Supreme Court dismisses appeal against administrative contract dispute ruling due to lack of jurisdiction in civil court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a private company against a lower court decision rejecting its lawsuit against the University of Ioannina. The company argued for civil court jurisdiction over a contract dispute, while the University contended the matter was administrative in nature due to its public purpose and compliance with public procurement laws. The court ruled that the lower court correctly identified the dispute as administrative and lacked jurisdiction, thereby upholding the dismissal of the original claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 104, 105 of the Code of Civil Procedure; A contract between a private entity and a public law entity with a public purpose, concluded under public procurement regulations, constitutes an administrative contract, placing any resulting dispute within the jurisdiction of administrative courts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 475 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 475/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ανώνυμος Εταιρία" και τον διακριτικό τίτλο "OR-CO ΑΕ", που εδρεύει στη …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Γεωργιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ", που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ερρίκο Αθανασίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 200/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 27/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/10/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104 και 105 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο, διοριζόμενο με τον τύπο που ορίζει ο νόμος. Επομένως, αν κατά τη συζήτηση μιας πολιτικής υπόθεσης ο πληρεξούσιος διαδίκου εμφανίζεται στο δικαστήριο, αλλά δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του, την οποία αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός δεν μετέχει νομίμως στη δίκη και θεωρείται δικονομικώς απών (ΑΠ 1601/2017, ΑΠ 1695/2017.
Ειδικότερα, στο άρθρο 96 αρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το νόμο 3994/2011, ορίζεται ότι κατά τη διαδικασία του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Δηλαδή εισάγεται εξαίρεση για τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, όπου λόγω της σοβαρότητας του εκδικαζόμενου ή διατιθέμενου αντικειμένου επιβάλλεται πανηγυρικότητα στον τύπο χορήγησης της πληρεξουσιότητας και αποκλείεται εντεύθεν η χορήγησή της με ιδιωτικό έγγραφο.
Μάλιστα το τελευταίο επιτάσσεται χωρίς να εξαιρείται από τη ρύθμιση ακόμη και η περίπτωση, που η πληρεξουσιότητα παρέχεται από αρχή. Αν ο συστατικός αυτός τύπος δεν τηρηθεί, δεν υπάρχει δικαστική πληρεξουσιότητα και δεν είναι δυνατό να γίνει λόγος για απόδειξή της με άλλο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 192/2015, ΑΠ 2114/2014).
Μόνον όσον αφορά την εκπροσώπηση του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ., όταν αυτή γίνεται από τα μέλη του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του κράτους (Ν.Σ.Κ.), σύμφωνα με το άρθρο 20 §1 του Ν. 3086/2002, τα τελευταία "έχουν από τη θέση τους και χωρίς άλλο αποδεικτικό στοιχείο την πληρεξουσιότητα που απαιτείται από το νόμο, για την παράσταση και υπεράσπιση, ενώπιον όλων των Δικαστηρίων και Αρχών, του Δημοσίου και των οργάνων που το εκπροσωπούν κατά περίπτωση, καθώς και των Νομικών προσώπων και των Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών, των οποίων η νομική υπηρεσία, σύμφωνα με ειδικές διατάξεις, διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ.
ή από μέλος του". Εξάλλου, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ "Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί". Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, το αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔικ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της νομικής υπηρεσίας αυτού Ερρίκο Αθανασίου, δικηγόρο Ιωαννίνων, στον οποίο με το υπ' αριθμ.
…50/7-11-2018 δικαστικό πληρεξούσιο έγγραφο ο Πρύτανις του Πανεπιστημίου, ως νομίμως εκπροσωπών το αναιρεσίβλητο (ΦΕΚ Α'/267/1970), χορήγησε πληρεξουσιότητα για να εκπροσωπήσει αυτό ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Όμως, η ως άνω πληρεξουσιότητα, εφόσον δεν χορηγήθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο και εφόσον η νομική υπηρεσία του αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ.
δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, δεν είναι νόμιμη σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με συνέπεια το αναιρεσίβλητο να θεωρείται δικονομικά απών. Εξάλλου, από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ….7Γ/5-1-2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Ιωαννίνων Ε. Σ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 27/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την κάτω απ' αυτή πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ., νομίμως και εμπροθέσμως, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης.
Επομένως, πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί σαν να ήταν και αυτό παρόν, κατά το άρθρο 576 § 2 ΚΠολ.Δ.
Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (Ολ.ΑΠ 5/1995).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, που, κατά το νόμο, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία τους, ενώ, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της, παρά το νόμο, κήρυξης απαραδέκτου του αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/1999, ΑΠ 1980/17, ΑΠ 741/17, ΑΠ 313/15).
Στην περίπτωση υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται στην πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσιών διατάξεις είναι όχι του ουσιαστικού αλλά του δικονομικού δικαίου, τούτο δε δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο την περί δικαιοδοσίας κρίση του έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε (ΟλομΑΠ 11/2000, ΑΠ 1529/17, ΑΠ 1043/17).
Περαιτέρω, το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3, ότι, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των παραπάνω συνταγματικών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, υπάγονται, από 11-6-1985, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Κ.Πολ.Δ., οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί, από το νόμο, δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση, ακόμη και για την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, όταν η υποκειμένη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993, Ολ ΑΠ 138/1966).
Αντίθετα, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν υπάρχει σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1993), έστω και ως βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΕΔ 2/1993, Ολ. ΑΠ 5/1995). Με το άρθρο 1 παρ. 2 του ιδίου νόμου (1406/1983) υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, πλην άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδ. 1), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπομένη από τη σύμβαση αυτή αξίωση.
Είναι δε η σύμβαση διοικητική, αν, αθροιστικώς, α) ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., β) με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό και γ) το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., είτε με βάση το κανονιστικό καθεστώς που διέπει τη σύμβαση, είτε με βάση ρήτρες που προβλέπονται κανονιστικά και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον, με βάση τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (ΑΠ 408/2010).
Συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 28/2011, Ολ. ΑΠ 7/2001). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Το εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων", προτιθέμενο να μηχανογραφήσει τις διοικητικές και άλλες υπηρεσίες του, προέβη στην έκδοση της με αριθμό 6/24-5-2000 διακήρυξης, με την οποία, επικαλούμενο τις διατάξεις του Ν. 2286/1995 και του Κανονισμού Προμηθειών του Δημοσίου (ΠΔ 394/1996), προκήρυξε ανοικτό διαγωνισμό για την προμήθεια και εγκατάσταση, με βάση τη συμφερότερη προσφορά, προγραμμάτων μηχανογράφησης για τις ανάγκες της Διεύθυνσης Διοικητικού, Πρωτοκόλλου, Γραμματείας Συγκλήτου, Πρυτανικού Συμβουλίου, Αποθήκης-Συντήρησης της Τεχνικής Υπηρεσίας και Κτηματολογίου του Πανεπιστημίου, συνολικού προυπολογισμού 50.000.000 δραχμών και σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές που επισυνάφθηκαν στη διακήρυξη.
Καθορίστηκε, επίσης, ως εγγύηση συμμετοχής στο διαγωνισμό το ποσό που ήταν ίσο με το 5% της προϋπολογισθείσας δαπάνης, ήτοι το ποσό των 2.500.000 δραχμών, το οποίο η ενάγουσα εταιρεία κάλυψε με την από 9.10.2000 εγγυητική επιστολή της τράπεζας με την επωνυμία "...". Στο διαγωνισμό, που έγινε στις 30-6-2000, συμμετείχε και η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα), κατά τον οποίο προσέφερε τις πλέον συμφέρουσες τιμές, με αποτέλεσμα να ανατεθεί σ' αυτήν η προμήθεια και εγκατάσταση των προγραμμάτων, όπως αποφάσισε το Πρυτανικό Συμβούλιο με τη σχετική 556/18-9-2000 απόφασή του.
Στη συνέχεια, υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων η από 10-10-2000 σύμβαση, με την οποία ανατέθηκε στην ενάγουσα το όλο έργο έναντι του ποσού των 20.000.000 δραχμών. Στη σύμβαση αυτή, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, αναφέρεται μεταξύ των άλλων και ότι "Αναπόσπαστα μέρη, κατά τα λοιπά, των όρων της παρούσας σύμβασης αποτελούν οι όροι της από 24-5-2000 διακήρυξης (αριθμ. 6/2000) και η από 28-6-2000 προσφορά του προμηθευτή.
Για την καλή εκτέλεση των όρων της παρούσας και των όρων της προκήρυξης, ο προμηθευτής κατέθεσε την αριθμ. Δ-...0900/9-10-2000 εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης της Τράπεζας ..., ποσού δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών". Η ενάγουσα εκτέλεσε κανονικά τη σύμβαση με την παράδοση και εγκατάσταση των προγραμμάτων στις υπηρεσίες του εναγομένου, το οποίο παρέλαβε το έργο και κατέβαλε έναντι του τιμήματος μόνο το ποσό των 4.000.000 δραχμών, οφείλει δε έκτοτε το υπόλοιπο συμφωνηθέν τίμημα.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι εισάγεται στα πολιτικά δικαστήρια αγωγή από σύμβαση πωλήσεως, η οποία αναφέρεται στο οφειλόμενο υπόλοιπο του τιμήματος. Στη σύμβαση αυτή ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη και συγκεκριμένα το εναγόμενο Πανεπιστήμιο, είναι Ν.Π.Δ.Δ., με τη σύναψη δε της σύμβασης επιδιώκεται εκ μέρους του η ικανοποίηση δημόσιου σκοπού, η καλή, δηλαδή, και εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών του και των εν γένει προγραμμάτων σπουδών του, ώστε αυτό να επιτελέσει με τον καλύτερο τρόπο την αποστολή του.
Επί πλέον, το Πανεπιστήμιο, με βάση το ανωτέρω αναφερθέν κανονιστικό καθεστώς το οποίο διέπει τη σύμβαση, αφού γίνεται ρητή παραπομπή σ' αυτήν στο περιεχόμενο της 6/24-5-2000 διακήρυξης και, επομένως, και του αναφερόμενου στη διακήρυξη νομοθετικού καθεστώτος και στο οποίο κανονιστικό καθεστώς περιλαμβάνεται και η κατάθεση εγγυητικής επιστολής (η οποία πράγματι κατατέθηκε), για το ποσό της οποίας το εναγόμενο δύναται με τους όρους του νόμου να επιβάλει κατάπτωση της εγγύησης σε βάρος της ενάγουσας, βρίσκεται (το Πανεπιστήμιο) χάριν του ανωτέρω σκοπού σε υπερέχουσα θέση απέναντι στην αντισυμβαλλόμενη εταιρεία, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό.
Επομένως, πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση για διοικητική σύμβαση και συνεπώς τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας προς εκδίκαση της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, καθόσον η εκδίκασή της υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων". Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα πρωτόδικη απόφαση, κατά παραδοχή της έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, και ακολούθως απέρριψε την αγωγή λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπερέβη αρνητικά τη δικαιοδοσία του, αφού, υπό τις ως άνω παραδοχές, ήτοι α) ότι η ένδικη σύμβαση, στην οποία το ένα συμβαλλόμενο μέρος (αναιρεσίβλητο) είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είχε δημόσιο σκοπό, β) ότι αυτή καταρτίστηκε κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας για τις προμήθειες του δημόσιου τομέα, ύστερα από ανοικτό διαγωνισμό που προκήρυξε το αναιρεσίβλητο σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2286/1995 και του ΠΔ 394/1996 "Κανονισμός Προμηθειών του Δημοσίου", και γ) ότι με βάση το διέπον τη σύμβαση κανονιστικό καθεστώς το αναιρεσίβλητο βρίσκεται, χάριν του ανωτέρω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι της αναιρεσείουσας, η ένδικη σύμβαση είναι πράγματι σύμβαση διοικητική (πρβλ ΑΠ 1562/2005, ΑΠ 911/1999) και, ως εκ τούτου, η ένδικη αξίωση της αναιρεσείουσας δημιουργεί διοικητική διαφορά ουσίας που υπάγεται στα διοικητικά δικαστήρια.
Κατόπιν αυτού, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι στερείται δικαιοδοσίας και απέρριψε για το λόγο αυτό την αγωγή, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 4 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δεδομένου ότι, κατά τις σκέψεις που προηγήθηκαν, ο συγκεκριμένος λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας υπερέβη θετικά τη δικαιοδοσία του, δηλαδή έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία και δίκασε υπόθεση που κατά το νόμο ανήκε στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, αφού το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε υπόθεσης, που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.
Τέλος, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο και η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι, όπως αναφέρθηκε, οι διατάξεις περί δικαιοδοσίας είναι δικονομικού δικαίου, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
Διάταξη, όμως, για δικαστικά έξοδα δεν θα περιληφθεί, λόγω έλλειψης νόμιμης υποβολής σχετικού αιτήματος εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, αφού η νόμιμη υποβολή του εν λόγω αιτήματος προϋπόθεση έχει τη δικονομική παρουσία του νικώντος διαδίκου, που εν προκειμένω δεν υφίσταται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.10.2017 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 27/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ