γνωρίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό προκαλούσε βλάβη στις αντισυμβαλλόμενες ενάγουσες, οι οποίες είχαν άμεση ανάγκη των πιστώσεων για τη λειτουργία των επιχειρήσεων τους. Ειδικότερα, η εναγομένη τράπεζα, ως χρηματοδοτικός οργανισμός, που ασκεί αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και στη λειτουργία των χρηματοδοτούμενων από αυτήν επιχειρήσεων, είχε αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού της έργου και όφειλε να μεριμνά για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούσε, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση και μάλιστα η συμβατική σχέση του αλληλόχρεου λογαριασμού, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επέβαλε την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά της τράπεζας των συμφερόντων των πελατών της, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς για αυτούς συνέπειες.
Εν προκειμένω παρά την ομαλή λειτουργία των επίδικων αλληλόχρεων λογαριασμών και την απουσία λόγου αναστολής της χρήσης των παρεχόμενων δι’ αυτών πιστώσεων, η εναγομένη, κατ’ αντίθεση προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης της οφειλόμενης παροχής της, έπαυσε κατά τρόπο διαρκή τη χορήγηση πιστώσεων, χωρίς ουσιαστικό κέρδος για την ίδια, προκαλώντας έτσι σοβαρή ταμειακή δυσχέρεια στη λειτουργία των επιχειρήσεων των εναγουσών και αδυναμία τους να ανταπεξέλθουν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις.
Μάλιστα αποδείχθηκε ότι η εναγομένη παρακρατούσε 46 ενεχυρασθείσες προς προεξόφληση επιταγές συνολικού ποσού 85.811,96 ευρώ χωρίς χρηματοδότηση-προεξόφληση αυτών, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων. Οι εν λόγω επιταγές επεστράφησαν στις ενάγουσες στις 20.09.2007 και μάλιστα μετά από επανειλημμένες οχλήσεις τους προς την εναγομένη τράπεζα.
Με τον τρόπο που ενήργησε η εναγομένη, προκάλεσε ηθική βλάβη στις ενάγουσες, οι οποίες βρίσκονταν σε άμεση οικονομική εξάρτηση απ’ αυτή, εμφανίζοντας τις τελευταίες προς τους τρίτους ως οικονομικά αφερέγγυες και πλήττοντας τη φήμη τους ως επιχειρηματιών στην αγορά. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά και ερμήνευσε ούτω τις σχετικές διατάξεις, δεν έσφαλε, απορριπτομένων ως αβασίμων όλων των λόγων της από 14.09.2016 έφεσης της εναγομένης και αυτής στο σύνολό της.
Επομένως οι ενάγουσες δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, για την ικανοποίηση της οποίας πρέπει να τους επιδικασθεί το ποσό των 15.000 ευρώ στην καθεμία, κατά παραδοχή του 3ου λόγου της από 31.08.2015 έφεσης, με τον οποίο πλήττεται αυτό το κεφάλαιο της εκκαλουμένης, η οποία καθορίζοντας το ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως της καθεμίας στο ποσό των 5.000 ευρώ έσφαλε και γι’ αυτό θα πρέπει να εξαφανιστεί.
Αντίθετα, ορθά ερμηνεύοντας το νόμο και τις σχετικές συμβατικές ρυθμίσεις, η εκκαλουμένη έκρινε ότι, επειδή οι λογαριασμοί ήταν ενεργοί με την έννοια ότι γίνονταν κινήσεις, έστω και χωρίς χορηγήσεις, ορθά υπολογίστηκαν τόκοι κατά το χρονικό διάστημα από την αναστολή έως την καταγγελία των συμβάσεων, αφού υπήρχε οφειλόμενο τοκούμενο υπόλοιπο, το δε αίτημα των εναγουσών περί αποζημίωσής τους για το αντίστοιχο κονδύλιο των 15.735,60 ευρώ των τόκων, ορθά απερρίφθη πρωτοδίκως ως νόμω αβάσιμο, απορριπτομένου του αντίστοιχου λόγου της έφεσής τους|».
Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την από 14.09.2016 έφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε ως βάσιμη και κατ'ουσίαν την από 31.08.2015 έφεση των αναιρεσιβλήτων και, αφού εξαφάνισε εν μέρει την εκκληθείσα απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των τελευταίων επιδικάζοντας στην καθεμία τους ποσό 15.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση τους για την ηθική βλάβη που προξένησε σ’ αυτές η ως άνω θεμελιούμενη στο άρθρο 919 ΑΚ αδικοπραξία.
[Δ] Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ως άνω άρθρου. Ειδικότερα ορθώς ερμήνευσε την έννοια των χρηστών ηθών κατά τις διατάξεις του άρθρου 919 ΑΚ και δέχθηκε, με βάση τα αποδειχθέντα κατά την ανέλεγκτη κρίση του πραγματικά περιστατικά, λαμβάνοντας υπόψη και τις κρατούσες στις τραπεζικές συναλλαγές παροχής πιστώσεων αντιλήψεις των συναλλασσομένων μερών, ότι η συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσείουσας ήταν κατ’ αντικειμενική κρίση, αντίθετη στα χρηστά ήθη, αφού εκείνη, παρά την αυξημένη ευθύνη της κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού της έργου να μεριμνά για τα συμφέροντα των χρηματοδοτούμενων επιχειρήσεων των αναιρεσιβλήτων, στο πλαίσιο των διαρκών ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ τους πιστωτικών σχέσεων, δεν τήρησε την υποχρέωση πίστης και προστασίας των συμφερόντων τους ως πελατών της και, χωρίς να λάβει υπόψη της τις εις βάρος τους ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες, ανέστειλε τις συμφωνηθείσες πιστώσεις προς αυτούς χωρίς να υφίσταται οποιοσδήποτε λόγος και οποιοδήποτε ουσιαστικό κέρδος της ιδίας, αφού οι λογαριασμοί τους λειτουργούσαν και εξυπηρετούντο κανονικά κατά τον χρόνο αναστολής, χωρίς αυτές να έχουν υπερβεί το πιστοληπτικό τους όριο και χωρίς να φανούν ασυνεπείς στις υποχρεώσεις τους, ενώ το χρεωστικό εις βάρος τους υπόλοιπο έβαινε συνεχώς μειούμενο, η δε αναιρεσείουσα είχε στην κατοχή της και σημαντικού συνολικού ποσού επιταγές πελατείας τους, τις οποίες δεν προεξοφλούσε παρά τη σχετική συμφωνία τους.
Επίσης το Εφετείο δεν υπέπεσε σε υπαγωγικό σφάλμα δεχόμενο, με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά, ότι υφίστατο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ανωτέρω αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς των οργάνων της αναιρεσείουσας και της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε στις αναιρεσίβλητες, οι οποίες τελούσαν σε σχέση άμεσης οικονομικής εξάρτησης από εκείνη και αντιμετώπισαν εξαιτίας της συμπεριφοράς αυτής σοβαρή ταμειακή δυσχέρεια στη λειτουργία των επιχειρήσεών τους και αδυναμία τους να ανταπεξέλθουν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις, με συνέπεια να εμφανισθούν προς τους τρίτους ως οικονομικά αφερέγγυες και να πληγεί η φήμη τους ως επιχειρηματιών στην αγορά.
Αυτή δε η συμπεριφορά συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία για την επέλευση της ως άνω συνέπειας και της εξαιτίας της πρόκλησης ηθικής βλάβης, τις οποίες είναι, καθεαυτή ικανή, να επιφέρει, υπό τις συντρέχουσες παρατιθέμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση περιστάσεις, κατά στη συνήθη πορεία των πραγμάτων και σύμφωνα μετά διδάγματα της κοινής πείρας.
Επομένως είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδει η αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη τα αντίθετα.
Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεώς της μέμφεται η αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλοντας αιτιάσεις για ανεπάρκεια αιτιολογιών της ως προς το ζήτημα της πρόθεσής της να προκαλέσει ζημία στις αναιρεσίβλητες και ως προς το ζήτημα αν εκείνες υπέστησαν πράγματι ζημία από τη συμπεριφορά της, αφού δεν προσδιορίσθηκε από το Εφετείο το ύψος των υποχρεώσεών τους προς τρίτους και η δυνατότητά τους ή μη να ανταπεξέλθουν σ' αυτές, ακόμη και εάν δεν είχε χωρήσει η αναστολή της χρήσης των πιστώσεών τους.
Σύμφωνα όμως με τις παραδοχές του Εφετείου, η αναιρεσείουσα προέβη στην αναστολή της χρήσης των πιστώσεων των κρίσιμων αλληλόχρεων λογαριασμών, γνωρίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό προκαλούσε βλάβη στις αντισυμβαλλόμενες ενάγουσες, οι οποίες είχαν άμεση ανάγκη των πιστώσεων για τη λειτουργία των επιχειρήσεών τους.
Εφόσον δε για τη συνδρομή του στοιχείου της πρόθεσης προς πρόκληση ζημίας κατ'άρθρο 919 ΑΚ αρκεί, κατά τα αναφερόμενα στην αρχή της απόφασης, και ενδεχόμενος δόλος, συνιστάμενος στη γνώση του υπαιτίου ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν δυνατή η επέλευση ζημίας στον άλλο, χωρίς να είναι απαραίτητο να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημία του, οι ανωτέρω παραδοχές περιέχουν πλήρη αιτιολογία ως προς το στοιχείο της πρόθεσης, χωρίς να απαιτείται να αιτιολογείται ποιο ήταν το κίνητρο της αναιρεσείουσας για την αναστολή των πιστώσεων ή ο σκοπός τον οποίο εξυπηρετούσε η συγκεκριμένη συμπεριφορά της, όπως αυτή εσφαλμένως υπολαμβάνει.
Περαιτέρω, για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ήταν απαραίτητη αναλυτική αναφορά της οικονομικής κατάστασης των αναιρεσιβλήτων και των συγκεκριμένων υποχρεώσεων, που είχαν προς τρίτους, αλλά αρκεί η συνοπτική αλλά πλήρης αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε επισφαλής οικονομική τους κατάσταση κατά τον κρίσιμο χρόνο της αναστολής των πιστώσεων (όπως είχε προβάλει η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη όμως περιστατικά αναγόμενα σε μεταγενέστερο της αναστολής των πιστώσεων, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση), ενώ αυτοί δεν είχαν καταστεί υπερήμεροι ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, είχαν μάλιστα ενεχυράσει στην αναιρεσείουσα 46 επιταγές πελατείας τους συνολικού ποσού 85.811,96 ευρώ, τις οποίες αυτή παρακρατούσε, η αντίθετη δε προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά της προκάλεσε αδυναμία τους να εξυπηρετήσουν υποχρεώσεις τους προς τρίτους, με συνέπεια να εμφανισθούν πλέον σ' αυτούς ως οικονομικά αφερέγγυες και να πληγεί η φήμη τους ως επιχειρηματιών στην αγορά.
Επομένως είναι αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, αφού το Εφετείο, με τις ως άνω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα του.
[Ε] Κατ’ ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 20.07.2018 αίτηση για αναίρεση της 1466/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Τριμελούς) και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησής της. Η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.07.2018 αίτηση για αναίρεση της 1466/2018 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες οκτακόσια (2800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ