476/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύoντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated476/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ενόψει τούτων πράγματα, με την έννοια αυτή, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής, κύρια και επικουρικές και τα για τη θεμελίωση αυτών και των διαφόρων αιτημάτων τους προτεινόμενα περιστατικά. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003).
Full text
Απόφαση 476 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 476/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύoντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Νακόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. χήρας Ν. Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/1/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 8/4/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22150/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 1424/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/11/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 18/3/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. Β1281/21-1-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Θεσσαλονίκης Α. Ν. Ε. ακριβές αντίγραφο της αναιρέσεως με κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα προς την αναιρεσίβλητη Εφόσον όμως η διάδικος αυτή δεν παραστάθηκε από την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ' αυτό, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔικ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία αυτής (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ).
Επειδή η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη θεμελίωση του αιτήματος, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔικ.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" υπό την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 25/2003).
Ενόψει τούτων πράγματα, με την έννοια αυτή, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής, κύρια και επικουρικές και τα για τη θεμελίωση αυτών και των διαφόρων αιτημάτων τους προτεινόμενα περιστατικά. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003).
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 9 εδ α ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ο όρος επιδίκασε" σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε επί αιτήματος, έστω και με αναγνωριστική διάταξη. Ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελές αίτημα των διαδίκων, με το οποίο ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας, σε οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της πχ αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης κλπ.
Δεν αποτελεί "αίτημα" ο νομικός χαρακτηρισμός που έδωσαν οι διάδικοι αν το δικαστήριο αξιολόγησε κατ' άλλο τρόπο τη διαφορά. Εξ ετέρου η διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ κατά την οποία "όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει" συμπληρώνει και επεκτείνει την κατά το άρθρο 914 αδικοπραξία και είναι αυτοτελής αδικοπραξία που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.
Τέλος ο εντολοδόχος, επί υπαιτίας παράβασης της εντολής, παράλληλα με την ενδοσυμβατική ευθύνη υπέχει και ευθύνη από αδικοπραξία, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του 914 ΑΚ ή της αυτοτελούς αδικοπραξίας του 919 ΑΚ, οπότε επί επιλογής από τον ενάγοντα της συρρέουσας από αδικοπραξία αξιώσεως, ο εντολοδόχος είναι δυνατόν να υποχρεωθεί σε αποζημίωση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 919, 297 και 298 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713, 714 και 719 ΑΚ, η αποζημίωση δε αυτή μπορεί κατά τις περιστάσεις να συνίσταται και στην αυτούσια απόδοση του πράγματος, κατ' άρθρο 297 εδ.
β ΑΚ, εις τρόπον ώστε, αν η κτήση του πράγματος, έγινε από τον εντολοδόχο κατά παράβαση της σύμβασης εντολής για δικό του λογαριασμό και ιδίω ονόματι, να υποχρεωθεί στη μεταβίβαση της κυριότητας αυτού στον ενάγοντα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής της αναιρεσίβλητης (που συνεκδικάστηκε με διεκδικητική αγωγή της αναιρεσείουσας περί κυριότητας ακινήτου, άλλως αποδόσεως χρησιδανεισθέντος ακινήτου και καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης) - άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ - διαλαμβάνεται σ' αυτήν ότι η εναγομένη - αναιρεσείουσα κατά παράβαση της ανατεθείσας σ' αυτήν από την ενάγουσα εντολής, περί αγοράς διαμερίσματος στη Θεσσαλονίκη, και με εκτιθεμένη συμπεριφορά, που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, καθόσον αυτή εκμεταλλεύθηκε την παρέχουσα εμπιστοσύνη μακροχρόνια φιλία που είχε με την ενάγουσα και την οικογένεια της και αγόρασε το διαμέρισμα στο όνομά της, με σκοπό να μην το αποδώσει, ζημιώνοντας αντίστοιχα την ενάγουσα, ενώ προέβη στις περιγραφόμενες προς απόκρυψη του σκοπού της ενέργειες.
Ενόψει τούτων το Εφετείο δεν αρκέστηκε σε λιγότερα από όσα στη νομική σκέψη και στις οικείες διατάξεις από αδικοπραξία και δη αντίθετης προς τα χρηστά ήθη και γεννώσας υποχρέωση αποζημίωσης και δη αυτούσιας απαιτούνται, τα οποία επαρκώς και κατά το πραγματικό τους μέρος προσδιοριζόντουσαν στην αγωγή και γιαυτό το Εφετείο, που κατά παραδοχή του οικείου πέμπτου λόγου της εφέσεως, εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά το απορρίπτον ως αόριστη την αγωγή της αναιρεσίβλητης κεφάλαιό της και δίκασε εκ νέου την εν λόγω αγωγή, την οποία και έκρινε ορισμένη δεν παραβίασε τις οικείες περί νομικής και ποσοτικής αοριστίας της αγωγής διατάξεις και ενόψει τούτων οι από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αιτιάσεις του δευτέρου λόγου της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, ενώ περαιτέρω δεν στοιχειοθετείται, ούτε και η από τη διάταξη του αριθμού 8 του παραπάνω άρθρου επικαλούμενη αιτίαση του ίδιου, αλλά και του πρώτου αναιρετικού λόγου περί έρευνας μη προταθείσας, αγωγικής, από το άρθρο 919 ΑΚ αγωγικής βάσης και προσέτι, ούτε και η από τη διάταξη του αριθμού 9 του ίδιου άρθρου επικαλούμενη αιτίαση των ίδιων αναιρετικών λόγων περί αποφάνσεως επί μη υποβληθέντος αιτήματος και δη αιτήματος αυτούσιας αποζημιώσεως, από αδικοπρακτική συμπεριφορά της διατάξεως του άρθρου 919 ΑΚ.
Ενόψει τούτων οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της αναιρέσεως και ως προς όλες τις αιτιάσεις τους, πρέπει να απορριφθούν. Επίσης, ενόψει των εκτιθεμένων στη νομική σκέψη, οι από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ επικουρικά υποβαλλόμενες και για την περίπτωση που κριθεί ότι υφίσταται αίτημα περί αυτουσίας απόδοσης του ενδίκου διαμερίσματος, αιτιάσεις του τετάρτου αναιρετικού λόγου περί νόμω αβασίμου του εν λόγω αιτήματος πρέπει να απορριφθούν.
Ακόμη οι από τη διάταξη του αριθμού 9 εδ α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αιτιάσεις του ίδιου τέταρτου λόγου, κατά τις οποίες το δικαστήριο υποχρέωσε την αναιρεσείουσα σε δήλωση βουλήσεως, κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔικ, χωρίς τούτο να έχει ζητηθεί, επιδικάζοντος με τον τρόπο αυτό κάτι που δεν ζητήθηκε, είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο εκτιμώντας το περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής, δέχθηκε ανέλεγκτα ότι περιέχεται σ' αυτό (δικόγραφο) το εν λόγω αίτημα.
Ειδικότερα αναφέρεται στην προσβαλλομένη "Στην προκείμενη περίπτωση από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο και αιτήματα της πρώτης των άνω αγωγών, προκύπτει ότι με αυτή ασκείτο αξίωση καταβολής αποζημιώσεως ... με κύριο αίτημα την μεταβίβαση, με καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως του ακινήτου, ως αυτούσια αποζημίωσή της".
Προσέτι οι αιτιάσεις του ίδιου επικουρικού τέταρτου λόγου, κατά τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν κήρυξε, αυτεπάγγελτα, απαράδεκτη την, έχουσα το κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔικ αίτημα αγωγή της αναιρεσίβλητης είναι αβάσιμος, καθόσον όπως έχει ήδη αναφερθεί με την εν λόγω αγωγή και κατ' ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου της, ζητήθηκε η καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως, ώστε να καταρτισθεί η σύμβαση μεταβιβάσεως του ενδίκου ακινήτου, χωρίς να περιέχεται και αίτημα αποδόσεως του ακινήτου αυτού και γι'αυτό ήταν ενοχική και συνακόλουθα μη εγγραπτέα στα βιβλία διεκδικήσεων, όπως έγινε δεκτό και με την προσβαλλομένη απόφαση στην οποία αναφέρεται (14η σελίδα) ότι "...
της οποίας αγωγής ... δεν απαιτείται εγγραφή στα βιβλία διεκδικήσεων ...". Ενόψει τούτων, ο επικουρικά υποβαλλόμενος τέταρτος λόγος της αναιρέσεως και, ως προς όλες τις αιτιάσεις του, πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η πλημμέλεια της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 8 εδ.
β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά την οποία (πλημμέλεια) το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη, την προς υπεράσπιση, κατά τις εναντίον της εφέσεως υποβληθείσα, με τις προτάσεις της, ένσταση παραγραφής του άρθρου 937 ΑΚ της αναιρεσείουσας, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των επικαλουμένων προτάσεων και της προσβαλλομένης αποφάσεως, τέτοια ένσταση (της ΑΚ 937) και τα συγκροτούντα αυτήν πραγματικά περιστατικά δεν υποβλήθηκε, ενώ η παραδεκτά το πρώτον ενώπιον του Εφετείου και προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως (ΚΠολΔικ 527) υποβληθείσα ένστασή της διετούς, από το άρθρο 157 ΑΚ, παραγραφής ερευνήθηκε και απορρίφθηκε "ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενη καθόσον αίτημα της αγωγής δεν ήταν η ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω απάτης".
Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός (πέμπτος) προέχει να απορριφθεί. Επειδή κατά το άρθρο 520 παρ. 1 ΚΠολΔικ, το δικόγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων και τους λόγους της εφέσεως. Οι τελευταίοι πρέπει να εκθέτουν σαφώς τις πλημμέλειες που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η νομική και ουσιαστική τους βασιμότητα.
Οι παραδρομές του δικαστηρίου είναι δυνατό να ανάγονται είτε στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, είτε στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται όταν αναφέρεται στο εφετήριο ότι εξαιτίας αυτής οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων περί των εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού.
Επομένως, αν δεν υπάρχει ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος εφέσεως, η έφεση απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Αν παρά ταύτα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την κρίνει παραδεκτή και την δεχθεί κατ' ουσίαν, θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔικ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτο λόγω αοριστίας τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως μολονότι σ' αυτόν δεν προσδιορίζεται "η εσφαλμένη εκτίμηση του δικαστηρίου αναφορικά με το νόμω βάσιμο της αγωγής, με επίκληση συγκεκριμένων διατάξεων και σημείων της απόφασης".
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), με το λόγο αυτό, αποδίδεται στην εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, υπό την έννοια της εσφαλμένης υπαγωγής των εκτιθεμένων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου και την εξ' αυτής νομική βασιμότητά της.
Επομένως η έφεση ως προς το λόγο αυτό ήταν ορισμένη και δεν συνέτρεχε περίπτωση κηρύξεως απαραδέκτου του δικογράφου της, μη στοιχειοθετουμένου του ερευνώμενου και πληρούντος το πραγματικό της διατάξεως του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναιρετικού λόγου. Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή αφορά στο ουσιαστικό δεδικασμένο, δηλαδή τη δεσμευτικότητα της δικαστικής διάγνωσης μιας έννομης σχέσης, ενώ όταν δεν λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός περί δεδικασμένου ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος της διατάξεως του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Περαιτέρω κατά το άρθρο 516 παρ. 1 ΚΠολΔικ νομιμοποιούμενος για άσκηση εφέσεως είναι ο ηττηθείς διάδικος, ενώ κατά το άρθρο 522 του ίδιου κώδικα, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. (Tantum devolutum, quantum appellatum).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την διάταξη του αριθμού 8 εδ. β (και όχι του επικαλουμένου αριθμού 16) του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον υποβληθέντα το πρώτο στο Εφετείο και προς υπεράσπιση της εναντίον της εφέσεως, ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί δεδικασμένου ως προς το μέρος της εκκαλουμένης που αφορούσε την ασκηθείσα από αυτήν αγωγή που έγινε δεκτή κατά την κύρια, περί διεκδικήσεως κυριότητας, βάση της, καθόσον τα οικεία κεφάλαια της εκκαλουμένης που είχαν προσβληθεί με την έφεση, δεν αφορούσαν τα κεφάλαια της γενομένης δεκτής αγωγής της.
Η αιτίαση αυτή, ήταν αλυσιτελής και το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, αφού η εκκαλουμένη πληττόταν ως προς όλα τα κεφάλαια κατά τα οποία η εκκαλούσα αναιρεσίβλητη ηττάτο, η δε αναφορά της έφεσης ότι δεν εκκαλεί το απορριπτικό κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως κατά το οποίο αυτή νικούσε ήταν περιττή, αφού δεν υφίστατο έννομο συμφέρον για την προσβολή του (άρθρ. 516 παρ. 2 ΚΠολΔικ (Ολ.
ΑΠ 18/2005). Επομένως δεν υφίστατο δεδικασμένο, αφού η υπόθεση είχε μεταβιβασθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ως προς τα αφορώντα την αγωγή της αναιρεσείουσας κεφάλαια που την έκαναν δεκτή και συνακόλουθα δεν υφίστατο δεδικασμένο. Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος έκτος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Επειδή η υποχρέωση του εντολοδόχου προς απόδοση του αποκτηθέντος από αυτόν πράγματος προϋποθέτει η κτήση να έγινε σε εκτέλεση της εντολής, ανεξάρτητα από τον τρόπο κτήσης (με δικαιοπραξία ή υλική πράξη) ή τη φύση του αντικειμένου (κινητό, ακίνητο κλπ) και για λογαριασμό του εντολέα. Σε περίπτωση που ο εντολοδόχος λόγω υπαίτιας μη εκπλήρωσης της σύμβασης της εντολής αποκτά το πράγμα σαν δικό του υφίσταται ευθύνη από τη σύμβαση της εντολής και αν συντρέχει περίπτωση αδικοπραξίας ή και αξιόποινης πράξης, όπως πχ υπεξαίρεσης, υφίσταται συρρέουσα αξίωση, κατά την οποία ο εντολοδόχος είναι δυνατόν να υποχρεωθεί σε αποζημίωση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 και 714 του ίδιου κώδικα, η αποζημίωση δε αυτή μπορεί κατά τις περιστάσεις να συνίσταται και στην αυτούσια απόδοση του πράγματος, κατ' άρθρο 297 εδ.
β ΑΚ. Περαιτέρω κατά το άρθρο 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που συμπληρώνει και επεκτείνει τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς και προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.
Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική και εξετάζεται αντικειμενικά χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η διαπίστωση στη συγκεκριμένη περίπτωση της αντίθεσης προς τα χρηστά ήθη, την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας, γίνεται από το δικαστή με βάση το σύνολο των ειδικών συνθηκών, υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η συγκεκριμένη συμπεριφορά, όπως τα κίνητρα, τα μέσα, οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν και ο σκοπός που επιδιώχθηκε.
Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με μοναδικό σκοπό τη βλάβη του άλλου, αλλ' αρκεί η γνώση του ότι με τη συμπεριφορά του μπορεί να προκαλέσει ζημία το ενδεχόμενο της οποίας αποδέχεται. Η πρόθεση αυτή πάντως αναφέρεται μόνο στην επαγωγή της ζημίας και όχι στον ανήθικο ή παράνομο χαρακτήρα της πράξης.
Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση, των νομίμως, σ'αυτό, επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς τις συνεκδικασθείσες αγωγές της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης, από τις οποίες εκείνη της αναιρεσείουσας αφορούσε σε διεκδίκηση ακινήτου και εκείνη της αναιρεσίβλητης σε αποζημίωση λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και συγκεκριμένα συμπεριφοράς αντίθετης προς τα χρηστά ήθη, κατά την υπαίτια παράβαση της συνδέουσας τις διάδικες συμβάσεις εντολής, για την αγορά ακινήτου. "Η εκκαλούσα μαζί με την οικογένεια της, αποτελούμενη από την ίδια, το σύζυγο της Ν.
Π. και τα τέσσερα τέκνα τους, από πριν το 1960 διέμεναν στο ... μέχρι το 1997 που επανήλθαν στην Ελλάδα, όπου και εγκαταστάθηκαν μόνιμα. Κατά το χρόνο διαμονής τους στη Γερμανία, η εκκαλούσα εργαζόταν σε εργοστάσιο της Siemens, ενώ ο σύζυγος της διατηρούσε επιχείρηση εμπορίας [εξαγωγής] μεταχειρισμένων αυτοκινήτων και ανταλλακτικών, στην οποία, κατά τις απογευματινές ώρες απασχολείτο και αυτή.
Στα πλαίσια άσκησης της εμπορικής του δραστηριότητας, ο σύζυγος της εκκαλούσας ανέπτυξε επαγγελματική συνεργασία με τον πατέρα της εφεσίβλητης Η. Κ., ο οποίος διατηρούσε στην Ελλάδα, αρχικά, ατομική και ακολούθως, μαζί με τον Κ. Τ., επιχείρηση με αντικείμενο την εμπορία παλαιών αυτοκινήτων και μεταχειρισμένων ανταλλακτικών.
Λόγω της επαγγελματικής τους αυτής συνεργασίας, η οικογένεια του Ν. Π. συνδέθηκε με στενές φιλικές σχέσεις με την οικογένεια του Η. Κ., δηλαδή τον ίδιο, τη σύζυγο του E. και την εφεσίβλητη θυγατέρα τους. Ο Η. Κ. και η σύζυγος του απεβίωσαν όταν η εφεσίβλητη ήταν ηλικίας 15 ετών και η εκκαλούσα με το σύζυγο της, συμπαραστάθηκαν ηθικά και οικονομικά σ' εκείνη, την οποία θεωρούσαν ως τέκνο τους, ενώ και εκείνη τους είχε ως γονείς της.
Οι ίδιες οικογενειακές φιλικές σχέσεις εξακολούθησαν και μετά το γάμο της εφεσίβλητης με το συνέταιρο του αποβιώσαντος πατέρα της Κ. Τ., ενώ ίδιες σχέσεις αναπτύχθηκαν μεταξύ της οικογένειας της εκκαλούσας και του τέκνου της εφεσίβλητης Ηλία, τον οποίο είχε αποκτήσει αυτή από τον παραπάνω γάμο της. Την ύπαρξη στενών οικογενειακών σχέσεων μεταξύ όλων των ανωτέρω, συνομολογούν αμφότερα τα διάδικα μέρη.
Ακολούθως κατ' έτος 1995, η εκκαλούσα και ο σύζυγος της, έχοντας σκοπό να επιστρέψουν οικογενειακώς και να εγκατασταθούν μόνιμα στην Ελλάδα, όπου όμως δεν διέθεταν ιδιόκτητη κατοικία, αποφάσισαν να αγοράσει η εκκαλούσα, με τις οικονομίες της, στο όνομα της, ένα διαμέρισμα, οπουδήποτε στη Θεσσαλονίκη. Προς τούτο η εκκαλούσα απευθύνθηκε στην εφεσίβλητη οικογενειακή τους φίλη, με την οποία συνδεόταν με αμοιβαία σχέση εμπιστοσύνης, στην οποία έδωσε την εντολή να βρει το κατάλληλο διαμέρισμα και ακολούθως να το αγοράσει στο όνομα αυτής [εντολέως] με χρήματα που θα της απέστελνε από τη Γερμανία.
Η εν λόγω σύμβαση εντολής των διαδίκων έγινε προφορικά, αφού λόγω της ιδιαίτερης στενής οικογενειακής φιλίας που τους συνέδεε, υπήρχε ηθική αδυναμία για την απόκτηση αποδεικτικού εγγράφου. Πράγματι, η εφεσίβλητη βρήκε ένα διαμέρισμα στον πρώτο όροφο της κείμενης επί των οδών ... και ... οικοδομής, εμβαδού 50 τ.μ., με μικρή αποθήκη στο υπόγειο και ποσοστό συγκυριότητας 18/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και των λοιπών κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής.
Το ακίνητο ανήκε κατά κυριότητα στη Γ. Τ. και το τίμημα αγοράς αυτού, μαζί με τα έξοδα φόρου μεταβίβασης ανέρχονταν σε 7.445.994 δραχμές, όπως εκείνη ενημέρωσε την εκκαλούσα. Η τελευταία για την εκτέλεση της εντολής απέστειλε στην εφεσίβλητη, με έμβασμα του συζύγου της Ν. Π., μέσω της Τράπεζας CITY BANK 43.616,92 DM, που αντιστοιχούσαν στο ποσό των 6.945.994 δραχμών, για την είσπραξη του οποίου, μετά από αίτηση αυτής [εφεσίβλητης], εκδόθηκε στο όνομα της η από 6/6/1995 τραπεζική επιταγή ποσού 6.500.000 δραχμών, ενώ το υπόλοιπο από 445.994 δραχμές ποσό εισέπραξε σε μετρητά.
Επίσης η ίδια, κατ' εντολή της εκκαλούσας, ανέλαβε από τραπεζικό λογαριασμό που η τελευταία διατηρούσε στην Ελλάδα και ποσό 500.000 δραχμών και συνολικά έλαβε από την εκκαλούσα 7.445.994 δραχμές, προκειμένου να το καταβάλει στην πωλήτρια του ακινήτου. Την 7/6/1995, ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνου Χρυσαποστόλου, συντάχθηκε το ταυτόχρονο υπ' αριθμ. .../1995 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του άνω διαμερίσματος, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο ...
και αρ. 245, από την ανάγνωση του οποίου προκύπτει ότι, ως τίμημα που καταβλήθηκε αναγράφεται το ποσό των 4.037.850 δραχμών, ενώ ως αγοράστρια αυτού αναφέρεται η εφεσίβλητη, η οποία συμβλήθηκε για την ίδια και όχι για λογαριασμό και στο όνομα της εντολέως της, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους. Των ανωτέρω έλαβε γνώση η εκκαλούσα λίγες ημέρες μετά, όταν η εφεσίβλητη της απέστειλε αντίγραφο του συμβολαίου, σε ερωτήσεις της δε για το λόγο που αυτό δεν συντάχθηκε στο όνομα της [εκκαλούσας], εκείνη της απήντησε ότι αυτό δεν ήταν δυνατό για λόγους φορολογικούς, επειδή ήταν κάτοικος εξωτερικού, τη διαβεβαίωσε όμως ότι θα της μεταβίβαζε το διαμέρισμα, όταν θα επέστρεφε στην Ελλάδα με την οικογένεια της για μόνιμη εγκατάσταση.
Μάλιστα η εφεσίβλητη, στα πλαίσια της υποχρέωσης της να πληροφορήσει την εκκαλούσα σχετικά με την υπόθεση που της ανέθεσε, συνέταξε και της απέστειλε ιδιόχειρο ανυπόγραφο σημείωμα, το γραφικό χαρακτήρα της οποίας όμως επιβεβαίωσε η πρωτοδίκως εξετασθείσα μάρτυρας αυτής Σ. Τ., υπάλληλος της, στο οποίο αναγράφει κατά λέξη: "πήρα από City Bank επιταγή 6.500.000, μετρητά 445,994, μετρητά 500.000 = 7.445.994.
Έδωσα σπίτι 7.000.000, εφορία 458.000, δικηγορικά 80.000 = 7.538.000. Στην τράπεζα είχε 7.445.994, έδωσα 7.538.000, 92.006 επί πλέον". Το γεγονός της αγοράς του διαμερίσματος στο όνομα της εφεσίβλητης, τότε δεν ανησύχησε την εκκαλούσα, αφού λόγω της εμπιστοσύνης που της είχαν αυτή και ο σύζυγος της Ν. Π., πίστεψε στις παραπάνω διαβεβαιώσεις της.
Απόδειξη τούτων αποτελεί η σύνταξη του .../7-10-1996 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευμορφίλης Μεταξά, δυνάμει του οποίου ο σύζυγος της εκκαλούσας, δηλώνει ότι διορίζει ειδική πληρεξούσια και αντίκλητο του την εφεσίβλητη, στην οποία δίνει την εντολή να ενεργεί για λογαριασμό του και να προβαίνει σε αναλήψεις οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, από το υπ' αρ. ...
βιβλιάριο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι όταν το Σεπτέμβριο του 1997 η εκκαλούσα και η οικογένεια της επέστρεψαν για μόνιμη διαμονή στην Ελλάδα, εγκαταστάθηκαν στο προπεριγραφόμενο διαμέρισμα, το οποίο πίστευαν ότι ανήκε στην πρώτη αυτών. Στο μεταξύ λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζαν ο σύζυγος της εκκαλούσας [καρδιακά προβλήματα, εγκεφαλικό επεισόδιο], αλλά και η θυγατέρα τους A. [ράγισμα λεκάνης - παραμόρφωση αυτής], εξαιτίας των οποίων συχνά νοσηλεύονταν σε νοσοκομεία της πόλης, το ενδιαφέρον της εκκαλούσας προς κατάρτιση του συμβολαίου για τη μεταβίβαση σ' αυτή του επίδικου διαμερίσματος, ατόνησε.
Άλλωστε αυτή δεν είχε λόγο να ανησυχεί, αφού η εφεσίβλητη τη διαβεβαίωνε ότι επρόκειτο για τυπικό ζήτημα που θα τακτοποιούσε όποτε εκείνη της το ζητούσε. Για να την καθησυχάσει δε ακόμη περισσότερο, της παρέδωσε την επικαλούμενη από αμφότερα τα διάδικα μέρη, από 4/9/2003 υπεύθυνη δήλωση, υπογεγραμμένη από την ίδια, που λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο, εφόσον δόθηκε σε ανύποπτο χρόνο και όχι για να χρησιμοποιηθεί στη συγκεκριμένη δίκη [Α.Π. 780/2012 Δημ.
Νόμος] στην οποία δήλωσε κατά λέξη: "όσο είναι εν ζωή ο Ν. Π. και η σύζυγος του Σ. Π., θα διαμένουν στο διαμέρισμα της ... ιδιοκτησίας της Κ. Κ.". Μετά το θάνατο την 3/2/2007 του Ν. Π., η εκκαλούσα συνέχισε να διαμένει στο παραπάνω διαμέρισμα το οποίο, για τους αναφερόμενους λόγους, θεωρούσε ότι της ανήκε. Το θέμα της σύνταξης οριστικού συμβολαίου για τη μεταβίβαση της κυριότητας του επιδίκου στην εκκαλούσα, ανέκυψε και πάλι, εντός του έτους 2008, όταν ενόψει της έναρξης ισχύος του εθνικού κτηματολογίου, η τελευταία πληροφορήθηκε ότι έπρεπε να δηλώσει το ακίνητο ιδιοκτησίας της, για το οποίο όμως δεν διέθετε τίτλο κυριότητας.
Για το λόγο αυτό απευθύνθηκε και πάλι στην εφεσίβλητη και της ζήτησε να μεταβούν σε συμβολαιογράφο για τη μεταβίβαση του ακινήτου, ωστόσο εκείνη, αν και δέχθηκε αρχικά, ακολούθως δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα της οικογενειακής της φίλης, επιβεβαιώνοντας έτσι, πανηγυρικά πλέον, την πρόθεση να καρπωθεί για τον εαυτό της το διαμέρισμα που με χρήματα της εκκαλούσας είχε αγοράσει, στο δικό της όνομα [εφεσίβλητης], παραβιάζοντας έτσι τη δοθείσα σ' αυτήν εντολή.
Βεβαία η εφεσίβλητη προέβαλε ότι συνομολόγηση σύμβασης εντολής, με το παραπάνω περιεχόμενο, με την εκκαλούσα, ουδέποτε έλαβε χώρα και ότι η αγορά του επίδικου ακινήτου έγινε αποκλειστικά με δικά της χρήματα και για δικό της λογαριασμό. Προέβαλε, επίσης, ότι η εκκαλούσα και ο σύζυγος της, δεν είχαν εισοδήματα για να προβούν σε αγορά ακινήτου, αφού αντιμετώπιζαν σοβαρό οικονομικό πρόβλημα και ότι όσο διάστημα έμεναν στη Γερμανία λάμβαναν βοήθημα από την Πρόνοια, ενώ αμφότεροι, αργότερα, λάμβαναν μικρή σύνταξη.
Ότι, λόγω των στενών οικογενειακών τους σχέσεων, αυτή τους ενίσχυε οικονομικά, αποστέλλοντας τους σημαντικά χρηματικά ποσά, το δε προαναφερόμενο χρηματικό ποσό που της δόθηκε, αποτελούσε επιστροφή προηγηθέντος δανείου, που ο σύζυγος της εκκαλούσας είχε λάβει από αυτή για να συντηρήσει την οικογένεια του.
Ότι για όλους τους παραπάνω λόγους, όταν οι ανωτέρω επέστρεψαν μόνιμα στην Ελλάδα, τους παραχώρησε τη χρήση του προπεριγραφόμενου διαμερίσματος κυριότητας της, χωρίς αντάλλαγμα εφόρου ζωής τους. Οι ισχυρισμοί της όμως αυτοί δεν γίνονται αποδεκτοί ως ακριβείς, διότι παρεκτός των ανωτέρω στοιχείων που προέκυψαν, αντικρούονται και από τα όσα, διαφορετικά, η εφεσίβλητη ισχυρίστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του παρόντος Δικαστηρίου.
Συγκεκριμένα, ενώ πρωτοδίκως αυτή προέβαλε ότι το πιο πάνω ποσό [που χρησιμοποιήθηκε για την αγορά του επιδίκου], αποτελεί δάνειο που της επεστράφη, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου υποστηρίζει ότι αυτό αποτελεί δωρεά προς αυτήν από το σύζυγο της εκκαλούσας, όπως δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ωστόσο σύναψη μεταξύ των ανωτέρω σύμβασης δανείου δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, άλλωστε δεν γίνεται επίκληση ούτε του χρόνου κατάρτισης αυτής, ούτε του συμφωνημένου χρόνου απόδοσης του ως δανείου ληφθέντος ποσού, ενώ, εξάλλου, ο ισχυρισμός της ίδιας περί δωρεάς του ποσού αυτού, είναι αντίθετος με όσα αυτή ισχυρίστηκε περί οικονομικής αδυναμίας της εκκαλούσας και του συζύγου της Ν.
Π.. Και τούτο διότι, δεν είναι λογικώς νοητό οι ανωτέρω να αντιμετωπίζουν οικονομικό πρόβλημα και να ενισχύονται από την εφεσίβλητη, ο δε σύζυγος της εκκαλούσας να προβαίνει, από τις οικονομίες του, σε δωρεά του άνω μεγάλου χρηματικού ποσού προς σ' εκείνη, που, όπως η παραπάνω μάρτυρας της κατέθεσε, ήταν επιτυχημένη επιχειρηματίας [διατηρούσε επιχείρηση πώλησης και διαφήμισης προϊόντων] διέθετε δε και ιδιόκτητη κατοικία στο ...
της Θεσσαλονίκης, ενώ η οικογένεια του ανωτέρω στερείται τέτοιας. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι τόσο η εκκαλούσα, όσο και ο σύζυγος της, από την πολυετή εργασία τους στη Γερμανία, είχαν αποκτήσει χρήματα με τα οποία σκόπευαν να αγοράσουν κατοικία, τα οποία διατηρούσαν κατατεθειμένα σε τράπεζα του Μονάχου της Γερμανίας [ενδεικτικά, κατάθεση την 19/5/1994 55.350,36 DM], αλλά και στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, από την οποία, όπως εκτέθηκε, ο Ν.
Π. είχε δώσει στην εφεσίβλητη την πληρεξουσιότητα να αποσύρει οποιοδήποτε ποσό για την κάλυψη διαφόρων υποχρεώσεων τους.
Συνεπώς, η εκκαλούσα είχε συγκεντρώσει από την εργασία της δικά της χρήματα, μέρος των οποίων απέστειλε στην εφεσίβλητη για να αγοράσει στο όνομα της [εκκαλούσας] το προαναφερόμενο διαμέρισμα. Το γεγονός ότι η εκκαλούσα έδωσε εντολή στην εφεσίβλητη, προκειμένου εκείνη να αγοράσει για λογαριασμό και στο όνομα της εκκαλούσας το επίδικο διαμέρισμα, ως και ότι η αγορά έγινε με χρήματα της τελευταίας [εκκαλούσας], βεβαίωσε η θυγατέρα της Ά.
Π. Π., που εξετάστηκε ως μάρτυρας, η οποία έχει άμεση αντίληψη των περιστατικών που κατέθεσε, ως ανήκουσα στο στενό οικογενειακό περιβάλλον της εκκαλούσας. Τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, περιστατικά, δεν αναιρούνται από την γενικόλογη και μη πειστική κατάθεση της μάρτυρος της εφεσίβλητης, αφού δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο.
Ούτε όμως αναιρούνται από το περιεχόμενο της παραπάνω από 4/9/2003 υπεύθυνης δήλωσης, σύμφωνα με το οποίο το επίδικο μνημονεύεται ως ιδιοκτησία της Κ. Κ. [εφεσίβλητης], στο οποίο θα διαμένουν όσο βρίσκονται στη ζωή η εκκαλούσα και ο σύζυγος της. Διότι το κείμενο της δήλωσης συνέταξε η ίδια η εφεσίβλητη, χωρίς ωστόσο να έχει δοθεί πειστική εξήγηση για ποιο λόγο αυτή συμπληρώθηκε το έτος 2003, ενώ στο επίδικο οι ανωτέρω διέμεναν ήδη από το 1997.
Πειστική όμως απάντηση δεν δόθηκε και για το λόγο της παραχώρησης της χρήσης του επίδικου διαμερίσματος χωρίς αντάλλαγμα, στην εκκαλούσα και το σύζυγο της, εφόρου ζωής τους, αφού τέτοια παραχώρηση, που συνεπάγεται οικονομική ζημία της εφεσίβλητης, δεν δικαιολογείται από μόνη την ύπαρξη στενών οικογενειακών σχέσεων μεταξύ αυτής και των ανωτέρω.
Ενόψει των παραπάνω, η συμπεριφορά της εφεσίβλητης έναντι της εκκαλούσας, στενής οικογενειακής της φίλης, αντιβαίνει προς τα χρηστά ήθη, δεδομένου ότι αυτή από πρόθεση παρέβη τη συμφωνία τους και αντί να αγοράσει το επίδικο διαμέρισμα στο όνομα της εκκαλούσας, με χρήματα που η τελευταία της έδωσε, αγόρασε αυτό στο δικό της όνομα, παρά δε τη γνώση της ότι με τη συμπεριφορά της αυτή θα της προκαλούσε την προαναφερόμενη ζημία, αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτό.
Έτσι η εφεσίβλητη πέτυχε, καταβάλλοντας χρήματα που ανήκαν στην εκκαλούσα, να έχει στην κυριότητα της το πιο πάνω διαμέρισμα, το οποίο στέρησε από την εκκαλούσα, που ζημιώθηκε αντίστοιχα. Πρέπει συνεπώς η αγωγή αυτή να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, κατά την κύρια βάση της και να υποχρεωθεί η εναγόμενη της αγωγής αυτής [εφεσίβλητη] να αποζημιώσει την αντίδικο της Σ.
χήρα Ν. Π. [εκκαλούσα]. Η αποζημίωση, λόγω των ειδικών συνθηκών που έλαβαν χώρα και του τρόπου ενέργειας της εναγόμενης, πρέπει, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της προηγούμενης παραγράφου, να γίνει με την αυτούσια απόδοση του κτηθέντος ακινήτου και να καταδικασθεί η ανωτέρω σε δήλωση βούλησης περί μεταβίβασης του επιδίκου στην ενάγουσα.
Αποδείχθηκε, επίσης, ότι η επίμαχη, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, υπό τις προεκτιθέμενες συνθήκες, επέφερε την ηθική βλάβη της εκκαλούσας, λόγω της θλίψης και της στενοχώριας που αισθάνθηκε, αφού την αντίδικο της θεωρούσε μέλος της οικογένεια της και της είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, την οποία όμως εκείνη εκμεταλλεύτηκε πετυχαίνοντας το προαναφερόμενο αποτέλεσμα, αυτή δε να αναγκασθεί να προσφύγει σε δικηγόρους και Δικαστήρια, Για την αποκατάσταση δε αυτής πρέπει να της επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας, λαμβανομένων υπόψη του πταίσματος της εναγόμενης στην πρόκληση της ζημίας αυτής, του μεγέθους, του είδους και των συνεπειών της ζημίας, καθώς και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων μερών [Α.Π. 1381/2013, Α.Π. 1991/2008 Δημ.
Νόμος], πρέπει να ορισθεί στο εύλογο ποσό των 1.000 ευρώ, το οποίο η ανωτέρω πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας από τυχόν αδικοπρακτική της συμπεριφορά λόγω απάτης [147 Α.Κ.], έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 157 Α.Κ., αφού από το έτος 1995 που εκείνη έμαθε ότι το συμβόλαιο αγοραπωλησίας του επιδίκου έγινε στο όνομα αυτής ή το αργότερο το 2003, όταν ομολόγησε εγγράφως την κυριότητα του επ' αυτού, μέχρι την άσκηση της αγωγής το 2009, παρήλθε διετία, παραδεκτά μεν, προβάλλεται, επικουρικά, το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προς υπεράσπιση κατά της έφεσης [527 Κ.Πολ.Δ.], πλην είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Τούτο διότι, όπως εκτέθηκε, με την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, δεν ζητείται η ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω απάτης, αλλά αποζημίωση λόγω υπαίτιας αθέτησης συμβατικής υποχρέωσης, συνιστάμενης σε αδικοπραξία, οι από την οποία αξιώσεις υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, που αρχίζει από τότε που ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο προς αποζημίωση, σε κάθε δε περίπτωση, αυτές παραγράφονται μετά πάροδο είκοσι ετών από την πράξη [Α.Π. 72/2013 Δημ.
Νόμος]. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων η δεύτερη αγωγή της Κ. Κ., ήταν απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε αυτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου της έφεσης, να εξαφανισθεί αυτή και ως προς το κεφάλαιό της αυτό.
Ακολούθως δε, αφού κρατηθεί η υπόθεση και ερευνηθεί η αγωγή αυτή, πρέπει να απορριφθεί ως ανωτέρω". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη και κατά το μέρος που αφορούσε την αγωγή της αναιρεσείουσας, δίκασε εκ νέου τις παραπάνω αγωγές και την μεν αγωγή της αναιρεσίβλητης την έκανε, κατά ένα μέρος δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη αναιρεσείουσα να αποζημιώσει αυτουσίως την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη υποχρεώνοντας την, σε δήλωση βουλήσεως, κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔικ, για την κατάρτιση του μεταβιβαστικού συμβολαίου του αφορώντος την ένδικη αδικοπρακτική συμπεριφορά διαμερίσματος και να καταβάλει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την δε αγωγή της αναιρεσείουσας την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες τόσο ως προς τα ζητήματα της υπαίτιας παράβασης από την αναιρεσείουσα της συμβάσεως εντολής, για αγορά ακινήτου που την συνέδεε με την αναιρεσίβλητη, με συμπεριφορά που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη και της υποχρεώσεώς της προς αποκατάσταση της ζημιάς με αυτούσια αποζημίωση και συγκεκριμένα με καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως για μεταβίβαση του ακινήτου αυτού ώστε να καταρτισθεί η μεταβιβαστική σύμβαση και για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, όσο και ως προς την μη απόκτηση από την αναιρεσείουσα της κυριότητας του ενδίκου ακινήτου.
Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των αναφερομένων στη νομική σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (άρθρα 713, 714, 719, 297 εδ β ΑΚ). Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ έβδομος λόγος της αναιρέσεως, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν.
Ακόμη πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-11-2014 αίτηση της Κ. Κ. κατά της Σ. χήρας Ν. Π., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1424/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ