Legislator Case Law & Legislation
475/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment in construction contract dispute over unpaid work fees.

Case Number 475/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final appellate court decision rejecting the contractor's claim for unpaid work fees. The appellant argued that the lower court accepted unproven facts and erred in evaluating evidence regarding the contract modification. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant failed to specify which unproven facts were accepted and incorrectly claimed the lower court relied on unproven assertions rather than the evidence presented.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 561, 577, 495, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a final judgment is inadmissible if the grounds are vague, fail to identify specific unproven facts, or constitute an attack on the court's discretionary evaluation of evidence.

Keywords

AI generated
appeal admissibility unproven facts evidence evaluation construction contract work fees dispute final judgment costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 475 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 475/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Τ.Ε. Α.Ε.), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Γκολφινοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ. του Ε., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αγγελόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/3/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 10/1/2013 ανταγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 215/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 155/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/6/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επί της από 12-3-2012 αγωγής της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος Α.Ε." (ΟΤΕ ΑΕ) κατά του αναιρεσιβλήτου, με αντικείμενο την επιστροφή εκ μέρους ποσού, που του καταβλήθηκε αχρεωστήτως ως εργολαβική αμοιβή για έργο, το οποίο κατασκεύασε και του είχε ανατεθεί βάσει εργολαβικής συμβάσεως, εκδόθηκε η 215/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, που απέρριψε την αγωγή. Επί της από 3-12-2015 εφέσεως που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της απόφασης αυτής εκδόθηκε η 155/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση. Με την από 10-6-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλει η αναιρεσείουσα την τελευταία αυτή απόφαση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Το άρθρο 38 του π.δ. 609/1985, που περιλαμβάνεται αυτούσιο και στο άρθρο 39 του Κανονισμού της αναιρεσείουσας και εφαρμόζεται και στα εκτελούμενα από αυτήν έργα, ορίζει τα εξής: "1. Κατά τη διάρκεια της κατασκευής του έργου παίρνονται όλα τα αναγκαία στοιχεία για την επιμέτρηση των ποσοτήτων των εκτελούμενων εργασιών.

Οι επιμετρήσεις συντάσσονται με μέριμνα και δαπάνη του αναδόχου και υπόκεινται στον έλεγχο της υπηρεσίας. Τα επιμετρητικά στοιχεία λαμβάνονται από κοινού από τους επιβλέποντα κι εκπρόσωπο του αναδόχου, καταχωρούνται σε επιμετρητικά φύλλα εις διπλούν που υπογράφονται από τα δύο μέρη και καθένα παίρνει από ένα αντίγραφο. 2.

Στο τέλος κάθε μήνα ο ανάδοχος συντάσσει επιμετρήσεις κατά διακριτά μέρη του έργου για τις εργασίες που εκτελέσθηκαν τον προηγούμενο μήνα. Η επιμέτρηση περιλαμβάνει για κάθε εργασία συνοπτική περιγραφή της με ένδειξη του αντίστοιχου άρθρου του τιμολογίου ή των πρωτοκόλλων κανονισμού τιμών μονάδας νέων εργασιών, τους αναλυτικούς υπολογισμούς για τον προσδιορισμό της ποσότητας των εργασιών που εκτελέσθηκαν και τα αναγκαία γι' αυτό επιμετρητικά σχέδια και διαγράμματα με βάση τα στοιχεία απευθείας καταμέτρησης των εργασιών.

Οι επιμετρήσεις, συνοδευόμενες από τα αναγκαία επιμετρητικά σχέδια υποβάλλονται από τον ανάδοχο στη Διευθύνουσα Υπηρεσία για έλεγχο. Η Διευθύνουσα υπηρεσία μετά την παραβολή προς τα επιμετρητικά στοιχεία, τον έλεγχο και τυχόν διόρθωση των υπολογισμών, εγκρίνει τις επιμετρήσεις και τις κοινοποιεί στον ανάδοχο.

Η κοινοποίηση αυτή θεωρείται πράξη της διευθύνουσας υπηρεσίας και ο ανάδοχος αν δεν αποδέχεται τις διορθώσεις μπορεί να ασκήσει το προβλεπόμενο από το Νόμο δικαίωμα της ένστασης... 4. Δύο μήνες το αργότερο μετά τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να υποβάλλει στη Διευθύνουσα υπηρεσία τυχόν επιμέρους επιμετρήσεις που λείπουν και την "τελική επιμέτρηση", δηλαδή τελικό συνοπτικό πίνακα που ανακεφαλαιώνει τις ποσότητες όλων των τμηματικών επιμετρήσεων.

Αν αυτές έχουν ελεγχθεί από τη Διευθύνουσα υπηρεσία, οι ποσότητες τίθενται όπως διορθώθηκαν έστω και αν εκκρεμούν κατ' αυτών ενστάσεις του αναδόχου ή αιτήσεις θεραπείας. Η καταχώρηση αυτή στην τελική επιμέτρηση δεν αποτελεί παραίτηση του αναδόχου από τέτοιες αιτήσεις ή ενστάσεις, ούτε παρέχει το δικαίωμα σ' αυτόν να υποβάλλει νέες.

Για τις επιμέρους επιμετρήσεις που δεν έχουν ακόμη ελεγχθεί από την υπηρεσία ή γι' αυτές που τυχόν υποβάλλονται για πρώτη φορά μαζί με την τελική επιμέτρηση, καταχωρούνται οι ποσότητες των επιμετρήσεων όπως συντάχθηκαν από τον ανάδοχο πριν από τον έλεγχο της υπηρεσίας. Η τελική επιμέτρηση υπογράφεται από τον ανάδοχο.

Η Διευθύνουσα υπηρεσία έχει υποχρέωση να προβεί στον έλεγχο της τελικής επιμέτρησης μέσα σε δύο μήνες από την υποβολή της και να κοινοποιήσει στον ανάδοχο την ελεγμένη και τυχόν διορθωμένη επιμέτρηση. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 έχει εφαρμογή για την τελική επιμέτρηση". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτουν τα εξής:

Με το αναφερόμενο στις επιμετρήσεις άρθρο 38 του π.δ/τος 609/1985 δεν τάσσεται προθεσμία στη Διευθύνουσα Υπηρεσία για τον έλεγχο και την έγκριση των υποβαλλομένων τμηματικών επιμετρήσεων, όπως αντιθέτως τάσσεται για τον έλεγχο και την έγκριση της τελικής επιμετρήσεως. Εφόσον όμως η πληρωμή του αναδόχου (η καθυστέρηση της οποίας πέραν τού διμήνου επιφέρει υπέρ αυτού τις συνέπειες της παρ. 8 του άρθρου 5 του ν. 1418/1984 μεταξύ των οποίων και την έναρξη τόκων, εφόσον προηγηθεί όχληση) προϋποθέτει προηγούμενη καταμέτρηση των εκτελεσθεισών εργασιών, καθώς και έλεγχο και έγκριση των υποβληθεισών επιμετρήσεων, ο χρόνος της εγκρίσεως των εν λόγω επιμετρήσεων έχει ιδιαίτερη σημασία.

Για τον λόγο αυτό και προς τον σκοπό να επιλύονται οριστικώς και εγκαίρως διαφορές μεταξύ του αναδόχου και του κυρίου του έργου που ενδεχομένως ανακύπτουν στα διάφορα στάδια εκτελέσεως του έργου, ώστε να γνωρίζουν και οι δυο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να μη επικρατεί αβεβαιότητα, πράγμα που εξυπηρετεί και την ανάγκη ταχείας περατώσεως των δημοσίων έργων, η έγκριση ή η άρνηση εγκρίσεως ή η διόρθωση των τμηματικών επιμετρήσεων δεν είναι απρόθεσμη, αλλά αντιθέτως πρέπει να ενεργείται εντός εύλογου χρόνου, τέτοιος δε χρόνος, ελλείψει σχετικής προβλέψεως, θεωρείται το τρίμηνο από την υποβολή τους προς έγκριση.

Συνεπώς, με την άπρακτή πάροδο τριμήνου από την υποβολή τους, οι τμηματικές επιμετρήσεις θεωρούνται, ανεξαρτήτως τυχόν πλημμελειών τους, αυτοδικαίως εγκεκριμένες και η Διευθύνουσα Υπηρεσία, όπως συμβαίνει και επί της εμπρόθεσμης έγκρισης, δεν δύναται πλέον να τις διορθώσει. Επίσης, οι δια της σιωπής εγκριθείσες μερικές επιμετρήσεις δεν μπορούν να τροποποιηθούν ούτε με αντιρρήσεις κατά της "τελικής επιμέτρησης" ή του "προτελικού λογαριασμού" ή του "τελικού λογαριασμού", που προβλέπουν τα άρθρα 38 παρ. 4 και 40 παρ. 7 και 9 του π.

δ/τος 609/1985, ούτε να αναθεωρηθούν κατά τον έλεγχο της τελικής επιμετρήσεως ή την εκκαθάριση του τελικού λογαριασμού δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 38 παρ. 4 και 40 παρ. 8 του τελευταίου τούτου π. δ/τος, καθόσον κατά τον εν λόγω έλεγχο και την εκκαθάριση δεν προβλέπεται και έρευνα παλαιάς πιστοποιήσεως, που εγκρίθηκε ρητώς ή σιωπηρώς κατά τα προεκτιθέμενα από τη διευθύνουσα υπηρεσία.

Η διάταξη δε της παρ. 2 του άρθρου 53 του π.δ. 609/1985, που ορίζει ότι η αρμόδια για τη διενέργεια της προσωρινής παραλαβής του έργου επιτροπή "ελέγχει κατά το δυνατό την επιμέτρηση με γενικές ή σποραδικές καταμετρήσεις, καταγράφει στο πρωτόκολλο τις ποσότητες της τελικής επιμέτρησης όπως τυχόν διορθώνονται από τους ελέγχους που γίνονται", δεν έχει την έννοια ότι με το πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής μπορούν να αμφισβητηθούν οι εργασίες που περιλήφθηκαν σε τμηματικές επιμετρήσεις, οι οποίες είτε εγκρίθηκαν ρητώς είτε θεωρούνται ως σιωπηρώς εγκριθείσες λόγω παρόδου απράκτου τριμήνου από την υποβολή τους προς έγκριση στην Διευθύνουσα Υπηρεσία (ΑΠ 1413/2017, 652/2017, 251/2015, 1644/2008, 1451/2006, ΣτΕ 746/2017, 1154/2006), αυτό ισχύει δε και για την προβλεπόμενη από το άρθρο 55 του ανωτέρω διατάγματος οριστική παραλαβή, κατά την οποία ακολουθείται η ίδια διαδικασία.

Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς κατά την έννοια που έχει αυτός ο όρος και στον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 15/2020, 756/2011, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τους ισχυρισμούς που επικαλείται η αναιρεσείουσα, τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων Κ. Κ. και Κ. Κ., που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και οι καταθέσεις τους περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά συνεδριάσεως και από τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Με την υπ' αριθμ. …/…/…-2-2001 Απόφαση της Διεύθυνσης Συντονισμού και Ελέγχου Κατασκευών της ενάγουσας (ΟΤΕ), εγκρίθηκε η κατασκευή του έργο της "Τοποθέτησης Κ.Ο./Ι Σάμου-Πυθαγορείου- Όρμου Μαραθοκάμπου Δ' Εργολαβία: Κατασκευή Μικροσωλήνωσης Κέντρου Πυθαγορείου Σάμου", με δαπάνη προϋπολογισμού 32.419.006 δρχ. (95.140,14 ευρώ) και καθορίστηκε η διενέργεια του σχετικού διαγωνισμού.

Στις 3-5-2001 διενεργήθηκε ο σχετικός μειοδοτικός διαγωνισμός και αναδείχθηκε πρώτος μειοδότης ο εναγόμενος, ενώ στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. …./…/…-6-2001 Απόφαση της Διεύθυνσης Συντονισμού και Ελέγχου Κατασκευών της ενάγουσας κατακυρώθηκε η εκτέλεση του έργου στον εναγόμενο. Κατόπιν στις 3-7-2001 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων η σύμβαση έργου για την εκτέλεση του άνω έργου.

Ο προϋπολογισμός της ενάγουσας για το έργο ανερχόταν σε 32.419.006 δρχ (95.140,14 ευρώ), η δοθείσα έκπτωση από τον εναγόμενο ήταν 10% και η προσφορά του αναδόχου διαμορφώθηκε στο ποσό των 29.177.105 δρχ. (85.626,13 ευρώ). Σύμφωνα με το άρθρο 3 της εργολαβικής συμβάσεως συμφωνήθηκε ότι "η εκτέλεση του παρόντος έργου διέπεται από τις διατάξεις του Κανονισμού Εκτέλεσης Έργων ΟΤΕ, των Ειδικών Διατάξεων του, τη Διακήρυξη του έργου και τα λοιπά συμβατικά τεύχη του".

Στα άρθρα 2 και 4 της εργολαβικής σύμβασης συμφωνήθηκαν οι όροι, σύμφωνα με τους οποίους θα εκτελεστεί το έργο και αναγράφεται ότι ο εργολάβος με ρητή Υπεύθυνη Δήλωσή του έλαβε πλήρη γνώση των συμβατικών στοιχείων της εργολαβίας και των συνθηκών εκτέλεσης του έργου και αποδέχεται χωρίς επιφύλαξη τους όρους και τις υποχρεώσεις, που περιλαμβάνονται στη σύμβαση και τα συνημμένα σ' αυτήν συμβατικά τεύχη, που αποτελούν στοιχεία της εργολαβίας και αναπόσπαστο τμήμα της εργολαβικής σύμβασης.

Σύμφωνα με το άρθρο 5 της σύμβασης, οι συμβατικές προθεσμίες του έργου ήταν οι ακόλουθες: α. συνολική προθεσμία 90 ημερολογιακές ημέρες για την πλήρη αποπεράτωση του έργου, β. τμηματική προθεσμία: 45 ημερολογιακές ημέρες για την κατασκευή πλήρως 300 μ. μικροσωλήνωσης με τα αντίστοιχα φρεάτια. Για την καλή και σύμφωνη με τη σύμβαση και τα συνημμένα σ' αυτήν τεύχη εκτέλεσης του έργου, ο εναγόμενος παρέδωσε στην ενάγουσα την υπ' αριθμ…./…-7-2001 εγγυητική επιστολή εκδόσεως ΤΣΜΕΔΕ, ποσού 1.630.000 δρχ (4.783,57 ευρώ).

Σε εκτέλεση της άνω εργολαβικής σύμβασης το έργο ξεκίνησε στις 19-11-2001 και μετά από δικαιολογημένη καθυστέρηση που οφειλόταν στην επίβλεψη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας ολοκληρώθηκε στις 22-4-2002, οπότε και ο εναγόμενος κατέθεσε τις τελικές επιμετρήσεις του έργου και παρέλαβε την από 22-4-2002 βεβαίωση πέρατος του έργου από την ενάγουσα.

Εξάλλου, απεδείχθη, ότι κατά την διάρκεια εκτέλεσης του έργου ο εναγόμενος υπέβαλε τμηματικά τους λογαριασμούς για την αξία του έργου και συγκεκριμένα ο 1ος λογαριασμός του έργου, που εισέπραξε αυτός ήταν ύψους 3.816,98 ευρώ, ενώ ο 2ος λογαριασμός ανερχόταν σε 27.323,51 ευρώ και δεδομένου ότι οι λογαριασμοί του έργου ήταν ανακεφαλαιωτικοί, ο εργολάβος έλαβε για το 2° λογαριασμό ποσό 23.506,53 ευρώ, δηλαδή (27.323,51- 3.816,98 που είχε λάβει με τον 1ο λογαριασμό=23.506,53 ευρώ).

Ο 3ος λογαριασμός του έργου ανερχόταν σε 54.716,60 ευρώ και ο εναγόμενος έλαβε για τον λογαριασμό αυτό ποσό 27.393,09 ευρώ (54.716,60-27.323,51= 27.393,09 ευρώ). Μετά την περάτωση του έργου ο εναγόμενος κατέθεσε στις 26-4-2002 τον 4° λογαριασμό ύψους 59.594,42 ευρώ και έλαβε το ποσό των 4.877,82 ευρώ, δηλαδή το προκύπτον ποσό μετά την αφαίρεση του ποσού που είχε λάβει με τους τρεις πρώτους λογαριασμούς, ήτοι 59.594,42 ευρώ-54.716,60 ευρώ= 4.877,82 ευρώ, ενώ στις 18-5-2002 κατέθεσε τον 5° λογαριασμό και έλαβε 19.008,34 ευρώ, ήτοι 78.602,76 ευρώ- 59.594,42 ευρώ (σύνολο πληρωθέντων τεσσάρων λογαριασμών)= 19.008,34 ευρώ.

Επίσης, στις 22-7-2002 ο εναγόμενος κατέθεσε τον 6° λογαριασμό και έλαβε από την ενάγουσα το ποσό των 6.720,06 ευρώ, δηλαδή 85.322,82 ευρώ- 78.602,76 ευρώ= 6.720,06 ευρώ. Στη συνέχεια, ο εναγόμενος μετά την κατάθεση του 6ου λογαριασμού, κατέθεσε στην ενάγουσα την υπ' αριθμ. πρωτ. …/…-11-2002 επιστολή του, με την οποία απαιτούσε αποζημιώσεις, επικαλούμενος δυσκολίες και καθυστερήσεις των εργασιών του έργου λόγω της υπάρξεως αρχαιοτήτων στην περιοχή εκτελέσεως του έργου και της αναγκαιότητας επίβλεψης των εργασιών του από υπαλλήλους της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας.

Επί της επιστολής αυτής η ενάγουσα με την υπ' αριθμ…./…./…-1-2003 επιστολή της απέρριψε ως μη νόμιμο και αβάσιμο το αίτημα του εναγομένου για αποζημιώσεις λόγω της γνώσης του για την εμπλοκή της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας στην εκτέλεση του έργου. Κατά της άνω απαντήσεως της ενάγουσας, ο εναγόμενος κατέθεσε την από 24-3-2003 ένστασή του, η οποία απερρίφθη από την ενάγουσα σιωπηλώς ως εκπρόθεσμη.

Ακολούθως, ο εναγόμενος στις 26-12-2003 κατέθεσε τον 7° λογαριασμό του στην ενάγουσα, ποσού 88.529,82 ευρώ, λαμβάνοντας όμως για τον λογαριασμό αυτό το ποσό των 3.207 ευρώ (88.529,82 ευρώ- 85.322,82 ευρώ που είχε λάβει με τους προηγούμενους λογαριασμούς= 3.207 ευρώ). Έτσι συνολικά ο εναγόμενος έλαβε για την εκτέλεση του έργου ως αμοιβή το ποσό των 88.529,82 ευρώ.

Σημειώνεται ότι σε κάθε λογαριασμό αναγράφονταν αναλυτικά οι εκτελεσθείσες εργασίες και η τιμή που αντιστοιχούσε σε κάθε μία εξ αυτών και βεβαιωνόταν η ακρίβεια τη πιστοποίησης από την επιβλέπουσα μηχανικό της ενάγουσας Δ. Μ.. Μετά την ολοκλήρωση των εργασιών του έργου εκδόθηκε στις 22-4-2002 από την ενάγουσα η βεβαίωση πέρατος του έργου και στη συνέχεια με τις υπ' αριθμ…./…/…-10-2003 και …/…/…-1-2004 Αποφάσεις της προχώρησε σε σύσταση Επιτροπών Παραλαβής του έργου.

Όμως, λόγω αδυναμιών της ενάγουσας, για τις οποίες ουδόλως ευθύνεται ο εναγόμενος, καθώς και λόγω παραλείψεων των αρμοδίων οργάνων της, η Επιτροπή Παραλαβής του έργου συνεστήθη το έτος 2007, ήτοι μετά πάροδο πέντε ετών από την πραγματική ολοκλήρωση του έργου και τελικά η ενάγουσα παρέλαβε το έργο τυπικά στις …/…/…-2-2007 συντάσσοντας το σχετικό Πρωτόκολλο Προσωρινής και Οριστικής παραλαβής του Έργου.

Κατά την σύνταξη του άνω πρωτοκόλλου η Επιτροπή αυτή προέβη στον κατά το δυνατόν ποιοτικό και ποσοτικό έλεγχο των εργασιών που εκτελέστηκαν και διαπίστωσε ότι οι εργασίες εκτελέσθηκαν μεν κατά τους όρους της σύμβασης, της τέχνης και της τεχνικής, ότι το έργο βρίσκεται σε καλή κατάσταση, πλην όμως εξετάζοντας τις επιμετρήσεις του έργου και λαμβάνοντας υπόψη τη λήψη των επιμετρικών στοιχείων του τόπου του έργου διαπίστωσε λάθη που αναφέρονται σε λάθος υπολογισμό των επί μέρους ποσοτήτων διαφόρων εργασιών καθώς και σε λάθος μεταφορά ποσοτήτων εργασιών από τα επί μέρους επιμετρητικά φύλλα στον τελικό επιμετρητικό Πίνακα Εργασιών και καταχώρηση ποσοτήτων εκτελεσθεισών εργασιών σε λάθος στήλη στα επιμετρητικά φύλλα.

Συμπερασματικά, η Επιτροπή πρότεινε να συνταχθεί εκκαθαριστικός λογαριασμός, στον οποίο θα συμπεριληφθούν όλες οι εργασίες του πρωτοκόλλου, η τελική δαπάνη αναθεώρησης των εργασιών μετά από ανασύνταξη των πινάκων Αναθεωρήσεων, σύμφωνα όμως με τις ποσότητες των εργασιών, που αναφέρονται στο άνω Πρωτόκολλο και που πράγματι εκτελέσθηκαν από τον ανάδοχο.

Το άνω Πρωτόκολλο Προσωρινής και Οριστικής Παραλαβής του έργου κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο στις 1-5-2007, ο οποίος και το παρέλαβε με επιφύλαξη. Μετά την επίδοση του Πρωτοκόλλου, ο εναγόμενος υπέβαλε στις 13-6-2007 ένσταση κατά του άνω Πρωτοκόλλου, κατά την οποία δεν αποδέχθηκε τις περικοπές του Πρωτοκόλλου και επανέφερε τα αιτήματα για τις δυσκολίες στην κατασκευή του έργου λόγω της εμπλοκής της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας.

Η ενάγουσα με την υπ' αριθμ…./…/…-9-2007 απόφασή τής απέρριψε την άνω ένσταση του εναγομένου ως αναπόδεικτη. Στη συνέχεια η ενάγουσα ενέκρινε το Πρωτόκολλο Προσωρινής-Οριστικής Παραλαβής του έργου, το οποίο επέδωσε στον εναγόμενο στις 25-9-2007. Μετά την επίδοση του άνω Πρωτοκόλλου ο εναγόμενος κατέθεσε την από 18-12-2007 αίτηση επίλυσης διαφωνίας, στρεφόμενος κατά της υπ' αριθμ.

…/…/...-9-2007 απορριπτικής Αποφάσεως της εναγομένης ζητώντας το Πρωτόκολλο Προσωρινής-Οριστικής Παραλαβής του έργου να εξαρτηθεί μόνο από τις Τελικές Επιμετρήσεις, που αυτός υπέβαλε στις 22-4-2002 και να μη γίνουν αποδεκτές οι περικοπές και οι διορθώσεις των λαθών των τελικών επιμετρήσεων, που διαπίστωσε η Επιτροπή Παραλαβής και να αποζημιωθεί για ζημία ύψους 55.000 ευρώ, που υπέστη λόγω της εμπλοκής της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας κατά την εκτέλεση του έργου.

Η άνω Αίτηση Επιλύσεως Διαφωνίας απερρίφθη με την υπ' αριθμ. …./Δ/…./…-5-2008 απόφαση της ενάγουσας, ως εκπρόθεσμη και αόριστη και ακολούθως το Τεχνικό Τμήμα Σάμου (Διευθύνουσα Υπηρεσία) με το υπ' αριθμ…./…/…-5-2008 έγγραφό του επέδωσε στον εναγόμενο την άνω απορριπτική απόφαση επί της από 18-12-2007 Αιτήσεως Επιλύσεως Διαφωνίας προς γνώση του .....

Ο εναγόμενος στις 15-7-2008 επέδωσε στην άνω Διευθύνουσα Υπηρεσία νέα από 7-7-2008 Αίτηση Επίλυσης Διαφωνίας, με την οποία ζητούσε την εκ νέου εξέταση των αιτημάτων του, επικαλούμενος σαφέστερη αναφορά αυτών, πλην όμως το Τεχνικό Συμβούλιο της ενάγουσας εξέδωσε την υπ' αριθμ…./…./…-12-2008 Απόφαση του Γενικού Διευθυντή Περιφερειών, με την οποία απερρίφθη η άνω Αίτηση Επίλυσης Διαφωνίας ως μη νόμιμη, διότι επανεξέταση της υπόθεσης δεν προβλέπεται από τον ισχύοντα Κανονισμό Εκτέλεσης Έργων ΟΤΕ.

Έτσι η άνω Διευθύνουσα Υπηρεσία επέδωσε στον εναγόμενο το υπ' αριθμ…./…/…-3-2009 έγγραφο, με το οποίο γνωστοποιούσε σ' αυτόν την άνω απορριπτική απόφαση και τον καλούσε εντός δέκα ημερών από τη λήψη του εγγράφου να συντάξει και να καταθέσει τελικό- εξοφλητικό λογαριασμό του έργου με βάση τις ποσότητες του Πρωτοκόλλου Προσωρινής-Οριστικής Παραλαβής του έργου ...

Περαιτέρω, απεδείχθη ότι με βάση τη νέα τιμολόγηση του Πρωτοκόλλου Παραλαβής (Διορθώσεις-Περικοπές) κρίθηκε ότι ο εναγόμενος έλαβε ποσό 27.759,68 ευρώ επιπλέον των όσων έπρεπε να λάβει λόγω λάθους των επιμετρήσεων, ενώ όπως προαναφέρθηκε, κατά την εκτέλεση του έργου είχαν εγκριθεί οι επιμετρήσεις από την επιβλέπουσα μηχανικό της ενάγουσας.

Η αδικαιολόγητη καθυστέρηση της ενάγουσας να συστήσει Επιτροπή Παραλαβής για την έγκριση του έργου μέσα σε εύλογο χρόνο από την ολοκλήρωσή του και συγκεκριμένα μέσα σε τρεις μήνες από αυτήν, καθιστά περαιτέρω απαίτησή της αφενός μεν αναπόδεικτη, αφού δεν είναι δυνατή η ακριβής επιμέτρηση των εργασιών, πολλές εκ των οποίων είναι πλέον αφανείς, αφού έχουν καλυφθεί και δεν είναι δυνατόν ο εντοπισμός τους ....

αφετέρου καταχρηστική, αφού η εύλογη προθεσμία έγκρισης τάσσεται από το νομοθέτη για να μην επικρατεί αβεβαιότητα ως προς την περάτωση των δημοσίων έργων, τα οποία πρέπει να περατώνονται ταχέως προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, τέτοιος δε εύλογος χρόνος θεωρείται το τρίμηνο από την υποβολή τους προς έγκριση.

Συνεπώς, με την άπρακτη πάροδο τριμήνου από την υποβολή τους, οι ανωτέρω τμηματικές επιμετρήσεις θεωρούνται, ανεξαρτήτως τυχόν πλημμελειών τους, αυτοδικαίως εγκεκριμένες και η ενάγουσα δεν έχει τη δυνατότητα να τις διορθώσει, στον δε εναγόμενο εύλογα δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι οι άνω επιμετρήσεις δεν πρόκειται να αμφισβητηθούν στο μέλλον, αφού είχαν ήδη εγκριθεί και προσυπογραφεί από την αρμόδια μηχανικό της ενάγουσας.

Σημειώνεται ότι, οι δια της σιωπής εγκριθείσες μερικές επιμετρήσεις δεν μπορούν να τροποποιηθούν ούτε με αντιρρήσεις κατά της "τελικής επιμέτρησης" ή του "προτελικού λογαριασμού" ή του "τελικού λογαριασμού", που προβλέπουν τα άρθρα 38 παρ. 4 και 40 παρ. 7 και 9 του π. δ/τος 609/1985, (αλλά και άρθρα 39 παρ.4 και 41 παρ.7 και 9 Κανονισμού της ενάγουσας), ούτε να αναθεωρηθούν κατά τον έλεγχο της τελικής επιμετρήσεως ή την εκκαθάριση του τελικού λογαριασμού δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 38 παρ. 4 και 40 παρ. 8 του τελευταίου τούτου π.

δ/τος, καθόσον κατά τον εν λόγω έλεγχο και την εκκαθάριση δεν προβλέπεται και έρευνα παλαιάς πιστοποιήσεως, εγκριθείσης ρητώς ή εκ του τεκμηρίου της σιωπής της διευθύνουσας υπηρεσίας. Επομένως, πλήρως απεδείχθη ότι η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο τη συμφωνηθείσα αμοιβή του με βάση τις επιμετρήσεις που γίνονταν κατά την εκτέλεση του έργου και εγκρίνονταν από την επιβλέπουσα μηχανικό της, χωρίς να έχει καταστεί ο εναγόμενος αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της, αφού τυχόν μεταγενέστερη εκτίμηση των εργασιών δεν μπορεί, λόγω της φύσης του έργου, να τροποποιήσει τα όσα είχαν ήδη συμφωνηθεί και εγκριθεί κατά το χρόνο εκτέλεσης του έργου." Βάσει αυτών των παραδοχών του το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητούσε την εξαφάνιση της εκκληθείσας απόφασης του Πρωτοδικείου και την παραδοχή της κατά του αναιρεσείοντος αγωγής της.

Η αναιρεσείουσα με τους δύο λόγους αναίρεσής της προβάλλει συλλήβδην αιτιάσεις για παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 8 και 10 ΚΠολΔ. Ειδικότερα αυτή επικαλείται πως η ίδια ανέφερε στην αγωγή της και προσκόμισε την τιμολόγηση περικοπών και διορθώσεων ποσοτήτων εργασιών, που έγιναν από την Επιτροπή παραλαβής του έργου, οι οποίες είναι μόνο διορθώσεις και περικοπές εργασιών, που δεν εκτέλεσε ο ανάδοχος και προβλέπονταν από τη σύμβαση εργολαβίας, και όχι αλλαγές σε αυτή τη σύμβαση, διότι η παραλαβή του έργου από την αρμόδια επιτροπή περιελάμβανε τον πλήρη έλεγχο του συνόλου των επιμετρήσεων και εργασιών, που αυτός πραγματικά εκτέλεσε, το δε Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αυτούς τους ισχυρισμούς της, που αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια των αριθμού 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αποδεικνυόταν από την κατάθεση του μάρτυρά της, ενώ αντίθετα δέχθηκε "πράγματα" ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο αναιρετικός λόγος, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αλυσιτελής. Το Εφετείο έκρινε ουσία αβάσιμη την αγωγή, που θεμελιωνόταν στα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, με δύο επάλληλες αιτιολογίες. Βάσει της μόνης πληττόμενης κύριας αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης δεν αποδείχθηκε αδικαιολόγητος πλουτισμός του αναιρεσιβλήτου, διότι οι καταβολές προς αυτόν έγιναν για πράγματι εκτελεσθείσες ποσότητες εργασιών και όχι αχρεωστήτως.

Βάσει της επάλληλης επικουρικής αιτιολογίας της οι προηγηθείσες τμηματικές επιμετρήσεις θεωρούνται, ακόμη κι αν τυχόν εμπεριείχαν πλημμέλειες (πράγμα που δεν αποδείχθηκε κατά την κύρια αιτιολογία), αυτοδικαίως εγκεκριμένες λόγω του ελέγχου τους από την αρμόδια μηχανικό της αναιρεσείουσας και την παρέλευση τριμήνου από την υποβολή τους χωρίς να αμφισβητηθούν από τη διευθύνουσα υπηρεσία της, με συνέπεια να δημιουργηθεί στον αναιρεσίβλητο ευλόγως στα πέντε έτη, που μεσολάβησαν μέχρι την τυπική παραλαβή του έργου, χωρίς αυτός να βαρύνεται με οποιαδήποτε υπαιτιότητα γι'αυτή την καθυστέρηση, η πεποίθηση ότι αυτές δεν επρόκειτο να αμφισβητηθούν στο μέλλον, έτσι ώστε η μετά από έτη άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας να απαιτήσει επιστροφή καταβληθέντων βάσει τελικής επιμετρήσεως να παρίσταται καταχρηστική.

Εφόσον δε αυτή η δεύτερη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία επιστηρίζει πλήρως και αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ουδόλως πλήττεται, καθίσταται ο λόγος αναίρεσης, που βάλλει αποκλειστικώς κατά της πρώτης, αλυσιτελής (βλ. και ΑΠ 1207/2017). Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως σαφώς προκύπτει από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενό της, έλαβε υπόψη όλους τους παραπάνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, στους οποίους θεμελίωνε την αγωγή της, και τους απέρριψε, δεχόμενη, κατά την κύρια αιτιολογία της, ότι δεν αποδείχθηκε πως οι νέες επιμετρήσεις κατά την καθυστερημένη επί πέντε περίπου έτη προσωρινή- οριστική παραλαβή του έργου και διορθώσεις ήταν ακριβείς (αφού αυτό δεν ήταν πλέον δυνατό, διότι πολλές από τις εργασίες ήταν αφανείς και είχαν καλυφθεί, χωρίς να είναι δυνατός ο εντοπισμός τους), ώστε να μην αποδεικνύεται περαιτέρω βάσει αυτών των τελικών επιμετρήσεων πως ο αναιρεσίβλητος εισέπραξε αχρεωστήτως το αιτούμενο με την αγωγή ποσό, το οποίο του είχε καταβληθεί βάσει των 6 αναφερόμενων (ανακεφαλαιωτικών) λογαριασμών, όπου αναγράφονταν οι εργασίες, που είχε κάθε φορά εκτελέσει και η τιμή που αντιστοιχούσε στην καθεμία τους, στοιχεία που είχαν πιστοποιηθεί και εγκριθεί από την επιβλέπουσα μηχανικό της αναιρεσείουσας, σιωπηρώς δε και από τη διευθύνουσα υπηρεσία της λόγω παρελεύσεως τριμήνου από την υποβολή τους χωρίς να αμφισβητηθούν, ο δε τελικός λογαριασμός και η τελική επιμέτρηση δεν ήταν δυνατό να οδηγήσουν σε αντίθετη κρίση, δεδομένου και ότι αυτοί έπρεπε να συνταχθούν με βάση τις εγκριθείσες κατά τον ως άνω τρόπο πιστοποιήσεις, χωρίς να είναι επιτρεπτή η εκ νέου έρευνα αυτών και η τροποποίησή τους κατά οποιονδήποτε τρόπο.

Το Εφετείο αναφερόμενο στη μεταγενέστερη εκτίμηση των εργασιών, που δεν μπορούσε, λόγω της φύσης του έργου, να τροποποιήσει τα όσα είχαν ήδη συμφωνηθεί και εγκριθεί κατά το χρόνο εκτέλεσής του, δεν αναφέρεται, όπως σαφώς προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, σε αλλαγή και τροποποίηση της αρχικής εργολαβικής συμβάσεως, όπως εσφαλμένως φαίνεται να υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αλλά σε όσα εγκρίθηκαν και συνεπώς συμφωνήθηκαν ως προς τις εκτελεσθείσες εργασίες και το ύψος της αμοιβής του αναιρεσιβλήτου γι'αυτές βάσει των τμηματικών επιμετρήσεων κατά τη διάρκεια της εκτέλεσής του.

Ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα εταιρία αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δέχθηκε "πράγματα" ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απαράδεκτος προεχόντως ως αόριστος, καθόσον στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζεται ποια είναι αυτά τα πράγματα, δηλαδή ποιος αυτοτελής ισχυρισμός, στον οποίο θεμελιώνεται η αγωγή ή τυχόν ένσταση έγινε δεκτός χωρίς απόδειξη, ενώ είναι απαράδεκτος και ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού η προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, αλλά απέρριψε την αγωγή ακριβώς επειδή δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, επί των οποίων θεμελιωνόταν η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξίωσή της.

Σε κάθε περίπτωση αυτός είναι και αβάσιμος, διότι, από την διαλαμβανομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις και των δύο εξατασθέντων μαρτύρων, Κ. Κ. και Κ. Κ., και τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι), σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της (προσβαλλομένης), στο οποίο μάλιστα γίνεται και ρητή αναφορά πολλών από αυτά τα έγγραφα, προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του με βάση τις νόμιμα προσκομισθείσες, από τους διαδίκους, αποδείξεις, που προαναφέρθηκαν.

Κατά δε τις λοιπές αιτιάσεις του, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αφού με πρόσχημα την επικαλούμενη πλημμέλεια, πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, εκτίμηση των αποδείξεων, από το Εφετείο.

Κατ` ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 10-6-2019 αίτηση για αναίρεση της 155/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αυτής. Η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-6-2019 αίτηση για αναίρεση της 155/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες οκτακόσια (2800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ