Legislator Case Law & Legislation
476/2016 AI generated

476/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 476/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 476 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

476/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 476 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
sole shareholder denial of survivor's pension denial of invalidity insurance stateless person status lack of self-sufficiency minority shareholder
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 476 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 476/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. συζ. Ν. Μ., το γένος Ν. Π. κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Πέτρου Μαρκέτου.

Των αναιρεσίβλητων:1)ΝΠΔΔ με την επωνυμία "..." Νομού Ηρακλείου, με έδρα το Ηράκλειο, νομίμως εκπροσωπουμένου 2)ΝΠΔΔ με την επωνυμία "..." με έδρα τη ..., νομίμως εκπροσωπουμένου, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπύρο Λιονάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 102/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 294/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-3-2015 αίτησή της και τους από 15-10-2015 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 13-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή τους, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 294/2014 απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, επιλαμβανόμενου έφεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αγωγή των τελευταίων διεκδικητική κυριότητας ακινήτων, θεμελιούμενη στον παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), ως προς μεν το δεύτερο τούτων ως απαράδεκτη, ως προς δε τον πρώτο ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή ένστασης της εναγομένης ήδη, αναιρεσείουσας περί ιδίας κυριότητας, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς τη διάταξή της που αφορά την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής, την οποία δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 124 του Ν.4149/1961 "Περί του Καταστατικού Νόμου της εν Κρήτει Ορθοδόξου Εκκλησίας" πάσα περιουσία ήν ο μοναχός αποκτά μετά την απόκαρσιν εξιδίας εργασίας ανήκει εις την μονήν, αυτός δε έχει μόνον την κάρπωσιν αυτής, εκ δε της περιουσίας ήν άλλως πως αποκτά μετά την απόκαρσιν, το δε δίμοιρον δύναται κατά βούλησιν να διαθέτει εν ζωή ή αιτία θανάτου, το δε τρίτον προσκυρούται τη μονή. Επί τη μη τυχόν διαθέσει εν ζωή ή αιτία θανάτου του διμοίρου ή μέρους αυτού, το μη διατεθέν περιέρχεται τη μονή, εκτός αν συντρέχουν εκ νομίμου γάμου τέκνα, οπότε ταύτα λαμβάνουσι την νόμιμον μοίραν". Περαιτέρω στη διάταξη του άρθρου 21 του Ν.Δ/τος της 22 Απριλίου/16 Μαΐου 1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ.", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 17 του Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ. ρητώς ορίζεται ότι "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου, της Αεροπορικής Αμύνης και των Ιερών Μονών, εις ουδεμίαν υπόκεινται εις το μέλλον παραγραφή, η δε αρξάμενη παραγραφή ουδεμίαν νόμιμον συνέπειαν κέκτηται μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος δεν συνεπληρώθη η τριακονταετής παραγραφή κατά τους ισχύοντες νόμους ...". Επίσης στο άρθρο 4 του ΑΝ 1539/1938 "περί προστασίας των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί ακινήτων" ορίζεται ότι οι περί ακινήτων εμπράγματες αξιώσεις του Δημοσίου είναι απαράγραπτες, κατά δε το άρθρο 17 παρ. 3 του ΝΔ/τος 3432/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί ΟΔΔΕΠ νομοθεσίας" εφαρμόζεται και επί των ακινήτων των ιερών μονών η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 6 του Ν.4944/1931, κατά την οποία το Ταμείο του Εθνικού Στόλου θεωρείται αδιαλείπτως ότι έχει τη νομή ακινήτου κτήματος από της κτήσεως της κυριότητας,, αυτού, ανεξάρτητα από κάθε αφαίρεση αυτής από τρίτο και τέλος κατά το άρθρο 62 1 παρ. 4 του Ν.580/1977 "περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος" οι διατάξεις των άρθρων 4 και 23 του ΑΝ 1539/1938, "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", όπως αυτός μεταγενέστερα τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τα ακίνητα που ανήκουν στα νομικά πρόσωπα, που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 4 του νόμου αυτού, μεταξύ των οποίων είναι και οι μονές. Η λήξη κάθε παραγραφής ως προς το χρόνο της χρησικτησίας ανεστάλη με τα αλλεπάλληλα διατάγματα που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του ν. ΔΞΗ/1912 από 12-9- 1915 μέχρι και του έτους 1930.

Συνεπώς για την απόκτηση κυριότητας σε ακίνητο, που ανήκει σε Ιερά Μονή με έκτακτη χρησικτησία και προς παραγραφή της εμπραγμάτου αξιώσεως της Μονής επί ακινήτου αυτής απαιτείται να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 12-9-1915, χρόνος νομής σαράντα ετών, αφού έκτοτε ανεστάλη η συμπλήρωση της χρησικτησίας, ενώ από 26-5-1926, που ακόμα ίσχυε η αναστολή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα των μονών και συνεπώς δεν είναι έκτοτε δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία. Η προστασία αυτή ισχύει για όλες ανεξαίρετα τις Ιερές μονές, που βρίσκονται στην Ελληνική επικράτεια, είτε ανήκουν στα όρια της δικαιοδοσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, είτε σε άλλες εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες. Επομένως, ισχύουν και για τις μονές της Κρήτης. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του^ ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Πριν το έτος 1940 η κατά κόσμον Α. Ε. Π., εκάρη μοναχή στο Μετόχιο του Αγίου Νικολάου της Ιερά Μονής Κουδουμά. Στη συνέχεια εγκαταβίωσε στο Ιερό προσκύνημα Αγίας Μαρίνας Βόνης μέχρι το έτος 1980 όταν και απεβίωσε και ετάφη στο χώρο της Μονής Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε νομότυπη σύσταση της Ιερά Μονής καθόσον μόνο η εκδοθείσα Υπουργική απόφαση για την ίδρυση της μονής δεν αρκεί για τη νόμιμη σύσταση της αλλά απαιτείται και απόφαση της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης, η οποία δεν εξεδόθη. Από την επικαλούμενη όμως και προσκομιζόμενη με αριθμό 1039/23-8-1976 Υπουργική Απόφαση του ΥΠ.Ε.Π.Θ, η οποία δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β, αποδεικνύεται ότι ο Υπουργός έλαβε υπόψη την "Γνώμη της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας της Κρήτης διαλαμβανομένης εν τω υπ αρ..../22-7- 1976 εγγράφω αυτής". Επομένως απορριπτέος κρίνεται ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η αποθανούσα δεν υπήρξε ποτέ μοναχή, ότι ήταν θεία της και το έτος 1964 την υιοθέτησε δυνάμει της 1502/1964 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Οι ενάγοντες προς απόδειξη της ιδιότητας της θανούσας ως μοναχής προσκομίζουν και επικαλούνται την 700/2005 βεβαίωση του Αρχιεπισκόπου Κρήτης Τ. σε συνδυασμό με τη με αριθμό 5/10-3-2007 υπεύθυνη δήλωση του προέδρου της επιτροπής διοίκησης και διαχείρισης Ιεράς Γυναικείας Κοινοβιακής Μονής Αγίας Μαρίνας Βόνης Μητροπολίτη Αρκαλοχωρίου, Καστελίου και Βιάννου Α., περί της ιδιότητας της θανούσας ως μοναχής, καθόσουν στην ιερά αυτή μονή δεν έχει συσταθεί Μοναχολόγιο, ούτε λειτουργεί Ηγουμενοσυμβούλιο, λόγω του μικρού αριθμού των μοναχών που υπηρετούν στη Μονή Το ως άνω προσκύνημα υπήγετο στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης και από το έτος 2001 με την ίδρυση της Μητρόπολης Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου υπάγεται στην δικαιοδοσίας της. Οι μάρτυρες των εναγόντων καταθέτουν ότι η μοναχή Μ. ζούσε σε κελί εντός της Ιεράς Μονής και ήταν γνωστή σε όλους με το όνομα Μ.. Μάλιστα στο με αριθμό …/1-7-1970 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Μιχαήλ Παντουβάκη, στο οποίο συνεβλήθη ως αγοράστρια φέρεται ως μοναχή με το όνομα Μ.. Στην από 14-1-1982 βεβαίωση του ΟΓΑ βεβαιώνεται ότι ήταν γραμμένη στη συνταξιοδοτική απόφαση με δυο ονόματα Μ. - Α.. Στη με αριθμό …/1980 ληξιαρχική πράξη θανάτου της, τον οποίο θάνατο δήλωσε ο σύζυγος της εναγομένης Ν. Μ. γράφεται ως επάγγελμα "Μοναχή". Η εναγομένη πέραν της προσκομιζόμενης δικαστικής απόφασης δεν προσκόμισε κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο για να αποδείξει την ιδιότητα της θανούσας ως μη μοναχής. Αντίθετα οι μάρτυρες των εναγόντων ήταν κατηγορηματικοί στις καταθέσεις τους, ειδικά ο πρώτος, συνταξιούχος ιερέας είχε ιδία αντίληψη. Επομένως η θανούσα είχε την ιδιότητα της μοναχής η οποία εγκαταβιούσε στη Ιερά Γυναικεία Κοινοβιακή Μονή Αγίας Μαρίνας Βόνης. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι η μοναχή Μ. κατά το χρόνο της διαμονής της στη Μονή δια της εργασίας της απέκτησε ακίνητη περιουσία. Ειδικότερα κατά τις δεκαετίες του 1940 και προς το τέλος της δεκαετίας του 1950 απέκτησε με μία σειρά άτυπων δωρεών ένα αγροτικό ακίνητο στη θέση ... ... Έτσι έγινε κυρία του ακινήτου αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού τα νεμόταν και τα κατείχε καλλιεργώντας και συλλέγουσα τους καρπούς τους για περισσότερα από είκοσι χρόνια. Ήτοι ήταν κυρία αυτού από τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Περαιτέρω από την εργασία της στα αγροτικά ακίνητα είχε χρήματα και προέβη στην αγορά δυνάμει των .../1970 συμβολαίων των συμβολαιογράφων ... νόμιμα μεταγραφέντων ενός ακινήτου ευρισκόμενο στη θέση "..." η "..." συνολικής έκτασης 2.897,34 τ.μ. ... Η εναγομένη μετά το θάνατο της μοναχής κατέλαβε τα ακίνητα αυτά και από τότε μέχρι σήμερα τα κατέχει. Σύμφωνα όμως με τις προηγούμενες σκέψεις από της αποκτήσεως των ακινήτων από την μοναχή η κυριότητα των ακίνητων ανήκει αυτοδικαίως στην Ιερά Μονή, είτε αυτό θεωρηθεί ιδιόρρυθμος (sui generis) τρόπος κτήσης κυριότητας, είτε θεωρηθεί ότι ο μοναχός λειτουργεί εν προκειμένω ως διαμετακομιστικό όργανο τα ακίνητα αυτά το μεν πρώτο, του οποίου απέκτησε την κυριότητα η μοναχή από το τέλος της δεκαετίας του 1970 με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας εκ του νόμου ανήκαν στην κυριότητα της μονής από τότε, αφού αποκτήθηκε από εισοδήματα εκ της εργασίας της στη μονή Το άλλο ακίνητο στο οποίο απέκτησε την κυριότητα δυνάμει των προαναφερόμενων συμβολαίων το έτος 1970 ανήκε με την κτήση της κυριότητας του στην Μονή που εγκαταβιούσε η έστω ανήκε σε αυτή από τη νόμιμη σύσταση της το 1976 και δεν χρειάζεται αποδοχή και μεταγραφή της κληρονομιάς, αφού δεν είναι κληρονομιαία ακίνητα. Ως μοναστηριακά δε δεν υπόκεινται σε χρησικτησία και αν ακόμη αποβλήθηκε η Μονή από τη νομή, η τελευταία θεωρείται ότι εξακολουθεί να έχει πλασματική νομή επί των ακινήτων και η εναγομένη, η οποία κατέλαβε τα ακίνητα δεν μπορεί να αποκτήσει κυριότητα με χρησικτησία". Με τον τέταρτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 1045, 1193, 1194, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ. Το ζήτημα που τίθεται με το λόγο αυτό της αίτησης αναίρεσης είναι γενικότερου ενδιαφέροντος, σχετιζόμενο με την έννοια της διατύπωσης του άρθρου 124 παρ. 1 του Ν.4149/1961 "περί του Καταστατικού Νόμου της εν Κρήτει Ορθοδόξου Εκκλησίας", κατά την οποία κάθε περιουσία που αποκτά ο μοναχός εξ ιδίας εργασίας μετά την απόκαρση "ανήκει" στη μονή και αυτός έχει μόνο την επικαρπία, συναρτώμενο δηλαδή με τον τρόπο απόκτησης της κυριότητας από τη μονή ενός τέτοιου περιουσιακού στοιχείου και την εντεύθεν απόκτηση της ιδιότητας αυτού ως μοναστηριακού και ανεπίδεκτου χρησικτησίας από τρίτον. Δηλαδή τίθεται το ζήτημα αν η έννοια της διατύπωσης "ανήκει στη μονή" είναι ότι η περιουσία αυτή περιέρχεται στην ψιλή κυριότητα της μονής αυτοδικαίως (ipso iure) από τον νόμο χωρίς άλλες διαδικασίες και είναι σύγχρονη με την απόκτηση αυτής από το μοναχό, οπότε έκτοτε θεωρείται μοναστηριακή ή περιέρχεται στη μονή μετά το θάνατο του μοναχού με κληρονομική διαδοχή και επομένως στην περίπτωση αυτή απαιτείται νομότυπη αποδοχή της κληρονομιάς από τη μονή και μεταγραφή της σχετικής δήλωσης για την απόκτηση της κυριότητας.

Συνεπώς πρέπει να παραπεμφθεί η αίτηση αναίρεσης κατά τον τέταρτο λόγο του κυρίου δικογράφου αυτής στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επιφυλασσομένου του Δικαστηρίου για την έρευνα των λοιπών λόγων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου την από 31-3- 2015 αίτηση της Κ. Μ. για την αναίρεση της 294/2014 απόφασης του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης ως προς τον τέταρτο λόγο του κυρίου δικογράφου αυτής.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Ιουλίου 2016.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ