Legislator Case Law & Legislation
476/2011 AI generated

476/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 476/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 476 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

476/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 476 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 476 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 476/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Σ. του Τ., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ Α.Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Γ. Γ. του Β., 3) Β. Γ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Τζανετάκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/5/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 7/3/2007 παρεμπίπτουσα αγωγή της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1106/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1120/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/11/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Λούκα ανέγνωσε την από 12/1/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή συντρέχοντος πταίσματος (ΑΚ 300) του ζημιωθέντος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για τις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του αρθ. 559 ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της καινής πείρας αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί αντικειμενικά ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος (βλ. ΑΠ 1912/2005). Αντιθέτως με τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 19 του αρθ. 559 ΚΠολΔ δεν πλήττεται η κρίση του Εφετείου ως προς το ποσοστό συνυπαιτιότητας εκατέρου των εμπλακέντων στο ατύχημα προσώπων. Τούτο γιατί η κρίση αυτή δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ως αφορώσα εκτίμηση πραγμάτων (αρθ. 561 §1 ΚΠολΔ). Προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος είναι, επομένως, απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα παρακάτω κρίσιμα περιστατικά για τις συνθήκες τραυματισμού του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος από το περιγραφόμενο τροχαίο ατύχημα για το οποίο καταλογίσθηκε σ' αυτόν συντρέχουσα αμέλεια σε ποσοστό 30%: "Την 19-12-2005 και περί ώρα 15:55 ο εναγών Θ. Σ., ηλικίας περίπου 70 ετών, έβαινε πεζός στην οδό Πριγκιποννήσων, έχοντας μόλις φύγει από το δικηγορικό του γραφείο, που βρίσκεται στον αριθμό 27. Η οδός αυτή, είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με πλάτος οδοστρώματος του προς Κ. Τσαλδάρη οδό πορείας 10,70 μ, και διπλή διαχωριστική νησίδα στο μέσο. Αφού διέσχισε το ρεύμα πορείας της οδού Πριγκιποννήσων με κατεύθυνση προς Σχολή Ευελπίδων, έφθασε στη διαχωριστική νησίδα, όπου στάθηκε για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων του αντιθέτου ρεύματος προς οδό Κ. Τσαλδάρη, το οποίο ήθελε να διασχίσει για να κατευθυνθεί στο απέναντι από το γραφείο του πεζοδρόμιο της οδού αυτής. Κατά τον χρόνο αυτό στο προς Κ. Τσαλδάρη ρεύμα πορείας της οδού Πριγκιποννήσων ο φωτεινός σηματοδότης έδειχνε ερυθρό φως και υπήρχαν γι' αυτό σταματημένα προσωρινά οχήματα. Στη συνέχεια κατέβηκε από τη νησίδα και επιχείρησε να διασχίσει το παραπάνω ρεύμα πορείας της εν λόγω οδού, κινούμενος ανάμεσα από τα προσωρινά ακινητοποιημένα λόγω ερυθρού σηματοδότη οχήματα, με αποτέλεσμα ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη εκκαλών εφεσίβλητος Γ. Γ., ο οποίος οδηγώντας, χωρίς να κατέχει τη νόμιμη άδεια οδήγησης, την ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του τρίτου εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου - εκκαλούντος Β. Γ., η οποία ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην πρώτη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ ΑΕ" έβαινε στην οδό Πριγκιποννήσων με κατεύθυνση προς Κ. Τσαλδάρη, να επιπέσει στον πεζό ενάγοντα, να τον παρασύρει, να τον ρίξει στο οδόστρωμα και να τον τραυματίσει. Ο ενάγων κατά τη στιγμή του ατυχήματος κινούμενος από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία της μοτοσυκλέτας, είχε φθάσει περίπου στο μέσο του οδοστρώματος. Μετά το ατύχημα η δίκυκλη μοτοσυκλέτα ανατράπηκε και σύρθηκε στο οδόστρωμα σε απόσταση 2,20 μ., με αποτέλεσμα ο οδηγός αυτής και ο συνεπιβαίνων αδελφός του να τραυματισθούν ελαφρά από την πτώση τους στο οδόστρωμα. Σύμφωνα με τα παραπάνω το ατύχημα και ο τραυματισμός του ενάγοντος οφείλεται .κυρίως σε αμέλεια του δεύτερου εναγόμενου οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, δηλαδή μη καταβολή από αυτόν της επιμέλειας και προσοχής που θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες (άρθρο 330 εδ. β ΑΚ). Ειδικότερα αυτός δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, ώστε να μπορεί να εκτελεί τους αιτούμενους χειρισμούς και να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορούσε να προβλεφθεί, δεν μείωσε την ταχύτητά του αν και πλησίαζε σε φωτεινό σηματοδότη με ερυθρό φως, με αποτέλεσμα αν και αντιλήφθηκε τον πεζό ήδη από απόσταση 10 μέτρων, που καθυστερούσε να απομακρυνθεί, να επιπέσει επ' αυτού (άρθρα 12 παρ 1, 13 και 19 παρ 1, 2 και 3 ΚΟΚ). Όμως στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος συνετέλεσε και ίδια αμέλεια του ενάγοντος διότι ως πεζός επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το ρεύμα της οδού Πριγκιποννήσων προς οδό Κ. Τσαλδάρη σε σημείο όπου δεν υπάρχουν διαβάσεις πεζών και η κυκλοφορία για τους πεζούς δεν ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες (οι υπάρχοντες ρυθμίζουν μόνο την κίνηση των οχημάτων), χωρίς να λάβει υπόψη του την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων που πλησιάζουν και να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία τους (άρθρο 38 παρ 4 περ. γ και δ ΚΟΚ). Η συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντος πρέπει να προσδιορισθεί στο ποσοστό 30%.".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, τα εκτιθέμενα στην απόφαση πραγματικά περιστατικά αρκούσαν για τη θεμελίωση συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος (ΑΚ 300) στον τραυματισμό του που καθορίστηκε στο μη ελεγχόμενο αναιρετικώς ποσοστό (30%), αφού εκτίθεται στην απόφαση η ακριβής πορεία της ζημιογόνου δίκυκλης μοτοσικλέτας (μέσο του οδοστρώματος της οδού Πριγκιποννήσων) χωρίς περαιτέρω να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται στην απόφαση η ταχύτητα της δίκυκλης ζημιογόνου μοτοσικλέτας αρκούσης της παραδοχής ότι η δίκυκλη μοτοσικλέτα προσέγγισε σε φωτεινή μόνο για τα οχήματα σηματοδότηση που έδειχνε ερυθρό σήμα. Προσθέτως, πλήρως αιτιολογείται, χωρίς λογικό κενό και αντιφάσεις, η παραδοχή της συντρέχουσας αμέλειας του παθόντος και ήδη αναιρεσείοντος που επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα περνώντας μέσα από σταματημένα λόγω ερυθρού σηματοδότη αυτοκίνητα, χωρίς να λάβει υπόψη την ταχύτητα και απόσταση των οχημάτων που πλησίαζαν και να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία αυτών, ενόψει του ότι η συμπεριφορά αυτή θεμελιώνει και την εκ του άρθρου 38 παρ. 4 περ. ε' του Κ.Ο.Κ. παράβαση, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα. Επομένως είναι αβάσιμα και απορριπτέα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση σχετικά με την αλήθεια ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔικ. Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Ολ. ΑΠ 9/2000, 14/2005). Δεν πρόκειται όμως για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζητήσεως, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες.

Στην προκειμένη περίπτωση προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι υπέπεσε στην προβλεπόμενη από την άνω διάταξη πλημμέλεια γιατί έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, χωρίς επίκληση στην ενώπιον του Εφετείου δίκη και δη: 1) φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος με ημερομηνία λήψεως 8-1-2008, 2) φύλλο της εφημερίδας "ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ" της 8-1-2008, 3) την από 19-12-2005 ιατρική βεβαίωση του νοσοκομείου "ΚΑΤ" για την κατάσταση της υγείας του Δ. Γ., 4) Κατάλογο αμοιβών δικηγόρων εκδοθέντα παρά του ΔΣΑ και 5) φωτοτυπία καταλόγου εκδόσεως του ΔΣΑ υπό τον τίτλο "ΟΔΗΓΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ 2003". Περαιτέρω από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι στην κατ' έφεση δίκη περιέλαβαν στο κείμενο των προτάσεών τους ενώπιον του Εφετείου και αυτό των προτάσεων αυτών στην πρωτοβάθμια δίκη, το οποίο και καλυπτόταν από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου. Έτσι, η επίκληση με τις προτάσεις αυτές όλων των αποδεικτικών μέσων που είχαν προσκομισθεί και πρωτοδίκως είναι παραδεκτή. Κατά συνέπεια είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-11-2009 αίτηση του Θ. Σ. για αναίρεση της 1120/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ