476/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 476 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 476/2007
Legislator headnote
AI generated476/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 476 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 476/2007
Full text
Απόφαση 476 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 476/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ....., Δικηγόρου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ορφανίδη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολύδωρο Χούπα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/12/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 239/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4435/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/2/2006 αίτησή της και τους από 22/12/2006 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 15/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 38, 39, 46, 63 παρ. 3-5, 91, 92 παρ. 1-2 και 170 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επ. και 713 επ. Α.Κ., προκύπτει ότι ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενεργεί ελεύθερο έναντι του εντολές κατά την επιστημονική του πεποίθηση και η έννομη σχέση μεταξύ αυτών είναι εκείνη της αμειβόμενης εντολής. Σε καμιά περίπτωση δεν υπάρχει εξαρτημένη εργασία και όταν ακόμη παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια αμοιβή κατά το άρθρο 63 παρ. 4 του ανωτέρω Κώδικα. Όμως και στην τελευταία αυτή περίπτωση της έμμισθης εντολής δικηγόρου με πάγια αντιμισθία εφαρμόζονται επί παραλείψεως της προαγωγές αυτού οι διατάξεις, που επιβάλλουν την τήρηση των αρχών της καλής πίστης, της ίσης μεταχείρισης και της κατάχρησης δικαιώματος, ανάλογα αν ο οικείος Κανονισμός ή Οργανισμός Προσωπικού έχει συμβατική ισχύ ή ισχύ νόμου. Ετσι, ο ενάγων δικηγόρος, για να κριθεί αν αδικήθηκε κατά τις προαγωγικές κρίσεις από τα όργανα της εναγομένης Τράπεζας, πρέπει να αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής του για το ορισμένο αυτού ονομαστικώς τους προαχθέντας συναδέλφους του, με τους οποίους κατά πρότασή του πρέπει να συγκριθεί και να προσδιορίσει για τον καθένα απ' αυτούς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, κατά τέτοιο τρόπο ώστε από τη σύγκριση αυτών με εκείνα του ενάγοντος να μπορεί να εξακριβωθεί αν η παράλειψη της προαγωγής του τελευταίου αντιβαίνει προδήλως στις αρχές της καλής πίστης (Α.Π. 1042/2004 - Α.Π. 1222/1988). Εξάλλου, κατά τα άρθρα 10 και 11 παρ. 1, 3 και 4 του Κανονισμού λειτουργίας της Διεύθυνσης Δικαστικού και του Νομικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., που θεσπίσθηκε με την υπ' αριθ. 443/4-12-1992 πράξη της Διοικήσεως αυτής και έχει συμβατική ισχύ (Α.Π. 570/1999), στην υπηρεσιακή τάξη αυτής η Διεύθυνση Δικαστικού, οι Υποδιευθύνσεις, τα Τμήματα των Υποδιευθύνσεων και τα εξομοιούμενα με αυτά Ειδικά Γραφεία Δικαστικού και οι Υπηρεσίες αντιστοιχούν προς τις Διευθύνσεις, Υποδιευθύνσεις, Τμήματα και Υπηρεσίες Διευθύνσεων της Διοίκησης του Λογιστικού Κλάδου. Οι τακτικοί δικηγόροι της Τράπεζας αμείβονται με πάγια μηνιαία αντιμισθία, ακολουθούν από άποψη αποδοχών το Λογιστικό Κλάδο του προσωπικού αυτής κατ' αντιστοιχία προς τους βαθμούς, που προβλέπονται από τον Οργανισμό της Υπηρεσίας της, τα κλιμάκια του ενιαίου μισθολογίου με τα προβλεπόμενα επ' αυτών επιδόματα και προσαυξήσεις και όλες γενικά τις παροχές, εξελίσσονται δε σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ως άνω Οργανισμό για τον Λογιστικό Κλάδο του προσωπικού, που εφαρμόζονται ανάλογα. Η κατ' αντιστοιχία προς τον Λογιστικό Κλάδο βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη των τακτικών δικηγόρων γίνεται με πράξη του διευθύνοντος συμβούλου, ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας επιτροπής, η δε απονομή, κατ' αντιστοιχία προς τον εν λόγω Κλάδο, του βαθμού του συμπράττοντος υποδιευθυντή γίνεται, εφόσον συντρέχουν τα απαραίτητα τυπικά προσόντα και επιπλέον, ο κρινόμενος είναι δικηγόρος στον Αρειο Πάγο, έχει δεκαετή τουλάχιστο πραγματική δικηγορία στο Δικαστικό της Τράπεζας, έχει ασκήσει τα καθήκοντά του με ζήλο και επιτυχία και έχει επιδείξει ιδιαίτερη αφοσίωση στην Τράπεζα. Επίσης, κατά το άρθρο 10 παρ. 5β του Οργανισμού της Υπηρεσίας της ανωτέρω Τράπεζας, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του Ν. 2292/1953 σε εκτέλεση του άρθρου 1 του Ν.Δ. 2510/1953, όπως ισχύει ήδη, προαγωγές στους βαθμούς του τμηματάρχη Α' κα ιάνω του Λογιστικού και Ταμειακού Κλάδου γίνονται μόνο κατ' απόλυτη εκλογή και εφόσον έχει συμπληρωθεί τουλάχιστο τριετία ευδόκιμης υπηρεσίας σε κάθε βαθμό. Στο άρθρο αυτό, που εφαρμόζεται ανάλογα, παραπέμπει το άρθρο 11 παρ. 1 του ως άνω Κανονισμού Λειτουργίας της Διεύθυνσης Δικαστικού και του Νομικού Συμβουλίου της εν λόγω Τράπεζας, το οποίο αφορά την αμοιβή και την εξέλιξη των υπηρετούντων σ' αυτή τακτικών δικηγόρων σύμφωνα με εκείνα που ορίζονται στον ανωτέρω Οργανισμό για τον Λογιστικό Κλάδο του προσωπικού της. Από τα ανωτέρω αναφερόμενα προκύπτει ότι η προαγωγή του υπηρετούντος στην αναιρεσίβλητη Τράπεζα τακτικού δικηγόρου στον βαθμό του συμπράττοντος υποδιευθυντή αποτελεί ενοχικό δικαίωμα αυτού και αντίστοιχη υποχρέωση της Τράπεζας, που απορρέουν από τον ως άνω Οργανισμό αυτής, καθώς και από τον εν λόγω Κανονισμό της, ο οποίος συμπληρώνει τον πρώτο, το δε δικαίωμα αυτό παρέχεται στον δικηγόρο, εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προβλεπόμενες απ' αυτούς προϋποθέσεις και μετά τη διαπίστωση της συνδρομής τους από το αρμόδιο όργανο της Τράπεζας. Ετσι, ο κρινόμενος δικηγόρος πρέπει να έχει τα τυπικά προσόντα, να είναι δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω, να έχει πραγματική δικηγορία στο Δικαστικό της Τράπεζας άνω των δέκα ετών και ευδόκιμη υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό τουλάχιστο τριών ετών, να έχει ασκήσει τα καθήκοντά του με ζήλο και επιτυχία και να έχει επιδείξει ιδιαίτερη αφοσίωση στην Τράπεζα. Επίσης, πρέπει να υπερέχει καταφανώς έναντι των προαχθέντων και προς σύγκριση προτεινομένων συναδέλφων του στα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, αφού η προαγωγή στον ανωτέρω βαθμό γίνεται μόνο κατ' απόλυτη εκλογή. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε με την ένδικη από 11-12-2003 αγωγή της ότι στις 24-10-1973 προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα ως διοικητική υπάλληλος, ενώ στη συνέχεια, στις 15-1-1975, μετατάχθηκε στο σώμα των τακτικών δικηγόρων αυτής, όπου υπηρέτησε μέχρι την αποχώρησή της στις 3-8-2001 και έλαβε τους βαθμούς του λογιστή Α' από 1-1-1983, του υποτμηματάρχη από 1-1-1986, του τμηματάρχη Β' από 1-1-1989, του τμηματάρχη Α' από 1-1-1992 και του συμπράττοντος υποδιευθυντή από 1-1-1999. Ότι, μολονότι η ίδια τη 1-1-1995 είχε συμπληρώσει τριετή ευδόκιμη υπηρεσία στον βαθμό του τμηματάρχη Α', ήταν δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω, είχε πλέον των δέκα ετών πραγματική δικηγορία στο Δικαστικό της αναιρεσίβλητης άσκησε πάντοτε τα καθήκοντά της με ζήλο και επιτυχία και επέδειξε ιδιαίτερη αφοσίωση σ' αυτή, η τελευταία απείχε να της χορηγήσει τον επόμενο βαθμό του συμπράττοντος υποδιευθυντή και ήδη υποδιευθυντή Β', όπως απείχε να τον χορηγήσει και σε κάθε άλλο έμμισθο δικηγόρο, που κατείχε τον προηγούμενο βαθμό, μέχρι τη 1-1-1999, οπότε της χορήγησε αυτόν μαζί με άλλους συναδέλφους της, από τους οποίους στους αναφερόμενους χορήγησε τον εν λόγω βαθμό από 1-1-1998. Ζήτησε δε η αναιρεσείουσα, κατόπιν του προεκτιθέμενου ιστορικού, να αναγνωρισθεί α) ότι η παράλειψη της χορηγήσεως σ' αυτή του ανωτέρω βαθμού από 1-1-1995, άλλως από 1-1-1998 είναι παράνομη και καταχρηστική, καθόσον έπρεπε να της χορηγηθεί αυτός κυρίως μεν από 1-1-1995, αφού συνέτρεχαν στο πρόσωπό της από τότε οι απαιτούμενες προς τούτο προϋποθέσεις, επικουρικώς δε από 1-1-1998, οπότε χορήγησε τον άνω βαθμό στους αναφερόμενους επτά συναδέλφους της δικηγόρους και επικουρικότερα από 1-1-1998, αφού υπερτερούσε καταφανώς έναντι αυτών ως προς τη γενική αρχαιότητα, β) ότι κατείχε τη λογιστική αντιστοιχία του εν λόγω βαθμού του συμπράττοντος υποδιευθυντή από 1-1-1995, άλλως από 1-1-1998 και γ) ότι δικαιούται τις κάθε φύσεως οικονομικές και άλλες συνέπειες, που συνεπάγεται το γεγονός αυτό. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της, διότι στο δικόγραφο αυτής δεν εκτίθενται σαφώς και συγκεκριμένως, καθόσον αφορά μεν το κύριο αίτημά της, αν τη 1-1-1995 υπήρχαν συνάδελφοί της δικηγόροι, οι οποίοι είχαν τα απαιτούμενα προσόντα και προήχθησαν από τότε στον βαθμό του συμπράττοντος υποδιευθυντή, καθώς και όλα τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα εκάστου εξ αυτών κατ' αντιστοιχία, με τα δικά της προσόντα (γενική και υπηρεσιακή αρχαιότητα, τίτλοι σπουδών, χαρακτηρισμοί, θέσεις ευθύνης, απόδοση κ.λ.π.), ώστε να μπορεί να γίνει μεταξύ τους σύγκριση, από την οποία θα προέκυπτε αν η αναιρεσείουσα υπερείχε καταφανώς έναντι αυτών και εντεύθεν ότι η παράλειψη της προαγωγής της αντιβαίνει στην καλή πίστη, παρά μόνο αναφέρεται εντελώς αόριστα ότι η αναιρεσίβλητη απείχε να προβεί σε χορήγηση λογιστικής αντιστοιχίας στους έμμισθους δικηγόρους της, που κατείχαν λογιστική αντιστοιχία τμηματάρχη Α' κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1995-1998, καθόσον αφορά δε το επικουρικό αίτημα αυτής, διότι δεν αναφέρονταν ποια ήταν τα ειδικότερα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα της ενάγουσας κει εκάστου των ως άνω επτά συναδέλφων της δικηγόρων, οι οποίοι προήχθησαν στον ανωτέρω βαθμό από 1-1-1998 και πως συνάγεται η καταφανής υπεροχή της έναντι αυτών. Υπό τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά η ένδικη αγωγή ήταν αόριστη, διότι δεν περιείχε στο δικόγραφό της με σαφήνεια και ακρίβεια τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση εν λόγω στοιχεία για τη θεμελίωσή της. Επομένως, το Εφετείο, που την απέρριψε ως αόριστη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και ο σχετικός δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, όπως συμπληρώθηκε με εκείνον του δικογράφου του πρόσθετου λόγου, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού στην παρούσα περίπτωση δεν πρόκειται περί νομικής, αλλά περί ποιοτικής αοριστίας, η οποία συνίσταται στο ότι γίνεται επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών. Ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, που στηρίζεται και σε πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, αφού προϋπόθεση για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι να εισέλθει το δικαστήριο στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως, ενώ εν προκειμένω το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως αόριστη (Ολ. Α.Π. 44/1990). Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συγχωρείται αναίρεση, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., μέσα από την εφαρμογή των οποίων θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση και γενικώς στη δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία για τις δηλωθείσες βουλήσεις. Επίσης, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, που τίθενται από τις ως άνω διατάξεις, παραβιάζονται στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, ατέλειας στη διατύπωση της δηλώσεως της βουλήσεως ή αμφιβολίας για την έννοιά της, παραλείπει είτε να προσφύγει σ' αυτούς για να διαπιστώσει την αληθή βούληση των δικαιοπρακτησάντων είτε να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή της είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους. Πάντως, για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας κρίνει κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο στον ακυρωτικό έλεγχο. Εξάλλου, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος επί αιτιάσεως για εσφαλμένη ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων, αν δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το συγκεκριμένο σφάλμα σχετικά με την καλή πίστη (Α.Π. 1004/1993 ΝοΒ 35 1294). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως, όπως συμπληρώθηκε με εκείνον του δικογράφου του πρόσθετου λόγου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., αφού εφάρμοσε για τη χορήγηση στην αναιρεσείουσα του βαθμού του συμπράττοντος υποδιευθυντή και τη ρύθμιση του άρθρου 10 παρ. 5β του Οργανισμού της Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, χωρίς προηγουμένως να διαπιστώσει την ύπαρξη κενού στο άρθρο 11 παρ. 4 του Κανονισμού Λειτουργίας της Διεύθυνσης Δικαστικού και του Νομικού Συμβουλίου αυτής ή, έστω, χωρίς να διαπιστώσει προηγουμένως αν η ως άνω ρύθμιση του Οργανισμού προσιδιάζει και προσήκει και σε τακτικούς δικηγόρους, που παρέχουν νομικές υπηρεσίες στην Τράπεζα αυτή. Σε κάθε δε περίπτωση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις προαναφερόμενες διατάξεις κατά την ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των μερών, που διαλαμβάνονται στον ανωτέρω Κανονισμό. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ως άνω αποφάσεώς του, δεν προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων της βουλήσεως των μερών κατά τη σύναψη της συμβάσεως, που αφορά την κατάρτιση του εν λόγω Κανονισμού της αναιρεσίβλητης, αλλ' αντίθετα εφάρμοσε το άρθρο 10 παρ. 5β του Οργανισμού, όπως απαιτεί ρητώς το άρθρο 11 παρ. 1 του ως άνω Κανονισμού της αναιρεσίβλητης.
Για τους λόγους αυτούς
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-2-2006 αίτηση της ..... για αναίρεση της υπ' αριθ. 4435/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ