Legislator Case Law & Legislation
474/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against labor court decision, remanding case for retrial due to procedural defects.

Case Number 474/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a First Instance Court decision in a labor dispute involving five companies and an individual. The appellants argued that the lower court erred in its assessment of witness credibility and failed to properly examine the validity of their claims. The court found that while some arguments were inadmissible, others regarding the overall judgment required a new trial because the original court composition was invalid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 580 of the Code of Civil Procedure: An appeal is partially admissible when specific grounds are valid but others are inadmissible, necessitating a remand for retrial if the original court composition was legally flawed.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal admissibility witness credibility court composition remand for retrial procedural defect legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 474 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 474/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", 2.Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", 3.Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", 4.Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε." (πρώην "... Ε.Ε."), και 5.της ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύουν στη ... Αττικής και εκπροσωπούνται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μπούζα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Σ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Ευαγγελοδήμου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 671/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 1931/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες εταιρείες με την από 29-8-2023 αίτησή τους και τους από 24-10-2023 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση α) η από 29-8-2023 και με αριθμ.εκθ.καταθ.6777/681/30-8-2023 αίτηση αναίρεσης, όπως αυτή διορθώθηκε παραδεκτά, ως προς την επωνυμία της πέμπτης αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας, από το εσφαλμένο "..." στο ορθό "..." και β) οι, με ίδιο δικόγραφο, το από 24-10-2023 με αριθ. εκθ.καταθ.150/26-10-2023, ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι της, που στρέφονται κατά της με αριθμό 1931/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Με την υπό κρίση αναίρεση και τους πρόσθετους λόγους της προσβάλλεται η με αριθ. 1931/12-4-2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, επί της από 8-2-2022 με αριθ.καταθ.11134/688/11-2-2022 έφεσης, όπως αυτή διευρύνθηκε με τους από 2-3-2022 με αριθμ.καταθ. 1709/276/3-3-2022 πρόσθετους λόγους, των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών, πέντε εταιριών, κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια ειδική διαδικασία, με αριθ. 671/2021, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την ανωτέρω έφεση, όπως αυτή διευρύνθηκε με τους πρόσθετους λόγους της, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Με την τελευταία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είχε δεχθεί εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 9-6-2020 με αριθμ.καταθ.47339/ 1183/2020 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, κατά την κύρια βάση της, και είχε αναγνωρίσει ότι οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες πέντε εταιρίες, ως συμβαλλόμενες συνεργοδότριές του στην ένδικη, από 7-9-2009, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, του οφείλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον η καθεμία, το συνολικό ποσό των 146.352,97 ευρώ (για αμοιβή και αποζημίωση υπερεργασίας, κατ' εξαίρεση υπερωρίας χωρίς καταβολή νόμιμης αμοιβής και προσαύξησης, οκτάωρης αλλά και υπερωριακής εργασίας ημέρες Σαββάτου, κατά παράβαση της πενθήμερης εργασίας χωρίς καταβολή νόμιμης αμοιβής και προσαύξησης, για τα έτη 2014, 2015, 2016 και 2017, για επίδομα κάλυψης εξόδων κατοικίας των μηνών από Αύγουστο έως και Δεκέμβριο του 2016, δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-1-2017 έως 30-9-2017, επίδομα εορτών Πάσχα, αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων και επίδομα αδείας, του έτους 2017) νομιμοτόκως, μετά από ουσιαστική απόρριψη των ενστάσεων των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών, εκ του άρθρου 416 ΑΚ, και της πενταετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του έτους 2014, κατά παραδοχή της, εκ των άρθρων 261 παρ.1 και 263 εδ.

β'ΑΚ, αντένστασης του αντιδίκου τους περί διακοπής της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και από τη δημοσίευση της τελευταίας (12-4-2023) μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (30-8-2023), δεν παρήλθε διετία (άρθ. 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Επίσης, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά, με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 26 Οκτωβρίου 2023 και επίδοσή του στις 27-10-2023 στον αναιρεσίβλητο, όπως προκύπτει από την με αριθμό ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Γ.

Δ., ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (άρθ. 569 παρ.2 του ΚΠολΔ). Επομένως, οι διαλαμβανόμενοι στα άνω δικόγραφα, που ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ), λόγοι αναίρεσης πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, εκτός των απαιτουμένων κατά τα άρθρα 118 έως 120 ιδίου Κώδικα στοιχείων, και τους λόγους της έφεσης. Ως λόγοι της έφεσης νοούνται οι αποδιδόμενες στην εκκαλουμένη απόφαση πλημμέλειες και ελλείψεις, συνιστάμενες, ως επί των πλείστων, σε νομικά ή/και πραγματικά σφάλματα του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου και σπανιότερα σε παραδρομές του ιδίου του εκκαλούντος, δεκτικές συμπλήρωσης.

Οι λόγοι της έφεσης πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια, ώστε να διαγράφονται επακριβώς τα σφάλματα και οι ελλείψεις που αποδίδονται στην εκκαλουμένη απόφαση και να δικαιολογούν, κατά το αίτημα της έφεσης, την εξαφάνιση ή μεταρρύθμισή της, ούτως ώστε να παρέχεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η δυνατότητα να κρίνει για τη βασιμότητα αυτών, αλλά και ο εφεσίβλητος να μπορεί να τους αντικρούσει.

Η αοριστία των λόγων της έφεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε να αναπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα, έστω και της ίδιας δίκης. Οι αόριστοι λόγοι έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (ΑΠ 308/2020, ΑΠ 574/2018, ΑΠ 1130/2015, ΑΠ 1709/2013, ΑΠ 864/2010, ΑΠ 1537/2006).

Ειδικότερα, ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής είτε προτείνεται το πρώτον, είτε επαναφέρεται ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με λόγο έφεσης, ή με τις προτάσεις, δεν αρκεί να διαλαμβάνει απλώς ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που ήσαν απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων ελλείψεων στερείται ο εναγόμενος της δυνατότητας ν' αμυνθεί και το δικαστήριο της δυνατότητας να διαγνώσει τη νομική βασιμότητα της αγωγής (ΑΠ 308/2020, ΑΠ 524/2002).

Περαιτέρω, το κατά τα άρθρο 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β του ΚΠολΔ ορισμένο της αγωγής ελέγχεται από το περιεχόμενο του σχετικού δικογράφου και για να ιδρυθεί σχετικός λόγος αναίρεσης, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ και μάλιστα ανεξαρτήτως του είδους της επικαλούμενης αοριστίας (νομικής, ποσοτικής ή ποιοτικής), καθότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, να είχε προταθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο και να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση (ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ 919/2023, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 1002/2017).

Κατά δε άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648, 651,653 και 655 του ΑΚ, για να είναι ορισμένη η αγωγή απασχολούμενου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μισθωτού, με την οποία ζητείται η επιδίκαση αμοιβής και αποζημίωσης για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, θα πρέπει ν' αναφέρεται η εργασιακή σχέση, οι νόμιμες ή καταβαλλόμενες αποδοχές βάσει των οποίων θα υπολογισθεί το ωρομίσθιο (ΑΠ 274/2023, ΑΠ 1003/2018) και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και ημερήσιας απασχόλησης, προκειμένου να είναι δυνατόν να διακριβωθεί ποια περίπτωση υπέρβασης του νομίμου ωραρίου συντρέχει, δηλαδή υπερεργασία, νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, ή κατ' εξαίρεση υπερωρία, ενόψει και του διαφορετικού τρόπου αμοιβής των μορφών αυτών υπέρβασης του νομίμου ωραρίου (ΑΠ 274/2023, ΑΠ 684/2017, ΑΠ 53/2015).

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (Ολ ΑΠ 18/1998, ΑΠ 274/2023, ΑΠ 142/2021, ΑΠ 111/2020).

Αντιθέτως, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 142/2021) και ελέγχονται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμ. 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 274/2023, ΑΠ 707/2022, ΑΠ 142/2021, ΑΠ 935/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, στην από 9-6-2020 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ... αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών- κατά την κύρια βάση της που έγινε δεκτή και ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο- εξέθετε ότι με την από 7-9-2009 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκε από τις εναγόμενες πέντε εταιρίες, νομίμως εκπροσωπούμενες, προκειμένου να εργαστεί, αρχικά ως εκπαιδευόμενος εργοδηγός και από την 1-1-2011 ως εργοδηγός στα τεχνικά έργα που αυτές αναλάμβαναν, απασχολούμενος με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης και με ωράριο οκτώ (8) ωρών ημερησίως, αντί των συμφωνημένων μηνιαίων αποδοχών, ποσού 1.550 ευρώ από την 1-1-2014 έως και 31-12-2014 και 1.800 ευρώ από την 1-1-2015 και εντεύθεν, πλέον των εξόδων μίσθωσης κατοικίας, ευθυνομένων των εναγομένων έναντί του για την καταβολή των αποδοχών του αλληλεγγύως και εις ολόκληρον η κάθε μία, τόσο κατά το νόμο, όσο και κατά τη μεταξύ τους σύμβαση.

Ότι το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως και 30-9-2017 εργάστηκε πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως και των σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως, τις ειδικά αναφερόμενες ώρες ημερησίως και εβδομαδιαίως, πραγματοποιώντας την εκτιθέμενη στο δικόγραφο υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρία, περιλαμβανομένων στην τελευταία και των δύο ωρών κάθε εργάσιμης ημέρας, πριν και μετά τη λήξη της εργασίας του ως εργοδηγού, για τη μεταφορά με αυτοκίνητο των εργαζομένων από τον τόπο διαμονής τους στον τόπο των εργοταξίων μετ' επιστροφής, χωρίς να του καταβληθεί η νόμιμη αμοιβή και προσαύξηση.

Ότι επίσης παρείχε οκτάωρη και υπερωριακή εργασία, κατά παράβαση του πενθημέρου, καθ' όλα τα Σάββατα της ως άνω περιόδου, απασχοληθείς επί δεκάωρο κάθε Σάββατο, χωρίς να του καταβληθούν για την εργασία του αυτή οι νόμιμες αμοιβές και προσαυξήσεις, καθόσον οι εναγόμενες από την 1-1-2014 έως και 31-12-2016 του κατέβαλαν, και μάλιστα τμηματικά, μόνο τις βασικές αποδοχές του.

Ότι, επιπλέον, οι εναγόμενες, του οφείλουν το επίδομα κάλυψης εξόδων κατοικίας των μηνών από Αύγουστο έως και Δεκέμβριο του 2016, τις δεδουλευμένες αποδοχές του του χρονικού διαστήματος από 1-1-2017 έως 30-9-2017, το επίδομα εορτών Πάσχα του 2017, την αναλογία εορτών Χριστουγέννων του 2017, την άδεια και το επίδομα αδείας του ιδίου έτους, ως και αποζημίωση για μη χορηγηθείσα άδεια 12 ημερών για καθένα των ετών 2014, 2015 και 2016.

Ότι ειδικότερα, για το συνολικό επίδικο χρονικό διάστημα της εργασιακής του σχέσης, που έληξε στις 30-9-2017 με την οικειοθελή του αποχώρηση, οι εναγόμενες του οφείλουν (επιπλέον των βασικών του αποδοχών που του κατέβαλαν): α) 16.200 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές του διαστήματος από 1-1-2007 έως 30-9-2017, 4.760,44 ευρώ για επιδόματα εορτών, αδείας και άδεια του έτους 2017 και 4.200 ευρώ για επίδομα κάλυψης εξόδων κατοικίας, ποσού 300 ευρώ μηνιαίως, ήτοι συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες 25.160,64 ευρώ β) 11.540,20 ευρώ, ως αμοιβή για υπερεργασία γ) 88.479 ευρώ, ως αμοιβή και αποζημίωση για κατ' εξαίρεση υπερωρία και δ) 22.042,22 ευρώ, για αμοιβή και νόμιμες προσαυξήσεις για οκτάωρη και υπερωριακή εργασία την ημέρα του Σαββάτου, για τα έτη 2014, 2015, 2016 και για το διάστημα από 1-1-2017 έως 30-9-2017 και ε) 2.472 ευρώ ως αποζημίωση για μη χορηγηθείσα άδεια 12 ημερών, τα έτη 2014, 2015 και 2016, ήτοι συνολικά 149.694,06 ευρώ.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων, επικαλούμενος την ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και τις σχετικές με τις ένδικες απαιτήσεις του διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας ζήτησε, μετά παραδεκτό περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες του οφείλουν να του καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον η κάθε μία το ποσό των 149.694,06 ευρώ, για τις παραπάνω αιτίες, νομιμοτόκως.

Επί της αγωγή αυτής, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 671/2021 οριστική απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της ως προς την αιτούμενη καταβολή αποδοχών μη ληφθείσας αδείας των ετών 2014-2016 ποσού 2.472 ευρώ, την έκρινε κατά λοιπά ορισμένη την κύρια βάση της, παρά τον περί του αντιθέτου, παραδεκτώς προβληθέντα, ισχυρισμό των εναγομένων.

Ειδικότερα, οι εναγόμενες με τις από 11-10-2021 έγγραφες προτάσεις τους, που κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, υπό το στοιχείο Γ' τούτων, είχαν προτείνει ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, λόγω 1) της μη έκθεσης περιστατικών για τη θεμελίωση της παθητικής νομιμοποίησης τους και την εις ολόκληρον ευθύνης τους 2) της μη αναφοράς του συμφωνημένου μηνιαίου μισθού του ενάγοντος των, προγενέστερων του επιδίκου χρονικού διαστήματος, ετών 2011, 2012 και 2013 και 3) της μη αναφοράς των τόπων διαμονής του ενάγοντος και των εργαζομένων και της απόστασης αυτών από τα αναφερόμενα στην αγωγή εργοτάξια, ως απαιτούμενων στοιχείων για το ορισμένο της αξίωσής του για αμοιβή και αποζημίωση της κατ' εξαίρεση υπερωρίας δύο ωρών κάθε εργάσιμη ημέρα το επίδικο χρονικό διάστημα για τη μεταφορά των εργαζομένων από τον ίδιο με αυτοκίνητο από τον τόπο διαμονής τους στον τόπο εργασία τους και αντίθετα.

Ακολούθως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την ανωτέρω απόφασή του δέχθηκε την αγωγή κατά την κύρια βάση της κατ' ουσίαν, κατά το μέρος που την έκρινε επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενες ήδη αναιρεσειούσες εταιρίες οφείλουν να καταβάλουν εις ολόκληρον η κάθε μία στον ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 146.352,97 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις.

Κατά της πρωτόδικης απόφασης οι εναγόμενες ήδη αναιρεσείουσες εταιρίες, άσκησαν την από 8-2-2022 με αριθ.καταθ.... έφεση και τους από 2-3-2022 με αριθμ.καταθ.... πρόσθετους λόγους αυτής. Με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους επανέφεραν τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό τους περί αοριστίας της αγωγής, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη και απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης ως αβάσιμο, ως και την έφεση στο σύνολό της, επικυρώνοντας στο σύνολό της την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας το λόγο έφεσής τους με τον οποίο επανέφεραν τον, και πρωτοδίκως απορριφθέντα, ισχυρισμό τους για αοριστία της αγωγής του αντιδίκου τους ως προς μέρος της αξίωσης αμοιβής και αποζημίωσης για κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση και δη των δύο ωρών κάθε εργάσιμης ημέρας του επιδίκου χρονικού διαστήματος από 1-1-2014 έως 30-9-2017 για την μεταφορά των εργαζομένων από τον ίδιο με αυτοκίνητο, από τον τόπο διαμονής τους στα εργοτάξια και αντίθετα, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, καθόσον η αγωγή κατά το μέρος τούτο ήταν αόριστη, διότι δεν προσδιοριζόταν επαρκώς η σχετική αξίωση.

Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή ως προς το προαναφερόμενο μέρος της αξίωσης του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου για αμοιβή και αποζημίωση της κατ' εξαίρεση υπερωριακής του απασχόλησης είναι αρκούντως ορισμένη, καθόσον στο δικόγραφό της αναφέρονται, όπως απαιτείται, σύμφωνα με τη σκέψη που προηγήθηκε, η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, οι καταβαλλόμενες στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο αποδοχές το επίδικο χρονικό διάστημα για τον υπολογισμό του ωρομισθίου και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και ημερήσιας απασχόλησής του, με αναφορά, ως προς την υπερωριακή εργασία του, συγκεκριμένων ωρών κατά ημέρα και κατά εβδομάδα και δη με ειδικό προσδιορισμό των επιδίκων δύο ωρών κάθε εργάσιμης ημέρας που αυτός απασχολήθηκε, πριν και μετά τη λήξη της εργασίας του ως εργοδηγός, για τη μεταφορά των εργαζομένων με αυτοκίνητο από τον τόπο διαμονής τους στον τόπο εργασίας τους και αντίθετα.

Έτσι, η κατά τα άνω αναφορά των θεμελιωτικών της ασκουμένης αξίωσης πραγματικών περιστατικών, ανταποκρίνεται στην απαιτουμένη από τη διάταξη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ " ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς" και αφού με τον τρόπο αυτό εξυπηρετείται ο επιδιωκόμενος από τις προαναφερόμενες διατάξεις σκοπός, της παροχής, δηλαδή, της δυνατότητας, στο μεν δικαστήριο να ερευνήσει τη νομική βασιμότητα της αγωγικής αυτής αξίωσης, στις δε εναγόμενες, ήδη αναιρεσείουσες, να αμυνθούν ικανοποιητικώς.

Πέραν των ανωτέρω στοιχείων, που αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο, δεν απαιτείτο επιπρόσθετα, για την εξειδίκευση και τον προσδιορισμό της επικαλούμενης υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου για τη μεταφορά του προσωπικού προς και από τον τόπο εργασίας τους, να αναφέρονται και οι συγκεκριμένοι τόποι διαμονής του ιδίου και των εργαζομένων και η απόστασή τους από τον τόπο των εργοταξίων, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως ορισμένη την αγωγή κατά το μέρος τούτο, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου αυτής λόγω (ποσοτικής) αοριστίας της εκ της ελλείψεως αναφοράς και των προαναφερόμενων στοιχείων.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την ίδια πλημμέλεια, επικαλούμενες αοριστία της αγωγής, διότι δεν ιστορείται στο δικόγραφό της πότε έγιναν οι αναφερόμενες εκ μέρους τους καταβολές στον αντίδικό τους με τις οποίες εξοφλήθηκαν οι βασικές αποδοχές του, ποιες είναι αυτές οι βασικές αποδοχές του, και ποιών μηνών των ετών 2014 και 2015 οι αποδοχές του εξοφλήθηκαν με τις καταβολές τους.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι πρωτίστως απαράδεκτος, καθόσον τον επικαλούμενο λόγο αοριστίας της ένδικης αγωγής, κατά τα προαναφερόμενα, δεν τον πρότειναν οι εναγόμενες-αναιρεσείουσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και συνακόλουθα δεν επανέφεραν με λόγο της έφεσής τους, όπως αυτή διευρύνθηκε με τους πρόσθετους λόγους της, επί της οποίας εκδόθηκε η πρσβαλλόμενη απόφαση, όπως ισχυρίζονται, αλλά το πρώτον τον προτείνουν με τον κρινόμενο λόγο αναίρεσης, απαραδέκτως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, σύμφωνα με την κυριαρχική εκτίμηση των δικογράφων τους από το δικαστήριο αυτό, δηλαδή σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην απόφασή του ως ιστορικό και αίτημα της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Τέλος, λόγος αναίρεσης, όπου η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά επί του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης απορρίπτεται ως αλυσιτελής (ΑΠ 271/2023, ΑΠ 952/2019). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατ' ευθεία παραβίαση των διατάξεων άρθρων 261 και 263 ΑΚ, έκρινε βάσιμη την αντένσταση του αναιρεσίβλητου περί διακοπής της, προταθείσας κατ' ένταση από τις ίδιες, πενταετούς (κατ' άρθρον 250 παρ.6 ΑΚ) παραγραφής των επιδίκων αξιώσεών του του έτους 2014, με την επίδοση στις 24-12-2019 της προγενέστερης, με αριθμ.

καταθ...., αγωγής του, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε με την ένδικη, από 9-6-2020, αγωγή του, ενώ δεν υφίσταται ταυτότητα της νομικής και ιστορικής αιτίας των δύο αγωγών. Ειδικότερα οι αναιρεσείουσες επικαλούνται ότι- όπως ισχυρίστηκαν και με σχετικό λόγο της έφεσής τους, αρνούμενες, όπως και πρωτοδίκως, τη βασιμότητα της ανωτέρω αντένστασης του αντιδίκου τους-δεν υφίσταται η, απαιτούμενη για την εφαρμογή των άνω διατάξεων, ταυτότητα νομικής και ιστορικής αιτίας των δύο αγωγών διότι:

α) η προγενέστερη, με αριθμ. κατ...., αγωγή του ενάγοντος ήδη αναιρεσιβλήτου δεν είχε επικουρική βάση, ενώ στην ένδικη αγωγή του προσέθεσε επικουρική βάση, με την οποία ενάγει κάθε μία τούτων διακριτά, για διαφορετική σχέση, περίοδο, διάρκεια και αιτία και ζητά να υποχρεωθεί η πρώτη να του καταβάλει το ποσό των 15.718,56 ευρώ, η δεύτερη το ποσό των 2.458,18 ευρώ, η τρίτη το ποσό των 9.692,46 ευρώ, η τέταρτη το ποσό των 9.157,15 ευρώ και η πέμπτη το ποσό των 111.314,30 ευρώ και β) με την προγενέστερη, με αριθμ.

κατ. ..., αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ζητούσε να υποχρεωθούν αυτές να του καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον το συνολικό ποσό των 155.512,32 ευρώ, ενώ με την ένδικη αγωγή, κατά την κύρια βάση της, ζητά να υποχρεωθούν οι ίδιες να του καταβάλουν εις ολόκληρον η κάθε μία το συνολικό ποσό των 149.694,06 ευρώ.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, έτσι διατυπωμένος, ακόμη και αληθής υποτιθέμενος κατά το περιεχόμενό του, είναι αλυσιτελής, καθόσον η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά επί του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Ειδικότερα, η αναφερόμενη διαφορετική ιστορική και νομική αιτία των δύο αγωγών, αφορά στην προσθήκη της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής, η οποία δεν περιλαμβανόταν στην προγενέστερη, με αριθμ.

καταθ. ..., αγωγή του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου. Η επικουρική όμως βάση της κρινόμενης αγωγής δεν ερευνήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον με αυτή, μετά από απόρριψη της έφεσης μετά πρόσθετων λόγων, των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών εταιριών, επικυρώθηκε η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 671/2021 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχτεί εν μέρει την αγωγή κατά την κύρια βάση της και δεν είχε ερευνήσει την επικουρική της βάση.

Έτσι, η επικαλούμενη, με το πρώτο σκέλος του υπό κρίση λόγου, πλημμέλεια, σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται την απόρριψη της, εκ των άρθρων 261 παρ.1 και 263 εδ. β'ΑΚ, αντέντασης του αναιρεσίβλητου περί διακοπής της προταθείσας, από τις αναιρεσείουσες, πενταετούς παραγραφής των επιδίκων αξιώσεών του, του έτους 2014, και συνακόλουθα στην, κατά παραδοχή της παραγραφής αυτής, ανατροπή του πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης περί της βασιμότητας των αντίστοιχων ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου.

Κατά το δεύτερο σκέλος του ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον μόνο η αναφερόμενη αξίωση με την προγενέστερη αγωγή του αναιρεσιβλήτου μεγαλύτερου συνολικού ποσού εις ολόκληρον από τις εναγόμενες-αναιρεσείουσες, από αυτό που ο ίδιος αξιώνει συνολικά με την ένδικη αγωγή του, κατά την κύρια βάση της, εις ολόκληρον από αυτές, δεν διαφοροποιεί την νομική και ιστορική βάση των δύο αγωγών και δη ως προς τις επιμέρους επίδικες αξιώσεις του έτους 2014, όπως εσφαλμένως, υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες.

Επομένως, με την επίκλησή της δεν θεμελιώνεται η αποδιδόμενη με τον ανωτέρω λόγο, στην προσβαλλόμενη απόφαση, εκ του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 42/2002 ΑΠ 9/2023, ΑΠ 194/2020).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 1770/2022, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 249/2020).

Περαιτέρω, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, του άρθρου 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν αρκεί η προσκομιδή εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, αλλά πρέπει να γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτού με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε (ΑΠ 1429/2021, ΑΠ 549/2018), κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και όχι με την προσθήκη των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου, εκτός εάν προσκομίζεται για την αντίκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, που προβλήθηκαν για πρώτη φορά από τον αντίδικό του, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (αρθ. 529 παρ.1 εδ.

α' ΚΠολΔ, 524 § 1 εδ. β' και 591 § 1 εδ. γ' έως στ' ΚΠολΔ,), (ΑΠ 935/2023, ΑΠ 1381/2019, 759/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ'του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, ως αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της ένδικης αγωγής, τα παρακάτω έγγραφα που προσκόμισαν ως εναγόμενες-εφεσίβλητες προς ανταπόδειξη της αγωγής με νόμιμη επίκληση, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα:

α) τις από 1-2-2013 έγγραφες ενυπόγραφες ατομικές συμβάσεις εργασίας που κάθε μία τούτων συνήψε με τον ενάγοντα-εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο, για την πρόσληψή του, από κάθε μία τους διακριτώς, ως εργατοτεχνίτης με συμφωνημένο μικτό ημερομίσθιο 40 ευρώ β) το βιβλίο με τα ημερήσια δελτία απασχολούμενου προσωπικού του έργου "Κατασκευή αποχέτευσης ακαθάρτων εννέα οικισμών εντός της λεκάνης απορροής της λίμνης Ν.Πλαστήρα", με τις υπογραφές του αντιδίκου τους ως εργαζόμενου εργατοτεχνίτη του έργου, από τα οποία προκύπτει η πρόσληψη και η εργασία του με την ανωτέρω ειδικότητα γ) τις υπ' αριθμ.

πρωτ.... και ... βεβαιώσεις του Δημάρχου Μουζακίου για την κακοκαιρία που επικράτησε στην περιοχή της ... τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2017, από τις οποίες προκύπτει η παρεμπόδιση, λόγω καιρού, της εργασίας του αντιδίκου τους στο τεχνικό έργο της περιοχής τους ανωτέρω δύο, επίδικους, μήνες δ) την απόδειξη πληρωμής των αποδοχών του αντιδίκου μηνός Μαίου 2014 από την πέμπτη τούτων με αντίστοιχα αποδεικτικά υποβολής περιοδικής δήλωσης προς το ΙΚΑ/ΕΦΚΑ, καθώς και τις υπόλοιπες αποδείξεις πληρωμής του από κάθε μία τούτων με τα αντίστοιχα αποδεικτικά υποβολής περιοδικής δήλωσης (προς το ΙΚΑ/ΕΦΚΑ), από όπου προκύπτει η ειδικότητα του εργατοτεχνίτη με την οποία αυτός εργαζόταν το επίδικο χρονικό διάστημα και το ημερομίσθιο που ελάμβανε, ε) το Δελτίου Ελέγχου του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας για τον διενεργηθέντα στις 27-4-2015 έλεγχο του έργου της ...

και τις υπεύθυνες δηλώσεις των απασχολούμενων στο έργο αυτό, από που προκύπτει ότι, λόγων των κακών καιρικών συνθηκών, δεν εκτελούνταν εργασίες στο έργο αυτό ούτε και εργάζονταν εκεί υπερωριακά οι εργαζόμενοι, και εάν το Εφετείο ελάμβανε υπόψη του τα ανωτέρω έγγραφα θα κατέληγε σε αντίθετη ουσιαστική κρίση.

Ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης, καθό μέρος αφορά στα υπό το στοιχείο ε' έγγραφα-ως αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμος, καθόσον, από την παραδεκτή επισκόπηση των από 5-4-2022 προτάσεων των αναιρεσειουσών επί της εφέσεώς τους και επί των προσθέτων λόγων αυτής, που κατατέθηκαν στις 5-4-2022 ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες δεν επικαλέστηκαν και δεν προσκόμισαν τα ανωτέρω έγγραφα με τις προτάσεις τους αυτές μέχρι τη συζήτηση, στις 5-4-2022, της έφεσής τους, όπως αυτή διευρύνθηκε με τους πρόσθετους λόγους της.

Τα συγκεκριμένα έγγραφα (το Δελτίο Ελέγχου του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας για τον διενεργηθέντα στις 27-4-2015 έλεγχο του έργου της ... και τις υπεύθυνες δηλώσεις, από 8-5-2015, των εργαζομένων στο έργο αυτό), το πρώτον τα επικαλέστηκαν και τα προσκόμισαν οι αναιρεσείουσες, ως σχετικά με στοιχεία Γ, Δ, Ε, ΣΤ και Ζ, µε την από 8-4-2022 προσθήκη - αντίκρουση των άνω προτάσεών τους επί των προσθέτων λόγων της έφεσής τους, που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 8-4-2022, δηλαδή µετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, χωρίς μάλιστα να επικαλούνται ότι τα έγγραφα αυτά τα προσκομίζουν προς αντίκρουση αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου τους, που προτάθηκε το πρώτον με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου.

Συνεπώς, η επίκληση των εν λόγω εγγράφων ως αποδεικτικών μέσων δεν είναι νόμιμη, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες και απαιτείται, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.11 γ'του ΚΠολΔ, στην αναιρετική πλημμέλεια της οποίας αφορά ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης. Αναφορικά με τα λοιπά αναφερόμενα στον λόγο αυτό έγγραφα (τα υπό τα στοιχ.α'έως και δ'), τόσο από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (αρθ.561 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπου ρητά αναφέρεται (6ο φύλλο πίσω σελίδα) ότι για το αποδεικτικό της πόρισμα το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις περιλαμβανόμενες στα ταυτάριθμα με την πρωτοβάθμια απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, τις νόμιμα επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα ειδικώς αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία συνεκτίμησε και αξιολόγησε, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όσο και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, την ανάλυση και το σχολιασμό των αποδείξεων, στον οποίο το Εφετείο προβαίνει για να αιτιολογήσει το πόρισμά του, αλλά και από το εν γένει περιεχόμενο του αιτιολογικού της, όπου, μεταξύ άλλων, γίνεται αναφορά στις από 1-2-2013 ατομικές συμβάσεις εργασίας του αναιρεσίβλητου με κάθε μία των αναιρεσειουσών, στα εκκαθαριστικά της μισθοδοσίας του και στην καταβολή από τις ίδιες χαμηλότερων ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ-ΕΦΚΑ, εμφανίζοντάς τον ως εργατοτεχνίτη (7ο φύλλο πίσω σελίδα), δεν καταλείπεται αμφιβολία και καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του ως αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω έγγραφα, εξάγοντας το αποδεικτικό του πόρισμα ότι, από τον συνδυασμό αυτών προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αποδεικνυόταν η βασιμότητα της ένδικης αγωγής, όπως αυτή είχε γίνει δεκτή εν μέρει κατ' ουσία από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του αναγνώρισε ότι οι εναγόμενες-αναιρεσείουσες, ως αντισυμβαλλόμενες του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου συνεργοδότριές του, στην από 7-9-2009 ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, του οφείλουν εις ολόκληρον οι κάθε μία το ποσό των 146.352,97 ευρώ, νομιμοτόκως.

Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και από ποια προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα, και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς, εκ του γεγονότος της μη ρητής αναφοράς ορισμένων εξ αυτών, να συνάγεται ότι δεν προσέδωσε σ' αυτά τη δέουσα αποδεικτική δύναμη, ούτε είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την κρίση του για την αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία, την οποία προσέδωσε σε ένα έκαστο των προαναφερόμενων ισοδυνάμων αποδεικτικών μέσων, τα οποία εκτίμησε ελεύθερα και κυριαρχικά (αρθ.340 ΚΠολΔ).

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.11γ' του ΚΠολΔ και ο ερευνώμενος λόγος, κατά το άνω μέρος του, είναι αβάσιμος. Με τον τέταρτο λόγο των πρόσθετων λόγων της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την, ίδια ως άνω, (εκ του άρθρου 559 αριθ.11γ' ΚΠολΔ), αναιρετική πλημμέλεια, και επικαλούνται ότι στα πλαίσια λόγου της έφεσής τους, αρνούμενες, όπως και πρωτοδίκως, την κατάρτιση της ένδικης, από 7-9-2009, σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη τούτων ετερόρρυθμες εταιρίες, ισχυρίστηκαν ότι κατά το χρόνο εκείνο, δεν εκπροσωπούνταν νομίμως οι δεύτερη και τέταρτη από τον Γ.

Γ.. και η τρίτη από τον Π. Γ.., όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά όλες εκπροσωπούνταν νομίμως από την διαχειρίστριά τους Α. χήρα Χ. Γ.., και προς ανταπόδειξη του περί του αντιθέτου αγωγικού ισχυρισμού, προσκόμισαν με επίκληση, με τις από 5-4-2022 προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, τα σχετικά ιδιωτικά συμφωνητικά συστάσεώς τους και τροποποιήσεως τούτων ως και τα στοιχεία δημοσιότητας της Υπηρεσίας ΓΕΜΗ (ως σχετ.

αρ.137 έως 159). Ότι από τα έγγραφα αυτά προκύπτει η ανωτέρω επικαλούμενη νόμιμη εκπροσώπησή τους κατά τον κρίσιμο χρόνο, το Εφετείο όμως δεν τα έλαβε υπόψη του, ενώ ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως προς την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και από τις ίδιες (δεύτερη, τρίτη και τέταρτη αναιρεσείουσες), και εξ αυτής ενέχονται έναντι του αντιδίκου τους ως αντισυμβαλλόμενες εργοδότριές του για την καταβολή, εις ολόκληρον, μετά των λοιπών συνεναγομένων τους, του επιδικαζόμενου ποσού.

Από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ): α) των από 11-10-2021 προτάσεων των αναιρεσειουσών ως εναγομένων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και β) των από 5-4-2022 προτάσεων τους ως εκκαλουσών επί της 8-2-2022 έφεσής τους ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες αρνήθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης μεταξύ αυτών και του αναιρεσίβλητου και με τον πέμπτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγω της έφεσής τους και με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη τούτων, ετερόρρυθμες εταιρίες, ισχυρίστηκαν ότι κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης δεν εκπροσωπούνταν νομίμως από τους Π.

και Γ. Γ., ο πρώτος δεν ήταν διαχειριστής της τρίτης και ο δεύτερος δεν ήταν διαχειριστής της δεύτερης και τέταρτης τούτων, όπως δέχθηκε εσφαλμένως η εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, αλλά όλες τότε εκπροσωπούνταν νομίμως από την διαχειρίστριά τους Α. χήρα Χ. Γ.. Για την βασιμότητα του ανωτέρω αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού τους με τις έγγραφες προτάσεις τους οι ανωτέρω εκκαλούσες και ήδη αναιρεσείουσες ανταποδεικτικά προσκόμισαν με επίκληση ως σχετικά τα υπό τους αριθμούς από 137 έως και 159 έγγραφα, ιδιωτικά συμφωνητικά σύστασής τους και τροποποίησης αυτών, που κατατέθηκαν στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών και τα στοιχεία δημοσιότητας της Υπηρεσίας ΓΕΜΗ και ειδικότερα: 137.Τα στοιχεία δημοσιότητας της Υπηρεσίας ΓΕΜΗ για την δεύτερη αναιρεσείουσα ετερόρρυθμη εταιρία, 138.

Το από Ιουλίου 2000 συμφωνητικό που καταχωρήθηκε στα βιβλία των εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμ. ..., 139. Το από 15-3-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό που κατατέθηκε στα βιβλία των εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμ. ..., 140. Το από 27-1-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό που κατατέθηκε στα βιβλία των εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμ. ....

Το από 14-2-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό που κατατέθηκε στα βιβλία των εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμ. ..., 142. Την με αριθμ. πρωτ. ... Ανακοίνωση-Βεβαίωση του Προέδρου του ΕΒΕΑ, 143. Το από 8-2-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό (σελ.2 αυτού) που καταχωρίσθηκε στο ΓΕΜΗ με κωδικό αρ.καταχώρισης ..., 144. Τα στοιχεία δημοσιότητας της Υπηρεσίας ΓΕΜΗ για την τρίτη αναιρεσείουσα ετερόρρυθμη εταιρία, 145.

Το από 21-10-2002 συμφωνητικό που καταχωρήθηκε στα βιβλία των εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμ. ..., 146. Το από 15-3-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό που κατατέθηκε στα βιβλία των εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμ. ..., 147. Το από 20-12-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό που κατατέθηκε στα βιβλία των εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμ. ..., 148.

Το από 27-12-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό που κατατέθηκε στα βιβλία των εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμ. ..., 149. Το από 28-1-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό που κατατέθηκε στα βιβλία των εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμ. ..., 150. Την με αριθμ. πρωτ. ... Ανακοίνωση-Βεβαίωση του Προέδρου του ΕΒΕΑ, 151. Το από 8-2-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό (σελ.3 αυτού) που καταχωρίστηκε στο ΓΕΜΗ με κωδικό αριθμό καταχώρισης ..., 152.

Τα στοιχεία δημοσιότητας της Υπηρεσίας ΓΕΜΗ για την τέταρτη αναιρεσείουσα ετερρόρυθμη εταιρία, 153. Το από 11 Ιουλίου 2000 συμφωνητικό που καταχωρήθηκε στα βιβλία των εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμ. ..., 154. Το από 14-12-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό που κατατέθηκε στα βιβλία των εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμ. ..., 155.

Το από 17-12-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό που κατατέθηκε στα βιβλία των εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμ. ..., 156. Το από 27-12-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό που κατατέθηκε στα βιβλία των εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμ. ..., 157. Το από 20-1-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό που κατατέθηκε στα βιβλία των εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμ. ..., 158.

Την υπ' αριθμ. ... Ανακοίνωση-Βεβαίωση του Προέδρου του ΕΒΕΑ με το από 28-5-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό που κατατέθηκε στο ΓΕΜΗ με αριθμ. ΚΑΚ ... και 159. Το από 8-2-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταχωρίστηκε στο ΓΕΜΗ με κωδικό καταχώρισης ... με την υπ' αριθμ. ... Ανακοίνωση του ΓΕΜΗ, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι προαναφερόμενες αναιρεσείουσες με τις έγγραφες προτάσεις τους και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

Από την επισκόπηση, δε, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι γίνεται μνεία ότι ελήφθησαν υπόψη- (εκτός από τα λοιπά αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα)- όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, με τις προτάσεις τους, καθώς και τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά, για πρώτη φορά, στην κατ' έφεση δίκη, κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ, καθόσον δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο ότι η μη προσκόμισή τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια (αρθ.529 παρ.2 ΚΠολΔ) ως και ότι: "(......) αποδεικνύονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο ενάγων προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 7-9-2009 από τους Π. και Γ. Γ., συμφερόντων των οποίων είναι άπασες οι εναγόμενες εταιρίες και συγκεκριμένα ο μεν πρώτος είναι (...) διαχειριστής της τρίτης εναγομένης και ο δεύτερος είναι διαχειριστής της δεύτερης εναγομένης και διαχειριστής της τέταρτης εναγομένης (...) προκειμένου να απασχοληθεί ως εκπαιδευόμενος εργοδηγός αρχικά και από 1-1-2011 ως εργοδηγός στα έργα που εκτελούσαν όλες οι εναγόμενες (...)".

Πλην όμως από αυτό, αλλά από όλο το περιεχόμενο, της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο, αλλά αντίθετα καταλείπονται αμφιβολίες για το αν το πιο πάνω δικαστήριο της ουσίας, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος ότι η από 7-9-2009 ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος-εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσιβλήτου και των δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των εναγομένων-εκκαλουσών και ήδη αναιρεσειουσών ετερορρύθμων εταιριών, εκπροσωπουμένων αυτών νομίμως από τους διαχειριστές τους, Π.

Γ.. η τρίτη και Γ. Γ.. οι δεύτερη και τέταρτη, και ενεχόμενων και αυτών έναντι του ενάγοντος ως συνεργοδοτριών του, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, για την καταβολή των ποσών που του επιδικάστηκαν για τις προαναφερόμενες αιτίες, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα προαναφερθέντα έγγραφα, που οι ανωτέρω ως εκκαλούσες-εναγόμενες είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει στο Εφετείο, προς ανταπόδειξη του σχετικού αγωγικού ισχυρισμού, και που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Συνακόλουθα είναι βάσιμος ο ως άνω τέταρτος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 648 του Α.Κ., με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό. Επί σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ο μισθωτής της εργασίας (εργοδότης) είναι συνήθως, αλλά όχι πάντοτε, ο κύριος της επιχείρησης προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της οποίας συνάπτεται η σύμβαση. (ΑΠ 1123/2022, ΑΠ 792/2014).

Κατά δε το άρθρο δε 480 του Α.Κ. " αν περισσότεροι οφείλουν διαιρετή παροχή ή αν περισσότεροι έχουν δικαίωμα σε διαιρετή παροχή, σε περίπτωση αμφιβολίας, κάθε οφειλέτης έχει την υποχρέωση να καταβάλει και κάθε δανειστής έχει το δικαίωμα να λάβει ίσο μέρος ", ενώ κατά το επόμενο άρθρο 481 του ιδίου κώδικα " η οφειλή εις ολόκληρο υπάρχει όταν σε περίπτωση περισσότερων οφειλετών της ίδιας της παροχής καθένας απ` αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μία φορά ".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για την ύπαρξη ενοχής εις ολόκληρο πρέπει η απαίτηση εκάστου των πλειόνων συνδανειστών ή η υποχρέωση εκάστου των πλειόνων συνοφειλετών να αφορά την αυτή παροχή, προσθέτως δε οι πλείονες ενοχές (απαιτήσεις ή υποχρεώσεις), που αφορούν τους συνδανειστές ή συνοφειλέτες να έχουν μεταξύ τους κάποια καθολική συνδετική σχέση, να συνδέονται δηλαδή με τον αυτό κοινό σκοπό και τον αυτό γενεσιουργό λόγο.

Με τις πιο πάνω ρυθμίσεις, ο νομοθέτης καθιερώνει, ως κανόνα, στις πολυπρόσωπες ενοχές, που αφορούν διαιρετές παροχές, την κατ' ισομοιρία ευθύνη και δικαίωμα αντίστοιχα, ενώ την εις ολόκληρον ενοχή και ειδικότερα την παθητική εις ολόκληρον ενοχή αναγνωρίζει μόνο όταν αυτή συνιστάται με αναμφίβολη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων ή καθιερώνεται ευθέως από το νόμο.

Ειδικότερα, όσον αφορά τη σύμβαση ως γενεσιουργό λόγο της παθητικής εις ολόκληρον ενοχής, θα πρέπει από τη σύμβαση να συνάγεται σαφώς ότι εσκοπείτο η εις ολόκληρον υποχρέωση όλων, διότι, σε περίπτωση αμφιβολίας, εάν δηλαδή δεν συνάγεται κάτι άλλο, ισχύει ο κανόνας του άρθρου 480 του Α.Κ., ήτοι γεννώνται πλείονες υποχρεώσεις κατ' ίσο μέρος, για κάθε οφειλέτη.

Οι διατάξεις των ανωτέρω άρθρων του Α.Κ. εμπεριέχουν συνεπώς ενδοτικό δίκαιο και δεν έχουν αναγκαστικό χαρακτήρα. Επομένως, δυνάμει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, οι συμβαλλόμενοι δύνανται να διαμορφώσουν την πολυπρόσωπη ενοχική τους σχέση και τις απορρέουσες από αυτήν ειδικότερες ενοχές, ελευθέρως.

Τα ως άνω ευρίσκουν εφαρμογή και στο πεδίο του εργατικού δικαίου, επί των ατομικών εργασιακών σχέσεων, όπου, βάσει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι δυνατή η ύπαρξη σχέσης εργασίας με περισσότερες επί μέρους εταιρείες, που απασχολούν το μισθωτό, ως συνεργοδότριες και ευθύνονται απέναντί του εις ολόκληρον, για την πληρωμή του μισθού του, εφόσον τούτο συνάγεται σαφώς από τη μεταξύ των συμβαλλομένων μερών συμφωνία, τούτο δε συνήθως συμβαίνει, στις περιπτώσεις ιδίως εταιριών, που ενώ είναι αυτοτελή νομικά πρόσωπα, συνδέονται μεταξύ τους με κοινά οικονομικά συμφέροντα, κοινή διεύθυνση και έδρα, κοινή οικονομική πολιτική και χρηματοδότηση, κ.λπ. (Α.Π. 1123/2022, ΑΠ 413/2017, Α.Π. 454/2006).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005 (ΦΕΚ Α 210/19.8.2005) με έναρξη ισχύος 1.10.2005 (άρθρο 15 Ν. 3385/2005) και όπως οι παράγραφοι 1,3 και 5 αντικαταστάθηκαν και πάλι με την παρ. 10 του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010 (ΦΕΚ Α 115/15.7.2010) με έναρξη ισχύος 15-7-2010 (άρθρο 76 ν. 3863/2010) και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο [πριν την τροποποίηση των παραγράφων 3 και 5 του ως άνω άρθρου (4) και της προσθήκης παραγράφου 6 σ' αυτό με το άρθρο 58 του Ν. 4808/2021 (ΦΕΚ Α 101/19.6.2021)] ορίζονται τα εξής: "1.

Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι τοις εκατό (20%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης.

Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης.

Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%).

Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%) 4.Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ' εξαίρεση υπερωρία. 5.

Για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ογδόντα τοις εκατό (80%)". Από, δε, το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με εκείνες του άρθρου 1 του ν.436/1976 για τις υπερωρίες και του άρθρου μόνου του ν.133/1976 με το οποίο κυρώθηκε το άρθρο 6 της από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε, που ορίζει ότι η υπέρβαση του νόμιμου ημερησίου ωραρίου (ήτοι του οκταώρου) κατά μία ώρα ημερησίως δεν λογίζεται ως υπερωρία, για όσες επιχειρήσεις εφαρμόζουν το σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, προκύπτει ότι υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, το ανώτατο νόμιμο ημερήσιο ωράριο είναι εννέα (9) ώρες και υπερεργασία θεωρείται η απασχόληση στις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος, πέραν των σαράντα (40) ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα (9 ώρες ημερησίως) και απόκειται στην κρίση του εργοδότη, ενώ, δεν συμψηφίζεται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης.

Για τις ώρες υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η), ο εργαζόμενος δικαιούται το "καταβαλλόμενο" ωρομίσθιο με προσαύξηση 20%. Υπερωρία, ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, θεωρείται η απασχόληση πέραν των 45 ωρών την εβδομάδα ή πέραν των 9 ωρών την ημέρα. Για κάθε ώρα υπερωρίας, για την οποία δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις, ήτοι για κάθε ώρα "κατ' εξαίρεση" υπερωρίας (παράνομης υπερωρίας), ως άνω, ο εργαζόμενος δικαιούται "αποζημίωση", ευθέως από το νόμο (χωρίς πλέον να συνδέεται η ως άνω απαίτηση με αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως όριζε προηγουμένως η διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 του Ν. 435/1976, βλ.

ΑΠ 232/2018, ΑΠ 314/2017, ΑΠ 671/2016), ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 80% (ΑΠ 1115/2020, ΑΠ 822/2020). Η εργασία, δε, του μισθωτού, κατά την Κυριακή ή το Σάββατο ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, αν στην τελευταία περίπτωση δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης (ΑΠ 1752/2022, ΑΠ 667/2019, ΑΠ 1412/2018) που είναι το οκτάωρο (ΑΠ 1752/2022, ΑΠ 288/2018, ΑΠ 1371/2017, ΑΠ 1004/2017).

Ειδικά, όμως, το Σάββατο, επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της υπερεργασίας και συναριθμείται με την εργασία των άλλων εργάσιμων ημερών της εβδομάδας, αν η ημέρα ανάπαυσης του εργαζομένου καθορίζεται σε άλλη ημέρα της εβδομάδας με ατομική συμφωνία, κατά το άρθρο 42 παρ.5 του Ν. 1892/1990, ως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 1957/1991 (ΑΠ 1752/2022, ΑΠ 1004/2017, ΑΠ 6/2012, ΑΠ 1404/2009).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους -αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1123/2022, Α.Π. 317/2022, Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ 764/2021, ΑΠ 50/2020).

Ο αναιρετικός αυτός λόγος επίσης δεν ιδρύεται όταν η ανεπάρκεια ή αντίφαση εντοπίζεται μεταξύ της μείζονος και της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 1139/2022, ΑΠ 745/2019, ΑΠ 254/2018). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον, και υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 49/2022, ΑΠ 814/2021, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 319/2017).

Με τους τρίτο και πέμπτο λόγους της αίτησης αναίρεσης και με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και πέμπτο πρόσθετους λόγους αυτής, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επικαλούμενες ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων 480, 481, 648, 651, 652, 653 ΑΚ και τις προαναφερόμενες διατάξεις περί υπερεργασίας, κατ' εξαίρεση υπερωρίας και εργασίας τα Σάββατα ως έκτης ημέρας υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, τις οποίες εφάρμοσε, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του τις αναφερόμενες αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών.

Ειδικότερα, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες ως προς υπολογισμό της υπερωριακής απασχόλησης του αναιρεσίβλητου καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το κρίσιμο ζήτημα της κατ' εξαίρεση υπερωριακής του απασχόλησης και της αντίστοιχης αμοιβής και αποζημίωσης κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και ζητούν την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το κεφάλαιο αυτό.

Για τον ανωτέρω, τρίτο, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσίβλητος, με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, επικαλείται απαράδεκτο αυτού, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειουσών κατά τη συζήτησή του, λόγω της μεταγενέστερης της άσκησης της αναίρεσης επίδοσης, στις 30-10-2023, προς τις ίδιες, της από 23-10-2023 εξώδικης δήλωσής του ότι δεν προτίθεται να διεκδικήσει το ποσό των 87.505 ευρώ, που του επιδικάστηκε τελεσίδικα για την κατ' εξαίρεση υπερωριακή του απασχόληση, παρά μόνο το ποσό των 34.738,20 ευρώ, που πράγματι του οφείλεται για την αιτία αυτή, παραιτούμενος ως προς την προκύπτουσα διαφορά κάθε δικαιώματός του που απορρέει από την προσβαλλομένη και την πρωτόδικη απόφαση.

Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσίβλητου, και αληθών υποτιθεμένων των ιστορούμενων πραγματικών περιστατικών, είναι νομικά αβάσιμος. Και τούτο διότι, κατά περιστατικά αυτά, οι αναιρεσείουσες ως ηττηθείσες διάδικοι, δεν αποδέχθηκαν την προσβαλλόμενη, ούτε την πρωτόδικη, απόφαση κατά το προαναφερόμενο μέρος, ώστε να τίθεται ζήτημα απαραδέκτου του λόγου αυτού της αναίρεσης, ελλείψει εννόμου συμφέροντός τους για τη συζήτηση του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 68, 73 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2008, ΑΠ 1261/2023, ΑΠ 958/2021, ΑΠ 1474/2019).

Αντίθετα, στα πλαίσια του ανωτέρω λόγου, οι αναιρεσείουσες ζητούν την αναίρεση της εκδοθείσας εις βάρος τους απόφασης στο σύνολο του προσβαλλομένου κεφαλαίου της, της αμοιβής και αποζημίωσης της κατ' εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης του αντιδίκου τους κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, και τούτο επαναλαμβάνουν και, μεταγενέστερα της ανωτέρω εξώδικης δήλωσής του, με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

Μόνη δε η μονομερής αυτή εξώδικη δήλωση του αναιρεσίβλητου, η οποία μάλιστα αφορά σε μέρος του ίδιου κεφαλαίου και όχι στο σύνολό του, δεν επιφέρει τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, ούτε επάγεται τις ίδιες έννομες συνέπειες με τον εξώδικο συμβιβασμό των διαδίκων μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει ο αναιρεσίβλητος, και συνακόλουθα δεν αίρει το έννομο συμφέρον των αναιρεσειουσών για τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης παραδεκτά ερευνάται, με αποδιδόμενη με αυτόν πλημμέλεια, στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως και με τους προαναφερόμενους λοιπούς λόγους αναίρεσης, την εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "..Ο ενάγων [ήδη αναιρεσίβλητος] προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 7.9.2009 από τους Π.

και Γ. Γ., συμφερόντων των οποίων είναι άπασες οι εναγόμενες εταιρίες και συγκεκριμένα ο μεν πρώτος είναι πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της πρώτης εναγομένης και διαχειριστής της τρίτης εναγομένης και ο δεύτερος είναι διαχειριστής της δεύτερης εναγομένης, διαχειριστής της τέταρτης εναγομένης και πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της πέμπτης εναγομένης, προκειμένου να απασχοληθεί ως εκπαιδευόμενος εργοδηγός αρχικά και από 1-1-2011 ως εργοδηγός στα έργα που εκτελούσαν όλες οι εναγόμενες [ήδη αναιρεσείουσες], οι οποίες εκμεταλλεύονται εργοληπτικές κατασκευαστικές επιχειρήσεις και αναλαμβάνουν κατά κύριο λόγο την εκτέλεση δημοσίων έργων σε διάφορες περιοχές της χώρας.

Η πρόσληψη του ενάγοντα έγινε με σκοπό να απασχοληθεί ταυτόχρονα σε όλες τις εναγόμενες ανάλογα με τις ανάγκες που παρουσιάζονταν κατά καιρούς, καθώς συνήθως αναλάμβανε την εκτέλεση ενός δημοσίου έργου ως ανάδοχος η μία εξ αυτών και κυρίως η πρώτη και πέμπτη των εναγομένων και οι λοιπές ή μία εξ αυτών αναλάμβαναν την εκτέλεση επιμέρους τμημάτων του ίδιου έργου ως υπεργολάβοι αυτών.

Τα ανωτέρω προκύπτουν με σαφήνεια από τις προσκομιζόμενες ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων εργατών και εργατοτεχνιτών των εναγομένων, οι οποίοι καταθέτουν μετά λόγου γνώσης, καθώς εργάζονται μαζί με τον ενάγοντα στα συνεργεία εκτέλεσης έργων και οι οποίοι δηλώνουν ότι δεν γνώριζαν κάθε φορά για ποια εταιρεία συγκεκριμένα εργάζονταν, εφόσον εντολές λάμβαναν πάντα από τους ως άνω νομίμους εκπροσώπους τους Π.

και Γ. Γ.. Το γεγονός δε ότι οι εναγόμενες είχαν τα αυτά επιχειρηματικό και οικονομικά συμφέροντα, κοινή έδρα, κοινή δραστηριοποίηση στον τομέα των δημοσίων έργων αναλαμβάνοντας την εκτέλεση παραπλήσιων ή και των ίδιων έργων, κυρίως ύδρευσης, άρδευσης και αποχέτευσης, δεν αντικρούονται με συγκεκριμένο τρόπο από τις εναγόμενες, αλλά επιβεβαιώνεται η πρόθεση των ανωτέρω νομίμων εκπροσώπων τους να απασχολούν τον ενάγοντα ταυτόχρονα σε όλες τις εταιρίες τους από το γεγονός ότι στη συνέχεια και δη την 1-2-2013 υπογράφηκαν οι προσκομιζόμενες ατομικές συμβάσεις εργασίας του ενάγοντα με κάθε μία από τις εναγόμενες εταιρίες.

Συνεπώς, εργοδότριές του τυγχάνουν άπασες οι εναγόμενες ταυτόχρονα για όλο το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε σε αυτές. Το αντικείμενο δε της εργασίας του ήταν εργοδηγός, όπως καταθέτει τόσο η μάρτυρας αδελφή του, που εξετάστηκε στο ακροατήριο, όσο και οι συνάδελφοί του στις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις τους, παρά το γεγονός ότι οι εναγόμενες εργοδότριές τους τον δήλωναν ως εργατοτεχνίτη και έτσι αναφερόταν στις υπογραφείσες μεταξύ των μερών συμβάσεις εργασίας του, αλλά και στα εκκαθαριστικά μισθοδοσίας του, προφανώς προκειμένου να αιτιολογείται η δηλωθείσα χαμηλότερη αμοιβή του και η καταβολή χαμηλότερων ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ-ΕΦΚΑ, πρακτική που όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των συναδέλφων του ακολουθείτο από τις εναγόμενες και για άλλους εργαζομένους τους.

Η δε κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και αναφέρει ότι ο ενάγων απασχολείτο ως εργατοτεχνίτης και αμειβόταν ανάλογα, δεν κρίνεται πειστική, καθότι τυγχάνει εργαζόμενος των εναγομένων και λόγω της εργασιακής του αυτής εξάρτησης δεν μπορεί να καταθέτει ανεπηρέαστα.

Περαιτέρω ο ενάγων συμφωνήθηκε να απασχολείται 5 ημέρες και 40 ώρες εβδομαδιαία με μικτό μηνιαίο μισθό 1550 ευρώ για το έτος 2014 και 1800 ευρώ από 1-1-2015 πλέον ποσού 200€ για τα έτη 2014 και 2015 που αντιστοιχούσε σε έξοδα μίσθωσης και συντήρησης καταλύματος κατά την εργασία του εκτός Αττικής, ποσό που από 1-1-2016 διαμορφώθηκε στα 300€ μηνιαίως, γεγονός που καταθέτει στο ακροατήριο μετά λόγου γνώσης η μάρτυρας αδελφή του, που συνοικούσε μαζί του, ενώ δεν είναι δυνατό να γνωρίζει επακριβώς ο μάρτυρας των εναγομένων ο οποίος ως εργοδηγός ή και προϊστάμενος εργοδηγών δεν μπορεί να είναι ενήμερος για τις οικονομικές συμφωνίες των εργαζομένων με τις εργοδότριές εταιρείες.

Μετά ταύτα, οι λόγοι έφεσης και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης με τους οποίους οι εκκαλούσες ισχυρίζονται τα αντίθετα περί ειδικότητας του ενάγοντος, της αμοιβής του, την πρόσληψη και τον τρόπο εργασίας του πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επίσης ο ισχυρισμός των εκκαλουσών διά του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου έφεσης ότι η εκκαλουμένη δεν έκρινε αν η από 7-9-2009 σύμβαση του ενάγοντος ήταν γραπτή ή προφορική και δεν αιτιολόγησε το λόγο της σύναψης την 1-2-2013, ατομικών συμβάσεων εργασίας με εκάστη των εναγομένων εταιριών στις οποίες αναφέρεται ότι προσλήφθηκε ως εργατοτεχνίτης με ημερομίσθιο 40€, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον για την κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας δεν απαιτείται ορισμένος τύπος δικαιοπραξίας εκτός αν ορίζεται διαφορετικά εκ του νόμου, περίπτωση που δεν ισχύει στην υπό κρίση υπόθεση καθόσον πρόκειται για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που υπογράφησαν με εκάστη εκ των εναγομένων εταιριών στις οποίες και εργαζόταν ο ενάγων ταυτόχρονα, ως ανωτέρω αποδείχθηκε.

Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων απασχολείτο κατά μέσο όρο κατά τους θερινούς μήνες από Μάιο έως Οκτώβριο από τις 7 το πρωί έως τις 7 το απόγευμα και κατά τους λοιπούς χειμερινούς μήνες, οπότε και σκοτείνιαζε νωρίτερα, από τις 7 το πρωί έως τις 5 το απόγευμα, καθώς και τα Σάββατα από τις 7 το πρωί έως τις 5 το απόγευμα, εργασιακή τακτική που εφάρμοζαν όπως αποδείχθηκε στους εργαζομένους τους.

Επίσης, ως εργοδηγός, που είχε την επιστασία των έργων που του είχαν ανατεθεί, έπρεπε τις καθημερινές να ξεκινήσει μία ώρα νωρίτερα από την οικία του προκειμένου να παραλάβει τους εργάτες του συνεργείου του από τα καταλύματά τους και να τους μεταφέρει στο έργο με ημιφορτηγό των εναγομένων, όπως και να τους επιστρέφει μετά το πέρας της εργασίας τους καθημερινά.

Η ως άνω απασχόλησή του ήταν καθημερινή και σταθερή, καθότι ακόμα και τις ημέρες που δεν εργαζόταν στα εργοτάξια των εναγομένων στην επαρχία, ήτοι στον ..., στη ..., στη ..., απασχολείτο σε έργα κυρίως κατασκευής και συντήρησης των δικτύων της ΕΥΔΑΠ εντός του νομού Αττικής. Οι εναγόμενες όμως αφενός δήλωναν ότι ο ενάγων απασχολούνταν λιγότερες ημέρες κάθε μήνα και αναλόγως κατέβαλαν μειωμένες ασφαλιστικές εισφορές, αφετέρου δε, καθυστερούσαν την καταβολή των αποδοχών του για μεγάλα χρονικό διαστήματα ήδη από το έτος 2014 και για το λόγο αυτό ο ενάγων αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του στις 30-9-2017.

Όλες οι εναγόμενες κατέβαλαν ατάκτως επιμέρους ποσά έναντι των δεδουλευμένων αποδοχών του ενάγοντα, όπως και οι ίδιες συνομολογούν με τις προτάσεις τους. Το γεγονός ότι δούλευε σε καθημερινή βάση, ενώ οι εναγόμενες εργοδότριες του δήλωναν ότι εργαζόταν λιγότερες ημέρες κάθε μήνα, προκύπτει από την κατάθεση της μάρτυρα αδελφής του ενάγοντα η οποία συνοικούσε μαζί του που εξετάστηκε στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με τις ένορκες βεβαιώσεις των λοιπών μαρτύρων συναδέλφων του, οι οποίοι άπαντες έχουν προσωπική αντίληψη για το εργασιακό καθεστώς των εναγομένων, απορριπτομένου του ισχυρισμού περί τα αντιθέτου με τον ενδέκατο λόγο έφεσης ως αβάσιμου.

Επίσης αποδείχθηκε ότι εργαζόταν και κατά τις ημέρες της κακοκαιρίας τον Ιανουάριο 2017 και τον Φεβρουάριο 2017 στο έργο της ... με αντικείμενο της συντήρηση των μηχανημάτων που βρίσκονταν εκεί, απορριπτομένου ως αβασίμου του τρίτου πρόσθετου λόγου έφεσης με τον οποίο οι εκκαλούσες ισχυρίζονται ότι δεν εργάστηκε λόγω κακοκαιρίας σε έργο δε, που είχε ήδη ολοκληρωθεί.

Ο ενάγων για το έτος 2014 εργάστηκε για 50 εβδομάδες καθώς έλαβε άδεια αναψυχής δύο εβδομάδων και πραγματοποίησε 250 ώρες υπερεργασία και 1250 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρία, ενώ απασχολήθηκε 50 Σάββατα ως έκτη ημέρα της εβδομάδας χωρίς να λαμβάνει άλλη ημέρα ανάπαυσης εντός της εβδομάδας για 10 ώρες κάθε Σάββατο.

Για τους λόγους αυτούς του οφείλεται το ποσό των 30.727,20€ (1550 X 0,006 + 20%Χ 250 ώρες υπερεργασία +1550 X 0,006 +80% X 1250 ώρες υπερωρία + 1550 X 0,006 = 30% X 8 ώρες X 50 Σάββατα + 1550 X 0,006 + 30% + 80% X 2 ώρες X 50 Σάββατα αλλά πρέπει να του επιδικαστεί το έλλασον αιτηθέν με την αγωγή του ποσό των 29.921,20€ ήτοι (2.790 +20.925 + 4.030 + 2.176,20). Πρέπει να σημειωθεί δε, ότι ο ενάγων είχε ασκήσει την προγενέστερη από 28-11-2019 αγωγή του (αριθ.

κατάθ. ...) κατά των ήδη εναγομένων εταιριών, η οποία επιδόθηκε στις εναγόμενες όπως προκύπτει από τις με αριθμούς ... και ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Α., όπως άλλωστε συνομολογούν και οι εκκαλούσες στον πέμπτο πρόσθετο λόγο έφεσής τους. Η υπό κρίση από 9-6-2020 αγωγή (αριθ.

κατάθ. ...) που κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 15-7-2020 με την οποία ο ενάγων παραιτήθηκε του δικογράφου της ως άνω προγενέστερης αγωγής του, ερείδεται στην ίδια νομική και ιστορική βάση ήτοι στις διατάξεις περί σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και επικουρικά στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, συνεπώς η παραγραφή της αξίωσης του έτους 2014 είχε διακοπεί με την επίδοση της πρώτης, του αυτού περιεχομένου αγωγής, στις 28-11-2019.

Επομένως, ο πέμπτος πρόσθετος λόγος έφεσης με τον οποίο οι εκκαλούσες ισχυρίζονται ότι η άσκηση της προγενέστερης αγωγής, η οποία τους επιδόθηκε την 24-12-2019 και από την οποία ο ενάγων παραιτήθηκε με την υπό κρίση αγωγή του 2020, ερείδεται σε διαφορετική νομική και ιστορική βάση και δεν διέκοψε την παραγραφή των αξιώσεων του έτους 2014, πρέπει κατά τα προαναφερθέντα να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο ενάγων για το έτος 2015 εργάστηκε για 50 εβδομάδες καθώς έλαβε άδεια αναψυχής δύο εβδομάδων και πραγματοποίησε 250 ώρες υπερεργασία και 1250 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρία, ενώ απασχολήθηκε 50 Σάββατα ως έκτη ημέρα της εβδομάδας χωρίς να λαμβάνει άλλη ημέρα ανάπαυσης εντός της εβδομάδας για 10 ώρες κάθε Σάββατο.

Για τους λόγους αυτούς του οφείλεται το ποσό των 35.683,20 € (1800 X 0,006 + 20%Χ 250 ώρες υπερεργασία +1800 X 0,006 +80% X 1250 ώρες υπερωρία + 1800 X 0,006 = 30% X 8 ώρες X 50 Σάββατα +1800 X 0,006 + 30% + 80% X 2 ώρες X 50 Σάββατα, αλλά πρέπει να του επιδικαστεί το έλλασον αιτηθέν με την αγωγή του ποσό των 34.747,20 € ήτοι (3.240 + 24.300 + 4680 + 2.527,20). Περαιτέρω, για το έτος 2016 ο ενάγων εργάστηκε 50 εβδομάδες καθώς έλαβε άδεια αναψυχής δύο εβδομάδων, κατά τις οποίες πραγματοποίησε 250 ώρες (5 ώρες X 50 εβδομάδες) υπερεργασία και 1250 ώρες (5 ώρες X 5 ημέρες X 50 εβδομάδες) κατ' εξαίρεση υπερωρία, ενώ απασχολήθηκε 50 Σάββατα ως έκτη ημέρα της εβδομάδας χωρίς να λαμβάνει άλλη ημέρα ανάπαυσης εντός της εβδομάδας για 10 ώρες κάθε Σάββατο.

Για τους λόγους αυτούς του οφείλεται το ποσό των 35.683,20 € (1800 X 0,006 + 20%Χ 250 ώρες υπερεργασία +1800 X 0,006 +80% X 1250 ώρες υπερωρία + 1800 X 0,006 + 30% X 8 ώρες X 50 Σάββατα + 1800 X 0,006 + 30% + 80% X 2 ώρες X 50 Σάββατα, αλλά πρέπει να του επιδικαστεί το έλλασον αιτηθέν με την αγωγή του ποσό των 34.747,20€ ήτοι (3.240 + 24.300 + 4680 + 2.527,20). Στη συνέχεια για το έτος 2017 πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα το ποσό των 16.200,00€ (1800 X 9 μήνες) για δεδουλευμένες αποδοχές χρονικού διαστήματος από 1-1-2017 έως 30-9-2017, πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας ποσού 2.959,20€ (1800: 2 επίδομα Πάσχα + 1800: 2 επίδομα αδείας + 1800: 25 X 2 X 8,05 19 ημέρες αναλογία δώρου Χριστουγέννων για χρονική περίοδο από 1-5-2017 έως 30-9-2017) ήτοι συνολικά το ποσό των 19.159,20€ (16.200 + 2.959,20) για τις ως άνω αιτίες. Επιπλέον για το έτος 2017 εργάστηκε για 37 εβδομάδες καθώς έλαβε άδεια αναψυχής δύο εβδομάδων και πραγματοποίησε 185 ώρες (5 ώρες X 37 εβδομάδες) υπερεργασία και 925 (5 ώρες X 5 ημέρες X 37 εβδομάδες) ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρία, ενώ απασχολήθηκε 37 Σάββατα ως έκτη ημέρα της εβδομάδας χωρίς να λαμβάνει άλλη ημέρα ανάπαυσης εντός της εβδομάδας για 10 ώρες κάθε Σάββατο.

Για τους λόγους αυτούς του οφείλεται το ποσό των 26.405,57€ (1800 X 0,006 + 20%Χ 185 ώρες υπερεργασία +1800 X 0,006 +80% X 925 ώρες υπερωρία + 1800 X 0,006 Χ 30% X 8 ώρες X 37 Σάββατα + 1800 X 0,006 + 30% + 80% X 2 ώρες X 37 Σάββατα, αλλά πρέπει να του επιδικαστεί το έλλασον αιτηθέν με την αγωγή του ποσό των 26.278,17€ ήτοι (2.270,20 + 17.982 + 4.155,84 + 1.870,13). Τέλος αναφορικά με το επίδομα κάλυψης εξόδων κατοικίας στην επαρχία ύψους 300€, παροχή τη συμφωνία της οποίας συνομολογούν οι εναγόμενες με τις προτάσεις τους, αποδείχθηκε ότι του οφείλεται από τον Αύγουστο έως τον Δεκέμβριο του έτους 2016, καθώς τότε ολοκληρώθηκε η πρώτη φάση του έργου κατασκευής αποχέτευσης ακαθάρτων εννέα οικισμών εντός της λεκάνης απορροής της ..., το οποίο είχε αναλάβει ως ανάδοχος η πέμπτη εναγομένη και όπου απασχολείτο ο ενάγων. Επομένως, δεν απαιτείτο η παραμονή του τελευταίου στην περιοχή αυτή, καθώς η επόμενη φάση του έργου δεν θα ξεκινούσε άμεσα, αλλά θα έπρεπε να ενταχθεί σε νέο πρόγραμμα χρηματοδότησης, όπως προκύπτει από τη με αριθμό πρωτοκόλλου ... βεβαίωση του Τμήματος Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου ....

Συνεπώς, για την αίτια αυτή του οφείλεται το ποσό των 1.500 ευρώ (300 X 5 μήνες) και συνολικά οι εναγόμενες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον εκάστη του οφείλουν το ποσό των 146.352,97€ (29.921,20 + 34.747,20 + 34.747,20 +19.159,20 + 26.278,17 + 1500). Στην προκειμένη περίπτωση οι εναγόμενες-εκκαλούσες υπέβαλαν παραδεκτώς με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα της εκκαλουμένης απόφασης πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένσταση εξόφλησης των σχετικών ως άνω απαιτήσεων του ενάγοντος, που την εξειδίκευσαν με τις ειδικά αναφερόμενες στις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις τους, στις οποίες ανέφεραν τις μηνιαίες για τη συγκεκριμένες αιτίες χρηματικές παροχές τους προς τον ενάγοντα αντίστοιχα, επικαλούμενες τα προσκομιζόμενα με επίκληση εμβάσματα προς τον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος χρονικού διαστήματος 11/2015 έως 3/2018.

Στα ανωτέρω εμβάσματα, αναγράφονται τμηματικές καταβολές που καταβάλλονταν "έναντι μισθοδοσίας" στον ενάγοντα, χωρίς να διαλαμβάνονται τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία χωριστά, ήτοι για αμοιβή παροχή υπερωριακής εργασίας κατά τις καθημερινές, τα Σάββατα, τις Κυριακές κλπ., ώστε με τον τρόπο αυτόν να είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος της βασιμότητάς τους.

Συνακόλουθα, σύμφωνα με την προεκτεθείσα ανωτέρω σχετική νομική σκέψη, αυτά δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη για την απόδειξη της εξόφλησης των επίδικων απαιτήσεων του ενάγοντος απορριπτομένου του σχετικού τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου έφεσης ως αβασίμου. Περαιτέρω, ο ενάγων δεν αμφισβητεί την εξόφληση των απαιτήσεών του για την οκτάωρη εργασία του μέχρι και τον Δεκέμβριο του έτους 2016, συνεπώς, εκ των προαναφερθέντων προκύπτει κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ότι εκκαλούσες εξακολουθούν να οφείλουν στον ενάγοντα τα ως άνω αναφερθέντα ποσά.

Επίσης διά του εβδόμου λόγου έφεσης οι εκκαλούσες ισχυρίζονται ότι η αγωγή στερείται παθητικής νομιμοποίησης διότι ο ενάγων δεν εργάστηκε σε αυτές όλο το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα καθόσον για συνολικά 142 ημέρες, εργάστηκε σε τρίτες μη διαδίκους εταιρίες και συγκεκριμένα στην εταιρεία " ... ΕΕ" και ήδη "...

Ε.Ε." και στην εταιρεία "... Ε.Ε." και ήδη "... Ε.Ε.". Όπως προκύπτει από το σύνολο της δικογραφίας οι αμέσως ως άνω αναφερθείσες μη διάδικοι εταιρείες, αποτελούν επίσης εταιρείες συμφερόντων των αδελφών Γ., στις οποίες επίσης εργαζόταν ο ενάγων έχοντας υπογράψει όπως ισχυρίζεται συμβάσεις εργασίας και με αυτές, γεγονότα που δεν αρνούνται οι εκκαλούσες.

Συνεπώς, άπασες οι εταιρείες ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για τις αξιώσεις του ενάγοντος, η επιλογή δε του ενάγοντος να ασκήσει την αγωγή του μόνο κατά κάποιων από αυτές τις εταιρείες, δεν αναιρεί την ευθύνη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον όλων των συνεργοδοτριών για τις αξιώσεις του ενάγοντος, ο ισχυρισμός δε των εκκαλουσών ότι υφίσταται ευθύνη τρίτου μη διαδίκου, για ποσά που άλλωστε δεν προσδιορίζουν, προβάλλεται αλυσιτελώς καθόσον αφορά την εσωτερική σχέση των εταιριών που άπασες ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, που δύναται να αντιμετωπιστεί με τις διατάξεις περί αναγωγής.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενες οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 146.352,97 ευρώ, νομιμότοκα κατά τα αναφερόμενα στην εκκαλουμένη, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει, απορριπτομένων όλων των λόγων έφεσης, να απορριφθεί και η έφεση στο σύνολό της, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης.(....)".

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 480, 481, 648, 651, 652, 653 ΑΚ σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις περί υπερεργασίας, κατ' εξαίρεση υπερωρίας και εργασίας τα Σάββατα ως έκτης ημέρας υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, τις οποίες εφάρμοσε, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της κρίσης του περί της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων αυτών, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, το Εφετείο α) ενώ δέχεται ότι ο ενάγων καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, από 1-1-2014 έως 30-9-2017, εργάστηκε ως εργοδηγός από ώρα 07.00 έως ώρα 19.00 τους θερινούς μήνες, από Μάιο έως Οκτώβριο, και τους λοιπούς χειμερινούς μήνες από ώρα 07.00 έως ώρα 17.00, καθώς και τα Σάββατα από ώρα 07.00 έως ώρα 17.00, ότι τις καθημερινές, μία ώρα πριν και μία ώρα μετά, απασχολείτο με τη μεταφορά των εργατών με αυτοκίνητο από τα καταλύματά του προς τα εργοτάξια και αντίθετα, αντίστοιχα, και ότι η απασχόλησή του αυτή ήταν καθημερινή και σταθερή, ακόμη και όταν δεν εργαζόταν στα αναφερόμενα εργοτάξια, απασχολούμενος σε έργα κυρίως κατασκευής και συντήρησης των δικτύων της ΕΥΔΑΠ εντός Αττικής, στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται για τα επίδικα έτη 2014, 2015 και 2016 ότι ο ίδιος [πέραν της εργασίας κατά τα Σάββατα], εργαζόταν 50 εβδομάδες Χ 5 ημέρες την εβδομάδα (καθημερινές) και τους δώδεκα μήνες επί 14 ώρες ημερησίως περιλαμβανομένου του χρόνου μεταφοράς των εργατών (06.00 έως 20.00) καθόλο το έτος (και τους χειμερινούς μήνες), και με βάση αυτά προσδιόρισε την κατ' εξαίρεση υπερωριακή εργασία του σε 1.250 ώρες για καθένα των ανωτέρω ετών και σε 925 ώρες για το διάστημα από 1-1-2017 έως 30-9-2017, ενώ με βάση την προηγηθείσα παραδοχή του οι ώρες αυτές ανέρχονταν σε 1.000 για κάθε ένα των ετών 2014, 2015 και 2016 και σε 755 για το διάστημα από 1-1-2017 έως 30-9-2017, αφού δέχθηκε ότι κατά τους χειμερινούς μήνες ο ενάγων εργαζόταν 12 ώρες ημερησίως περιλαμβανομένου του χρόνου μεταφοράς των εργατών (06.00 έως 18.00) και όχι 14, β) ενώ δέχεται ότι ο ενάγων το επίδικο διάστημα παρείχε τις υπηρεσίες του επίσης στις μη διάδικες εταιρίες, συμφερόντων των αδελφών Γ., με την επωνυμία "...

ΕΕ" και ήδη "... ΕΕ" και "... ΕΕ" και ήδη "... Ε.Ε.", έχοντας υπογράψει και με αυτές συμβάσεις εργασίας, ακολούθως δέχεται ότι οι εναγόμενες ήδη αναιρεσείουσες εταιρίες υποχρεούνται να του καταβάλουν αυτές, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον η κάθε μία, ως συνεργοδότριές του το σύνολο των αξιώσεών του, που κρίθηκαν βάσιμες και του επιδικάστηκαν πρωτοδίκως, για τις παρεσχεθείσες υπηρεσίες του, σε εκτέλεση της μεταξύ τους ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο, κατά την προηγηθείσα παραδοχή, αυτός εργάστηκε και στις προαναφερόμενες μη διάδικες εταιρίες δυνάμει άλλων συμβάσεων εργασίας, χωρίς να διαλάβει αιτιολογία, αλλά ούτε διάκριση των παρεχομένων στις τελευταίες υπηρεσιών του και των αντίστοιχων τούτων αποδοχών του, και με μάλιστα μετά από προηγούμενη αντιφατική παραδοχή ότι με την ένδικη σύμβαση εργασίας είχε συμφωνηθεί η παροχή των υπηρεσιών του ενάγοντος ως εργοδηγού σε τεχνικά έργα των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών εταιριών και γ) ενώ δέχεται ότι η πρώτη φάση του τεχνικού έργου στη ..., όπου απασχολείτο ο ενάγων ως εργοδηγός, ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο του 2016 και έκτοτε δεν απαιτείτο η παραμονή του στην περιοχή αυτή, καθώς η επόμενη φάση του έργου δεν θα ξεκινούσε άμεσα, και για το λόγο αυτό κρίθηκε ότι μετά τον Δεκέμβριο του 2016 δεν του οφείλεται επίδομα κάλυψης εξόδων κατοικίας, ποσού 300 ευρώ μηνιαίως, στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι ο ενάγων τους επόμενους δύο μήνες, Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2017, εργαζόμενος στο ίδιο έργο, όπου, κατ' άλλη παραδοχή, δεν γίνονταν εργασίες και λόγω της κακοκαιρίας, πραγματοποίησε ι) 2 ώρες κάθε ημέρα, μία ώρα το πρωί και μία ώρα το απόγευμα, για 8 εβδομάδες υπερωριακή απασχόληση για τη μεταφορά των εργατών από τα καταλύματά τους προς το εργοτάξιο και αντίθετα, αντίστοιχα, ιι) υπερεργασία 5 ωρών την εβδομάδα και κατ' εξαίρεση υπερωρία 5 ωρών κάθε ημέρα και ιιι) εργασία για 8 Σάββατα, 10 ωρών κάθε Σάββατο, απασχολούμενος, λόγω της κακοκαιρίας, με τη συντήρηση των μηχανημάτων που βρίσκονταν εκεί, και ενώ είχε ολοκληρωθεί το έργο στην περιοχή, υπολογιζομένων και των ανωτέρω ημερών και ωρών εργασίας των επιδίκων μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2017 στον συνολικό προσδιορισμό των αντιστοίχων αξιώσεών του. 'Ετσι το Εφετείο με τις αντιφατικές και ανεπαρκείς, ως άνω αιτιολογίες του, ως προς τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης α) της πραγματοποίησης ή μη της κατ' εξαίρεση υπερωριακής εργασίας του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα και της οφειλής ή μη της αντίστοιχης αμοιβής και αποζημίωσης β) ι) του αντικειμένου ή μη της ένδικης, από 7-9-2009, σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για παροχή των υπηρεσιών του ενάγοντος ως εργοδηγού στα έργα που αναλάμβαναν οι αναιρεσείουσες, ιι) της παροχής ή μη των υπηρεσιών του ως εργοδηγού καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα στις εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής και ιιι) της υποχρέωσης ή μη των τελευταίων, δυνάμει της ίδιας σύμβασης, για καταβολή, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον η κάθε μία, όλων των επιδίκων αξιώσεών του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου για τις παρεσχεθείσες υπηρεσίες του ως εργοδηγού καθόλο το επίδικο διάστημα και γ) της παροχής ή μη των υπηρεσιών του ενάγοντος, της πραγματοποίησης ή μη υπερεργασίας, κατ' εξαίρεση υπερωρίας και εργασίας του τα Σάββατα, ως έκτης ημέρας, υπό το σύστημα πενθήμερης εργασίας, τους επίδικους μήνες Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2017, στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού δεν προκύπτουν από αυτή τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για την εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, καθισταμένου έτσι ανέφικτου του ελέγχου της ορθότητας ή μη της εφαρμογής τους.

Επομένως, οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης, και συγκεκριμένα ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος και ο τρίτος πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με επίκληση των ανωτέρω, υπό τα στοιχεία α', β' και γ', αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών της, αντίστοιχα, είναι βάσιμοι.

Οι έτεροι όμως, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, λόγοι και δη ο πέμπτος λόγος αναίρεσης και οι πρώτος και πέμπτος πρόσθετοι λόγοι αυτής, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση α) αντίφαση μεταξύ της σχετικής, με τον όμιλο εταιριών, μείζονος σκέψης της και της παραδοχής της για την παθητική νομιμοποίησή τους (πρώτος πρόσθετος λόγος), β) αντίφαση των αιτιολογιών της για την ουσιαστική αβασιμότητα του λόγου της έφεσής τους, με τον οποίο επανέφεραν την, κατ' ουσίαν απορριφθείσα πρωτοδίκως, εκ του άρθρου 416 ΑΚ ένστασή τους, διότι κατά την παραδοχή της δεν ελήφθησαν υπόψη και δεν εκτιμήθηκαν ως αποδεικτικά μέσα τα τραπεζικά εμβάσματα που προσκόμισαν (πέμπτος λόγος αναίρεσης) και γ) αντίφαση των αιτιολογιών της κατά την κριθείσα βασιμότητα επιδίκων αξιώσεων του αντιδίκου τους, μετά από εσφαλμένη αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (πέμπτος πρόσθετος λόγος), είναι απαράδεκτοι.

Και τούτο διότι η επικαλούμενη από τις αναιρεσείουσες με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αντίφαση μεταξύ της μείζονος πρότασης και της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης για την παθητική νομιμοποίησή τους, δεν ιδρύει τον εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σκέψη που προηγήθηκε.

Με τους λοιπούς δε δύο λόγους (τον πέμπτο της αίτησης αναίρεσης και τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αυτής) πλήττονται απαραδέκτως νομικά και πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων. Και δη, αντιστοίχως, υπό την επίφαση του άνω αναιρετικού λόγου, α) απαραδέκτως πλήττεται, κατ' άρθρον 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για την αβασιμότητα της εκ του άρθρου 416 ΑΚ ένστασης των αναιρεσειουσών καθότι το Εφετείο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι από τα προσκομισθέντα με επίκληση εμβάσματα, όπου αναγράφονταν καταβολές "έναντι μισθοδοσίας" χωρίς ειδικότερη αναφορά στα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία χωριστά, δεν ήταν δυνατός ο δικαστικός έλεγχος της ουσιαστικής βασιμότητας του ισχυρισμού περί εξόφλησης και β) προβάλλονται αιτιάσεις αναφορικά με την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την αξιοπιστία των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, η οποία είναι ελεύθερη (αρθ.340 ΚΠολΔ) και δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης και πρόσθετος λόγος αυτής προς έρευνα, πρέπει να γίνουν δεκτοί ο τρίτος λόγος αναίρεσης, και οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος πρόσθετοι λόγοι αυτής, που κρίθηκαν βάσιμοι. Κατά παραδοχή δε του τέταρτου πρόσθετου λόγου που αφορά στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης για τις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσειουσών και κατά παραδοχή του τρίτου λόγου αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και των δεύτερου και τρίτου πρόσθετων λόγων αναίρεσης που αφορούν όλες αναιρεσείουσες, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, καθόσον είναι εφικτή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός τους (άρθρ. 176, 183 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 1931/12-4-2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών).

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ