Legislator Case Law & Legislation
475/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against accounting order, ruling facts are clear and evidence evaluation is non-reviewable.

Case Number 475/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the petition for cassation filed by two individuals against a final appellate judgment ordering them to provide accounting for a partnership company. The appellants argued the lower court's findings were unclear and their actions were not subject to review, but the court found the factual record regarding the transfer of funds and the second appellant's lack of management activity to be clear and complete. Consequently, the court held that the lower court's evaluation of evidence falls outside the scope of appellate review, leading to the rejection of the appeal and the imposition of costs on the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 495, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court does not review the evaluation of evidence or the factual findings of the court of first instance, and an appeal must be rejected if the lower court's reasoning is clear and sufficient.

Keywords

AI generated
cassation appeal accounting order partnership company evaluation of evidence non-reviewable facts legal costs clear reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated
954/2022
Appeal dismissed; Supreme Court rejects claim of misreading contracts and orders costs against absent appellants.
1181/2021
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1621/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1168/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 53/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1640/2008
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας, λόγω αιτιολόγησης απόρριψης της αιτήσεως αναιρεσειόντων να εμφανιστούν ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που επελήφθη της υποθέσεώς τους προς παροχή διευκρινήσεων, αφού, εν αντιθέσει προς τον σχετικό ισχυρισμό αυτών, τέτοια αίτηση δεν περιέχεται στις εκθέσεις των εφέσεών τους. Στοιχεία κακουργηματικής απάτης από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Έννοια συναυτουργίας. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή των αναιρεσειόντων για κακουργηματική απάτη από κοινού κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ ή 73.000 ευρώ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 475 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 475/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χ. - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Σ. του Θ., 2) Θ. Σ. του Χ., κατοίκων .... και προσωρινά διαμενόντων στο ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. Μ. του Ν., συζύγου Κ. Μ., κατοίκου ..., με την ιδιότητά της ως νομίμου εκπροσώπου και διαχειρίστριας της Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία ".... Ο.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Σ. Σ. του Θ., κατοίκου ..., με την ιδιότητά του ως λογιστή της Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία ".... Ο.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Δουκακάρου και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/7/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 198/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/5/2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 21-5-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 198/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο δίκασε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 75/2011 μη οριστικής και της υπ' αριθ. 6/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, που εκδόθηκαν επί της από 21-7-2010 αγωγής των αναιρεσειόντων περί λογοδοσίας των αναιρεσιβλήτων.

Ειδικότερα, με την πρώτη πιο πάνω απόφαση (75/2011) υποχρεώθηκαν οι αναιρεσίβλητοι σε λογοδοσία, ορίστηκε προθεσμία έξι (6) μηνών για την κατάθεση σχετικού λογαριασμού εκ μέρους τους και καταδικάστηκαν αυτοί σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση για την περίπτωση μη συμμόρφωσής τους με την ανωτέρω υποχρέωσή τους, ενώ με τη δεύτερη πιο πάνω απόφαση (6/2015) υποχρεώθηκαν οι αναιρεσίβλητοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν στην πρώτη αναιρεσείουσα το ποσό των 10.000 ευρώ και στο δεύτερο αναιρεσείοντα το ποσό των 103.500 ευρώ, ως πιθανολογούμενο έλλειμμα λόγω της μη κατάθεσης λογαριασμού λογοδοσίας εκ μέρους τους.

Επί της ως άνω έφεσης των αναιρεσιβλήτων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πιο πάνω υπ' αριθ. 198/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο: α) απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση κατά το μέρος που αυτή ασκήθηκε από την ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων (Ά. Μ.) κατά της ως άνω υπ' αριθ. 75/2011 εκκαλούμενης απόφασης, β) απέρριψε την έφεση κατά το μέρος που αυτή ασκήθηκε από την ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων (Ά.

Μ.) κατά της ως άνω υπ' αριθ. 6/2015 εκκαλούμενης απόφασης και ως προς την πρώτη των ήδη αναιρεσειόντων (Δ. Σ.), γ) δέχθηκε την έφεση της ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων (Ά. Μ.) κατά της ως άνω υπ' αριθ. 6/2015 εκκαλούμενης απόφασης και ως προς τον ήδη δεύτερο των αναιρεσειόντων (Θ. Σ.), εξαφάνισε την εν λόγω εκκαλούμενη απόφαση κατά το αντίστοιχο μέρος της, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του ήδη δευτέρου των αναιρεσειόντων (Θ.

Σ.) και υποχρέωσε την ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων (Ά. Μ.) να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 20.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο και δ) δέχθηκε την έφεση κατά το μέρος που ασκήθηκε από το δεύτερο των ήδη αναιρεσιβλήτων (Σ. Σ.) και κατά των δύο ως άνω εκκαλουμένων αποφάσεων, εξαφάνισε τις εν λόγω αποφάσεις κατά το μέρος που έκαναν δεκτή την αγωγή ως προς τον ήδη δεύτερο των αναιρεσιβλήτων (Σ.

Σ.), κράτησε την υπόθεση και, δικάζοντας κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς τον τελευταίο, απέρριψε αυτήν. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 303 ΑΚ, όποιος έχει τη διαχείριση μιας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης, εφόσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει. Για το σκοπό αυτόν οφείλει να ανακοινώσει στο δεξίλογο λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων, καθώς και ό,τι προκύπτει από την αντιπαράθεση αυτή και να επισυνάψει τα δικαιολογητικά, εφόσον συνηθίζονται.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, εκ μόνου του γεγονότος ότι από κάποια έννομη σχέση (όπως η εντολή), κάποιος προέβη σε διαχείριση εν όλω ή εν μέρει ξένης περιουσίας, δηλαδή σε ενέργειες συνεπιφέρουσες εισπράξεις και δαπάνες, υποχρεούται να παράσχει λόγο αυτής της διαχείρισής του. Ο δε δοσίλογος οφείλει να ανακοινώσει στο δεξίλογο έγγραφο λογαριασμό για τις διαχειριστικές πράξεις και για το χρόνο, για τον οποίο ζητείται η λογοδοσία, όπου πρέπει να αναγράφονται λεπτομερώς τα έσοδα και έξοδα που έχουν πραγματοποιηθεί κατά το χρόνο της διαχείρισης, καθώς και το κατάλοιπο που προκύπτει από τη διαφορά των δύο σκελών του λογαριασμού, προσέτι δε να επισυνάψει και τα δικαιολογητικά έγγραφα, εφόσον συνηθίζονται.

Εάν ο δοσίλογος δεν προβαίνει εξωδίκως σε ανακοίνωση προς το δεξίλογο λογαριασμού ή εάν ο λογαριασμός, που ανακοίνωσε ο δοσίλογος, δεν είναι σύμφωνος με τους όρους και τον τύπο που αναφέρθηκαν, δεν εκπληρώνεται η ως άνω υποχρέωση του δοσίλογου, ο δε δεξίλογος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρέωσης του δοσίλογου περί ανακοίνωσης του λογαριασμού με αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 473-477 ΚΠολΔ.

Για την πληρότητα της ιστορικής βάσης της αγωγής αυτής αρκεί το γεγονός ότι ο δοσίλογος διαχειρίστηκε υπόθεση ολικώς ή μερικώς του δεξίλογου με βάση οποιαδήποτε μεταξύ τους έννομη σχέση. Η έγερση της αγωγής αυτής αποκλείεται, εάν ο δοσίλογος έχει προβεί σε εξώδικη λογοδοσία ή εάν ο δεξίλογος έχει αποδεχθεί και εγκρίνει το λογαριασμό που έδωσε ο δοσίλογος, αφού έτσι συνάπτεται μεταξύ αυτών σύμβαση με την οποία δηλώνεται αμοιβαίως η θέλησή τους ότι εφεξής θα ισχύσει μόνο το αποτέλεσμα του εγκριθέντος λογαριασμού και ότι οι συμβαλλόμενοι δεν θα επανέλθουν στο μέλλον στα επί μέρους κονδύλια του λογαριασμού.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 474 ΚΠολΔ, η απόφαση που διατάσσει λογοδοσία ή παράδοση καταλόγου των στοιχείων ομάδας αντικειμένων ορίζει προθεσμία μέσα στην οποία ο λογαριασμός ή ο κατάλογος πρέπει να κατατεθεί με τα δικαιολογητικά στη γραμματεία του δικαστηρίου. Κατά δε το άρθρο 477 παρ. 1 και 2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, αν δεν κατατεθούν μέσα στην προθεσμία που όρισε η απόφαση ο λογαριασμός ή ο κατάλογος, η απόφαση γίνεται οριστική ως προς την υποχρέωση λογοδοσίας ή την υποβολή του καταλόγου.

Αν ζητήθηκε με την αγωγή για λογοδοσία κατά το άρθρο 473 να καταβληθεί ορισμένο έλλειμμα, για την περίπτωση που δεν θα κατατεθεί ο λογαριασμός και το έλλειμμα πιθανολογείται, το δικαστήριο με την απόφαση που διατάσσει τη λογοδοσία μπορεί να καταδικάσει τον εναγόμενο, για την περίπτωση που δεν θα καταθέσει εμπρόθεσμα το λογαριασμό ή τον κατάλογο με τα δικαιολογητικά, να καταβάλει το κατά την κρίση του έλλειμμα.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του πιο πάνω άρθρου 473 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν ο εναγόμενος-δοσίλογος δεν συμμορφώθηκε προς την απόφαση που διέταξε τη λογοδοσία και δεν κατέθεσε εμπρόθεσμα το λογαριασμό, με τη μορφή που παραπάνω προσδιορίστηκε, η απόφαση γίνεται οριστική, ως προς την υποχρέωσή του για λογοδοσία.

Αν δε ζητήθηκε η καταβολή ορισμένου ελλείμματος και το δικαστήριο καταδίκασε το δοσίλογο στην καταβολή του ελλείμματος αυτού, για την περίπτωση που ο δοσίλογος δεν καταθέσει το λογαριασμό μέσα στην προθεσμία που ορίστηκε, η απόφαση γίνεται οριστική και ως προς την υποχρέωση προς καταβολή του ελλείμματος με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αυτής, μετά δε την τελεσιδικία της είναι εκτελεστή και ως προς τα με αυτή διατασσόμενα κατά το άρθρο 946 παρ. 1 ΚΠολΔ εξαναγκαστικά μέτρα.

Ειδικότερα, ως προς την τελευταία διάταξη για την καταβολή του πιθανολογούμενου (εικαζόμενου) ελλείμματος, σημειώνεται ότι τούτο αποτελεί κατά τα ως άνω ιδιότυπο (πρόσθετο) μέσο εξαναγκασμού, το οποίο επιβάλλεται για την περίπτωση άρνησης κατάθεσης του λογαριασμού κατά τον χρόνο που η επιβάλλουσα τη σχετική υποχρέωση απόφαση καταστεί εκτελεστή (ΑΠ 1318/2014, ΑΠ 1896/2014, ΑΠ 437/2012).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 118/2019, ΑΠ 224/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Iωαννίνων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: "Μεταξύ της πρώτης ενάγουσας Δ. Σ. και της πρώτης εναγόμενης Ά. Μ. συστάθηκε, με το από 6-2-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Άρτας με αριθμό ...-2-2007, ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "....

Ο.Ε.", με έδρα τη ... και αντικείμενο τη λειτουργία επιχείρησης πτηνοτροφείου. Το κεφάλαιο της εταιρείας ορίσθηκε στο ποσό των 30.000 ευρώ (15.000 ευρώ για κάθε μία από τις εταίρους) και το ποσοστό συμμετοχής κάθε μιας ορίσθηκε σε 50%, ενώ με το άρθρο 12 του ως άνω συμφωνητικού η διαχείριση της εταιρείας ανατέθηκε και στις δύο εταίρους, οι οποίες μπορούσαν να ενεργούν από κοινού είτε χωριστά η κάθε μια, δεσμεύοντας την εταιρεία.

Με το από 21-11-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Άρτας με αριθμό ...-11-2007 τροποποιήθηκε το παραπάνω εταιρικό και εισήλθε στην εταιρεία ως τρίτος ομόρρυθμος εταίρος ο Θ. Π., ο οποίος συνεισέφερε στο κεφάλαιο της εταιρείας το ποσό των 10.000 ευρώ. Έτσι το ποσό της εισφοράς των εταίρων περιορίστηκε στο ποσό των 10.000 ευρώ για κάθε έναν και το ποσοστό συμμετοχής της πρώτης εναγόμενης στην εταιρεία ορίσθηκε σε 33,34% και καθενός από τους λοιπούς σε 33,33%, ενώ η διαχείριση και εκπροσώπηση της εταιρείας ανατέθηκε και στους τρεις εταίρους, οι οποίοι θα ενεργούσαν από κοινού είτε ο καθένας χωριστά, καθώς και ότι σε περίπτωση λύσης της εταιρείας συμφωνήθηκε ότι θα ήταν και οι τρεις εκκαθαριστές.

Επίσης αποδείχθηκε ότι, εκτός των ως άνω εταίρων, στη σύσταση και γενικότερα στην ευόδωση των σκοπών της εταιρείας συμμετείχε και ο δεύτερος ενάγων Θ. Σ., πατέρας της πρώτης ενάγουσας, ο οποίος συνεισέφερε με την καταβολή των χρηματικών ποσών που προσδιορίζονται ειδικότερα κατωτέρω. Ο ενάγων αυτός, λόγω του ότι ήταν ήδη μέτοχος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εδρεύουσας στην ...

ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΒΕ", η οποία είχε παρεμφερές αντικείμενο με αυτό της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, συμφώνησε με τους λοιπούς εταίρους ότι η συμμετοχή του θα ήταν άτυπη με τη μορφή της χρηματοδότησης της εταιρείας, καταβάλλοντος διάφορα χρηματικά ποσά προς κάλυψη των υποχρεώσεων της εταιρείας και όχι ως χρηματοδότης (δανειστής) της θυγατέρας του, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι.

Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και κυρίως από την κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης Χ. Σ., ανεψιού του δεύτερου ενάγοντος, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος έχων προσωπική και άμεση αντίληψη των γεγονότων, κατέθεσε ότι ο δεύτερος ενάγων συμμετείχε άτυπα στην εταιρεία, η οποία συστάθηκε με δική του πρωτοβουλία.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ως άνω εταιρεία λύθηκε στις 27-3-2009, μετά από καταγγελία της πρώτης εναγόμενης με εξώδικη δήλωση της που κοινοποιήθηκε νόμιμα στους άλλους δύο εταίρους και καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Άρτας, επικαλούμενη ως σπουδαίο λόγο την αδιαφορία των άλλων δύο εταίρων για την πορεία και τις υποθέσεις της εταιρείας.

Σημειώνεται εδώ ότι η εν λόγω εταιρεία μέχρι τη λύση της δεν είχε προβεί σε έναρξη της λειτουργίας του πτηνοτροφείου, αλλά η λειτουργία της περιορίσθηκε μόνο στην κατασκευή των εγκαταστάσεων για τη στέγαση του πτηνοτροφείου και συγκεκριμένα στην κατασκευή κτιρίου εμβαδού 1.582 τ.μ. σε οικόπεδο, ιδιοκτησίας του συζύγου της πρώτης εναγόμενης Κ.

Μ., που μισθώθηκε από την εταιρεία με το από 5-11-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης. Επίσης αποδείχθηκε ότι, παρότι διαχειριστές της παραπάνω εταιρείας ήταν και οι τρεις ομόρρυθμοι εταίροι, την ουσιαστική και πραγματική διαχείριση αυτής είχε μόνον η πρώτη εναγόμενη, η οποία είχε πλήρη γνώση των εταιρικών υποθέσεων, ενώ οι υπόλοιποι εταίροι και ιδίως η πρώτη ενάγουσα, πέραν της καταβολής της εισφοράς τους, δεν είχαν καμία ανάμειξη στις υποθέσεις της εταιρείας.

Τούτο προκύπτει, τόσον από την κατάθεση του παραπάνω μάρτυρος απόδειξης, όσον και από την προαναφερόμενη εξώδικη δήλωση της ίδιας (πρώτης εναγόμενης), με την οποία προέβη σε καταγγελία της εταιρείας, καθώς και από τις από 11-9-2009 και 15-3-2010 αιτήσεις αντικατάστασης εκκαθαριστών που είχε υποβάλει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, στις οποίες ρητά αναφέρεται ότι μόνο αυτή ενεργούσε πράξεις διαχείρισης της εταιρείας και ότι οι λοιποί εταίροι αδιαφορούσαν για την πορεία αυτής.

Έτσι, μετά τη λύση της ως άνω εταιρείας, εισήλθε αυτή στο στάδιο της εκκαθάρισης με εκκαθαριστές τους τρεις εταίρους. Ωστόσο λόγω του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η πρώτη ενάγουσα και ο εταίρος Θ. Π. δεν επέδειξαν ενδιαφέρον για το έργο της εκκαθάρισης, μετά από σχετική αίτηση της πρώτης εναγόμενης εκδόθηκε η με αριθμό 475/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία η πρώτη ενάγουσα και ο Θ.

Π. αντικαταστάθηκαν από συνεκκαθαριστές της εταιρείας από τον δεύτερο εναγόμενο και τον Β. Σ. Στο διορισμό των εκκαθαριστών αυτών συναίνεσε και η πρώτη ενάγουσα, καθόσον ο δεύτερος εναγόμενος ήταν μέχρι τότε λογιστής της εταιρείας. Οι ανωτέρω εκκαθαριστές συνέταξαν στις 22-9-2009 πρακτικό εκκαθάρισης, το οποίο κατέθεσαν στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Άρτας και στη Δ.Ο.Υ.

Άρτας. Το πρακτικό όμως αυτό δεν έγινε αποδεκτό από τους ενάγοντες. Επίσης αποδεκτό δεν έγινε από τους ενάγοντες και το από 7-5-2010 πρακτικό εκκαθάρισης των οριστικών εκκαθαριστών, που επικαλέσθηκαν οι εναγόμενοι ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις που απαιτεί ο νόμος (άρθρο 303 ΑΚ) και προσκόμισαν κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επί της οποίας εκδόθηκε η 75/2011 απόφαση.

Σύμφωνα με τα παραπάνω η πρώτη εναγόμενη ως μοναδική διαχειρίστρια της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρείας αρχικά και ως εκκαθαρίστρια αυτής ακολούθως, έχει υποχρέωση προς λογοδοσία έναντι των εναγόντων, η οποία (υποχρέωση) δεν εκπληρώθηκε με την κατάθεση των παραπάνω πρακτικών εκκαθάρισης, αφού αυτά δεν εγκρίθηκαν από τους ενάγοντες.

Συνεπώς, βάσει της συμβατικής αυτής σχέσης τους, η γενόμενη από την πρώτη εναγόμενη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας αποτελεί και ιδική τους (εναγόντων) υπόθεση, αφού κατάδηλη είναι, εντεύθεν, η συνδετική μετ' αυτής (διαχείρισης) σχέση τους. Επομένως, οι ενάγοντες έχουν, έναντι της πρώτης εναγόμενης, αξίωση προς παροχή λογοδοσίας για τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, κατά τη διάταξη του άρθρου 303 του ΑΚ (σημειωτέον ότι, για να θεμελιωθεί η αξίωση προς λογοδοσία αρκεί η ύπαρξη οποιασδήποτε έννομης σχέσης μεταξύ δεξίλογου και δοσίλογου).

Όσον αφορά, όμως, τον δεύτερο εναγόμενο Σ. Σ. από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι αυτός δεν έχει υποχρέωση για λογοδοσία έναντι των εναγόντων. Και τούτο διότι για το χρονικό διάστημα μέχρι την λύση της εταιρείας και την είσοδο αυτής στο στάδιο της εκκαθάρισης ο δεύτερος εναγόμενος, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ενάγεται υπό την ιδιότητά του ως λογιστής της ομόρρυθμης εταιρείας και ως έχων λάβει γνώση εκ της ιδιότητάς του αυτής, για τη διαχείριση των λογιστικών υποθέσεών της και ως κάτοχος όλων των λογιστικών βιβλίων της εταιρείας και των διαφόρων παραστατικών των εσόδων και εξόδων αυτής.

Με την ιδιότητα του αυτή ο β' εναγόμενος ουδεμία πράξη της εταιρείας διενήργησε κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, από την οποία μάλιστα να προέκυψαν έσοδα και έξοδα αυτής και κατά συνέπεια δεν προέβη σε ενέργειες που συνεπιφέρουν εισπράξεις και δαπάνες. Αφετέρου δε για το χρονικό διάστημα που διετέλεσε συνεκκαθαριστής της ομόρρυθμης εταιρείας αποδείχθηκε ότι αυτός δεν προέβη σε εισπράξεις και πληρωμές της λυθείσας εταιρείας, ώστε να έχει υποχρέωση προς λογοδοσία, αντίθετα, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η εν λόγω εταιρεία δεν λειτούργησε ποτέ αναπτύσσοντας δραστηριότητα του πτηνοτροφείου, παρά μόνο, κατά το στάδιο που αυτή ήταν ενεργός, έγινε η κατασκευή των εγκαταστάσεων, οι ενέργειες δε στις οποίες προέβη ο δεύτερος εναγόμενος ως συνεκκαθαριστής, από κοινού με τους λοιπούς εκκαθαριστές, ήταν αυτές της καταγραφής του ενεργητικού και παθητικού της εταιρείας, ώστε να βρεθεί το κατάλοιπο, χωρίς να προβούν σε ρευστοποίηση της περιουσίας της εταιρείας, σε εξόφληση χρεών προς τρίτους ή σε εισπράξεις οφειλών τρίτων προς αυτήν.

Κατά συνέπεια ο δεύτερος εναγόμενος, ως ουδέποτε ενεργήσας πράξεις διαχείρισης της εταιρείας, υπό την έννοια των ενεργειών που επιφέρουν εισπράξεις και δαπάνες, δεν είχε υποχρέωση προς λογοδοσία έναντι των εναγόντων. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθά, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο και εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε, με την υπ' αριθ. 75/2011 εκκαλούμενη απόφασή του, την ύπαρξη νόμιμης υποχρέωσης της πρώτης εναγόμενης να παράσχει λογοδοσία στους ενάγοντες για την διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και, συνακόλουθα, τα περί του αντιθέτου με την έφεση της, καθ' ο μέρος στρέφεται κατά της 75/2011 απόφασης, προβαλλόμενα, ότι δηλαδή η πρώτη εναγόμενη δεν ήταν μοναδική διαχειρίστρια της εταιρείας, αλλά η διαχείριση ασκούνταν από κοινού από όλους τους εταίρους, ότι ο δεύτερος ενάγων δεν συμμετείχε στην εταιρεία αλλά ήταν δανειστής της πρώτης ενάγουσας (θυγατέρας του), ότι αυτή εκπλήρωσε την υποχρέωση της με την προσκόμιση με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου του από 7-5-2010 πρακτικού εκκαθάρισης των οριστικών εκκαθαριστών, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Κατά το μέρος όμως που η εκκαλούμενη απόφαση (75/2011) δέχθηκε ότι και ο δεύτερος εναγόμενος είχε τέτοια υποχρέωση έναντι των εναγόντων και τον υποχρέωσε σε λογοδοσία, ορίζοντας προθεσμία έξι μηνών από την κοινοποίηση σ' αυτόν της απόφασης εντός της οποίας όφειλε να καταθέσει λογαριασμό, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της ένδικης έφεσης αυτού.

Για τους ίδιους ως άνω λόγους το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την 6/2015 οριστική του απόφαση έκαμε δεκτή την αγωγή και κατά το αίτημα αυτής περί καταβολής του εικαζόμενου καταλοίπου σε περίπτωση μη κατάθεσης λογαριασμού και υποχρέωσε τον δεύτερο εναγόμενο να καταβάλει, εις ολόκληρον με την πρώτη εναγόμενη, στους ενάγοντες τα ποσά των 10.000 ευρώ στην πρώτη και 103.500 ευρώ στον δεύτερο, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της ένδικης έφεσης του δεύτερου εκκαλούντος.

Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτή η έφεση, κατά το μέρος που ασκείται από τον δεύτερο εκκαλούντα Σ. Σ., να εξαφανισθούν οι εκκαλούμενες αποφάσεις κατά το μέρος που δέχθηκαν την αγωγή ως προς αυτόν (δεύτερο εναγόμενο - εκκαλούντα) και κατά το αντίστοιχο μέρος της δικαστικής δαπάνης και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο κατά το μέρος αυτό και δικαστεί στην ουσία, να απορριφθεί η από 21-7-2010 αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη των εναγόμενων Ά. Μ., μετά την επίδοση σ' αυτήν στις 30-12-2011 της 75/2011 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (βλ. την .../30-12-2011 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πρέβεζας Χ. Φ.), κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Άρτας την από 14-6-2012 (κοινή με τον δεύτερο εναγόμενο) έκθεση λογοδοσίας, με τα επισυναπτόμενα σ' αυτήν έγγραφα, για τα οποία συντάχθηκε η ...-6-2012 έκθεση κατάθεσης λογαριασμών λογοδοσίας.

Ωστόσο από το περιεχόμενο της έκθεσης αυτής και των εγγράφων που τη συνοδεύουν προκύπτει ότι η εναγόμενη δεν κατέθεσε κανονικό λογαριασμό, σύμφωνα με το διατακτικό της 75/2011 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος να πληροί τα κριτήρια του άρθρου 303 ΑΚ, δηλαδή με λεπτομερή, σαφή και ορισμένη αναγραφή όλων των εσόδων και εξόδων της ομόρρυθμης εταιρείας, που είχαν πραγματοποιηθεί κατά τον χρόνο διαχείρισης, ώστε να παρέχεται στους δεξίλογους πλήρης εικόνα της υπόθεσης που αυτή διαχειρίσθηκε, προκειμένου οι τελευταίοι να μπορούν στη συνέχεια να ελέγξουν τα κονδύλια του λογαριασμού και ή να τα εγκρίνουν ή να τα αμφισβητήσουν ολικά ή κατά ένα μέρος, αλλά, αντίθετα, επισυνάπτει στην ως άνω έκθεση, ως κατάσταση λογοδοσίας, το από 7-5-2010 πρακτικό εκκαθάρισης της εταιρείας των οριστικών εκκαθαριστών με παράθεση των δικαιολογητικών, καθώς και σχολιασμό της απόφασης που την υποχρέωσε σε λογοδοσία.

Επομένως, αφού η προσαγωγή του ισολογισμού της εκκαθάρισης δεν αρκεί για την εκπλήρωση της υποχρέωσης προς λογοδοσία, όπως έγινε εν προκειμένω, θεωρείται ότι η εναγόμενη δεν κατέθεσε λογαριασμό λογοδοσίας και παρήλθε άπρακτη η προς το σκοπό αυτό εξάμηνη προθεσμία. Επομένως, επέρχεται σε βάρος της η δικονομική συνέπεια της μη κατάθεσης του λογαριασμού, η υποχρέωση, δηλαδή, αυτής να καταβάλει στους ενάγοντες το εικαζόμενο έλλειμμα (ως ιδιότυπο μέτρο αναγκαστικής εκτέλεσης της δεύτερης περίπτωσης του άρθρου 473 ΚΠολΔ).

Από τα προσκομιζόμενα δε αποδεικτικά μέσα πιθανολογήθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα εισέφερε ως εταίρος στην ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία το ποσό των 10.000 ευρώ, ενώ ο δεύτερος ενάγων κατέβαλε στις 19-2-2008 για την πληρωμή των υποχρεώσεων της εταιρείας το ποσό των 20.000 ευρώ με κατάθεση στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό της ομόρρυθμης εταιρείας στην Τράπεζα Πειραιώς, όπως τούτο προκύπτει από το προσκομιζόμενο σχετικό αντίγραφο εντάλματος πληρωμής.

Επίσης ο ανεψιός του δεύτερου ενάγοντος Χ. Σ. κατέβαλε τα κατωτέρω αναφερόμενα χρηματικά ποσά με κατάθεση μετρητών στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" στην Τράπεζα Πειραιώς, η οποία εταιρεία είχε ως αντικείμενο την κατασκευή και εξοπλισμό εγκαταστάσεων φυτικής και ζωικής παραγωγής και είχε αναλάβει, δυνάμει του από 17-10-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, την κατασκευή των εγκαταστάσεων της ομόρρυθμης εταιρείας των διαδίκων έναντι του συνολικού ποσού των 119.000 ευρώ.

Ειδικότερα ο ανωτέρω Χ. Σ. κατέβαλε: α) στις 15-7-2008 ποσό 9.000 ευρώ , β) στις 16-7-2008 ποσό 10.500 ευρώ, γ) στις 18-8-2008 ποσό 15.000 ευρώ, δ) 22-8-2008 ποσό 15.000 ευρώ , ε) στις 4-9-2008 ποσό 15.000 ευρώ, στ) στις 11-9-2008 ποσό 4.000 ευρώ και ζ) στις 31-10-2008 ποσό 15.000 ευρώ. Ήτοι κατέθεσε συνολικά το ποσό των 83.500 ευρώ, το οποίο ο δεύτερος ενάγων ισχυρίζεται ότι κατατέθηκε από τον ανωτέρω ανεψιό του κατ' εντολή του και με δικά του χρήματα.

Ωστόσο από κανένα στοιχείο δεν πιθανολογήθηκε ότι το ποσό αυτό των 83.500 ευρώ καταβλήθηκε από τον δεύτερο ενάγοντα. Αντίθετα πιθανολογήθηκε ότι τα χρήματα αυτά δόθηκαν, προς κατάθεση, στο Χ. Σ. από την πρώτη εναγόμενη και τον σύζυγο της. Τούτο προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρος της εναγόμενης Κ. Μ., συζύγου της, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος κατέθεσε ότι τα ποσά που κατέβαλε ο Χ.

Σ. του τα είχε δώσει ο ίδιος για λογαριασμό της συζύγου του, μέσω ενταλμάτων πληρωμής της Εμπορικής Τράπεζας. Εξάλλου, αναφορικά με το ποσό των 55.000 ευρώ, ο ίδιος ο Χ. Σ., κατά την εξέταση του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, παραδέχθηκε ότι το ποσό αυτό (55.000 ευρώ) του το έδωσε η εναγόμενη Ά. Μ.. Όσον αφορά δε το υπόλοιπο ποσό των 30.000 ευρώ, δόθηκε στον Χ.

Σ. από την πρώτη εναγόμενη, μέσω του συζύγου της, σε μετρητά και για αυτό το λόγο μάλιστα έλαβε από τον δεύτερο ενάγοντα δύο επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς με αριθ. ... ημερομηνία 25-9-2008, ποσού 15.000 η κάθε μια, εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ", εκπροσωπούμενης από τον Χ. Σ. σε διαταγή του δεύτερου ενάγοντος.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, εφόσον ο δεύτερος ενάγων κατέβαλε για υποχρεώσεις της ομόρρυθμης εταιρείας το ποσό των 20.000 ευρώ, το εικαζόμενο υπόλοιπο, το οποίο υποχρεούται να καταβάλει η πρώτη εναγόμενη στον δεύτερο ενάγοντα ανέρχεται στο ποσό αυτό (20.000 ευρώ). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την 6/2015 απόφαση του δέχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη οφείλει στην πρώτη ενάγουσα για πιθανολογούμενο έλλειμμα, λόγω μη εμπρόθεσμης κατάθεσης λογαριασμού λογοδοσίας, το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο ακολούθως επιδίκασε στην τελευταία, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και όσα αντίθετα υποστηρίζει η πρώτη εκκαλούσα με την ένδικη έφεση της είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Κατά το μέρος, όμως, που δέχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη οφείλει στον δεύτερο ενάγοντα για την ίδια αιτία το ποσό των 103.500 ευρώ, το οποίο ακολούθως επιδίκασε στον τελευταίο, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κατά μερική παραδοχή των σχετικών λόγων της έφεσης. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει εν μέρει δεκτή η έφεση της πρώτης εκκαλούσας κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 6/2015 οριστικής απόφασης αναφορικά με τον δεύτερο ενάγοντα, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή ως προς τον δεύτερο ενάγοντα και κατά το αντίστοιχο μέρος της δικαστικής δαπάνης και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, κατά το μέρος αυτό και δικασθεί στην ουσία, να γίνει εν μέρει δεκτή η από 21-7-2010 αγωγή ως προς τον δεύτερο ενάγοντα ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να του καταβάλει, ως εικαζόμενο κατάλοιπο, το ποσό των 20.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Ενόψει όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι έφεσης πρέπει α) να απορριφθεί η έφεση κατά το μέρος που αυτή ασκείται από την πρώτη εκκαλούσα κατά της 75/2011 εκκαλούμενης απόφασης ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, β) να απορριφθεί η έφεση κατά το μέρος που αυτή ασκείται από την πρώτη εκκαλούσα κατά της 6/2015 εκκαλούμενης απόφασης ως προς την πρώτη εφεσίβλητη Δ.

Σ., γ) να γίνει δεκτή η έφεση της πρώτης εκκαλούσας κατά το μέρος που προσβάλλει την 6/2015 απόφαση ως προς τον δεύτερο εφεσίβλητο Θ. Σ., να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που έκαμε δεκτή την αγωγή ως προς τον δεύτερο ενάγοντα περί καταβολής εικαζόμενου καταλοίπου και κατά το αντίστοιχο μέρος της δικαστικής δαπάνης, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και να δικασθεί κατ' ουσία.

Ακολούθως να γίνει εν μέρει δεκτή η από 21-7-2010 αγωγή και να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής....και δ) να γίνει δεκτή η έφεση που ασκείται από τον δεύτερο εκκαλούντα Σ. Σ., ως προς τους δύο εφεσίβλητους και κατά το μέρος που στρέφεται κατά των δύο αποφάσεων, να εξαφανισθούν οι εκκαλούμενες 75/2011 και 6/2015 αποφάσεις, κατά το μέρος που έκαμαν δεκτή την αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο και κατά το αντίστοιχο μέρος της δικαστικής δαπάνης, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και να δικασθεί κατ' ουσία και να απορριφθεί η από 21-7-2010 αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο Σ.

Σ., ως αβάσιμη κατ' ουσίαν". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 303 ΑΚ και 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς και τις συνεχόμενες με αυτές διατάξεις των άρθρων 473-477 ΚΠολΔ, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με τα ζητήματα του είδους των υποχρεώσεων για τις οποίες διατέθηκε από το δεύτερο των αναιρεσειόντων το ως άνω ποσό των 20.000 ευρώ, καθώς του συνολικού ποσού που καταβλήθηκε στην ως άνω εταιρεία "...

ΑΕ" ως εργολαβικό αντάλλαγμα για την κατασκευή και τον εξοπλισμό εγκαταστάσεων φυτικής και ζωϊκής παραγωγής. Επίσης, δεν δημιουργείται αντίφαση από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το συνολικό ποσό των 83.500 ευρώ δόθηκε προς κατάθεση στο Χ. Σ. από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων και το σύζυγό της σε σχέση με την επόμενη παραδοχή αυτής ότι, καθ' όσον αφορά το υπόλοιπο ποσό των 30.000 ευρώ (μέρος του ως άνω συνολικού ποσού των 83.500), αυτό δόθηκε στο Χ.

Σ. από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων (Ά. Μ.), μέσω του συζύγου της, σε μετρητά και γι' αυτό έλαβε από το δεύτερο των αναιρεσειόντων (Θ. Σ.) δύο επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς, ποσού 15.000 ευρώ καθεμία, έκδοσης της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ", εκπροσωπούμενης από το Χ. Σ., σε διαταγή του πρώτου των αναιρεσειόντων.

Τούτο δε διότι από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται ότι οι εν λόγω επιταγές δόθηκαν προς εξασφάλιση της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, χωρίς να αναιρείται απ' αυτό το αποδεικτικό πόρισμα ότι το εν λόγω ποσό δόθηκε στο Χ. Σ. από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων. Επιπλέον, δεν δημιουργείται κάποια ασάφεια από το ότι τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ως άνω ποσά των 55.000 και 30.000 ευρώ συμποσούνται σε 85.000 ευρώ και όχι σε 83.500 ευρώ, που έγινε δεκτό ότι δόθηκαν από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων.

Τούτο δε διότι στην περίπτωση αυτή είναι προφανής η από παραδρομή αναφορά του ποσού των 55.000 ευρώ, αντί του ορθού των 53.500 ευρώ. Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιλαμβάνει ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες από τις παραδοχές αυτής ότι ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων ουδεμία πράξη της εταιρείας διενήργησε κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, από την οποία μάλιστα να προέκυψαν έσοδα και έξοδα αυτής και κατά συνέπεια δεν προέβη σε ενέργειες που συνεπιφέρουν εισπράξεις και δαπάνες, ενώ για το χρονικό διάστημα που διετέλεσε συνεκκαθαριστής της ομόρρυθμης εταιρείας δεν προέβη σε εισπράξεις και πληρωμές αυτής, ώστε να ανακύπτει υποχρέωση αυτού προς λογοδοσία.

Με τα δεδομένα αυτά και κατά το ως άνω σαφές και πλήρες αποδεικτικό πόρισμα ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, ως ουδέποτε ενεργήσας πράξεις διαχείρισης της εταιρείας, υπό την έννοια των ενεργειών που επιφέρουν εισπράξεις και δαπάνες, δεν είχε υποχρέωση προς λογοδοσία. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι δύο λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις.

Κατά τα λοιπά οι ίδιοι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.

ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-5-2018 αίτηση των Δ. Σ. του Θ. και Θ. Σ. του Χ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 198/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου