Legislator Case Law & Legislation
476/2008 AI generated

476/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 476/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

476/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, κατά το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ως προς τα ίδια και αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα κεφάλαια της απόφασης που προσβλήθηκε, ασκούνται μόνο με δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, με σύνταξη κάτω από αυτό έκθεσης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 476 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 476/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΕΛΗΖΙΝΓΚ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "ATELEASING ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Κασαπίδου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΝΑΟΥΣΗΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21657/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 846/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 11-9-2006 αίτησή της και τους από 1-10-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 26-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ως προς τα ίδια και αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα κεφάλαια της απόφασης που προσβλήθηκε, ασκούνται μόνο με δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, με σύνταξη κάτω από αυτό έκθεσης.

Αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την αυτή προθεσμία στον αναιρεσίβλητο. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με αυτές των άρθρων 111 παρ. παρ. 1 και 2, 568 παρ. 2, 3 και 4 και 570 παρ. παρ. 1και 3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η άσκηση προσθέτων λόγων αναίρεσης ολοκληρώνεται με την κατάθεση αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, για το παραδεκτό όμως αυτών απαιτείται και επίδοση του δικογράφου αυτών πριν από την ίδια προθεσμία.

Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης πριν από την πιο πάνω προθεσμία ή της επίδοσης αυτού πριν από την ίδια προθεσμία, σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, επάγεται το απαράδεκτο αυτών, για έλλειψη προδικασίας και για το λόγο αυτό την απόρριψή τους και αυτεπαγγέλτως (Ολ.

ΑΠ 143/1984). Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης της αναιρεσείουσας, που προβάλλονται με το από 1-10-2007 δικόγραφό της, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι, εφόσον αυτή δεν επικαλείται αλλά ούτε και αποδεικνύει επίδοση του δικογράφου αυτού στην αναιρεσίβλητη.

Επειδή, από τη με επίκληση προσκομιζόμενη ..... έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή ....., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, μετά της κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο της 10-12-2007 και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, με παραγγελία της επισπεύδουσας τη συζήτηση αναιρεσείουσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την από το οικείο πινάκιο, στην άνω δικάσιμο, εκφώνηση της υπόθεσης, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη δικάσιμο αυτή.

Επομένως πρέπει το δικαστήριο, κατ' άρθρο 567 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει στη συζήτηση της αίτησης παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης. Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο ως εφεσίβλητο με τις έγγραφες προτάσεις του και με αναφορά σε συγκεκριμένα μέρη των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεων του (240 Κ.Πολ.Δ.), ως εκκαλούντα δε, με λόγο έφεσης ή με δικόγραφο πρόσθετων λόγων.

Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν τον νόμο, όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, εκτός και αν σύντρεχε, κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν εκήρυξε απαράδεκτο τον πρώτου λόγου της από το άρθρο 933 του ΚΠολΔ ασκηθείσας από τον αναιρεσίβλητο ανακοπής κατά της υπ' αριθμ. .....

κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης ....., και της .... επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου επιμελητή που αφορούσε αληθώς την εγκυρότητα της επιταγής προς πληρωμή, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησης της, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, ο ισχυρισμός αυτός, δεν επαναφέρθηκε νομίμως στο Εφετείο από την ηττηθείσα εκκαλούσα, ήδη αναιρεσείουσα, με λόγο έφεσης ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων έφεσης αλλά όπως συνομολογείται στο αναιρετήριο με τις κατατεθείσες θέσεις ενώπιόν του έγγραφες προτάσεις της, ενώ δεν συντρέχει, εν προκειμένω, περίπτωση εκ των προβλεπομένων στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, συγχωρητής το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου προβολής του ισχυρισμού αυτού.

Επίσης, αόριστος είναι ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα επικαλείται απλώς τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1, 4, 16, 17 και 19 του ΚΠολΔ, χωρίς να τις συνδέει με συγκεκριμένη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-9-2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΕΛΗΖΙΝΓΚ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ" για αναίρεση της 846/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ