475/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated475/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, για τη κτήση της κυριότητας πράγματος κινητού ή ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει το χρόνο της δικής του νομής και την όμοια νομή του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ), εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Full text
Απόφαση 475 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 475/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Χ1, και 2. Χ2, οι οποίες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριάκο Μακαρώνα.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Κοντοζήση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-8-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3305/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 10105/2005 μη οριστική, 4036/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 27-11-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 18-11-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μίμη Γραμματικούδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 27-11-2007 αίτηση των Χ1 κλπ για αναίρεση της 4036/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, για τη κτήση της κυριότητας πράγματος κινητού ή ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει το χρόνο της δικής του νομής και την όμοια νομή του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ), εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Η ειδική διαδοχή στη νομή επέρχεται με άτυπη αναιτιώδη σύμβαση, η οποία έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή που είχε εκείνος ο οποίος μεταβιβάζει και παραδίδει το ακίνητο. Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή ακινήτου των αναιρεσειουσών, κατά παραδοχή ένστασης της εναγομένης περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, με τις ακόλουθες αιτιολογίες, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων:
Το επίδικο, ένα οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο, που βρίσκεται επί της οδού ..., στη θέση "..." του Δήμου ..., εμβαδού 139,40 τ.μ., αγόρασαν οι ενάγουσες, με το ... συμβόλαιο του αναφερόμενου στην απόφαση συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, κατά ποσοστό 80% η πρώτη και 20% η δεύτερη, από την ..., στην οποία είχε περιέλθει με το ...
συμβόλαιο διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας του κατά το έτος 1921 αποβιώσαντος πατέρα της ..., του επίσης αναφερόμενου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Κατά τον χρόνο μεταβίβασης του ακινήτου στις ενάγουσες, η ανωτέρω δικαιοπάροχός τους δεν ήταν κυρία αυτού, διότι το δικαίωμα κυριότητάς της αποσβέσθηκε, λόγω της άσκησης επί του επιδίκου πράξεων νομής με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα άνω των είκοσι ετών, από το έτος 1972 μέχρι και την μεταβίβασή του (3-11-1995), από τους δικαιοπαρόχους της εναγομένης Ζ, που απεβίωσε στις 25-11-1975, και τους κληρονόμους του και στη συνέχεια από την ίδια, κυρία του όμορου νοτιοδυτικώς ακινήτου.
Ως πράξεις νομής στις οποίες προέβησαν επί του επιδίκου οι δικαιοπάροχοι της εναγομένης, από το έτος 1972 και εφεξής, τις οποίες δέχθηκε το Εφετείο για την θεμελίωση του ανωτέρω αποδεικτικού πορίσματός του, είναι εκείνες που αναφέρονται στις μαρτυρίες των μαρτύρων της εναγομένης, ..., ... και ..., που παρατίθενται αυτούσιες στην πληττόμενη απόφαση, σύμφωνα με τις οποίες, για το επίδικο, περίπου από το έτος 1970, που καταστράφηκε ολοσχερώς από φωτιά, μόνο ο Ζ και οι κληρονόμοι του ενδιαφερόταν, το επισκεπτόταν κατά διαστήματα, επέβλεπαν την κατάστασή του και τα όριά του, φρόντιζαν για την στήριξη των σωζόμενων τμημάτων και κάποιες φορές καθάρισαν υποτυπωδώς αυτό.
Μετά το παρέλαβε από αυτούς η Ψ (εναγομένη), που έφτιαξε σπίτι σε όμορο ακίνητο και διαμόρφωσε το επίδικο ως αυλή. Όταν πούλησαν οι Ζ στην Ψ, της είπαν ότι ήταν δικό τους και το γειτονικό (επίδικο) ακίνητο, το οποίο είχε εγκαταληφθεί και το εκμεταλλευόταν ο πατέρας τους. Με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από την αναγκαία νόμιμη βάση, διότι δεν διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις αιτιολογίες, που να καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των αναφερόμενων στην αρχή ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν.
Ειδικότερα, ενώ δέχθηκε, ότι κατά τον χρόνο της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου, με το ... συμβόλαιο, στις ενάγουσες από τη δικαιοπάροχο αυτών, η τελευταία δεν ήταν κυρία αυτού, λόγω της άσκησης επ' αυτού πράξεων νομής, με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα άνω των είκοσι ετών από το έτος 1972 έως και την μεταβίβασή του (3-11-1995), από τους δικαιοπαρόχους της εναγομένης και στη συνέχεια από την ίδια, δεν παρέθεσε στην πληττόμενη απόφαση αιτιολογίες, αναφορικά, με τον χρόνο και τον τρόπο της κτήσης της νομής του επιδίκου από την εναγομένη και τους δικαιοπαρόχους αυτής (κληρονόμους του κατά την 25-11-1975 αποβιώσαντος απώτερου δικαιοπαρόχου Ζ), ούτε ανέφερε ποίοι ήταν οι δικαιοπάροχοι αυτοί της εναγομένης, καθώς και ποίες πράξεις νομής άσκησε στο επίδικο η τελευταία, ώστε να μπορεί να κριθεί αν, α) αποκτήθηκε η νομή τούτου από την εν λόγω διάδικο και τους δικαιοπαρόχους της, β) ασκήθηκαν από αυτούς πράξεις νομής επί του επιδίκου επί μία συνολικώς εικοσαετία, και, συνακόλουθα, γ) αποκτήθηκε και η κυριότητά του, από την εναγομένη, με έκτακτη χρησικτησία.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, όπως εκτιμήθηκε και συμπληρώθηκε από τον Εισηγητή (άρθρ. 562 παρ. 4 ΚΠολΔ), από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται οι ανωτέρω πλημμέλειες, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4036/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ