Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague grounds and factual assessment errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for leave to appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court erred in dismissing claims regarding business management and misjudged profit calculations, but the court found these grounds insufficient. The court ruled that the appeal grounds were either too vague, bound by prior rulings, or constituted impermissible challenges to the lower court's factual assessments.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 562 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court rejects appeal grounds that are vague, lack factual basis, or improperly challenge the lower court's evaluation of facts and evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 475 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 475/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Σ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Καπετανέα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης - καθ'ης η κλήση: ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Τοσουνίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-12-2004 και 2-02-2006 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20916/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1140/2008 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίλβητη με την από 24-07-2008 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1295/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε εν μέρει και παρέπεμψε στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, για περαιτέρω εκδίκαση.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 110/2015 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-01-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 12.5.2021 κλήση του αναιρεσείοντος νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από αυτόν ασκηθείσα από 22.1.2018 και με αριθμό κατάθεσης 245/21/2018 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 110/21.1.2015 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, μετά τη ματαίωση της συζήτησης αυτής κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 28 Ιανουαρίου 2020.
Με την κρινόμενη, από 22.1.2018 και με αριθμό κατάθεσης 245/21/22.1.2018, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, με αριθμό 110/21.1.2015, απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που επιλήφθηκε της υπόθεσης, ως δικαστήριο της παραπομπής, μετά την έκδοση της με αριθμό 1295/2010 απόφασης του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε εν μέρει την προηγουμένη με αριθμό 1140/2008 απόφαση του ως άνω Εφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.
Με την προσβαλλόμενη με αριθμό 110/21.1.2015 απόφαση απορρίφθηκαν κατ' ουσία η από 5.7.2007 και με αριθμό κατάθεσης 2926/18.7.2007 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και η από 4.1.2008 και με αριθμό κατάθεσης 43/4.1.2008 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της με αριθμό 20916/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας και με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε, δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 6.12.2004 (με αριθμό κατάθεσης 41365/2004) αγωγή και την από 2.2.2006 (με αριθμό κατάθεσης 5464/2006) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (μέσα στην τριετή προθεσμία που όριζε το άρθρο 564 παρ. 3 του προϊσχύσαντος ΚΠολΔ), δεδομένου ότι δεν προκύπτει επίδοση από οποιονδήποτε των διαδίκων της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε την 21.1.2015, δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης την 22.1.2018, ημέρα Δευτέρα [άρθρο ένατο παρ. 2 του ν. 4335/2015 σε συνδ.
με τα άρθρα 13 παρ. 2 και 24 παρ.1 του ΕισΝΚΠολΔ (βλ.σχ. ΟλΑΠ 10/2018) και 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του προϊσχύσαντος του ν. 4335/2015 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
1. Από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι: "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτικές για όλα τα δικαστήρια που επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης, δηλαδή και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία: "Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με το λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε προς την αναιρετική", προκύπτει ότι το δικαστήριο της παραπομπής δεν έχει δικαίωμα διαφωνίας με την αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου, αλλά υποχρεούται να συμμορφωθεί προς αυτή ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε, διότι διαφορετικά η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση κατά το άρθρο 559 αριθμός 18 Κ.Πολ.Δ. (Ολ ΑΠ 15/2011, ΑΠ 1593/2017).
Περαιτέρω κατά μεν το άρθρο 579 παρ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.
Τέλος κατά το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική απόφαση κατά το διατακτικό της δεν περιορίζει με σχετική διάταξή της την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 27/2007).
Ειδικότερα, μετά την αναίρεση της απόφασης στο σύνολό της, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, με συνέπεια να αναβιώνει η σχετική αίτηση παροχής έννομης προστασίας (αγωγή ή έφεση, αναλόγως αν η αναιρεθείσα απόφαση εκδόθηκε στον πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας), της οποίας επιλαμβάνεται το δικαστήριο της παραπομπής μετά από κλήση (ΑΠ 845/2010).
Το εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 3, 579 παρ. 1 ΚΠολΔ., επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο στο οποίο αναφέρεται η παράβαση και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα περί του οποίου έγινε δεκτός ο λόγος αναίρεσης, αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν, επί του οποίου με την απόφασή του αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής.
Το τελευταίο δεσμεύεται κατά τα προαναφερθέντα μόνο ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση (ΑΠ 1593/2017, ΑΠ 698/2012).
2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Η κατά άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 856/2020) ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 856/2020).
Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού της περίπτωσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, αλλά πρέπει να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που απαιτούνται σύμφωνα με αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 1199/2018).
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 856/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Συνακόλουθα η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 856/2020).
Εξάλλου, κατ' άρθρο 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. . Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της απόφασης, από τις οποίες προκύπτει ο ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς να έχει προταθεί ή ο ισχυρισμός ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Και στις δύο περιπτώσεις (της παρά το νόμο λήψης ή μη λήψης υπόψη) πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιά επίδραση άσκησε ή θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός (ΑΠ 820/2020, ΑΠ 1082/2018, ΑΠ 516/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται, κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής ως προς τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Με τη με αριθμό 20916/2007 απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης συνεκδίκασε και δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμες κατ' ουσία τις από 6.12.2004 (με αριθμό κατάθεσης 41365/2004) και από 2.2.2006 (με αριθμό κατάθεσης 5464/2006) αγωγές του ενάγοντος -αναιρεσείοντος δικηγόρου κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, με τις οποίες ο πρώτος ζητούσε, ως εκδοχέας της απαίτησης του εντολέα του - εκχωρητή, παθόντος σε τροχαίο ατύχημα, ασφαλισμένου στην εναγομένη -αναιρεσίβλητη και δικαιούμενου στο πλαίσιο της ασφαλιστικής σύμβασης την καταβολή αμοιβής του δικηγόρου του, δικηγορική αμοιβή για την κατ' εντολή του παθόντος άσκηση αγωγής αποζημίωσης κατά του υπαίτιου του τροχαίου ατυχήματος (με την πρώτη αγωγή), και έφεσης (με τη δεύτερη αγωγή) κατά της εκδοθείσας επ' αυτής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την ως άνω με αριθμό 20916/2007 απόφασή του, δέχθηκε ως νομικά και ουσιαστικά την θεμελιούμενη στο άρθρο 102 του ν.δ. 3026/2004 "Περί του Κώδικος των Δικηγόρων", (που έχει εφαρμογή στην προκείμενη έννομη σχέση), ένσταση, που είχε προτείνει η εναγομένη - αναιρεσίβητη (την οποία θεώρησε ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής) και, κατόπιν αυτού δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμες κατ' ουσία τις ως άνω αγωγές του ενάγοντος -αναιρεσείοντος.
Κατά της με αριθμό 20916/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκαν οι αντίθετες, από 5.7.2007 και με αριθμό κατάθεσης 2926/18.7.2007 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και η από 4.1.2008 και με αριθμό κατάθεσης 43/4.1.2008 έφεση της εναγομένης -εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Με τη με αριθμό 1140/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης συνεκδικάσθηκαν οι εν λόγω εφέσεις και, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω τους αναιρετικούς λόγους μέρος της, το Εφετείο δέχθηκε ότι η εναγομένη -αναιρεσίβλητη απαράδεκτα είχε προβάλει πρωτοδίκως την προβλεπόμενη στο άρθρο 102 του ν.δ. 3026/1954 ένστασή της αναφορικά με τα αγωγικά κονδύλια του παθόντος και εντολέα του ενάγοντος - αναιρεσείοντος:
α) περί διαφυγόντος κέρδους ύψους 1.440.000 ευρώ (η απόρριψη του οποίου από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προφανώς διογκωμένου αποτελούσε το μοναδικό λόγο της έφεσης του ενάγοντος -αναιρεσείοντος) και β) περί της αξίας του καταστραφέντος αυτοκινήτου, βελτιωμένης διατροφής, χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ, στέρησης εσόδων του εντολέα του ενάγοντος - αναιρεσείοντος από την εργασία του στη δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και αποχέτευσης κατά τη χρονική περίοδο από 11.1.2003 μέχρι 12.7.2004 και στέρησης εσόδων του ιδίου από την παράλληλη εργασία του στην επιχείρηση του πατέρα του κατά τη χρονική περίοδο από 31.12.2004 έως 31.12.2005 (για τα οποία, με το σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης της εναγομένης -εκκαλούσας -αναιρεσίβλητης διατυπωνόταν παράπονο για το μη περιορισμό τους από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο), την οποία έκρινε και αόριστη.
Με βάση τις ως άνω παραδοχές περί απαραδέκτου προβολής και αοριστίας της από τον αριθμό 102 του ν.δ. 3026/1954 ένστασης της εναγομένης- αναιρεσίβλητης, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, αποφάνθηκε ότι ενάγων και ήδη αναιρεσείων εδικαιούτο αμοιβής και για το υπό στοιχείο (α) αγωγικό κονδύλιο, την οποία και επιδίκασε, απορρίπτοντας, αντίστοιχα, τον σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης της εναγομένης-αναιρεσίβλητης.
Κατά της ως άνω, με αριθμό 1140/2008, απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, άσκησε την από 24.7.2007 αίτηση αναίρεσης, την οποία, με τη με αριθμό 1295/2010 απόφασή του, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε εν μέρει. Ειδικότερα ο Άρειος Πάγος, αφού δέχθηκε ότι η με αριθμό 1140/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, απορρίπτοντας την από το άρθρο 102 του ν.δ. 3026/1954 ένσταση της εναγομένης (και τότε αναιρεσείουσας) ως προβληθείσα απαραδέκτως και ως αόριστη, είχε υποπέσει στις από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, αναίρεσε ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιό της την ως άνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια, με κλήση της εναγομένης-εκκαλούσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 110/2015 απόφασή του, συμμορφούμενο προς την ως άνω αναιρετική απόφαση, δέχθηκε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη έχει προτείνει παραδεκτά και κατά τρόπο ορισμένο την ερειδόμενη στο άρθρο 102 του ν.δ. 3026/1954 ένστασή της.
Ακολούθως ερεύνησε την ως άνω ένσταση και δέχθηκε ότι ο ενάγων- εκκαλών- εφεσίβλητος- αναιρεσείων δεν δικαιούται δικηγορική αμοιβή για το αγωγικό κονδύλιο των 1.440.000 ευρώ, καθόσον, ως προφανώς εξογκωμένο δεν έπρεπε να το συμπεριλάβει στην αγωγή που συνέταξε για τον εντολέα του -παθόντα. Κατόπιν αυτού απέρριψε το μοναδικό λόγο της από 5.7.2007 (με αριθμό κατάθεσης 2926/18.7.2007) έφεσης του ενάγοντος-εκκαλούντος -αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 20916/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επικυρώνοντας, έτσι, τη σχετική διάταξη της τελευταίας.
Επίσης, στο πλαίσιο της παραπομπής της υπόθεσης με τη 1295/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, το Εφετείο εξέτασε και απέρριψε τον πρώτο λόγο της από 4.1.2008 (με αριθμό κατάθεσης 43/4.1.2008) έφεσης της εναγομένης -εκκαλούσας-εφεσίβλητης - αναιρεσίβλητης, με τον οποίο η τελευταία παραπονείτο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα επιδίκασε στον αντίδικό της δικηγορική αμοιβή και επί των ακόλουθων κονδυλίων της αγωγής, που ο ενάγων - εκκαλών - εφεσίβλητος - αναιρεσείων συνέταξε για τον εντολέα του:
α) επί της αξίας του καταστραφέντος αυτοκινήτου του εντολέως του, β) επί του ποσού που χρειάστηκε για τη βελτιωμένη διατροφή ο παθών -εντολέας του, γ) επί του ποσού για τη χρηματική ικανοποίηση του εντολέα του, δ) επί του ποσού για την από το άρθρο 931 ΑΚ αποζημίωση του εντολέα του, ε) επί του ποσού για απολεσθέντα εισοδήματα του εντολέα του για τη χρονική περίοδο από 11.1.2003 μέχρι 12.7.2004 και στ) επί του ποσού για απολεσθέντα εισοδήματα του εντολέα του από την παράλληλη αυτού εργασία κατά τη χρονική περίοδο από 31.12.2004 μέχρι 31.12.2005.
Έτσι, επικύρωσε και τη σχετική με αυτά παραδοχή της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Περαιτέρω, με τους λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι, δεχόμενη τη θεμελιούμενη στο άρθρο 102 του ν.δ. 3026/1954 "Περί του Κώδικος των Δικηγόρων", που έχει εφαρμογή στην προκείμενη έννομη σχέση, ένσταση της αναιρεσίβλητης, υπέπεσε στις ακόλουθες, από τους αριθμούς 19 και 8 του ΚΠολΔ πλημμέλειες:
α) δέχθηκε την ως άνω ένσταση χωρίς αιτιολογία και δη εμπεριστατωμένη, β) "παρείδε" τους προβληθέντες με τις κατατεθείσες προτάσεις του ισχυρισμούς και αιτιάσεις, δια των οποίων αποδεικνυόταν το απαράδεκτο της εν λόγω ένστασης, γ) δεν έλαβε υπόψη τους αποδειχθέντες ισχυρισμούς του ότι ο εντολέας του θα αναλάμβανε τη διεύθυνση και διαχείριση της ταβέρνας -πατσατζίδικου του συνταξιοδοτηθέντος πατέρα του, για την οποία είχαν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα καθότι ο εντολέας του αναιρεσείοντος επί μακρόν εργαζόταν ως σερβιτόρος σε αυτή, αμειβόμενος και έτσι γνώριζε τη λειτουργία και τη διαχείριση της επιχείρησης, δ) εσφαλμένα έκρινε ότι τυγχάνει διογκωμένο κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών, δεδομένου ότι οιοσδήποτε έμπειρος δικηγόρος, έστω και αν κατέβαλε την οιανδήποτε επιμέλεια, δεν θα μπορούσε να θεωρήσει υπερβολικό και διογκωμένο το μηνιαίο κέρδος των 3.000 ευρώ μιας επιχείρησης, η οποία αποδεδειγμένα λειτουργούσε επί έτη στην πόλη των ..., πόλη και περιοχή με οικονομική ευμάρεια και ε) εσφαλμένα έκρινε ως αόριστο το κονδύλιο αυτό, καθότι στο δικόγραφο της αγωγής αναφέρεται ο πιθανολογούμενος μηνιαίος "τζίρος" της επιχείρησης και το μηνιαίο καθαρό κέρδος μετ' αφαίρεση των εξόδων λειτουργίας της επιχείρησης.
Οι υπό στοιχεία (α) και (ε) λόγοι, με τους οποίους επιχειρείται να θεμελιωθεί η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, όπως βάσιμα αναφέρει και η αναιρεσιβαλλόμενη στις κατατεθείσες προτάσεις της. Τούτο, διότι στο αναιρετήριο, αφενός δεν παρατίθενται (έστω και συνοπτικά) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 102 του ν.δ. 3026/1954 και αφετέρου δεν αναφέρεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε η απόφαση να περιλαμβάνει, ώστε να είναι επαρκής στο ως άνω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα.
Ο υπό στοιχείο (β) λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (άρθρο 562 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη με αρίθμηση 1 σκέψη, το Εφετείο δεσμευόταν ως προς την κρίση του για το ορισμένο και το παραδεκτό της προβολής από την αναιρεσίβλητη της από το άρθρο 102 του ν.δ. 3026/1954 ένστασής της από την προαναφερθείσα με αριθμό 1295/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Τέλος απορριπτέοι ως απαράδεκτοι είναι και οι υπό στοιχεία (γ) και (δ) λόγοι, διότι, υπό την επίκληση της από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας, αναφέρονται στο σύνολό τους σε αιτιάσεις ως προς την εκτίμηση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο πραγματικών γεγονότων και η εκτίμησή του αυτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Μετά από αυτά και μη προβαλλόμενου με το αναιρετήριο άλλου λόγου αναίρεσης, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.1.2018 (με αριθμό κατάθεσης 245/21/22.1.2018) αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 110/21.1.2015 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ