Legislator Case Law & Legislation
476/2018 AI generated

476/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 476/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Υπόκειται προς κρίση η από 13-10-2014 και με αριθμό κατάθεσης …/2014 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, κατά της 3530/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τους ενάγοντες εφέσεως κατά της 207/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 10-6-2009 (με αριθμό κατάθεσης …/19-6-2009) αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης νόμιμα φέρεται για συζήτηση με την από 7-2-2017 κλήση των εναγόντων, μετά την έκδοση των 197/2015 και 111/2017 αποφάσεων του Αρείου Πάγου, με τις οποίες, αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την πλήρη ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί ζητημάτων μείζονος σημασίας, που είχαν παραπεμφθεί σε αυτή με αποφάσεις των Τμημάτων.

Legislator headnote

AI generated

476/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
unpaid work employment subject to social contributions child-rearing credits unemployment benefits overpayment work education measure school fee contribution
AI generated
963/2018
Νόμιμα φέρεται για συζήτηση με την από 1-9-2017 κλήση της ενάγουσας, η από 18-6-2015 και με αριθμό κατάθεσης ...2015 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, μετά την έκδοση της 901/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης που είχε παραπεμφθεί σε αυτή με την 942/2015 απόφαση του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου.
1010/2018
Η νοµική αοριστία της αγωγής συνδέεται µε τη νοµική εκτίµηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί δε παράβαση που ελέγχεται µε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόµο προς θεµελίωση του ασκούμενου δικαιώµατος για να κρίνει νόµιµη την αγωγή ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
378/2018
Υπόκεινται προς κρίση οι από 24-5-2016 και με αριθμό κατάθεσης …/15-6-2016 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και η από 13-6-2016 και με αριθμό κατάθεσης …/16-6-2016 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων Φ. Α. και λοιπών (84 συνολικά), κατά της 787/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί των ασκηθεισών από αμφότερα τα διάδικα μέρη εφέσεων κατά της 92/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 21-3-2010 (με αριθμό κατάθεσης …/6-4-2011) αγωγής.
964/2018
Υπόκειται προς κρίση η από 18-6-2015 και με αριθμό κατάθεσης ...-6-2015 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, κατά της 719/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την ενάγουσα έφεσης κατά της 2589/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 3-3-2009 (με αριθμό κατάθεσης .../23-4-2009) αγωγής.
63/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 476 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 476/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 224η Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Αφροδίτης Καρούκη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Μ. Α. του Θ., 2) Α. Α. - Μ. του Ν., 3) Β. Α. του Δ., 4) Α. Α. του Γ., 5) Α. Α. του Γ., 6) Α. Δ. - Π. του Α., 7) Γ. Δ. του Β., 8) Γ. Ζ. του Π., 9) Ζ. Θ. του Δ., 10) Γ. Θ. του Κ., 11) Α. Κ. - Κ. του Γ., 12) Ό. Κ. του Ι., 13) Ε. Κ. του Α., 14) Π. Κ. του Γ., 15) Μ. Κ. - Χ. του Ι., 16) Χ. Κ. - Λ. του Α., 17) Ά. Κ. του Α., 18) Μ. Κ. του Π., 19) Α. Κ. του Ι., 20) Θ. Κ. του Η., 21) Π. Κ. του Κ., 22) Φ. Κ. του Κ., 23) Λ. Κ. - Π. του Δ., 24) Ν. Κ. του Ν., 25) Β. Κ. του Γ., 26) Μ. Λ. του Β., 27) Γ. Λ. του Π., 28) Έ. Λ. του Κ., 29) Ι. Μ. του Μ., 30) Σ. Μ. του Α., 31) Α. Ν. του Α., 32) Μ. Ν. του Κ., 33) Ε. Ξ. του Β., 34) Π. Π. του Ι., 35) Β. Π. του Θ., 36) Κ. Π. του Ν., 37) Α. Π. - Ι. του Κ., 38) Σ. Π. του Δ., 39) Α. Σ. - Α. του Η., 40) Η. Σ. του Γ., 41) Φ. Σ. του Ι., 42) Α. Σ. του Η., 43) Κ. Σ. του Ε., 44) Κ. Σ. του Γ., 45) Χ. Σ. του Α., 46) Β. Τ. του Π., 47) Α. Τ. του Γ., 48) Δ. Χ. - Π. του Κ., 49) Ε. Χ. του Γ., 50) Ζ. Γ. του Ν., 51) Α. Κ. του Γ., 52) Ζ. Λ. του Α., 53) Σ. Μ. του Γ., 54) Α. Τ. του Κ., 55) Ε. Χ. του Δ., 56) Σ. - Α. Κ. του Π., 57) Β. Κ. του Π., 58) Α. Κ. - Γ. του Ξ., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2009 αγωγή των ενενήντα εννέα (99) αρχικά διαδίκων μεταξύ των οποίων και οι πενήντα οκτώ (58) ήδη αναιρεσίβλητοι, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 207/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν εφέσεως, η 3530/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-10-2014 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 197/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της ως άνω αίτησης, μέχρι να εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Την υπόθεση επανέφεραν εκ νέου για συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι με την από 16-10-2015 κλήση τους.

Εκδόθηκε η 111/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της ως άνω αίτησης μέχρι να εκδοθεί απόφαση της πλήρους ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Την υπόθεση επανέφεραν εκ νέου για συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι με την από 7-2-2017 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης, Αντιγόνη Καραΐσκου-Παλόγου, ανέγνωσε την από 9-1-2015 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία αρεοπαγίτη, Ανδρέα Δουλγεράκη, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αιτήσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Υπόκειται προς κρίση η από 13-10-2014 και με αριθμό κατάθεσης …/2014 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, κατά της 3530/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τους ενάγοντες εφέσεως κατά της 207/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 10-6-2009 (με αριθμό κατάθεσης …/19-6-2009) αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης νόμιμα φέρεται για συζήτηση με την από 7-2-2017 κλήση των εναγόντων, μετά την έκδοση των 197/2015 και 111/2017 αποφάσεων του Αρείου Πάγου, με τις οποίες, αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την πλήρη ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί ζητημάτων μείζονος σημασίας, που είχαν παραπεμφθεί σε αυτή με αποφάσεις των Τμημάτων.

2. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ.1 του Συντάγματος, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές.

Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11-6-1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.

Κατά το άρθρο 1 παρ.2 εδ. θ' του ν. 1406/1983, στις διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, και στις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.

Ως "αποδοχές", κατά τη διάταξη αυτή, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ' αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν στις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992, ΑΠ 302/2011).

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται µε τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται µε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για να κρίνει νόμιμη την αγωγή αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να µην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται µε πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται µε βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.8 ή αρ.14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή, πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 117-118 του ίδιου κώδικα, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα µε το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη η αγωγή του απασχολουμένου µε σύμβαση εργασίας μισθωτού, µε την οποία ζητούνται διαφορές μεταξύ των αποδοχών που ο εργαζόμενος δικαιούται κατ' εφαρμογή ΣΣΕ ή ΔΑ ή µε βάση το νόμο και εκείνων που του καταβλήθηκαν, πρέπει να προσδιορίζονται στην αγωγή, εκτός των άλλων, οι αποδοχές που αυτός δικαιούται, μνημονευομένων και των τυχόν επιδομάτων που δικαιούται και εκείνες που έλαβε, ώστε να προκύπτει υπέρ αυτού διαφορά για το ένδικο χρονικό διάστημα (ΑΠ 276/ 2015).

3. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι 58 ενάγοντες (επί συνόλου 99 αρχικώς εναγόντων, εκ των οποίων οι 41 παραιτήθηκαν νομίμως του δικογράφου της αγωγής) και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την ένδικη, από 10-6-2009 (με αριθμό κατάθεσης …/19-6-2009) αγωγή, εκθέτουν ότι, κατά τις εκεί αναφερόμενες ημερομηνίες, προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και απασχολήθηκαν έκτοτε, συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής, ως καθαριστές σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αρχικά µε διαδοχικές συμβάσεις, τις οποίες το εναγόμενο χαρακτήριζε ως μισθώσεις έργου, αν και υπέκρυπταν εξαρτημένη εργασία αορίστου χρόνου (διότι εξ αρχής κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του) και στη συνέχεια, από 7-12-2006 για ορισμένους εξ αυτών και από 10-1-2007 για τους λοιπούς, µε συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (στο εξής:

ΙΔΑΧ), διότι πληρούσαν τις προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/ 2004 και, κατόπιν αιτήσεών τους, κατατάχθηκαν σε θέσεις εργασίας ΙΔΑΧ του εναγομένου. Με βάση τα περιστατικά αυτά και μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, ζητούν να τους επιδικασθούν, εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά, τα αναφερόμενα στην αγωγή για τον καθένα χρηματικά ποσά, ως οφειλόμενες διαφορές για τα έτη 2001 έως και 2008, μεταξύ των νομίμων αποδοχών που λάμβαναν οι αντίστοιχοι εργαζόμενοι της ειδικότητάς τους που απασχολούνται στο εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ΙΔΑΧ (όπως οι αποδοχές αυτές καθορίζονται µε τους ν. 2470/1997 και 3205/2003) και αυτών που οι ενάγοντες έλαβαν ως συμβασιούχοι έργου, συνυπολογιζομένου για τον μετά την κατάταξή τους χρόνο και του χρόνου προϋπηρεσίας τους µε συμβάσεις έργου.

Οι διαφορές αποδοχών προκύπτουν από τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, που καταβάλλονταν στον καθένα για κάθε έτος εντός του ενδίκου χρονικού διαστήματος και εκείνα που, κατά τους ισχυρισμούς τους, θα έπρεπε να λάβουν ως μηνιαίες αποδοχές, δώρα εορτών και επιδόματα αδείας, εάν εξαρχής ήταν εργαζόμενοι ΙΔΑΧ, με την παράθεση των επιμέρους αυτών ποσών, του συνόλου των αποδοχών που έπρεπε να λάβουν κατ' έτος, αυτών που έλαβαν και της συνολικής, κατ' έτος, μεταξύ αυτών διαφοράς.

Τις αποδοχές αυτές, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ζητούν, κυρίως, κατ' εφαρμογή των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, άλλως με βάση τις διατάξεις των ως άνω νόμων περί ενιαίου μισθολογίου, ως εκ της απασχόλησής τους στο εναγόμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, άλλως, επικουρικά, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, με τον ισχυρισμό ότι παράνομα δεν χορηγούνταν και σε αυτούς, τόσο κατά το διάστημα απασχόλησής τους με συμβάσεις χαρακτηριζόμενες ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, όσο και κατά το διάστημα από την κατάταξή τους (ύστερα από τη διαδικασία των άρθρων 11 παρ.6 του π.δ. 164/2004 και 1 του ν. 3320/2005) σε θέσεις εξαρτημένης εργασίας ΙΔΑΧ και εφεξής, χωρίς συνυπολογισμό της προϋπηρεσίας τους.

Η αγωγή αυτή, με την οποία επιδιώκεται η ικανοποίηση αξίωσης για την καταβολή οφειλομένων αποδοχών, από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και, επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην εκκαλουμένη ότι κακώς απέρριψε ως αβάσιμη την ένστασή του περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων και ότι υπερέβη την δικαιοδοσία του είναι:

α) κατά το πρώτο μέρος του, αληθώς, από τον αρ.4 και όχι τον αρ1 (όπως επικαλείται το αναιρεσείον) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αβάσιμος και β) κατά το δεύτερο μέρος του από τον αρ.19 του ίδιου άρθρου, που προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της διαφοράς, απαράδεκτος, αφού δεν εκδόθηκε αποδεικτικό πόρισμα.

Περαιτέρω, με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή, περιέχει όλα τα αναγκαία, κατ' άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, στοιχεία και είναι πλήρως ορισμένη, αφού δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύουν οι ενάγοντες τα συγκεκριμένα ποσά που τους έχουν καταβληθεί, για κάθε επί μέρους αξίωσή τους, ανά έτος, ξεχωριστά. Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ορισμένη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή, απορρίπτοντας την περί αοριστίας ένσταση του εναγομένου και εκεί εφεσιβλήτου, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 (και όχι από τους αριθμούς 1 και 19) ΚΠολΔ, ο δε δεύτερος λόγος αναίρεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίο προβάλλεται ότι η ένδικη αγωγή για την επιδίκαση διαφορών δεδουλευμένων μηνιαίων αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας ήταν αόριστη, διότι οι ενάγοντες, αφού παραθέτουν τα επιμέρους κονδύλια, που αφορούν περισσότερες απαιτήσεις τους από τις παραπάνω αιτίες για κάθε έτος του ενδίκου χρονικού διαστήματος ξεχωριστά, αφαιρούν στη συνέχεια από το αποτέλεσμα που προκύπτει (μετά συναρίθμηση των ετησίως καταβλητέων για τις αιτίες αυτές επί μέρους ποσών µε βάση τον επικαλούμενο νόμιμο μισθό τους) το συνολικό ετήσιο ποσό που έλαβαν για την απασχόλησή τους ως καθαριστές για όλες τις αιτίες αυτές, συγκεντρωτικώς, χωρίς να εξειδικεύουν ποια ακριβώς ποσά τους έχουν καταβληθεί ανά έτος ξεχωριστά, είναι αβάσιμος.

4. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό, που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (στο εξής:

ΙΔΑΧ) κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου ή έργου. Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.

Μοναδική εξαίρεση από την εν λόγω απόλυτη απαγόρευση προβλέφθηκε από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004 (που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους), για περιπτώσεις απασχολούμενων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατ' αυτήν (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο αυτό [η συνδρομή των οποίων διαπιστώνεται είτε διοικητικά από τον οικείο φορέα, με αίτηση που ο εργαζόμενος υποβάλλει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του εν λόγω διατάγματος, είτε δικαστικά, με την άσκηση της αντίστοιχης αγωγής].

Προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του ως άνω άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, επακολούθησε ο ν. 3320/2005, στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι οι εργαζόμενοι, που εμπίπτουν στην εξαίρεση, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ΙΔΑΧ, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη με την οποία είχαν προσληφθεί.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου", κατά δε την παρ.5 του ίδιου άρθρου, ως ημερομηνία πρόσληψης, νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 15 παρ.1 περ. ι' του ν. 3205/2003, συνάγεται ότι οι κατατασσόμενοι σε θέση εργασίας ΙΔΑΧ, κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οι οποίοι προηγουμένως παρείχαν υπηρεσίες στο Δημόσιο με σύμβαση μίσθωσης έργου, μόνο "από" και "με" την έκδοση της σχετικής πράξης κατάταξης δικαιούνται τις αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για τον καθορισμό των οποίων, καθώς και για την περαιτέρω μισθολογική τους εξέλιξη, συνυπολογίζεται ως χρόνος προϋπηρεσίας και ο χρόνος απασχόλησής τους με σύμβαση έργου, αφού και αυτός έχει χαρακτηρισθεί και λογίζεται με διάταξη νόμου (άρθρο 1 παρ.4 ν. 3320/2005) ότι διανύθηκε στο πλαίσιο σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως προς όλες τις συνέπειες (ήτοι, τη χορήγηση των επιδομάτων εορτών και αδείας και την προσμέτρηση του χρόνου προϋπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω), ενώ αντιθέτως, δικαιούνται τις αποδοχές της θέσης στην οποία εντάχθηκαν μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής.

Έτσι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, ο νομοθέτης επέλεξε να καταταγούν μεν οι απασχοληθέντες σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ΙΔΑΧ, για το λόγο ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, να αρχίσουν όμως να αμείβονται με τις αποδοχές της θέσης, στην οποία εντάσσονται, από το χρόνο της κατάταξής τους, οπότε και ολοκληρώνεται πλέον η κατά νομοθετική παραχώρηση πρόσληψή τους, για δε το προγενέστερο χρονικό διάστημα να δικαιούνται αυτοί να αναζητήσουν μόνο εκείνες τις παροχές, τις οποίες δεν έλαβαν εξαιτίας του χαρακτηρισμού της απασχόλησής τους ως σύμβασης μίσθωσης έργου.

Η θέση αυτή, εξάλλου, δεν αντίκειται στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70 ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, η οποία δεν καθορίζει το ύψος των αποδοχών των απασχολουμένων με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, αλλά επιτάσσει την αποφυγή δυσμενών διακρίσεων, εφόσον δεν οφείλονται σε αντικειμενικό λόγο και θέτει χρονικό όριο προσαρμογής της εσωτερικής έννομης τάξης των κρατών - μελών προς αυτήν (ΟλΑΠ 16/2017).

Επίσης, δεν αντίκειται ούτε στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή έργου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.

Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ΙΔΑΧ, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα αδείας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1805/2017, ΑΠ 260/2012).

5. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του και όπως από αυτήν προκύπτει, επί της αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι, με βάση διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίσθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 113 παρ.5 του ν. 1892/1990 και χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι πενήντα εννέα (58) ενάγοντες προσλήφθηκαν και απασχολήθηκαν επί σειρά ετών στον καθαρισμό σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.

Ότι οι ενάγοντες υπέβαλαν εμπρόθεσμα αιτήσεις για την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ), κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 11 του π.δ. 164/2004 και 1 του ν. 3320/2005, επί των οποίων απεφάνθησαν θετικά το Κεντρικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο Διοικητικού Προσωπικού (ΚΥΣΔΙΠ) του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΥΠΕΠΘ), με τις …4-2005 και …..4-2005 πράξεις του, καθώς και το ΑΣΕΠ, οπότε, δυνάμει των …12-2006 και …1-2007 αποφάσεων του ΥΠΕΠΘ, κατετάγησαν αυτοί σε θέσεις εργασίας ΙΔΑΧ.

Ότι το αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο του εναγομένου, μετά τον έλεγχο και την αξιολόγηση των στοιχείων, απεφάνθη ότι οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του ΥΠΕΠΘ, οι δε συμβάσεις εργασίας τους υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι τα ίδια δέχθηκε και το ΑΣΕΠ.

Ότι το εναγόμενο με τις ανωτέρω αποφάσεις του αναγνώρισε πως οι συμβάσεις καθενός εξ αυτών αποτελούσαν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεδομένου ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού και ότι επί πολλά έτη τους ανέθετε τον καθαρισμό των σχολικών εγκαταστάσεων των ιδίων σχολείων, με μοναδικό κριτήριο τη δυνατότητα καλής εκτέλεσης της συγκεκριμένης εργασίας, χωρίς τη διεξαγωγή μειοδοτικού ή άλλου διαγωνισμού.

Ότι αναγνώρισε, επίσης, πως ήταν υποχρεωμένοι να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στον καθορισμένο από το ίδιο τόπο, αντί αμοιβής καθοριζόμενης για τον καθένα βάσει του αριθμού των αιθουσών που θα καθάριζαν και καταβαλλόμενης σε μηνιαίες δόσεις, αντίστοιχες της διάρκειας των συμβάσεών τους. Ότι υποχρεούνταν να εκτελούν τις εργασίες καθαρισμού αυτοπροσώπως καθημερινά, μετά τη λήξη της σχολικής εργασίας, ο δε αρμόδιος προϊστάμενος καθόριζε αποκλειστικά το καθημερινό ωράριο εργασίας και μεριμνούσε για την τήρησή του.

Ότι, συνεπώς, το εναγόμενο αναγνώρισε ότι οι συμβάσεις των εναγόντων είχαν ως αντικείμενο όχι την εκτέλεση ορισμένου έργου, δηλαδή την επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος, στο οποίο απέβλεπαν οι συμβαλλόμενοι, αλλά την παροχή εργασίας με τη μορφή υπηρεσιών καθαρισμού κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους, μετά τη λήξη του οποίου και μέχρι την έναρξη του επομένου δεν ήταν αναγκαία η παροχή της εν λόγω εργασίας.

Ότι οι εναγόμενοι παρείχαν και εξακολουθούν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους ως καθαριστές, δυνάμει συμβάσεων ΙΔΑΧ και ότι, συνεπώς, δικαιούνται όλες τις αποδοχές και επιδόματα, που προβλέπονται από τις σχετικές διατάξεις (που μνημονεύονται στην απόφαση) και τις οποίες λαμβάνουν οι συνάδελφοί τους δημόσιοι υπάλληλοι- καθαριστές, δεδομένου ότι δεν υφίσταται αντικειμενικός λόγος διαφορετικής μισθολογικής αντιμετώπισής τους.

Ότι, ενώ κατετάγησαν κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 11 του π.δ. 164/2004 και 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, η κατάταξή τους έλαβε χώρα χωρίς να ληφθεί υπόψη η προϋπηρεσία τους με συμβάσεις έργου. Ότι έτσι οι ενάγοντες κατατάχθηκαν στο εισαγωγικό (18ο) μισθολογικό κλιμάκιο, ενώ με βάση την προϋπηρεσία τους έπρεπε ο καθένας να είχε καταταγεί σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο και να λαμβάνει βασικό μισθό αναλόγως της προϋπηρεσίας του, η οποία διανύθηκε υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, κατά τα προεκτεθέντα.

Ότι επιπλέον έπρεπε να λαμβάνουν και για το πριν την κατάταξή τους χρονικό διάστημα τις αντίστοιχες αποδοχές, όπως αυτές καθορίζονται εκάστοτε με τις σχετικές διατάξεις για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης. Τέλος, δέχθηκε το Εφετείο, ότι, εκτός εκείνων των επιμέρους αξιώσεων των εναγόντων, που είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, προκύπτουν, κατά τα λοιπά, οι παρατιθέμενες στην προσβαλλομένη απόφαση μισθολογικές διαφορές υπέρ αυτών, με συνυπολογισμό δώρων εορτών, επιδόματος αδείας και της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002.

Με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκανε δεκτή την έφεση των εναγόντων, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη 207/2011 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη, τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και, δικάζοντας επί της αγωγής, τη δέχθηκε εν μέρει και επιδίκασε στους ενάγοντες, εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά, τα αναφερόμενα στην απόφαση λεπτομερώς, κατά περίπτωση, ποσά, µε το νόμιμο τόκο.

6. Το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από τη νομική σκέψη που διατυπώνεται παραπάνω (βλ. αρ.4), υπήγαγε εσφαλμένα στις διατάξεις που αναλύονται σε αυτή και έπρεπε να εφαρμοσθούν, τις ουσιαστικές παραδοχές, στις οποίες ανέλεγκτα κατέληξε και οι οποίες έχουν παρατεθεί ανωτέρω. Ειδικότερα, η παραδοχή ότι οι ενάγοντες, που απασχολήθηκαν με διαδοχικές συμβάσεις έργου στον καθαρισμό σχολείων, κάλυψαν αληθώς πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ότι για το λόγο αυτό οι συμβάσεις τους έφεραν το χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν μπορούσε να οδηγήσει στην κρίση ότι θα έπρεπε να λάβουν την αμοιβή που προβλέπεται για τους αντίστοιχους εργαζομένους στο προσωπικό ΙΔΑΧ του εναγομένου και πολύ περισσότερο για το προσωπικό δημοσίου δικαίου.

Τούτο, διότι πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις μίσθωσης έργου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.

Οι περιστάσεις αυτές εντάσσουν τους ενάγοντες σε αυτοτελή κατηγορία εργαζομένων και δικαιολογούν, για το πριν την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα, τη διαφορετική μισθολογική μεταχείρισή τους σε σύγκριση με το λοιπό προσωπικό του εναγομένου, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ΙΔΑΧ, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/2004).

Εξάλλου, κατά ρητή επιταγή του άρθρου 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, οι κατατασσόμενοι μόνο μετά την κατάταξή τους σε θέσεις ΙΔΑΧ, ύστερα από τη διαδικασία των άρθρων 11 παρ.6 του π.δ. 164/2004 και 1 του ν. 3320/2005, δικαιούνται τις νόμιμες αποδοχές της θέσης τους, ο δε χρόνος των συμβάσεών τους μίσθωσης έργου λογίζεται ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για όλες τις συνέπειες, εκτός από τη δημιουργία δικαιώματος αναδρομικής λήψεως των αποδοχών της θέσης στην οποία κατατάχθηκαν.

Κατόπιν αυτών, το Μονομελές Εφετείο, που επιδίκασε (εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά) τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών για το πριν την κατάταξη των εναγόντων σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα, σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, η εφαρμογή της οποίας προϋποθέτει πρόσωπα υπαγόμενα στην ίδια κατηγορία, παραβίασε τις ως άνω εφαρμοστέες διατάξεις με εσφαλμένη υπαγωγή.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου και δη κατά το δεύτερο μέρος αυτού, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Αντιθέτως, κρίνοντας το Μονομελές Εφετείο ότι ο χρόνος, που οι ενάγοντες εργάσθηκαν στην υπηρεσία του εναγομένου πριν την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις ΙΔΑΧ, πρέπει να αναγνωρισθεί ως χρόνος προϋπηρεσίας στις ίδιες θέσεις, ώστε να καταταγούν στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια και να λάβουν τις αποδοχές των κλιμακίων αυτών (μετά την κατάταξή τους), ορθώς εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, 11 του π.δ. 164/2004, 1 παρ.3, 4 και 5 του ν. 3320/2005, 2 παρ.1, 3 παρ.1 και 4, 5 παρ.1 και 2, 15 παρ.1 και 4, 20 του ν. 3205/2003 και με επάρκεια παρέθεσε τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία παραδέχθηκε σχετικώς.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που το αναιρεσείον, υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 2 παρ.1 του ν. 3320/2005, με την οποία τροποποιήθηκαν εδάφια της παρ.2 του άρθρου 18 του ν. 2190/1994 περί ΑΣΕΠ, ισχυρίζεται ότι η πέραν των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών προϋπηρεσία των εναγόντων λαμβάνεται υπόψη μόνο ως αποκτηθείσα εμπειρία, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι η πιο πάνω διάταξη δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον αυτή αφορά περιπτώσεις συμβασιούχων που δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις ένταξής τους στο άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, των οποίων αύξησε τη μοριοδότηση της προϋπηρεσίας, ώστε να διευκολυνθεί η απορρόφησή τους μέσω του συστήματος προσλήψεων.

7. Κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος, 14 του ν. 3016/2002 και 24 παρ.2 του ν. 3205/ 2003, η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά (δήθεν προβλεπόμενη εκ του νόμου) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη την προϋπόθεση της υπαγωγής αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης.

Αντιθέτως, αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται μόνον εάν οι αρμόδιοι υπουργοί, ύστερα από συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια και εκδώσουν κανονιστική πράξη, για επέκταση της χορήγησης αυτής και σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων, με τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002, ήτοι μόνο εφόσον δεν χορηγούνται στους δικαιούχους οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, ίσες προς ή μεγαλύτερες προς το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.

Από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση των αρμοδίων οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου για επέκταση της χορήγησης της ειδικής παροχής στους ενάγοντες, για μόνο το λόγο ότι η χορήγηση αυτής είχε επεκταθεί, προηγουμένως, σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων. Διότι η επέκταση της χορήγησης χωρίς τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων είναι παράνομη και, βέβαια, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (ΟλΑΠ 16 και 17/2015, ΑΠ 38/ 2017).

8. Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή τους οι ενάγοντες, μεταξύ των άλλων, ζήτησαν την επιδίκαση στον καθένα από αυτούς ολοκλήρου του ποσού της ειδικής παροχής των 88 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2002 και 176 ευρώ μηνιαίως για το μετά την 1-7-2002 χρονικό διάστημα, επικαλούμενοι απλώς τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας με αριθμό 2/32172/0022/4-7-2002 ΚΥΑ, με την οποία προβλέφθηκε η καταβολή μηνιαίας ειδικής παροχής ύψους (από 1-1-2002) 88 ευρώ και (από 1-7-2002) 176 ευρώ, μεταξύ άλλων, στους διοικητικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", του άρθρου 24 παρ.2 του ν. 3205/2003 για τη διατήρηση αυτής, ως προσωπικής διαφοράς, στους υπαλλήλους που αυτή καταβαλλόταν και του άρθρου 2 παρ.3 του ν. 3336/2005 για τη χορήγηση αυτής από 1-1-2005 και σε διοριζομένους ή μετατασσομένους μετά την 1-1-2004 υπαλλήλους σε υπηρεσίες, όπου αυτή διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά.

Επί του ανωτέρω αιτήματος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες, υπαγόμενοι και αμειβόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού του Δημοσίου, δικαιούνται να λάβουν, για το αναφερόμενο στην απόφαση χρονικό διάστημα (2005 έως και 2008), μεταξύ άλλων, και τη διαφορά μεταξύ της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 από 176 ευρώ μηνιαίως και του κινήτρου απόδοσης ύψους 86 ευρώ μηνιαίως για το προσωπικό κατηγορίας ΥΕ (άρθρο 12 παρ.1 του ν. 3205/2003) και ύψους 57 ευρώ μηνιαίως για το ίδιας κατηγορίας προσωπικό από 1-1-2008 (άρθρο 6 παρ.3 του ν. 3670/2008), εφόσον από μισθολογικής άποψης δικαιούνται των αποδοχών που προβλέπονται στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς, τη δε παροχή αυτή ελάμβαναν οι συνάδελφοί τους στην ίδια υπηρεσία.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το μέρος που επιδίκασε τη πιο πάνω παροχή των 176 ευρώ, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 του ν. 3016/2002, 24 παρ.2 του ν. 3205/2003 και 2 παρ.3 του ν. 3336/2005, τις οποίες παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου. Τούτο διότι η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αλλά αποτελεί ειδική παροχή, μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται, εάν η Διοίκηση, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, ασκήσει νομίμως τη διακριτική της ευχέρεια και εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002, μία των οποίων είναι να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ.

Ακόμη, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, καθόσον δεν εκτίθενται τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά, που απαιτούνται για την υπαγωγή των εναγόντων στις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002. Επιπροσθέτως, δεν αιτιολογείται στην απόφαση με ποιο τρόπο οι ενάγοντες κατέστησαν δικαιούχοι της πιο πάνω παροχής, καθόσον δεν διαλαμβάνονται παραδοχές ότι δικαιούχοι της παροχής αυτής είναι όλοι οι υπάλληλοι του Δημοσίου και ΝΠΔΔ, μόνιμοι ή με σύμβαση εργασίας ΙΔΑΧ, που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του Δημοσίου (ν. 3205/2003), ενώ δεν διευκρινίζεται εάν οι ενάγοντες λαμβάνουν και άλλου είδους πρόσθετες μισθολογικές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, επειδή για τον προσδιορισμό των διαφορών των αποδοχών των εναγόντων συνυπολόγισε την ως άνω ειδική παροχή και για έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες, είναι βάσιμος.

9. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου, ως προς το δεύτερο μέρος του, και του τετάρτου, από τους λόγους της από 13-10-2014 υπό κρίση αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 3530/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που επιδίκασε τις μη δικαιούμενες διαφορές αποδοχών για το πριν την κατάταξη των εναγόντων σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα και κατά το μέρος που επιδίκασε την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3), προκειμένου να εκκαθαρισθούν οι αξιώσεις των εναγόντων για καταβολή δώρου εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και επιδόματος αδείας, του πριν την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις χρονικού διαστήματος, τα οποία οφείλονται εκ του νόμου σε όλες τις περιπτώσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν εις βάρος των ηττηθέντων αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3530/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση. -Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ανερχόμενα σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Ιανουαρίου 2018. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 6η Μαρτίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ