476/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2012 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2016 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17/4/2018 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated476/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, αφού η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε νόμιμα στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.
Full text
Απόφαση 476 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 476/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας του Νομού Μαγνησίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2012 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2016 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17/4/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την με αριθμό 8190/18-1-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βόλου Ι. Β., που υπάρχει στη δικογραφία και παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης, από 17-4-2018 και με αριθμό κατάθεσης 28/18-4-2018, αίτησης αναίρεσης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, με κλήση να παραστεί στην δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (άρθρα 122 παρ.1, 123, 126, 127 παρ.1, 128 παρ.4, 139, 568 παρ.4 ΚΠολΔ).
Επομένως, αφού η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε νόμιμα στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.
Με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 115 του ΠΔ της 11/12-11-1929 "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν 4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν 5895/1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 του ΑΝ 1540/1938, 19 του ΑΝ 1919/1939, 2 του ΑΝ 1925/1951 και 5 παρ. 4 του ΑΝ 263/1968, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων ή κτημάτων των οποίων τη νομή ή κατοχή έχει με οποιαδήποτε σχέση το Δημόσιο, βεβαιώνεται, κατά την κρίση αγαθού ανδρός και για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση, αποζημίωση με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο, ο οποίος δικαιούται να ασκήσει ανακοπή μέσα σε ένα μήνα στον ειρηνοδίκη ή στον πρόεδρο πρωτοδικών, ανάλογα με το ποσό της αποζημίωσης, αυτοί δε, κρίνοντας εκ των ενόντων, ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση και ότι κατά της απόφασης αυτής, ουδέν ένδικο μέσο επιτρέπεται.
Μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, καθύλην αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της άνω ανακοπής κατέστη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 εδ. ε και στ, 3 παρ. 1, 2, 4, 24 παρ. 1 και 39 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΑΠ 1408/2012, ΑΠ 67/2012). Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου τέμνει οριστικά τη διαφορά ως προς την οφειλή και το ποσό της αποζημίωσης για την κατάληψη δημόσιου κτήματος, παρά την ακολουθούμενη διαδικασία, η παραπομπή στην οποία έγινε για λόγους ταχύτητας και μόνον και δεν αφορά τη λήψη ασφαλιστικού ή ρυθμιστικού της κατάστασης μέτρου.
Για το λόγο αυτό δεν ίσχυε γι' αυτήν την απόφαση η απαγόρευση του άρθρου 699 ΚΠολΔ, αλλά υπέκειτο στα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης (αρθ. 511 και 552 ΚΠολΔ), καθόσον η άνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 115 του ΠΔ της 11/12-11-1929, που απαγόρευε την άσκηση ενδίκων μέσων κατ' αυτής θεωρήθηκε ότι έχει καταργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ (ΟλΑΠ 38, 21, 22/2002, ΑΠ 1379/2013, ΑΠ 40/2013, ΑΠ 374/2012, ΑΠ 67/2012, ΑΠ 1945/2009, ΑΠ 481/2008).
Ήδη όμως με το άρθρο 326 παρ. 3 του ν. 4072/2012, που άρχισε να ισχύει από 11-4-2012, αντικαταστάθηκαν τα εδάφια δέκατο και ενδέκατο του άνω άρθρου 115 του πδ από 11/12-11-1929 και ρητά επαναλήφθηκε η απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων, που εκδίδονται επί ανακοπών κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημοσίων κτημάτων.
Η πιο πάνω διάταξη δεν ορίζει, αν η θεσπιζόμενη με αυτήν απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων καταλαμβάνει ή όχι και τις υποθέσεις του ανωτέρω άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 διατάγματος, που ήσαν ήδη εκκρεμείς ενώπιον των δικαστηρίων, κατά την έναρξη της ισχύος του ν. 4072/2012 (11-4-2012), όπως ορίζουν άλλες διατάξεις του (π.χ.
το ίδιο άρθρο 326 παρ. 1 για τις εκεί αναφερόμενες υποθέσεις). Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται η διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 24 παρ.1 εδ.α ΕισΝΚΠολΔ, που έχει γενική ισχύ και ορίζει ότι "Το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με τον νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση".
Ως απόφαση δε, κατά τη διάταξη αυτή, εννοείται η προσβαλλόμενη (ΑΠ 2148/2014, 929/2014). Μετά ταύτα, η απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων, που εκδίδονται επί ανακοπών κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημοσίων κτημάτων, καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς επ' αυτών δίκες, εφόσον η απόφαση που προσβάλλεται δημοσιεύτηκε μετά την 11-4-2012, που τέθηκε σε ισχύ το άρθρο 326 παρ.3 του ν. 4072/2012 (ΑΠ 579/2017, ΑΠ 287/2016, ΑΠ 285/2016, ΑΠ 18/2016, ΑΠ 929/2014).
Η άνω νομοθετική ρύθμιση του αποκλεισμού, δηλαδή, άσκησης ενδίκων μέσων κατά των άνω αποφάσεων δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το νδ 53/1974, καθόσον οι διατάξεις αυτές εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται υπό συνθήκες δίκαιης δίκης, δηλαδή δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, όχι όμως και το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων, τα οποία μπορεί να προβλέπονται ή όχι, να αποκλείονται ή και να περιορίζονται από τον κοινό νομοθέτη, με σκοπό την ταχύτερη διεξαγωγή των δικών και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της δικαιοσύνης, σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, των οποίων το αντικείμενο είναι ήσσονος σημασίας, όπως η προκείμενη, δεδομένου ότι, κατά την αιτιολογική έκθεση του άνω νόμου, "οι υποθέσεις αυτές είναι νομικά απλές και η επ' αυτών κρίση αποτελεί κατά κύριο λόγο εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και στοιχείων".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Απαράδεκτη κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι η αναίρεση, μεταξύ άλλων, περιπτώσεων, η οποία απευθύνεται κατά απόφασης που δεν υπόκειται ή δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί με ένδικα μέσα και συνεπώς με αναίρεση κατά το χρόνο άσκησης της τελευταίας.
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 17-4-2018 και με αριθμό κατάθεσης 28/18-4-2018 αίτηση αναίρεσης ζητείται να αναιρεθεί η δημοσιευθείσα στις 18-4-2016 και εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων με αριθμό 103/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία έγινε κατ' ουσίαν δεκτή η από 28-5-2014 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας κατά της με αριθμό 170/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία είχε απορρίψει στην ουσία της την από 20-10-2012 ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά του με αριθμό 142/24-9-2012 πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος (αιγιαλού), που είχε εκδόσει η Προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. ....
Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε μερικά δεκτή η ανακοπή στην ουσία της και μεταρρυθμίσθηκε το παραπάνω πρωτόκολλο, ως προς το ύψος της αποζημίωσης. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα η προσβαλλόμενη απόφαση, δημοσιευθείσα στις 18-4-2016, ήτοι υπό την ισχύ του άρθρου 326 παρ. 3 του ν. 4072/2012, ρύθμιση που δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, δεν μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση.
Συνεπώς πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-4-2018 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 103/2016 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ