Legislator Case Law & Legislation
475/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against First Instance rejection of debt restructuring under Law 3869/2010.

Case Number 475/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Single Judge Court's decision to reject his request for debt restructuring under Law 3869/2010. The appellant argued that he was not in permanent insolvency, but the court found his income insufficient to cover family needs and debts, constituting fraudulent entry into insolvency. Consequently, the court upheld the lower court's finding that the appellant's request was substantively unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 para. 1 Law 3869/2010; Art. 534 of the Code of Civil Procedure: The court must reject the restructuring request if the debtor fraudulently entered permanent insolvency by concluding loans despite insufficient income to cover family needs and debts.

Keywords

AI generated
Law 3869/2010 debt restructuring permanent insolvency fraudulent entry single judge court appeal dismissal insufficient income

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 para. 1 Law 3869/2010
Art. 3 para. 2 of Law 3869/2010
Art. 534 of the Code of Civil Procedure
Art. 552 of the Code of Civil Procedure
Art. 553 of the Code of Civil Procedure
Art. 556 of the Code of Civil Procedure
Art. 558 of the Code of Civil Procedure
Art. 564 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 746 of the Code of Civil Procedure
Art. 8 para. 6 para. 2 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 475 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 475/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Γ. του Δ., κατοίκου Καλαμάτας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 113/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 129/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-12-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της 2ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 2-12-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 11/28-12-2020) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 129/17-7-2019 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που εκδόθηκε ερήμην της δεύτερης αναιρεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδ. β' του ν.3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ) και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 14-2-2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 113/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, το οποίο, δεχόμενο ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί δόλιας περιέλευσης του αναιρεσείοντος σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 30-9-2013 αίτηση του τελευταίου περί ρύθμισης των οφειλών του προς τους αναιρεσιβλήτους και εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενη κατά απόφασης μη υποκείμενης, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 3869/2010, σε ανακοπή ερημοδικίας από την ερήμην δικασθείσα στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεύτερη αναιρεσίβλητη και ως εκ τούτου τελεσίδικης απόφασης από την έκδοσή της (ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 208/2020), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ και 14 του ν. 3869/2010). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν.4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του νόμου 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ.1 ΠΚ, που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι αυτό αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και παρ' όλα αυτά, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ.1 εδ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου μπορεί να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ.1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπώνεται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνεπώς ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 550/2020).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ.1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010, κατά την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 426/2019, ΑΠ986/2018, ΑΠ 755/2018).

Κατά την διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, και ισχύει, κατ'άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 28.12.2020, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 171/2020).

Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή την ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (559 αριθμ. 1, 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ) , εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος (ΑΠ 1508/2022, 834/2021, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 156/2018). Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα, είτε έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στην κατάλυση η παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Πράγμα υπό την έννοια αυτή είναι και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (Ολ.ΑΠ 3/2008), ενώ δεν αποτελεί πράγμα η επίκληση αποδεικτικού μέσου ή του περιεχομένου του. Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991), γεγονός που συμβαίνει και όταν με η απόφαση περιέχει αντίθετες παραδοχές (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 124/2020, ΑΠ 170/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εκτός αν πρόκειται (α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και (γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η εν λόγω διάταξη, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Από τη διάταξη αυτή, που έχει εφαρμογή σε όλους τους λόγους αναίρεσης, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός επί του οποίου εκείνος στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, είχε νομίμως προβληθεί ενώπιον αυτού (ΟλΑΠ 15/2001, ΟλΑΠ 43/1990) και περαιτέρω, να παρατίθεται όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 96/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/2017).

Το γεγονός ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δραστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος όμως αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 826/2021, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 49/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να κρίνει ορισμένη την ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί δόλιας περιέλευσής του σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, αξιώνοντας λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος.

Με τον συναφή και ενιαία ερευνώμενο πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια επίσης από τον αριθμό 1 και αληθώς από τον αριθμό 5 εδ. β' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του το δεύτερο λόγο της από 14-2-2018 έφεσής του, με τον οποίο πρότεινε τον ισχυρισμό περί αοριστίας της ως άνω ένστασης των αναιρεσιβλήτων που ερευνάται αυτεπαγγέλτως (η αοριστία) άλλως περί αναποδείκτου αυτής, εκθέτοντας στο αναιρετήριο τα εξής:"...με το δεύτερο λόγο της από 14-2-2018 έφεσής μου ζητούσα να απορριφθεί η ένσταση των πιστωτών μου περί δόλιας περιέλευσής μου σε αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών μου υποχρεώσεων ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας άλλως ως αναπόδεικτη.

Συγκεκριμένα ο δεύτερος λόγος της από 14-2-2018 έφεσής μου είχε ως εξής: "2ος Λόγος έφεσης: Τον δόλο οφείλει να τον προτείνει και να τον αποδείξει ο πιστωτής και δεν εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Αναφέρει η εκκαλουμένη στη σελίδα 5 αυτής: "...δεν κρίνεται απαραίτητη η αναφορά τους, καθώς τα εισοδήματα αυτά αφορούν στη δόλια περιέλευση του οφειλέτη σε αδυναμία πληρωμών, η οποία αποτελεί ισχυρισμό που προτείνει και αποδεικνύει ο δανειστής ....".

Εν προκειμένω ουδέν απέδειξαν οι πιστωτές μου σχετικά με τη δήθεν δόλια περιέλευσή μου σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών μου, αντιθέτως έμειναν σε τυποποιημένες-φασόν προτάσεις γενικολογώντας. Ουδέν αποδεικτικό μέσο χρησιμοποίησαν για να αποδείξουν τα λεγόμενά τους παρά τις έωλες κρίσεις κατά την άποψή τους, υπερασπιζόμενοι τα συμφέροντά τους.

Η εκκαλουμένη δεν στηρίχθηκε σε κανένα αποδεικτικό μέσο των πιστωτών μου για να κρίνει την περιέλευσή μου σε δόλια αδυναμία πληρωμών, παρά το γεγονός ότι τόσο η νομολογία, η θεωρία όσο και η ίδια ασπάζεται. Το γεγονός ότι απαιτείται απόδειξη του δόλου από τον πιστωτή και όχι απλά διατύπωση της σχετικής ένστασης.

Σε κανένα συνεπώς αποδεικτικό μέσο των πιστωτών μου δεν στηρίζεται η εκκαλουμένη για να θεμελιώσει την δήθεν δόλια περιέλευσή μου σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών μου, ως θα όφειλε και όπως η ίδια αναφέρει. Δεν γίνεται μνεία κανενός αποδεικτικού μέσου από τους πιστωτές μου στην εκκαλουμένη". Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, γιατί δεν εκτίθεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ότι ο ισχυρισμός περί αοριστίας της ένδικης ένστασης των αναιρεσιβλήτων είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο, δεδομένου ότι, κατά τα προεκτιθέμενα, η αοριστία πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, ο δε σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι, κατ' εξαίρεση, λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας, αφού δεν αφορά στη δημόσια τάξη.

Τα ως άνω διαλαμβανόμενα στο δεύτερο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος περί αυτεπάγγελτης έρευνας του ορισμένου της ένστασης από τα δικαστήρια της ουσίας, δεν συνιστούν και ισχυρισμό αυτού περί αοριστίας της ένδικης ένστασης ούτε κάποιον άλλον αυτοτελή ισχυρισμό, επί του οποίου το Εφετείο είχε υποχρέωση να απαντήσει.

Απαράδεκτες κρίνονται επίσης α) η προβαλλόμενη με τον πρώτο αναιρετικό λόγο αιτίαση περί μη λήψης υπόψη από το Εφετείο του διαλαμβανόμενου στο δεύτερο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος ισχυρισμού του περί αναπόδεικτου της παραπάνω ένστασης, γιατί ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, ο δε αναιρεσείων, με την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 5 εδ.

β' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, προβάλλει αιτιάσεις για την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, την αιτιολόγηση και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες ο ίδιος έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα πού εκτίθεται σαφώς ως προς το ως άνω ζήτημα και β) η αποδιδόμενη με το δεύτερο αναιρετικό λόγο πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ για μη απόρριψη από το Εφετείο ως απαραδέκτου της ένδικης ένστασης δόλου ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη λόγω σωρευτικής και όχι επικουρικής άσκησής της ως προς τον ισχυρισμό αυτής περί "μη μόνιμης αδυναμίας αποπληρωμής των δανειακών υποχρεώσεων" του αναιρεσείοντος, καθόσον, πέραν του ότι δεν προσδιορίζεται ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, η τυχόν παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων δικονομικού δικαίου δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι αυτός περιήλθε δολίως σε αδυναμία πληρωμών, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ.

Ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα, το Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, που δίκασε ως Εφετείο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του, τα ακόλουθα: "....Ο αιτών, κάτοικος Καλαμάτας, γεννημένος το έτος 1954, είναι παντρεμένος με την Ι. Κ. του Ν. γεννημένη το έτος 1978, με την οποία έχουν αποκτήσει τέσσερα τέκνα, ήτοι την Π.

Γ., 19 ετών, την Α. Γ., 18 ετών, την Ν. Γ., 14 ετών, και τον Δ. Γ., 11 ετών. 0 ίδιος είναι καθηγητής φυσικής αγωγής σε δημόσιο σχολείο μέσης εκπαίδευσης στην Καλαμάτα, ο μισθός του δε ανέρχεται σήμερα μηνιαίως περίπου στο ποσό των 1.600 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων και των αυτοτελών φορολογούμενων ποσών, απαλλασσόμενων από φόρο, ύψους 3.208 ευρώ ετησίως, τα οποία λαμβάνονται σε σταθερή βάση, όπως εμφαίνεται από τις προσκομιζόμενες φορολογικές δηλώσεις του, και αντιστοιχούν σε επιδόματα τέκνων (προσωπικών και της συζύγου του), σύμφωνα με την κατάθεση του αιτούντος, (βλ.

δήλωση φορολογίας εισοδήματος 2017), μη συνυπολογιζόμενου στο ανωτέρω συνολικό ποσό των 1.600 ευρώ, αυτό των 91,57 ευρώ, το οποίο παρακρατείται μηνιαίως από το μισθό υπέρ του πρώτου εκ των πιστωτών του, σύμφωνα με την από 04.12.2013 προσωρινή διαταγή της Δικαστή του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας. Η σύζυγος του, 41 ετών, δεν εργάζεται, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως βεβαίωση εκτυπωμένη από την ηλεκτρονική ιστοσελίδα του Ο.Α.Ε.Δ.

ενώ δεν διαθέτει εισοδήματα από άλλες πηγές. Η ίδια δε, δεν προκύπτει ότι κατά το παρελθόν είχε σταθερό εισόδημα λόγω επιδομάτων τέκνων ύψους 400 ευρώ περίπου μηνιαίως, αφού δεν προσκομίζονται σχετικές βεβαιώσεις ούτε και οι δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος πριν το έτος 2015, ενώ σε κάθε περίπτωση παρουσιάζει το έτος 2011 εισόδημα από αυτοτελή φορολογούμενα ποσά 2.794 ευρώ, το έτος 2010 4.238 ευρώ περίπου, το έτος 2007 1.950 ευρώ ετησίως, το έτος 2006 1.894 ευρώ και το έτος 2005 1.056 ευρώ περίπου (βλ.

τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά των σχετικών ετών). Επομένως, μοναδική πηγή εισοδήματος για την εξαμελή οικογένεια του αιτούντος αποτελεί σήμερα ο μισθός του ιδίου συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων. Κατά τη χρονική περίοδο 2007 έως 2010, ο αιτών διετέλεσε δήμαρχος στο Δήμο Αρίου, οι δε αποδοχές του τότε ξεπερνούσαν το ποσό των 3.400 ευρώ μηνιαίως, ενώ κατά τη διάρκεια της θητείας του ο ίδιος είχε συμβάλει στην τοποθέτηση της συζύγου του σε πρόγραμμα "stage", απ' όπου ελάμβανε εισόδημα ύψους 500 ευρώ, τα οποία και δαπανούνταν, όπως ο ίδιος κατέθεσε, στην κάλυψη οικογενειακών αναγκών.

Τα προηγούμενα κρίσιμα έτη πριν την εκλογή του ο αιτών λάμβανε μηνιαίως από την εργασία του, το έτος 2009 το ποσό των 1.700 ευρώ περίπου και το έτος 2011 το ποσό των 1.500 ευρώ περίπου (βλ. τα εκκαθαριστικά φόρου εισοδήματος των αντίστοιχων ετών). Περαιτέρω, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης ο αιτών είχε αναλάβει τραπεζικά προϊόντα για τα οποία υφίστανται οι παρακάτω οφειλές: 1) Από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" το με ημερομηνία 22.12.2011 και με αριθμό λογαριασμού ...

στεγαστικό δάνειο για το οποίο υφίσταται οφειλή, μέχρι την 17.01.2017, ύψους 210.093,65 €, η οποία είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη και συγκεκριμένα με υποθήκη για ποσό 190.950,00 ευρώ, νομίμως καταχωρημένης στα οικεία φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμάτας με αριθμό .../23.12.2011 (βλ. προσκομιζόμενο κτηματολογικό φύλλο....), και 2) από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία", την υπ' αριθμ. .../18.07.2006 σύμβαση στεγαστικού δανείου ύψους 100.000 ευρώ για την οποία υφίσταται οφειλή, μέχρι την 13.10.2016, ύψους 81.555,77 ευρώ, στην οποία έχει συμβληθεί ως συνοφειλέτριά του η σύζυγος του και ως εγγυητές του οι γονείς της συζύγου του Ν.

Κ. και Π. Κ.. Η εν λόγω απαίτηση είναι εξασφαλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια επί ενός ακινήτου βρισκόμενου ... 6, το οποίο ανήκει στην κυριότητα του ενός εκ των σε αυτή ως εγγυητή - πατέρα της συζύγου του και συγκεκριμένα με προσημείωση υποθήκης, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1471/01.08.2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας.

Συνεπώς, n συνολική οφειλή του αιτούντος προς τους ως άνω πιστωτές του ανέρχεται στο ποσό των 291.649,42 ευρώ. Αναφορικά με το στεγαστικό δάνειο που έλαβε ο αιτών από το πρώτο των πιστωτών ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", σημειώνεται ότι η έγκριση του έλαβε χώρα το έτος 2011 (Δεκέμβριο), κατόπιν σχετικής αίτησης του αιτούντος από το έτος 2.009, όπως ο ίδιος ανέφερε.

Κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης του προς τον εν λόγω πιστωτή ο ίδιος διατελούσε Δήμαρχος στo Δήμο Αρίων και ελάμβανε, όπως προεκτέθηκε πολύ υψηλές αποδοχές, οι οποίες ξεπερνούσαν τα 3.400 ευρώ μηνιαίως, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες φορολογικές δηλώσεις και τα αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα των ετών 2007 - 2010, κατά δε το χρόνο έγκρισης του, είχε όμως ήδη λήξει η θητεία του αιτούντος στο παραπάνω αξίωμα, και συγκεκριμένα από το Δεκέμβριο του έτους 2010, όπως ανέφερε ο αιτών στην κατάθεση του ενώπιον του Πρωτοβάθμιο Δικαστηρίου.

Οδηγήθηκε, λοιπόν, στη λήψη ενός στεγαστικού δανείου, στα τέλη του έτους 2011, ύψους 190.950,00 ευρώ, προκειμένου να αποκτήσει την πρώτη του κατοικία, η αξία της οποίας ανερχόταν τότε στο ποσό των 240.000 - 250.000 ευρώ, υπολογίζοντας αφενός στο ήδη μέχρι τότε σχηματισθέν αποθεματικό του, προερχόμενο από τις αποδοχές του κατά τη διάρκεια της τετραετούς θητείας του ως Δημάρχου, και αφετέρου στην σχεδόν με βεβαιότητα, κατά τους ισχυρισμούς του, επανεκλογή του στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και για την επόμενη τετραετία και στην εξακολούθηση της λήψης των ίδιων υψηλών αποδοχών, το δε παραπάνω ύψος του δανείου αντιστοιχούσε στα οικονομικά του δεδομένα κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης το έτος 2009, σύμφωνα και με την εκτίμηση του παραπάνω πιστωτή, γι' αυτό και ο τελευταίος το ενέκρινε (βλ......

με το οποίο το πρώτο των πιστωτών έχει ως δικαιολογητικά αίτησης χορήγησης δανείου πρόσφατη βεβαίωση καθαρών και ακαθάριστοι μηνιαίων αποδοχών και αντίγραφο φορολογικής δήλωσης του τελευταίου οικονομικού έτους, ήτοι του έτους 2009). Ωστόσο, ο αιτών, ορθώς σκεπτόμενος αφενός έπρεπε να λάβει υπόψη του το ενδεχόμενο της μη επανεκλογής του ως Δημάρχου, η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να θεωρηθεί βέβαιη, και ως εκ τούτου της μη συνέχισης της λήψης των αποδοχών αυτών, και αφετέρου της μη δυνατότητας αποπληρωμής του μόνο με το εισόδημα του ως καθηγητή σε δημόσιο σχολείο εκπαίδευσης, το οποίο, ακόμα και αν παρέμενε στο ύψος πριν την οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα και τις μειώσεις που υπέστησαν κυρίως οι δημόσιοι υπάλληλοι, δεν θα επαρκούσε στο μέλλον ούτε αυτό, νια να καλύψει την δόση του εν λόγω δανείου ύψους αρχικά 915,68 ευρώ καθώς και τις άλλες δανειακές του υποχρεώσεις, αν ο ίδιος αναλογιζόταν τις ολοένα αυξανόμενες ανάγκες της οικογένειας του και των ανήλικων ακόμα τέκνων του, σε συνδυασμό και με την έλλειψη εργασίας από την πλευρά της συζύγου του και την χωρίς πιθανότητα εύρεση τέτοιας με βάση τους ισχυρισμούς του, λόγω της παντελούς έλλειψης προϋπηρεσίας και της ύπαρξης τεσσάρων τέκνων που αποτελούν τροχοπέδη στην απόκτηση της.

Ο αιτών ως προαναφέρθηκε το κρίσιμο έτος 2011 λάμβανε 1.500 ευρώ μηνιαίως περίπου και το επίσης κρίσιμο έτος 2009 1.700 ευρώ με βάση την προσκομιζόμενη μισθοδοσία του, ενώ και εάν υποτεθεί ότι τα αυτοτελή φορολογούμενα ποσά που εμφαίνονται στο εκκαθαριστικό φορολογίας εισοδήματος της αιτούσας, αντιστοιχούν στα επιδόματα των τέκνων, τα επιδόματα που λάμβανε η σύζυγος αυτού, εκτός από το έτος 2010, δεν ξεπερνούν τα 200 ευρώ μηνιαίως.

Σε κάθε περίπτωση ακόμα και αν ελάμβανε είτε η σύζυγος αυτού είτε ο ίδιος, επιδόματα ύψους 400 ευρώ, όπως ισχυρίζεται ο αιτών, το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος το οποίο ανερχόταν στα 2.100 ευρώ περίπου (υπολογιζόμενου του εισοδήματος μάλιστα ως ίσχυε το έτος 2009), αν αφαιρεθούν οι οικογενειακές δαπάνες τις οποίες ο αιτών υπολογίζει στο ποσό των 1.350 ευρώ, δεν επαρκούσε για να καλυφθεί ούτε η δόση προς το "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" ύψους 915 ευρώ.

Ο ίδιος μάλιστα στην αίτησή του αναφέρει ότι για την εξυπηρέτηση των οφειλών του το μηνιαίο ποσό που όφειλε να καταβάλλει στους πιστωτές του ανερχόταν στο ποσό των 1.500 ευρώ περίπου. Η οικονομική κρίση δε που έπληξε τη Χώρα και οδήγησε στη μείωση των εισοδημάτων των εργαζομένων και των δημοσίων υπαλλήλων όπως εν προκειμένω ο αιτών, ήταν ήδη γνωστή στον αιτούντα, κατά το χρόνο λήψης του δανείου το Δεκέμβριο του έτους 2011, και είχε ήδη οδηγήσει σε μείωση των εισοδημάτων του αιτούντος (βλ.

εκκαθαριστικό αιτούντος έτους 2011), ώστε δεν δικαιολογείτο προσδοκία αύξησης των εισοδημάτων του. Μπορεί, λοιπόν, το εισοδηματικό του επίπεδο κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης του δανείου το έτος 2009, να ήταν αντίστοιχο με το ύψος των υποχρεώσεων που αναλάμβανε επιδιώκοντας ένα αντίστοιχα υψηλό βιοτικό επίπεδο, όφειλε όμως να λάβει υπόψη του όλες τις παραπάνω ρεαλιστικές κατά το χρόνο ανάληψης του δανείου το Δεκέμβριο του έτους 2011, παραμέτρους και να μην οδηγηθεί στη λήψη ενός τόσο υψηλού δανείου, λαμβανομένου υπόψη ότι είχε ήδη ένα μεγάλο χρέος προς τη δεύτερη των πιστωτών.

Ως προς δε το δάνειο που έλαβε ο αιτών από την δεύτερη των καθ' ων πιστωτών ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" σημειώνεται ότι πρόκειται για ένα αρχικά καταναλωτικό δάνειο ληφθέν το έτος 2004, το οποίο μετατράπηκε κατά το έτος 2006 σε στεγαστικό λόγω χαμηλού επιτοκίου, ελήφθη δε, όπως κατέθεσε και ο ίδιος ο αιτών, σε χρόνο κατά τον οποίο δεν είχε ακόμα αποκτήσει την πρώτη του κατοικία και φιλοξενούνταν με την οικογένεια του στο επί της οδού Ψαρών ακίνητο των γονέων της συζύγου του, προκειμένου αυτό να επισκευαστεί, καθώς βρίσκεται σε προσεισμική πολυκατοικία και είχε υποστεί ζημίες.

Το δάνειο αυτό κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος σταμάτησε εκείνος να εξυπηρετεί, όταν ξέσπασε η κρίση και με την παρακράτηση στο μισθό του από το πρώτο πιστωτή του, ήτοι με την ανάληψη του δεύτερου δανείου το έτος 2011. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο αιτών έλαβε το πρώτο τραπεζικό προϊόν και μεταγενέστερα, το έτος 2011, από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών με την ανάληψη του δεύτερου δανείου ύψους περίπου 190.000 ευρώ, αποδεχόμενος, κατά το χρόνο ανάληψης του δανείου από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το έτος 2011, εν μέσω πια της οικονομικής κρίσης και μη έχοντας τις απολαβές με την ιδιότητα του Δημάρχου, το ενδεχόμενο να αντιμετωπίσει δυσκολίες στην αποπληρωμή των οφειλών του και να περιέλθει σε αδυναμία εξυπηρέτησης τους, προκαλώντας την συσσώρευση υψηλών οφειλών, ως δε οφειλέτης στην σύμβαση με την δεύτερη των πιστωτών, δεν μπορεί να αποποιηθεί των ευθυνών του για το δάνειο που έχει λάβει και ο ίδιος ως οφειλέτης.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλου του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο προτεινόμενος από τον αιτούντα ισχυρισμός, τον οποίο επαναφέρει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών χορήγησε σ' αυτόν το επίδικο δάνειο, τελώντας όμως σε γνώση και αποδεχόμενο το ενδεχόμενο να μην αποπληρωθεί αυτό εκ μέρους του, λόγω μη εξακρίβωσης της ήδη δανειακής επιβάρυνσης στη δεύτερη πιστώτρια Τράπεζα, και λόγω ανεπάρκειας των εισοδημάτων του κατόπιν δυνατότητας ελέγχου, επί του οποίου επιχειρεί να θεμελιώσει την αντένσταση του συντρέχοντας πταίσματος (άρθρ. 300 ΑΚ) είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι ενδεχόμενη παράλειψη από την πλευρά του πιστωτή να ενεργήσει επισταμένη έρευνα, πριν χορηγήσει την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως ότι ο πιστωτής θα πρέπει να αναλάβει άνευ άλλου τινός τον κίνδυνο της ματαίωσης της ικανοποίησης των απαιτήσεών του από την επελθούσα αδυναμία πληρωμών του δανειολήπτη και σε κάθε περίπτωση η συνυπαιτιότητα των τραπεζών στη λήψη πως δανείων, δεν αίρει τις συνέπειες της δόλιας συμπεριφοράς του υπερχρεωμένου οφειλέτη που είναι η μη υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις, του ως άνω νόμου, ακόμη και αν σε αυτό συνέβαλε η συμπεριφορά των πιστωτικών ιδρυμάτων που χορηγούσαν δάνεια χωρίς να ελέγξουν την οικονομική δυνατότητα του αιτούμενου το δάνειο και χωρίς να διαπιστώσουν και τις λοιπές δανειακές του υποχρεώσεις και την εν γένει οικονομική του συμπεριφορά.

Υπό τα περιστατικά αυτά, συνάγεται ότι ο αιτών έλαβε υπόψη του το ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των χρεών του και αφού το στάθμισε, αποφάσισε να προχωρήσει στη λήψη και του δεύτερου δανείου, αψηφώντας τις συνέπειες. Ειδικότερα, διαπιστώνεται ότι ο αιτών δεν επέδειξε συμπεριφορά συνετού καταναλωτή, διότι μετά την ανάληψη του πρώτου δανείου και ήδη κατά το χρόνο λήψης του δεύτερου δανείου διέβλεπε ως ενδεχόμενη την αδυναμία αποπληρωμής των υποχρεώσεων του στο μέλλον, καθόσον, πέραν των επισφαλών μελλοντικά αμοιβών του ως Δημάρχου, μόνο ο μισθός του από την εργασία του, συμπεριλαμβανομένων των οικογενειακών επιδομάτων, δεν ήταν ανάλογος του ύψους του δανεισμού του, ενώ παράλληλα δεν υπήρχε κάποια προοπτική μεταβολής των εργασιακών και οικονομικών συνθηκών με την εύρεση εργασίας από τη σύζυγο του και λόγω της οικονομικής κρίσης η οποία είχε ήδη εμφανισθεί κατά το χρόνο λήψης του δανείου, ύψους περίπου 190.000 ευρώ.

Κατόπιν αυτών, η υπαιτιότητα αυτού είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψε το αποτέλεσμα της αδυναμίας πληρωμής των χρεών του ως πιθανό και το αποδέχθηκε. Επομένως, εφόσον έλαβε υπόψη της το ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των χρεών της και το αποδέχθηκε, ενήργησε δολίως, κατ' άρθρο 1 παρ. 1 εδ.

β' του ν. 3869/2010, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης των πιστωτών, αφού συνέβαλε αποφασιστικά με την συμπεριφορά του στην πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών του οφειλών. Η δε κατάφαση της αποδειχθείσας ως άνω δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφελών του, αναιρεί γι' αυτόν την ιδιότητα του καλόπιστου υπερχρεωμένου οφειλέτη που δικαιούται να υπαχθεί στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010.

Κατόπιν τούτου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής των οφειλών του στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 και η αίτησή του πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχτηκε τα ίδια αναφορικά με την ως άνω ένσταση και ακολούθως απέρριψε την αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, με συμπλήρωση της αιτιολογίας του από το παρόν Δικαστήριο, κατ' άρθρο 534 του ΚΠολΔ.

Επομένως, οι λόγοι της εφέσεως με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμοι".

Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που, δεχόμενο την ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί δόλιας περιέλευσης του αναιρεσείοντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την αίτηση του τελευταίου περί υπαγωγής του στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να καταγνώσει στον αναιρεσείοντα ενδεχόμενο δόλο κατά το χρόνο ανάληψης των επίδικων χρεών του, δεχόμενο ότι αυτός, αν και είχε αυξημένες οικογενειακές υποχρεώσεις (τέσσερα τέκνα και μη εργαζόμενη σύζυγο) και περιορισμένα εισοδήματα ως καθηγητής φυσικής αγωγής μέσης εκπαίδευσης (αυξημένα εισοδήματα παρουσίασε μόνον κατά τα έτη 2007 έως 2010 που ο αναιρεσείων διατέλεσε Δήμαρχος), τα οποία δεν θα επαρκούσαν για την παράλληλη κάλυψη των αναγκών της οικογένειάς του και των δανειακών του υποχρεώσεων, προέβη στη σύναψη των παραπάνω δανειακών συμβάσεων, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα (περιέλευσή του σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών), ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως τις προδιαληφθείσες διατάξεις, στις οποίες ορθά υπήγαγε τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν.

Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Στην πραγματικότητα, με τον λόγο αυτόν ο αναιρεσείων επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.

Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 550/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-12-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 11/2020) αίτηση για αναίρεση της 129/2019 απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ