475/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated475/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Full text
Απόφαση 475 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 475/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Φιλιατών, ως οριστικού κηδεμόνα της σχολάζουσας κληρονομιάς της αποβιωσάσης Ν. Χ., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Ι. Π., το γένος Φ. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καλαϊτζίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/5/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 138/2012 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 1/7/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 18/3/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή με τη διάταξη του άρθρου 24 του Ν.2732/1999, που αντικατέστησε την παρ.1 του άρθρου 8 του ΑΝ 1539/1938, καθιερώνεται η τήρηση της προδικασίας της αιτήσεως θεραπείας πριν από την άσκηση οποιασδήποτε κατά του Δημοσίου διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής, ανεξαρτήτως του αν το ακίνητο κατέχεται ή όχι από το Δημόσιο, ενώ η αγωγή που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία κηρύσσεται απαράδεκτη από το δικαστήριο.
Η διάταξη αυτή, που ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 30.7.1999, είναι δημοσίας τάξεως, ως θεσπισθείσα προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, ενώ παράλληλα διευκολύνει και τους έναντι του δημοσίου προβάλλοντες εμπράγματα δικαιώματα ιδιώτες, η δε προβλεπομένη από αυτήν διοικητική προδικασία ως αποτελούσα προϋπόθεση του παραδεκτού της σχετικής αγωγής εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση των λόγων της αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτον στον Άρειο Πάγο, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ ΑΠ 15/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., κατά την οποία το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν κήρυξε αυτεπάγγελτα απαράδεκτη την αγωγή, λόγω μη τηρήσεως της προδικασίας της αναφερομένης στη νομική σκέψη διατάξεως του άρθρου 8 του Ν. 1539/1938, όπως τούτο, ενόψει του χρόνου ασκήσεως της αγωγής (2009), ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999.
Ο λόγος αυτός, που κατά το αναιρετήριο υποβάλλεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, χωρίς να αναφέρεται ότι τα περιστατικά που τον στηρίζουν υποβλήθηκαν στο Εφετείο και δη είτε με νόμιμη επαναφορά τους (άρθρο 240 Κ.Πολ.Δικ.), είτε το πρώτον στο Εφετείο, ενόψει του ότι αφορούν σε ισχυρισμό που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα (άρθρο 269 και 527 παρ.3 Κ.Πολ.Δικ.), πρέπει λόγω των παραλείψεων αυτών, να απορριφθεί ως αόριστος (απαράδεκτος), με την επισήμανση ότι η επίμαχη προδικασία του άρθρου 8 του Ν. 1539/1938, δεν απαιτείται επί ασκήσεως αγωγής όπως η ένδικη, ήτοι αγωγής του άρθρου 6 παρ.2 του Ν. 2664/1998, για τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, στα κατά το νόμο αυτό Κτηματολογικά Βιβλία, καθόσον ο νομοθέτης του εν λόγω νόμου, δεν έχει προβλέψει ειδικώς την αναγκαιότητα τήρησης της αιτήσεως θεραπείας, στις περιπτώσεις διόρθωσης πρώτων εγγραφών με εναγόμενο το Δημόσιο, ούτε κατά την θέσπιση του νόμου, αλλά ούτε και κατά την εφαρμογή του.
Αντίθετη εκδοχή αξιώνει μία, επιπλέον προϋπόθεση για το παραδεκτό της επίμαχης αγωγής, η οποία δεν εξυπηρετεί οποιαδήποτε σκοπιμότητα, αφού και αν ακόμη επιλυθεί, στα πλαίσια της διοικητικής διαδικασίας, η διαφορά, η τυχόν αναγνώριση από το Δημόσιο του δικαιώματος του ιδιώτη δεν θα αρκεί για τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, γιατί σε κάθε περίπτωση ο ιδιώτης θα πρέπει να ασκήσει την αγωγή του άρθρου 6 παρ.2 του Ν. 2664/1998, αφού μόνο μέσω της αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, που θα εκδοθεί επί της αγωγής αυτής, θα αναγνωρισθεί το δικαίωμα του και, κατά ρητή πρόβλεψη του νόμου, θα διορθωθεί η εσφαλμένη αρχική εγγραφή.
Εξάλλου την μη τήρηση της εν λόγω διοικητικής διαδικασίας, επέλεξε και ο νομοθέτης, ο οποίος τροποποιώντας τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 6 του Ν. 2664/1998, με την παρ.1 του άρθρου 24 του Ν. 3983/2011, προέβλεψε, πλέον, ρητά ότι "όταν η αγωγή στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που αναγράφεται ως δικαιούχος στις αρχικές εγγραφές, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 8 του ΑΝ 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999".
Επειδή η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται, αναιρετικά, με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., καθόσον το δικαστήριο, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δικ., παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου.
Περαιτέρω για το ορισμένο της αγωγής του άρθρου 6 παρ.1 και 2 του Ν. 2664/1998, ήτοι της αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής και διόρθωσης των στοιχείων της αρχικής εγγραφής στα οικεία Κτηματολογικά Βιβλία πρέπει, μεταξύ άλλων, ο ενάγων να αναφέρει ότι κατέστη κύριος για ορισμένη αιτία, παράγωγη ή πρωτότυπη και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος του ήταν κύριος του ακινήτου, αν δε η αγωγή έχει ως βάση την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία για την πληρότητα του δικογράφου, πρέπει ο ενάγων, εκτός από τα παραπάνω στοιχεία, να αναφέρει τις πράξεις νομής στο ακίνητο του ίδιου και αν συντρέχει περίπτωση προσμέτρησης νομής και εκείνες των δικαιοπαρόχων του, χωρίς να απαιτείται ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, του άρθρου 6 παρ.1 και 2 του Ν. 2694/1998 (άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ.) διαλαμβάνεται σ' αυτήν ότι η ενάγουσα έγινε κυρία του ενδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία καθόσον αυτή από το 1978 που της παραχωρήθηκε η νομή του, άτυπα, από την μητρυιά Ν.
Χ. άσκησε σ' αυτό, για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας και με διάνοια κυρίου, τις προσδιοριζόμενες μέσα στο χρόνο αυτό πράξεις νομής, όπως περιοδική ενοίκηση της οικίας, επισκευή κλπ. Ενόψει τούτων δεν συνέτρεχε περίπτωση ακυρότητας του δικογράφου της αγωγής, λόγω αοριστίας και δεν έσφαλε η προσβαλλομένη απόφαση που την δέχθηκε ως ορισμένη, απορρίπτοντας σιωπηρά τον οικείο περί αοριστίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος-εναγομένου, που παραδεκτά, ενόψει του ότι λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα, υποβλήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου (άρθρα 269 και 527 παρ.3 Κ.Πολ.Δικ.).
Ενόψει τούτων ο ερευνούμενος δεύτερος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 και 2 του Ν. 2664/1998 "Περί Εθνικού Κτηματολογίου", όπως η παρ. 2 ίσχυε (κατά τον χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής) μετά την τροποποίηση της από το άρθρο 5 του Ν. 3559/2007 και πριν την αντικατάσταση της παρ.2 με το άρθρο 24 του Ν. 3893/2011, σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής, μπορεί να ζητηθεί με αγωγή ενώπιον του αρμοδίου καθ' ύλην και κατά τόπο Πρωτοδικείου, η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση ολικά ή μερικά της πρώτης εγγραφής.
Η αγωγή ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία οκτώ ετών ... Η αποκλειστική προθεσμία αυτής της παραγράφου αρχίζει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της αποφάσεως του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, που προβλέπει το άρθρο 1 παρ. 3. Η αγωγή απευθύνεται κατά του αναγραφομένου ως δικαιούχου του δικαιώματος, στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή ή κατά των καθολικών του διαδόχων και κοινοποιείται με ποινή απαραδέκτου της συζήτησης στον Προϊστάμενο του οικείου Κτηματολογικού γραφείου.
Εξ ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1045, και 1051 του ίδιου κώδικα, συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται η φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου, ήτοι η άσκηση νομής, επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα του νομέα, εάν στο πρόσωπό του δεν συμπληρώνεται ο απαιτούμενος χρόνος, να προσμετρήσει και τον χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτά πράξεις, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του, τέτοιες δε πράξεις, μεταξύ άλλων, είναι, εφόσον πρόκειται για οικία η επίβλεψη, η επίσκεψη, η χρήση, η παραχώρηση της χρήσης, η κατοίκηση, η συντήρηση, η επισκευή, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάση του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Εξ ετέρου από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ίδιου κώδικα, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 12 του ίδιου άρθρου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, τα οποία, κατά κανόνα, ενόψει της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων που ισχύει στον Κ.Πολ.Δικ. (άρθρ. 340 Κ.Πολ.Δικ.) είναι ισοδύναμα και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρ.
επ. 441, 445), η δε απόδοση σε ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερης ή μικρότερης βαρύτητας ή αξιοπιστίας σ' ένα από αυτά, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. .2 Κ.Πολ.Δικ.) το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση, ως προς την αναγνωριστική, από έκτακτη χρησικτησία, αγωγή κυριότητας ακινήτου της αναιρεσίβλητης και τη διόρθωση των στοιχείων της αρχικής εγγραφής στα οικεία Κτηματολογικά Βιβλία, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, εμβαδού 423 τ.μ.
με την σ' αυτό παλαιά διώροφη οικία, εμβαδού 120 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή ... και συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες Δ. Κ., Ν. Λ., Σ. Σ. και δρόμο. Το εν λόγω ακίνητο ανήκε κατά κυριότητα στην μητρυιά της ενάγουσας Ν. Χ. του Σ. και της Μ., το γένος Α., χήρα Φ. Χ.. Το έτος 1978 η προαναφερόμενη παρεχώρησε άτυπα τη νομή και κατοχή του άνω ακινήτου στην ενάγουσα (προγονή της).
Η τελευταία, αμέσως το παρέλαβε στην κατοχή της και από τότε ασκούσε σ' αυτό με διάνοια κυρίας, τις αρμόζουσες στη φύση του υλικές πράξεις, δηλωτικές της βουλήσεως της να το έχει ως κυρία μέχρι το έτος 2006. Ειδικότερα ενοικούσε περιοδικά στην υπάρχουσα σ' αυτό οικία, δοθέντος ότι είναι κάτοικος Θεσσαλονίκης, επίπλωσε την οικία, προέβη σε αλλαγή της στέγης της, σε τσιμεντόστρωση του υπογείου, σε τοποθέτηση σιδηρών παραθύρων, επεριποιείτο τα επί του επιδίκου ακινήτου φυόμενα οπωροφόρα δένδρα, συνέλεγε τους καρπούς αυτών (δένδρων) και επιτηρούσε αυτό (επίδικο).
Έτσι η ενάγουσα με τη συμπλήρωση υπερεικοσαετούς νομής στο πρόσωπο της, έγινε κυρία του ανωτέρω ακίνητου με έκτακτη χρησικτησία (άρθρο 1045 ΑΚ), που εχώρησε σε. βάρος της μητρυιάς της Ν. Χ., η οποία το είχε παραχωρήσει άτυπα σ' αυτή το έτος 1978, όπως προειπώθηκε. Τα περιστατικά αυτά της άτυπης παραχώρησης του ανωτέρω ακινήτου από την μητρυιά της ενάγουσας Ν.
Χ. προς αυτήν το έτος 1978 και την άσκηση εκ μέρους της των άνω διακατοχικών πράξεων συνεχώς και αδιαλείπτως από τότε και σε ολόκληρο το ανωτέρω χρονικό διάστημα με διάνοια κυρίας, προκύπτουν από την σαφή κατάθεση, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, της μάρτυρα της ενάγουσας Μ. Β., που έχει δική της γνώση γι' αυτά, ενισχύονται δε και από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την ενάγουσα υπ' αριθμ.
…/2011 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Ηγουμενίτσας, Θ. Χ. και Κ. Τ., κατοίκων της περιοχής και δεν αναιρούνται από την χωρίς όρκο κατάθεση του εναγομένου, ο οποίος σημειωτέον το πρώτον επελήφθη του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του επιδίκου το 2006. Στις 30-1-2000, απεβίωσε η μητρυιά της ενάγουσας Ν. Χ., κάτοικος όσο ζούσε … και με την υπ' αριθμ. 173/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας διορίσθηκε ο εναγόμενος οριστικός κηδεμόνας της σχολάζουσας κληρονομίας της, διότι η αποβιώσασα δεν κατέλειπε συγγενείς μέχρι και του τέταρτου βαθμού και πιθανολογήθηκε ότι ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της περιουσίας της είναι το δημόσιο.
Όμως, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το έτος 2000 που απεβίωσε η ανωτέρω μητρυιά της εκκαλούσας, δεν ήταν κυρία του επιδίκου ακινήτου, ώστε αυτό να ανήκει στην κληρονομία της και να εγγραφεί στο όνομα της κατά τη σύνταξη του Εθνικού Κτηματολογίου στην πόλη Φιλιατών. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του, δέχθηκε τα ίδια και αφού αναγνώρισε την ενάγουσα κυρία του επιδίκου ακινήτου, ακολούθως δε διέταξε την διόρθωση στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Φιλιατών της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, ώστε στο κτηματολογικό φύλλο με ΚΑΕΚ ...
να διαγραφεί η καταχώρηση που αφορά στη Ν. Χ. ως κυρία και να καταχωρηθεί στη θέση της, ως κυρία, η ενάγουσα, με αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία, δεν έσφαλε κατά την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της έφεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι".
Ακολούθως το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αποκτήσεως από την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη της κυριότητας του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προπαρατεθεισών ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 974, 1041 και 1045 ΑΚ.
Ειδικότερα αναφέρεται στην απόφαση ότι η ενάγουσα απέκτησε τη νομή του επιδίκου το 1978 με άτυπη παραχώρηση από την μητρυιά της Ν. Χ. και ότι άσκησε σ' αυτό, με διάνοια κυρίου, τις αναφερόμενες και προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας, με αποτέλεσμα να καταστεί κυρία με έκτακτη χρησικτησία ήδη από το 1998 καταλυθείσας έκτοτε της επ' αυτού κυριότητας της μητρυιάς της και γιαυτό τούτο (επίδικο) εσφαλμένα γράφτηκε στο όνομα της τελευταίας κατά τη σύνταξη του Εθνικού Κτηματολογίου.
Ενόψει τούτων ο από την διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. τέταρτος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, ενώ οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου κατά τις οποίες από τη διαφορετική εκτίμηση την κατονομαζομένων δημοσίων και ιδιωτικών εγγράφων, προέκυπτε αποδεικτικό πόρισμα αντίθετο από το εξαχθέν και ειδικότερα ότι η μητρυιά της ενάγουσας ουδέποτε αποξενώθηκε από τη νομή του επιδίκου είναι απαράδεκτες, καθόσον αποδίδουν στην απόφαση εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου των επικαλουμένων εγγράφων και συνακόλουθα πλήττουν την περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, η οποία κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ.
είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Περαιτέρω οι από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αιτιάσεις, κατά τις οποίες το Εφετείο παραβίασε την αποδεικτική δύναμη των επικαλουμένων δημοσίων και ιδιωτικών εγγράφων είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της απόφασης το δικαστήριο απέδωσε στα επικαλούμενα έγγραφα την αποδεικτική δύναμη που αυτά είχαν και ως προς το πραγματικό περιστατικό που αυτά αποδείκνυαν.
Ειδικότερα τα επικαλούμενα έγγραφα της ληξιαρχικής πράξεως θανάτου της μητρυιάς της ενάγουσας, των πιστοποιητικών εγγυτέρων συγγενών, μη δημοσιεύσεως διαθήκης και κτηματολογικών εγγραφών καθώς και το συμβόλαιο διανομής και η δικαστική απόφαση περί διορισμού διαχειριστή σχολάζουσας κληρονομίας αποδείκνυαν ως δημόσια έγγραφα και κατά το παρέχον πλήρη απόδειξη τμήμα τους, τα και γενόμενα δεκτά από την προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά ότι η προαναφερθείσα αποβιώσασα δεν κατέλειπε διαθήκη και πλησιέστερους μέχρι του τετάρτου βαθμού συγγενείς και ότι γι’ αυτό κλήθηκε το αναιρεσείον Δημόσιο ως κληρονόμος του επιδίκου, που στα κτηματολογικά βιβλία γράφτηκε στο όνομα της αποβιώσασας και ότι διορίστηκε δικαστικά κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομίας.
Επίσης τα επικαλούμενα ιδιωτικά έγγραφα περί των περιουσιακών στοιχείων της αποβιώσασας (βεβαιώσεις Τραπεζών, πίνακας περιουσιακών στοιχείων) καθώς και το τοπογραφικό διάγραμμα του ακινήτου εκτιμήθηκαν κατά την αποδεικτική τους αξία, ως δικαστικά τεκμήρια. Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος τέταρτος λόγος και κατά το τμήμα του αυτό πρέπει να απορριφθεί, ενώ οι αιτιάσεις κατά τις οποίες τα έγγραφα αυτά αποδείκνυαν πλήρως ότι η αποβιώσασα είχε τη νομή του επιδίκου μέχρι τον χρόνο του θανάτου της στις 30.1.2000, στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον το περιστατικό αυτό (της νομής) δεν αποτελούσε περιεχόμενο των επίμαχων εγγράφων ενώ τυχόν τέτοια κρίση, ως αφορούσα σε πραγματική κατάσταση, μόνο από την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, συνακόλουθα δε και των εγγράφων μπορούσε να προκύψει.
Περαιτέρω ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ήτοι της αποδοχής, χωρίς απόδειξη πραγμάτων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είναι αόριστος, καθόσον περιορίζεται μόνο στη διατύπωση της νομικής διατάξεως και δεν περιέχει αντίστοιχο πραγματικό. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 και 176 Κ.Πολ.Δικ.) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του Εις.ΝΚ.Πολ.Δικ. και όπως τούτο ισχύει, μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ β' 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.7.2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της Ε. συζ. Ι. Π., το γένος Φ. Χ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 138/2012 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ