475/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/7/1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2995/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6194/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/7/2004 αίτησή τους και τους από 2/10/2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 15/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσίβλητου ζήτησαν την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated475/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α.Π. 1752/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εργάζονται στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία από τις 11.10.1974 και 14.10.1974 αντίστοιχα, ως υπάλληλοι, πτυχιούχοι ανωτάτων σχολών και εξελίχθησαν μέχρι τον βαθμό του προϊσταμένου υπηρεσίας, στον οποίο προήχθησαν στις 30-11-1992 και 15-9-1993 αντίστοιχα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 475 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 475/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1....., 2...... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γιαννήλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδας (Ο.Σ.Ε. Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. και Διευθύνοντα Σύμβουλο..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Μαρία Ευαγγελάτου και Ανδρέα Ζαχόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/7/1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2995/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6194/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/7/2004 αίτησή τους και τους από 2/10/2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 15/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσίβλητου ζήτησαν την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των απασχολουμένων στον ίδιο εργοδότη, η οποία συνάγεται από το άρθρο 288 Α.Κ. και ήδη προβλέπεται από το άρθρο 22 παρ. 1β του Συντάγματος και το άρθρο 119 της συνθήκης της ΕΟΚ, επιβάλλει ο εργοδότης, όταν προβαίνει από κάποιο λόγο, που εκτιμάται ελεύθερα απ' αυτόν, σε εκούσια παροχή προς τους μισθωτούς του, να μη εξαιρεί απ' αυτή κάποιο ή κάποιους από τους μισθωτούς του, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν την ίδια κάτω από τις αυτές συνθήκες εργασία, εκτός αν η εξαίρεση αυτή, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, είναι δίκαιη και εύλογη κατ' αντικειμενική κρίση.
Κατ' ακολουθίαν, αν ο εργοδότης για οποιοδήποτε λόγο, που αυτός ήθελε κρίνει συναφή προς την επιχείρησή του, προβεί σε κάποια εκούσια παροχή προς τους μισθωτούς του, οι οποίοι έχουν ορισμένα προσδιοριζόμενα από τον ίδιο προσόντα (όπως αρχαιότητα στο βαθμό και ως εκ τούτου μεγαλύτερη κατά τεκμήριο εμπειρία), δεν δικαιούται να λάβει την παροχή αυτή με βάση την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως άλλος μισθωτός, που δεν διαθέτει αυτά τα προσόντα, έστω και αν προσφέρει κάτω από τις ίδιες συνθήκες την ίδια με εκείνους εργασία, γιατί δεν ανήκει στην ίδια κατηγορία, προς την οποία ο εργοδότης προέβη στην εκούσια παροχή (Ολ.
Α.Π. 1752/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εργάζονται στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία από τις 11.10.1974 και 14.10.1974 αντίστοιχα, ως υπάλληλοι, πτυχιούχοι ανωτάτων σχολών και εξελίχθησαν μέχρι τον βαθμό του προϊσταμένου υπηρεσίας, στον οποίο προήχθησαν στις 30-11-1992 και 15-9-1993 αντίστοιχα.
Οι συνάδελφοι αυτών .... και ..... προσλήφθησαν από την αναιρεσίβλητη, ως πτυχιούχοι ανωτάτων σχολών, στις 16-4-1973 και προήχθησαν στον βαθμό του προϊσταμένου υπηρεσίας στις 15-9-1993 και 30-11-1992 αντίστοιχα. Στους τελευταίους ανατέθηκαν καθήκοντα βοηθού γενικού διευθυντή για δυο και πλέον έτη και έξι μήνες αντίστοιχα.
Μετά τη λήξη των εν λόγω καθηκόντων τους επανήλθαν από τη 1-8-1989 και 1-12-1993 αντίστοιχα στη θέση, την οποία έκαστος είχε προηγουμένως. Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε ότι ως προς τις αποδοχές των διοριζομένων σε θέσεις βοηθών γενικών διευθυντών μονίμων υπαλλήλων και επανερχομένων στην προηγούμενη θέση τους ορίσθηκε με την υπ' αριθ.....
απόφαση του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης ότι καθορίζονται οι εκάστοτε καταβαλλόμενες ανώτατες αποδοχές διευθυντή του ΟΣΕ με όλα τα επιδόματα. Η απόφαση αυτή ανακλήθηκε με την υπ' αριθ. .... απόφαση του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης, ενώ με την υπ' αριθ. .... απόφαση αυτού επαναφέρθηκε σε ισχύ αφότου ίσχυσε. Οι ανωτέρω αποφάσεις δεν απέκτησαν ισχύ ουσιαστικού νόμου, γιατί το εν λόγω όργανο του ΟΣΕ, που λειτουργεί με τη μορφή ανώνυμης εταιρίας (άρθρ. 1 παρ. 1 του Ν.Δ. 674/1970), δεν αποτελεί όργανο της εκτελεστικής εξουσίας (διοικήσεως), στο οποίο και μόνο παρέχεται κατά το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος νομοθετική εξουσιοδότηση προς έκδοση κανονιστικού χαρακτήρα διοικητικών πράξεων.
Έτσι, η προαναφερόμενη παροχή προς τους διατελέσαντας βοηθούς γενικούς διευθυντές είναι εκούσια (οικειοθελής). Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι το Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης αύξησε τις αποδοχές εκείνων που διετέλεσαν γενικοί διευθυντές ή βοηθοί γενικοί διευθυντές, επιδιώκοντας να ασφαλίσει την επάνοδό τους στη θέση τους μετά τη λήξη της θητείας τους για να επωφεληθεί της εμπειρίας τους.
Διότι ναι μεν, σύμφωνα με το Π.Δ. 59/1985, οι εν λόγω υπάλληλοι επανέρχονται στη θέση τους, πλην όμως δεν είναι βέβαιο ότι οι ίδιοι θα θελήσουν να επανέλθουν και να παραμείνουν στην προηγούμενη θέση τους με τις αντίστοιχες αποδοχές του ισχύοντος μισθολογίου, αφού, λόγω της εμπειρίας και των γνώσεων, που απέκτησαν ως διευθυντικά στελέχη ενός μεγάλου Οργανισμού, θα ήταν δυνατό με πολύ μεγαλύτερο μισθό να απορροφηθούν από άλλες επιχειρήσεις του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα.
Έτσι, κατέστη αναγκαίο να θεσπισθούν μισθολογικά κίνητρα για να παραμείνουν οι προαναφερόμενοι στην Υπηρεσία με την τροποποίηση του ισχύοντος μισθολογίου. Στη συνέχεια το Εφετείο κατέληξε ότι οι αναιρεσείοντες, που δεν υπηρέτησαν στη θέση του βοηθού γενικού διευθυντή, στερούνται σχετικής εμπειρίας συγκριτικά με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι άσκησαν τέτοια καθήκοντα και δεν ανακύπτει θέμα αδικαιολόγητης εξαιρέσεώς τους από τη ρύθμιση που ισχύει για τους αποκτήσαντας την εμπειρία αυτή, η οποία κρίνεται σημαντική.
Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη από 4-7-1997 αγωγή αυτών, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι η ευνοϊκότερη μεταχείριση των ως άνω συναδέλφων των αναιρεσειόντων οφείλεται στη σημαντική εμπειρία αυτών, την οποία απέκτησαν κατά την άσκηση καθηκόντων βοηθού γενικού διευθυντή, η δε εμπειρία αυτή κρίνεται απρόσωπα και αντικειμενικά για όλο το προσωπικό της αναιρεσίβλητης, που υπηρέτησε σε τέτοια θέση και συνεπώς, πρόκειται περί ρυθμίσεως δυο διαφόρων και όχι ομοίων κατηγοριών προσωπικού.
Επομένως, ο πρώτος λόγος του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώθηκε με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επίσης, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αιτιολογίες. Τέλος, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο των προαναφερομένων διατάξεων, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της αποκτήσεως από τους διατελέσαντος βοηθοί γενικοί διευθυντές ως άνω συναδέλφους των αναιρεσειόντων σημαντικής εμπειρίας κατά την άσκηση απ' αυτούς των σχετικών καθηκόντων τους, ώστε να δικαιολογείται η διαφοροποίηση των αυξημένων αποδοχών τους και η εξαίρεση αυτών από τη ρύθμιση της εν λόγω εκούσιας μισθολογικής παροχής, μολονότι οι τελευταίοι προσέφεραν κάτω από τις ίδιες συνθήκες την ίδια με εκείνους μετά την επάνοδό τους στην προηγούμενη θέση τους εργασία.
Επομένως, ο δεύτερος, κατά τα δεύτερο και τρίτο μέρη του, λόγος του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., όπως συμπληρώθηκε με τον τέταρτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.
αιτιώνται το Εφετείο για μη λήψη υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του των ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προταθέντων ισχυρισμών τους, κατά τους οποίους οι ίδιοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία διοικητικών υπαλλήλων με τους ως άνω συναδέλφους τους, που διετέλεσαν βοηθοί γενικοί διευθυντές, μετά την επάνοδο των τελευταίων στην προηγούμενη θέση τους, καθόσον έχουν τα ίδια τυπικά προσόντα, εκτελούν τα ίδια καθήκοντα της θέσης και του βαθμού τους (προϊσταμένου υπηρεσίας) και υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, ενόψει των ως άνω παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος τους ανωτέρω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων με την κρίση του ότι οι αναιρεσείοντες δεν ανήκουν στην ίδια κατηγορία με τους εν λόγω συναδέλφους τους, λόγω της σημαντικής εμπειρίας, που απέκτησαν εκείνοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ως βοηθών γενικών διευθυντών, παρά το γεγονός ότι οι αναιρεσείοντες προσφέρουν την ίδια εργασία με τους συναδέλφους τους που άσκησαν καθήκοντα βοηθού γενικού διευθυντού και επανήλθαν στην προηγούμενη θέση τους.
Με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την από 29-5-1996 έγγραφη εισήγηση του γενικού διευθυντή προς το ΔΣ του ΟΣΕ, χωρίς να γίνει επίκλησή της από την αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της, που υπέβαλε ενώπιον αυτού.
Από τα προσκομιζόμενα όμως διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου και το ανωτέρω έγγραφο, γεγονός το οποίο συνάγεται από τη διαλαμβανόμενη στη 10η σελίδα των προτάσεων αυτής φράση "βλέπε την εισήγηση προς το ΔΣ του ΟΣΕ της 29-5-1996" και εκείνη που αναφέρεται στο τέλος της 14ης σελίδας των προτάσεών της "προσάγομε και επικαλούμεθα και τα ακόλουθα έγγραφα....", ήτοι η αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο εκτός από τα προαναφερόμενα (ανωτέρω εισήγηση) και τα μνημονευόμενα στο συγκεκριμένο σημείο των προτάσεών της λοιπά έγγραφα.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Για τους λόγους αυτούς
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-7-2004 αίτηση των .... και .... για αναίρεση της υπ' αριθ. 6194/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2007
.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ