Legislator Case Law & Legislation
474/2022 AI generated

474/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 474/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

474/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν, αντιθέτως, η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου, που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 474 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 474/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρύτανή του, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Επιστήμη - Μαρία Μουστακάτου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Κ. Κ., 2)Μ. Μ., 3)Π. Σ., 4)Μ. Ο. του Ν., 5)Δ. Β., 6)Λ. Α., 7)Κ. Χ., απάντων κατοίκων .... Οι 3η και 6ος (Π. Σ. και Λ. Α.) δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί (1η, 2η, 4η, 5ος και 7ος) εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Χαραλάμπους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 158/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1132/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο με την από 13/4/2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου ανέγνωσε την από 22/4/2020 έκθεση της Αρεοπαγίτου Πελαγία Ακάσογλου, η οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1 έως 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη, όμως, ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Αν, αντιθέτως, η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου, που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, η συζήτηση προχωρεί, παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 6449Γ'/12-03-2020 έκθεση επίδοσης, που συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ζ.

Φ. Α., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία " ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ " ( Ε.Μ.Π. ), προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 13-04-2010 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμό 1132/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα, κατ' άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δικάσιμο της 12-05-2020, με αριθμό πινακίου 17, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοιού covid-19, της συζητήσεως αυτής προσδιορισθείσας στη συνέχεια αυτεπαγγέλτως, με Πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ενώ, παράλληλα, με πρωτοβουλία του Γραμματέα, η υπόθεση ενεγράφη στο οικείο πινάκιο με αριθμό 5, προς ενημέρωση δε των διαδίκων η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr, στην ιστοσελίδα (site) του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 2 του Ν. 4690/30-05-2020 ( ΦΕΚ Α'104/2020 ), για τη δικάσιμο της 23-03-2021, κατά την οποία η συζήτηση αυτής και πάλι ματαιώθηκε, λόγω της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων, για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας και επαναπροσδιορίστηκε αυτεπαγγέλτως, με Πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 33, προς ενημέρωση δε των διαδίκων η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε, κατά τα ανωτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021 ( ΦΕΚ 48 Α'/31-03-2021), σε συνδ.

με το άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (26-10-2021), επιδόθηκε με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος νομότυπα και εμπρόθεσμα στην Δικηγόρο Αθηνών Ευαγγελία Χ. Χαραλάμπους, ως κατά νόμο αντίκλητο για τις επιδόσεις προς τους αναιρεσίβλητους, τους οποίους εκπροσώπησε, ως πληρεξούσια δικηγόρος, όπως και τους τρίτη και έκτο αυτών (αναιρεσίβλητων), κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ( άρθρα 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο πρώτο παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και 129 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα).

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο της 26-10-2021, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα, κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η τρίτη και ο έκτος των αναιρεσίβλητων δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, αλλά ούτε και κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ενόψει δε του ότι η οίκοθεν αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 74 παρ. 2 του Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 2 του Ν. 4790/2021) δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευση αυτών, κατά τη σημερινή δικάσιμο, ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπηθέντες από την πιο πάνω πληρεξούσια Δικηγόρο τους, δια δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Επομένως, εφόσον η τρίτη και ο έκτος των αναιρεσίβλητων Π. Σ. και Λ. Α., οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτών.

Με την κρινόμενη από 13-04-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 68/29-04-2010 και του παρόντος Δικαστηρίου 1772/26-11-2019 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 1132/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ.

του ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α'87/23-07-2015, που ισχύει για την ειδική αυτή διαδικασία από 01-01-2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του ίδιου ως άνω νόμου). Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 29-04-2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου 929/02-05-2008 και στη Γραμματεία του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου 132611/2370/01-07-2008 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία " ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ " (Ε.Μ.Π.) και, αφού αντικατέστησε και συμπλήρωσε την εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, ως προς τις εφαρμοστέες διατάξεις (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), επικύρωσε τη με αριθμό 158/2008 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο, για τους ειδικότερα εκτιθέμενους στην απόφαση αυτή λόγους, είχε δεχθεί την από 21-12-2006 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2141/21-12-2006 αγωγή, κατά την κύρια από τη σύμβαση και τη συνταγματική αρχή της ισότητας, βάση αυτής, που αφορούσε το επίδομα ηλεκτρονικού υπολογιστή - επίδομα πληροφορικής, ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν στο σύνολό της, ως προς τους 1η 2η, 4η, 5ο, 6ο και 7ο των εναγόντων και εν μέρει ως προς την 3η ενάγουσα και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή χρηματικά ποσά.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα στις 29-04-2010, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα ( 30 ) ημερών από την επίδοση, στις 31-03-2010 με την επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, της προσβαλλόμενης με αριθμό 1132/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (βλ. την σχετική επισημείωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.

Γ. Ζ., επί του αντιγράφου της ως άνω απόφασης ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή ( άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα του διαλαμβανομένου σε αυτή μόνου λόγου αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ ). Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζεται ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.

Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου, έναντι αυτών και, συνεπώς, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επιβάλλει την αυτή ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή, που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Το ίδιο ισχύει και όταν η ειδική νομοθετική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό. Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας εφαρμόζεται από το δικαστήριο η διάταξη που ισχύει για τη κατηγορία, υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε ειδικά και για εκείνη την κατηγορία, που αδικαιολόγητα αποκλείσθηκε από την εφαρμογή της, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω συνταγματικής αρχής και, κατά συνέπεια, το δικαστήριο επιδικάζει τη παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα έχουν εξαιρεθεί, χωρίς η επιδίκαση αυτή να παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που θεσπίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος ( Ολ. Α.Π. 16/2015, Ολ. Α.Π. 3/2013 ). Αυτό δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 80 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, που δεν επιτρέπει την παροχή μισθού, σύνταξης, χορηγίας ή αμοιβής, χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο, διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή ρύθμιση ( Α.Π. 306/2011 ).

Ειδικότερη εκδήλωση της καθιερουμένης, με την πιο πάνω διάταξη, αρχής της ισότητας, αποτελεί η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1β του ισχύοντος Συντάγματος, η οποία εφαρμόζεται επί μισθωτών, που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ( Ολ. Α.Π. 3/1997 ) και επιβάλλει στο νομοθέτη τη θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διάκρισης, εφόσον όμως αυτοί παρέχουν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα ( Ολ.

Α.Π. 13/2003, Α.Π. 968/2013 ). Δεν συντρέχει όμως τοιαύτη περίπτωση επί συγκεκριμένης, βάσει διάταξης νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών, που κατά τη σχετική ρύθμιση πρέπει να συγκεντρώνει ορισμένες ιδιότητες, σε σχέση με άλλη κατηγορία μισθωτών, που δεν συγκεντρώνουν τις ιδιότητες αυτές και οι οποίοι, κατά συνέπεια, απασχολούνται με διαφορετικούς όρους εργασίας (Α.Π. 357/2016 ).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α' και 908 εδ. α' του Α.Κ., κατά τις οποίες, αντιστοίχως : " Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια " και " Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό ", συνάγεται ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, υποχρεούται στην απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας, με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού.

Τα αυτά ισχύουν και εάν η παροχή της εργασίας γίνεται υπό άκυρη, εξ οιουδήποτε λόγου, σύμβαση προς το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α., οπότε, εάν ανατεθεί παρανόμως σε μόνιμο τακτικό προσωπικό ή επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάλληλο, ο οποίος έχει προσληφθεί προς εκτέλεση υπηρεσίας ορισμένου κλάδου, η εκτέλεση αλλοτρίων καθηκόντων, εμπιπτόντων σε έτερο κλάδο, αμειβόμενο βάσει υψηλοτέρων αποδοχών, το Δημόσιο ή το αντίστοιχο νομικό πρόσωπο καθίσταται αδικαιολογήτως πλουσιότερο και ενέχεται σε απόδοση προς τον ως άνω υπάλληλο της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε, ισούμενη προς την διαφορά των αποδοχών την οποία θα κατέβαλε προς άλλον υπάλληλο, στον οποίο θα ανέθετε νομίμως τα εν λόγω καθήκοντα.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997 " Αναμόρφωση μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις " (ΦΕΚ Α' 40 ), όπως αυτή ίσχυε πριν την κατάργησή της από 01.01.2004 με το άρθρο 55 του Ν. 3205/2003 (ΦΕΚ Α' 297), ορίσθηκε ότι : "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα : [...] 11.

Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους, που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ/μα 194/1988 (ΦΕΚ 84 Α'), καθώς και στους ηλεκτρονικούς μηχανικούς ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα, ως εξής :

α) Αναλυτές Προγραμματιστές, Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές, β) Χειριστές - Χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές. Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερόμενων θέσεων και ειδικοτήτων, σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης, άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφόσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση.

Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση, γ) ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται, κατά πλήρες ωράριο εργασίας, σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής, χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε δεκαπέντε χιλιάδες ( 15.000 ) δραχμές.

Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής. Στους δικαιούχους του ανωτέρω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα διατηρούμενα με το άρθρο 10 του παρόντος επιδόματα, λόγω ειδικών συνθηκών εργασίας ".

Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 2470/1997, διατηρήθηκαν, στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί, κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, πέραν από τα επιδόματα εορτών και αδείας του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, ορισμένα επιδόματα και παροχές, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το επίδομα πληροφορικής, που είχε χορηγηθεί κατά το παρελθόν, με κοινές υπουργικές αποφάσεις, ενώ, προς άρση κάθε αμφισβήτησης, με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι : "Πέραν των ως άνω διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα άλλα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις, που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής, καταργούνται, εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος ".

Τέλος, κατά το άρθρο 31 του ν. 2470/1997 : " Από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, καταργούνται : ( ... ) η) Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού, ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν ". 'Ηδη, δε, από την έναρξη ισχύος του νεότερου Ν. 3205/2003 (01.01.2004), που αναφέρεται σε "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α., κ.λ.π.", το ως άνω επίδομα πληροφορικής προβλέφθηκε και πάλι, κατά το άρθρο 8 παρ. 8 αυτού "Για τους ειδικευμένους υπαλλήλους, που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, κέντρα, διευθύνσεις ή τμήματα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ/μα 50/2001 [...], οριζόμενο κατά ειδικότητα [...] ".

Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 4 και 11 του π.δ/τος 194/1988 " Καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις των δημοσίων υπηρεσιών και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου " (ΦΕΚ Α' 84 ), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 22 παρ. 5 του Ν. 1735/1987, θεσπίζουν κλάδους ΠΕ και ΤΕ Πληροφορικής και κατηγορίες υπαλλήλων ανά κλάδο και προβλέπουν ειδικά προς τούτο προσόντα σπουδών για το διορισμό των υπαλλήλων στις αντίστοιχες οργανικές θέσεις.

Διακρίνουν δε σαφώς τους κλάδους αυτούς από τον κλάδο ΔΕ προσωπικού γραμματέων Η/Υ, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 18 του ιδίου π.δ/τος, για την κάλυψη των οποίων δεν απαιτούνται ειδικά προσόντα ειδίκευσης, σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, στο οποίο παραπέμπει η ως άνω διάταξη του άρθρου 18. Επιπλέον και οι διατάξεις των άρθρων 6 και 14 του π.δ/τος 50/2001 (ΦΕΚ Α' 05.03.2001) "Καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις φορέων του δημόσιου τομέα (προσοντολόγιο)", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 παρ. 6 του ν. 2738/1999 ( ΦΕΚ Α' 180/09.09.1999 ), όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο μόνο του π.δ/τος 347/2003 ( ΦΕΚ Α' 315/31.12.2003 ) θεσπίζουν κλάδους ΠΕ και ΤΕ πληροφορικής, στους οποίους περιλαμβάνονται συγκεκριμένες ειδικότητες, εφόσον οι διοριζόμενοι κατέχουν ομώνυμο ή ταυτόσημο κατά περιεχόμενο ειδικότητας πτυχίο ή δίπλωμα Α.Ε.Ι.

της ημεδαπής ή ισότιμο αντίστοιχης ειδικότητας σχολών της αλλοδαπής (άρθρο 6) και ομώνυμο ή ταυτόσημο κατά περιεχόμενο ειδικότητας πτυχίο ή δίπλωμα Τ.Ε.Ι. της ημεδαπής ή ισότιμων τίτλων σπουδών της αντίστοιχης ειδικότητας σχολών της ημεδαπής ή αλλοδαπής ( άρθρο 14 ). Και στο π.δ/μα 50/2001 διακρίνονται οι προβλεπόμενοι στα άρθρα 6 και 14 αυτού κλάδοι από τον προβλεπόμενο στο άρθρο 19 του ίδιου π.δ/τος κλάδο ΔΕ Προσωπικού Η/Υ ( ή ΔΕ Πληροφορικής ), για την κάλυψη του οποίου δεν απαιτούνται ειδικά προσόντα ειδίκευσης, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 19 αριθμ. 1 του ως άνω π.δ/τος.

Από τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2470/1997 συνάγεται σαφώς ότι, από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου ( 01.01.1997 ), κατά το άρθρο 33 αυτού, καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι κατά καιρούς εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής, σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και ότι, έκτοτε, το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους, που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ/μα 194/1988 ( και ήδη π.δ/μα 50/2001 ), ενώ προβλέπεται ρητά ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους, που είναι απλοί χρήστες Η/Υ.

Τοιαύτη διεύθυνση πληροφορικής έχει συσταθεί και στο αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία " Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο ( Ε.Μ.Π. ) ", με το άρθρο 7 του π.δ/τος 46/1998 " Οργανισμός Διοικητικών Υπηρεσιών Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου " ( ΦΕΚ Α' 51), διαιρουμένη σε τρία τμήματα (Οργάνωσης και Μεθόδων, Ανάλυσης και Σχεδιασμού Συστημάτων και Ανάπτυξης και Συντήρησης Πληροφοριακών Συστημάτων Διοίκησης), ενώ με τα άρθρα 17 και 18 καθορίζονται οι οργανικές θέσεις μονίμου και με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου προσωπικού ανά κλάδο και ειδικότητα.

Η θέσπιση των ως άνω προϋποθέσεων, για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής, ειδικά στην ανωτέρω κατηγορία υπαλλήλων, δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας, συνισταμένη σε διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων. Αντιθέτως, διακρίνει αφενός μεταξύ των υπαλλήλων, οι οποίοι έχουν ειδικά τυπικά προσόντα και κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, προς τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση του επιδόματος και αφετέρου μεταξύ εκείνων, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές, αλλά, απλώς, λόγω της τεχνολογικής προόδου, χρησιμοποιούν ηλεκτρονικό υπολογιστή (Η/Υ), κατά την παροχή της εργασίας τους σε διοικητική ή οικονομική θέση, χωρίς τη χρήση του οποίου, η προσήκουσα παροχή των υπηρεσιών τους δεν θα ήταν εφικτή, προς τους οποίους απαγορεύεται η χορήγηση του άνω επιδόματος.

Η διάκριση αυτή, που αναφέρεται σε ανόμοιες περιπτώσεις, βρίσκεται μέσα στα συνταγματικά πλαίσια διαμόρφωσης της πολιτικής για τους όρους εργασίας και αμοιβής των απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και δικαιολογεί την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 παρ.8 Ν.3205/2003 μόνο στη συγκεκριμένη κατηγορία εξειδικευμένων υπαλλήλων του κλάδου της πληροφορικής.

Ειδικότερα, η ως άνω ουσιώδης διαφορά της κατηγορίας, στην οποία ανήκουν οι ειδικευμένοι με τίτλους σπουδών υπάλληλοι του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997, και του άρθρου 8 παρ.8 Ν.3205/2003 οι οποίοι κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, δικαιολογεί τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος μόνο σε αυτούς και δεν καθιστά την ειδική αυτή ρύθμιση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, με τη μη χορήγηση του επιδόματος σε υπαλλήλους, που δεν έχουν τις ως άνω ιδιότητες και απλώς χειρίζονται ηλεκτρονικούς υπολογιστές, στο πλαίσιο της εργασίας τους (Α.Π. 381/2019, Α.Π. 41/2017 Α.Π. 1293/2015, Α.Π. 535/2014, Α.Π. 594/2011, Α.Π. 628/2006, ΣτΕ 1298/2018, ΣτΕ 4375/2012, ΣτΕ 3182/2002).

Περαιτέρω, από τις ίδιες εκτεθείσες διατάξεις συνάγεται και ότι, ο αυστηρός καθορισμός των προϋποθέσεων για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής μόνο στην ανωτέρω κατηγορία υπαλλήλων, αποκλείει τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του δημόσιου φορέα, όπως είναι το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία " Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο ", σε βάρος της περιουσίας των υπαλλήλων του, στους οποίους αναθέτει τα καθήκοντα χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή και δεν τους καταβάλει το προβλεπόμενο στο άρθρο 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 (ήδη άρθρο 8 παρ. 8 του ν. 3205/2003) επίδομα πληροφορικής, εφόσον οι εν λόγω υπάλληλοι είτε δεν έχουν τα απαιτούμενα από το π.δ/μα 194/1988 (ήδη π.δ/μα 50/2001) τυπικά προσόντα και δεν κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, είτε έχουν τα απαιτούμενα από τα ως άνω π.δ/τα τυπικά προσόντα, αλλά δεν κατέχουν οργανική θέση, σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής.

Τούτο διότι, αν ο φορέας του δημοσίου προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας άλλους υπαλλήλους, με τα προσόντα των προαναφερθέντων υπαλλήλων του και τις ικανότητές τους, ανέθετε δε σε αυτούς την άσκηση ιδίων καθηκόντων και πάλι δεν θα τους κατέβαλε το επίδομα πληροφορικής, καθόσον και αυτοί δεν θα είχαν τις σωρευτικά απαιτούμενες αυστηρές προϋποθέσεις του άρθρου 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 του ν. 3205/2003 ( Ολ.

Α.Π. 5/2021). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ - η οποία εννοιολογικώς ταυτίζεται με το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ - αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού ( Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006 ). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν ( Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013 ). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ ), προκύπτουν τα ακόλουθα :

Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι στην από 21-12-2006 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2141/21-12-2006 αγωγή τους, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν περί το έτος 1997 από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, με διαρκώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου, οι οποίες υπέκρυπταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Ότι περί το έτος 2001, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 17 του ν. 2470/1997, οι διαδοχικώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου μετατράπηκαν σε συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και έκτοτε συνέχισαν να υπηρετούν στο εναγόμενο, ως διοικητικό προσωπικό αυτού. Ότι οι πρώτη, δεύτερη, τρίτη και έκτος αυτών ανήκουν στον κλάδο ΔΕ, εργαζόμενοι ως διοικητικοί υπάλληλοι - γραμματείς, οι τέταρτη και πέμπτος ανήκουν στον κλάδο ΠΕ, εργαζόμενοι ως γραμματείς και ο έβδομος αυτών ανήκει στον κλάδο ΠΕ, εργαζόμενος ως Αναλυτής προγραμματιστής και Μηχανικός Η/Υ, χωρίς, ωστόσο, να κατέχουν σχετικές οργανικές θέσεις πληροφορικής.

Ότι προκειμένου να διεκπεραιώσουν την ανατιθέμενη σε αυτούς εργασία, καθόλη τη διάρκεια του νομίμου ωραρίου τους, απασχολούνται κυρίως και αποκλειστικώς με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών του αντικειμένου της εργασίας του σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ο δε έβδομος αυτών εργάζεται ως προγραμματιστής Η/Υ.

Ότι, κατά τον τρόπο αυτό αναπληρώνουν τα καθήκοντα χειριστών και προγραμματιστών Η/Υ, λόγω υπηρεσιακών αναγκών του εναγομένου, που δημιουργήθηκαν, ελλείψει των απαιτούμενων, για την διεκπεραίωση του συνόλου των εργασιών αυτής της φύσης, οργανικών θέσεων χειριστών και προγραμματιστών Η/Υ, αμειβόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2470/1997.

Ότι, ειδικότερα, επειδή δεν προβλέπονταν από τον οργανισμό του εναγομένου οι απαιτούμενες για την διεκπεραίωση των αναγκών του οργανικές θέσεις, ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες του σε χειριστές και προγραμματιστές Η/Υ, παρείχαν, κατά το από 01-01-2004 έως 31-12-2006 χρονικό διάστημα, κατόπιν εντολής του εναγομένου τις υπηρεσίες του κλάδου χειριστών και προγραμματιστών Η/Υ.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν, κύρια με βάση τη σύμβαση και την αρχή της ισότητας και επικουρικά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, την επιδίκαση του επιδόματος ηλεκτρονικού υπολογιστή - επιδόματος πληροφορικής και συγκεκριμένα να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα από αυτούς και για την αιτία αυτή, τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά για το από 01-01-2004 έως 31-12-2006 χρονικό, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ( άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α'87/23-07-2015, που ισχύει για την ειδική αυτή διαδικασία από 01-01-2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του ίδιου ως άνω νόμου), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 158/2008 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε την ένδικη αγωγή, κατά την κύρια από τη σύμβαση και τη συνταγματική αρχή της ισότητας, βάση αυτής, ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν στο σύνολό της, ως προς τους 1η 2η, 4η, 5ο, 6ο και 7ο των εναγόντων και εν μέρει ως προς την 3η ενάγουσα, επιδικάζοντας τα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή χρηματικά ποσά και συγκεκριμένα σε καθένα από τους 1η, 2η, 4η, 5ο και 6ο των εναγόντων το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων εξήντα τεσσάρων ( 2.664,00 ) ευρώ, στον 7ο των εναγόντων το ποσό των τριών χιλιάδων εκατόν εξήντα οκτώ ( 3.168,00 ) ευρώ, ποσά που ανάγονται στο από 01-01-2004 έως 31-12-2006 χρονικό διάστημα και στην 3η ενάγουσα το ποσό των οκτακοσίων δέκα τεσσάρων (814,00) ευρώ, που ανάγεται στο από 19-12-2001 έως 16-11-2004 χρονικό διάστημα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 29-04-2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου 929/02-05-2008 και στη Γραμματεία του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου 132611/2370/01-07-2008 έφεσης από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, με την οποία παραπονέθηκε για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί η ένδικη αγωγή, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 1132/2010 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση.

Ήδη, το αναιρεσείον, με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 εδαφ. α' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του ισχύοντος Συντάγματος, σε συνδυασμό με τα άρθρα 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και 8 παρ. 8 του Ν. 3205/2003, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης ( άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ ) προκύπτει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την ουσία της ένδικης υπόθεσης, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά : " Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο ν.π.δ.δ.

το έτος 1997, με διαρκώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου, οι οποίες υπέκρυπταν συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως διοικητικό προσωπικό, κλάδων ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ, προσφέροντας έκτοτε τις υπηρεσίες τους σε αυτό, οι πρώτη, δεύτερη, τρίτη και έκτος, ως γραμματείς (κλάδος ΔΕ ), όπως και οι τέταρτη και πέμπτος ( κλάδος ΠΕ ) και ο έβδομος, ως Αναλυτής Προγραμματιστής και Μηχανικός Η/Υ (κλάδος ΠΕ).

Το έτος 2001 κατατάχθηκαν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2839/2000, με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, ύστερα από γνωμοδότηση του υπηρεσιακού συμβουλίου, σε συνιστώμενες θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, εφόσον κρίθηκε ότι στην πραγματικότητα εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.

Στο άρθρο 17 παρ. 8 του ως άνω νόμου ορίστηκε ότι οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους και ότι ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις συνέπειες, ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Από το χρόνο αυτό εξομοιώθηκαν μισθολογικά με τους μονίμους δημοσίους υπαλλήλους και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σ' αυτό στην κατηγορία ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ, αντιστοίχως, δικαιούμενοι, συνεπώς, και του επιδόματος πληροφορικής, για τους ειδικότερα αναλυόμενους εν συνεχεία λόγους.

Ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2004 [ενν.31.12.2006], άπαντες οι ενάγοντες πλην της έκτης [ενν.τρίτης] εξ αυτών, η οποία απασχολήθηκε στο εναγόμενο έως και την 16-11-2004, χρόνος κατά τον οποίο μετατάχθηκε στη Νομαρχιακή Διεύθυνση Ηλείας, στα πλαίσια παροχής των υπηρεσιών τους προς το εναγόμενο, προγραμμάτιζαν, εισήγαγαν εντολές, συγκέντρωναν στοιχεία στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της υπηρεσίας τους, προς εξυπηρέτηση των αναγκών της και ασκούσαν, κατά κύρια απασχόληση, καθήκοντα χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών (Η/Υ), όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση βεβαιώσεις των προϊσταμένων των τμημάτων στα οποία υπηρετούν ( βλ.

τις με ημερομηνία 15-12-2006, 29-10-2007, 15-12-2006, 8-12-2006, 13-12-2006, 20-12-2006 και 12-12-2006 προσκομιζόμενες βεβαιώσεις). Η ανάθεση στους ενάγοντες των ως άνω καθηκόντων έγινε για την εξυπηρέτηση απολύτως υπηρεσιακών αναγκών του εναγομένου, το οποίο δεν διέθετε τις αναγκαίες οργανικές θέσεις (βλ. το προσκομιζόμενο με αριθ. πρωτ. 1732/26-1-2007 έγγραφο του τμήματος διοικητικού προσωπικού Ε.Μ.Π. ), κατόπιν εντολής του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, ενόψει και του ότι διέθεταν τα απαραίτητα από το νόμο προσόντα, μεταξύ των οποίων και εμπειρία δύο τουλάχιστον ετών.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και σύμφωνα με τα οριζόμενα στη μείζονα σκέψη, οι ενάγοντες δικαιούνται, κατ' εφαρμογήν της αρχής της ισότητας, το ένδικο επίδομα πληροφορικής, που χορηγείται στους χειριστές των κλάδων πληροφορικής του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., για το επίδικο χρονικό διάστημα, πλην της τρίτης εξ αυτών, η οποία το δικαιούται έως το χρόνο μετάταξής της.

Ειδικότερα, αυτοί δικαιούνται να λάβουν, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, τα αιτηθέντα από τον καθένα χρηματικά ποσά, τα οποία και τους επιδικάστηκαν με την εκκαλουμένη απόφαση, το ύψος δε αυτών και ο μαθηματικός υπολογισμός δεν αμφισβητήθηκε από το εναγόμενο πρωτοδίκως, ούτε και στην παρούσα δίκη ... ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, επικυρώνοντας την, ομοίως αποφανθείσα, με αριθμό 158/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο, κατά παραδοχή της κύριας βάσης της ένδικης αγωγής, ως βάσιμης κατ' ουσίαν, στο σύνολό της, ως προς τους 1η 2η, 4η, 5ο, 6ο και 7ο των εναγόντων και εν μέρει ως προς την 3η ενάγουσα, είχε επιδικάσει σ' αυτούς, ως επίδομα πληροφορικής, τα εκεί αναγραφόμενα χρηματικά ποσά, για τα χρονικά διαστήματα που ειδικότερα προσδιόρισε.

Με την κρίση του αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του ισχύοντος Συντάγματος περί ισότητας και του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997 και ήδη του άρθρου 8 παρ. 8 του Ν. 3205/2003, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 7 17 και 18 του π.δ/τος 46/1998, τις οποίες εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη υπόθεση, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 560 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, αφού έκρινε ότι αρκεί για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής στους ενάγοντες η απλή ανάθεση καθηκόντων χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή, κατά κύρια απασχόληση, στο πλαίσιο της εργασίας τους, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 11 του άρθρου 8, δηλαδή χωρίς οι ενάγοντες να είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι, που να ανήκουν οργανικά σε κλάδο πληροφορικής, ούτε να υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και χωρίς να κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε τέτοιες διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής τίτλους σπουδών μεταξύ των οποίων η κατοχή πτυχίου ή διπλώματος σπουδών στα αντικείμενα των ειδικοτήτων, στις οποίες αναφέρεται το επίδομα πληροφορικής, ενώ δεν περιλαμβάνεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν δίπλωμα ή πτυχίο σπουδών στο αντικείμενο των ειδικοτήτων που αναφέρεται το επίδομα πληροφορικής και, επομένως, δεν είχαν τα ίδια προσόντα και δεν τελούσαν σε όμοια κατάσταση και με όμοιες συνθήκες εργασίας με εκείνους τους υπαλλήλους, στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 8 παρ. 11 ν. 2470/1997 και δεν ανήκαν στην ίδια με αυτούς κατηγορία.

Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ μόνος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και, ως εκ τούτου, μη προβαλλομένου ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά το μέρος με το οποίο, μετά από την επικύρωση της απόφασης του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, έγινε δεκτή ως βάσιμη η κύρια βάση της ένδικης αγωγής και συνακολούθως και κατά το κεφάλαιο αυτής περί των δικαστικών εξόδων.

Από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την παραδοχή βασίμου λόγου έφεσης, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την διακράτηση της υπόθεσης για την εκδίκασή της από αυτό κατ' ουσίαν υποκαθιστά το πρωτοδικείο και καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως όλα τα ζητήματα που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως και είναι αναγκαία για την οριστική διάγνωση της διαφοράς.

Αν δε η αγωγή έχει περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης, οι οποίες είχαν προσβληθεί με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις βάσεις της αγωγής, που δεν είχαν εξεταστεί πρωτοδίκως, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η αγωγή (Α.Π. 959/2019, Α.Π.1026/2019 ).

Έτσι, αν γίνει δεκτή πρωτοδίκως ( εν όλω ή εν μέρει ) αγωγή, ως προς την κύρια βάση της και δεν ερευνήθηκε ως προς άλλη (κύρια ή) επικουρική, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της απόφασης και την απόρριψη της αγωγής, ως προς την κύρια βάση της, είναι υποχρεωμένο, να κρατήσει το ίδιο την υπόθεση και να προβεί αυτεπάγγελτα σε έρευνα και της επικουρικής βάσης.

Η έρευνα των μη εξετασθεισών πρωτοδίκως βάσεων γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπάγγελτα, διότι τούτο υποκαθίσταται κατά τον νόμο στη θέση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και γι' αυτό δεν απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ενάγοντος (Α.Π. 2039/2014, Α.Π. 1315/2014 ). Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την αναίρεση της απόφασης, αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως.

Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου, εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο σύνολό της, διότι η αγωγή είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το εκκαλούν επιδίωκε την απόρριψή της. Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν, κατά την έρευνα του μόνου λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, όχι μόνο ως προς την κυρία βάση αυτής, αλλά και ως προς την μη πρωτοδίκως ερευνηθείσα επικουρική αυτής βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης : 1) οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε αυτό με τις ειδικότητες για τις οποίες προσλήφθηκαν, διαθέτοντας τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα γι' αυτές, ήτοι ως διοικητικό προσωπικό, οι πρώτη, δεύτερη, τρίτη και έκτος ως γραμματείς ( κλάδος ΔΕ ), όπως και οι τέταρτη και πέμπτος ( κλάδος ΠΕ) και ο έβδομος ως Αναλυτής Προγραμματιστής και Μηχανικός Η/Υ ( κλάδος ΠΕ ), 2) Κατά τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση χρονικά διαστήματα, για την εξυπηρέτηση απολύτως υπηρεσιακών αναγκών του αναιρεσείοντος, το οποίο δεν διέθετε τις αναγκαίες οργανικές θέσεις, κατόπιν εντολής του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, ενόψει και του ότι διέθεταν τα απαραίτητα από το νόμο προσόντα, μεταξύ των οποίων και εμπειρία δύο τουλάχιστον ετών, άπαντες οι αναιρεσίβλητοι, πλην της τρίτης εξ αυτών, η οποία απασχολήθηκε στο εναγόμενο έως και την 16-11-2004, στα πλαίσια παροχής των υπηρεσιών τους, προγραμμάτιζαν, εισήγαγαν εντολές, συγκέντρωναν στοιχεία στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της υπηρεσίας τους και ασκούσαν, κατά κύρια απασχόληση, καθήκοντα χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών (Η/Υ) και 3) οι ως άνω αναιρεσίβλητοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία μισθωτών, από εκείνη των μισθωτών, στους οποίους χορηγήθηκε το επίδομα των άρθρων 8 αριθ. 11 του ν. 2470/1997 και 8 αριθ. 8 του ν. 3205/2003 (από 01.01.2004), καθόσον, πέραν του ότι ασχολούνται με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, δεν υπηρετούν στα τρία Τμήματα της Διεύθυνσης Πληροφορικής του αναιρεσείοντος, η οποία (Διεύθυνση Πληροφορικής) έχει θεσμοθετηθεί με το άρθρο 7 του π.δ/τος 46/1998, δηλαδή δεν υπηρετούν είτε στο Τμήμα Οργάνωσης και Μεθόδων, είτε στο Τμήμα Ανάλυσης και Σχεδιασμού Συστημάτων και Ανάπτυξης, είτε στο Τμήμα Συντήρησης Πληροφοριακών Συστημάτων Διοίκησης.

Οι αναιρεσίβλητοι, δηλαδή, δεν είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι, που να ανήκουν οργανικώς σε κλάδους πληροφορικής και να υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής, αλλά ασκούν τα καθήκοντα που αρμόζουν στις αντίστοιχες Υπηρεσίες, στις οποίες, κατά την πρόσληψή τους, είχαν τοποθετηθεί και δεν τους έχουν ανατεθεί αλλότρια καθήκοντα, υπαγόμενα στη θεσμοθετημένη Διεύθυνση Πληροφορικής του αναιρεσείοντος, για τα οποία υφίσταται η νομοθετική πρόβλεψη καταβολής του επίδικου επιδόματος πληροφορικής.

Συνεπώς, αν το αναιρεσείον προσλάμβανε, με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασία αορίστου χρόνου, άλλους υπαλλήλους, με τα προσόντα και τις ικανότητες των αναιρεσιβλήτων και ανέθετε σε αυτούς την άσκηση των ίδιων ως άνω καθηκόντων, στις ίδιες Υπηρεσίες του και πάλι δεν θα κατέβαλε σε αυτούς το επίδομα πληροφορικής, διότι και αυτοί δεν θα διέθεταν τα απαιτούμενα από το νόμο τυπικά προσόντα και, σε κάθε περίπτωση, δηλαδή ακόμη και αν διέθεταν τα τυπικά προσόντα, θα τοποθετούντο και θα υπηρετούσαν στις θέσεις των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τις οργανικές θέσεις των τριών Τμημάτων της Διεύθυνσης Πληροφορικής του αναιρεσείοντος.

Εξάλλου, ενόψει και της τεχνολογικής εξέλιξης, που απαιτεί γενικευμένη πλέον χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, η εκ μέρους των ως άνω αναιρεσιβλήτων χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη άσκηση των καθηκόντων τους στις οργανικές θέσεις που έχουν τοποθετηθεί, δεν συνιστά άκυρη ανάθεση αλλοτρίων καθηκόντων, για την οποία το αναιρεσείον θα έπρεπε να έχει συστήσει και πληρώσει πρόσθετες ειδικές θέσεις πληροφορικής, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή και τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσίβλητοι είχαν προσληφθεί και υπηρετούσαν νομίμως, σε άλλες θέσεις, οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τις ειδικές θέσεις των προγραμματιστών και χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών ( Ολ.

Α.Π. 5/2021 ). Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, δεν συντρέχουν οι όροι του αδικαιολογήτου πλουτισμού του άρθρου 904 του Α.Κ., που απαιτούνται για την θεμελίωση της σχετικής αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων, ήτοι βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του αναιρεσείοντος, εις βάρος της περιουσίας των αναιρεσιβλήτων, λόγω της μη καταβολής του προβλεπόμενου στο άρθρο 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και 8 παρ. 8 του ν. 3205/2003 επιδόματος πληροφορικής, καθώς το αναιρεσείον (εργοδότης) δεν θα το κατέβαλε και σε άλλα πρόσωπα, που θα είχαν τα ίδια προσόντα και τις ίδιες ικανότητες, με εκείνες των αναιρεσιβλήτων, τα οποία θα προσλάμβανε με έγκυρη εργασιακή σύμβαση, θα τα τοποθετούσε στις ίδιες ακριβώς οργανικές θέσεις των Υπηρεσιών του, στις οποίες τοποθετήθηκαν οι ως άνω αναιρεσίβλητοι και θα τους ανέθετε τα ίδια ακριβώς καθήκοντα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων είναι μη νόμιμες και κατά την επικουρική βάση της αγωγής και, συνεπώς απορριπτέες, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω διερεύνησης της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας και, για το λόγο αυτό, επιβάλλεται, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ.

α' του ΚΠολΔ, να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα, στη συνέχεια δε να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η από 29-04-2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου 929/02-05-2008 και στη Γραμματεία του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου 132611/2370/01-07-2008 έφεση του εκκαλούντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, να εξαφανισθεί η με αριθμό 158/2008 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που είχε δεχθεί την από 21-12-2006 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2141/21-12-2006 αγωγή, ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν κατά την κυρία αυτής βάση στο σύνολό της, ως προς τους 1η, 2η, 4η, 5ο, 6ο και 7ο των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και εν μέρει ως προς την 3η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη και είχε επιδικάσει, ως επίδομα πληροφορικής, τα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή χρηματικά ποσά και συγκεκριμένα σε καθένα από τους 1η, 2η, 4η, 5ο και 6ο των εναγόντων το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων εξήντα τεσσάρων (2.664,00) ευρώ, στον 7ο των εναγόντων το ποσό των τριών χιλιάδων εκατόν εξήντα οκτώ ( 3.168,00 ) ευρώ, ποσά που ανάγονται στο από 01-01-2004 έως 31-12-2006 χρονικό διάστημα και στην 3η ενάγουσα το ποσό των οκτακοσίων δέκα τεσσάρων (814,00) ευρώ, που ανάγεται στο από 19-12-2001 έως 16-11-2004 χρονικό διάστημα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση, να κρατηθεί η υπόθεση, να δικαστεί η κρινόμενη αγωγή από το παρόν Δικαστήριο και να απορριφθεί, ως μη νόμιμη στο σύνολό της, δηλαδή τόσο κατά την κύρια βάση της, αλλά κατά την επικουρική τοιαύτη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού, πλέον της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης, όχι, όμως, και επί των πρώτων παρακρατηθέντων από τον αναιρεσείοντα ασφαλιστικών εισφορών, φόρων και λοιπών κρατήσεων, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος ( Ολ.

Α.Π. 11/2007 ). Η ως άνω επαναφορά μπορεί να ζητηθεί και επί εκουσίας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, που επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον, λόγω της επικύρωσης αυτής, θεωρείται ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ενσωματώθηκε στην αναιρουμένη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.

Α.Π. 22/2006, Α.Π. 1406/2009, Α.Π. 143/2008, Α.Π. 648/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσε, κατά την επ' αυτών σημείωση της αρμόδιας γραμματέα στις 25-10-2021, δηλαδή την παραμονή της δικασίμου, υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι στην επιστροφή των ποσών που αυτό κατέβαλε σε αυτούς, σε εκούσια συμμόρφωση προς την αναιρεθείσα απόφαση, μετ' αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων.

Την εν λόγω επιστροφή ζητεί με το νόμιμο τόκο από την καταβολή, άλλως από την επίδοση της εκδοθησομένης απόφασης του Δικαστηρίου τούτου. Το αίτημα επαναφοράς είναι νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, με εξαίρεση το αίτημα καταβολής τόκων από την καταβολή των επί μέρους ποσών στους αναιρεσίβλητους, το οποίο δεν είναι νόμιμο, καθότι μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης ο αναιρεσίβλητος καθίσταται υπερήμερος (άρθρο 340 του Α.Κ.) για την επιστροφή του καταβληθέντος σε αυτόν ποσού, λαμβάνοντας γνώση της ανατροπής της απόφασης, γιατί γενεσιουργός λόγος της σχετικής αξίωσης είναι η αναίρεση της απόφασης που εκτελέσθηκε, ενώ κατά τον προηγούμενο χρόνο ο αναιρεσίβλητος κατέχει νόμιμα τα καταβληθέντα, με βάση την απόφαση αυτή, ως νόμιμο τίτλο ( Ολ.

Α.Π. 37/2005 ). Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου έγγραφα προκύπτει ότι το τελευταίο, σε εκούσια συμμόρφωση προς την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία είχε ενσωματωθεί η πρωτόδικη απόφαση, με την απόρριψη της κατά της τελευταίας έφεσης, κατέβαλε στους αναιρεσιβλήτους υπαλλήλους του τα επιδικασθέντα με την απόφαση αυτή χρηματικά ποσά.

Ειδικότερα, η Προϊσταμένη της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου, διαβίβασε τη με αριθμό 1132/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προς πληρωμή στο Τμήμα Ελέγχου Δαπανών ( βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. 15889/09-04-2020 Υπηρεσιακό Σημείωμα) και με βάση την επιβεβαιωμένη μισθοδοτική κατάσταση, που συνέταξε η Εκκαθαρίστρια Αποδοχών του αναιρεσείοντος, καταβλήθηκαν στους αναιρεσίβλητους, για επιδικασθέν κεφάλαιο και για δεδουλευμένους τόκους από την επίδοση της αγωγής, μετ' αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών υπέρ οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης ( Ι.Κ.Α., Τ.Σ.ΜΕ.ΔΕ., ΜΤΠΥ ) και του φόρου μισθωτών υπηρεσιών τα ακόλουθα χρηματικά ποσά :

Στους 1η, 2η, 4η και 6ο των αναιρεσιβλήτων Κ. Κ., Μ. Μ., Μ. Ο. και Λ. Α. το ποσό των δύο χιλιάδων εκατόν σαράντα ευρώ και τριάντα επτά λεπτών ( 2.140,37 ) στον καθένα, στον 5ο των αναιρεσιβλήτων Δ. Β. το ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα εννέα ευρώ και εβδομήντα τεσσάρων λεπτών ( 2.389,74), στην 3η των αναιρεσιβλήτων Π.

Σ. το ποσό των εξακοσίων πενήντα τεσσάρων ( 654,00 ) ευρώ και στον 7ο των αναιρεσιβλήτων Κ. Χ. το ποσό των δύο χιλιάδων οκτακοσίων εξήντα πέντε ευρώ και ενενήντα τεσσάρων λεπτών ( 2.865,94 ). Οι αναιρεσίβλητοι αμφισβητούν την καταβολή των επιδικασθέντων ποσών και, περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι, στην προκειμένη περίπτωση, θα πρέπει να τύχει εφαρμογής η παρ. 5 του άρθρου 20 του Ν. 3801/2009 " Ρυθμίσεις θεμάτων προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και άλλες διατάξεις οργάνωσης και λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης " ( ΦΕΚ Α' 163/4.9.2009 ), που ορίζει: "5.

Το επίδομα πληροφορικής, το οποίο καταβλήθηκε από 1.1.1997, σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997 ( ΦΕΚ 40 Α' ) και, ακολούθως, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 8 του ν. 3205/2003 ( ΦΕΚ 297 Α') ως τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, θεωρείται νομίμως καταβληθέν και δεν αναζητείται. Ειδικότερα θέματα, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας επιστροφής καταβληθέντων σε συμμόρφωση προς σχετικές καταλογιστικές πράξεις, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών... ".

Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός κρίνεται απορριπτέος πρωτίστως ως αντιφατικός, αφού οι αναιρεσίβλητοι αμφισβητούν την καταβολή από το αναιρεσείον των επιδικασθέντων ποσών, αλλά και ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι η παραπάνω διάταξη αναφέρεται σε παροχές (επίδομα πληροφορικής) που καταβλήθηκαν από 01-01-1997 έως τη δημοσίευση του Ν. 3801/2009 (04-09-2009) και, στην προκειμένη περίπτωση, οι επίδικες απαιτήσεις καταβλήθηκαν μετά τη δημοσίευση του νόμου αυτού, με βάση την ως άνω επιβεβαιωμένη από 04-06-2010 μισθοδοτική κατάσταση της Εκκαθαρίστριας Αποδοχών του αναιρεσείοντος.

Επομένως, τα καταβληθέντα ως άνω χρηματικά ποσά πρέπει ο κάθε αναιρεσίβλητος να υποχρεωθεί να επιστρέψει στο αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση, κατά παραδοχή της αίτησης επαναφοράς ως ουσιαστικά βάσιμης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα, όλων των βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω των πολλαπλών νομικών ζητημάτων που αντιμετωπίστηκαν και διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν για την υπόθεση αυτή ήταν ιδιαίτερα δυσχερής ( άρθρα 179 εδ.

τελ. και 183 ΚΠολΔ ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 1132/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 29-04-2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου 929/02-05-2008 και στη Γραμματεία του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου 132611/2370/01-07-2008 έφεση του εκκαλούντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία " ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ " (Ε.Μ.Π.). Δέχεται ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση αυτή. Εξαφανίζει τη με αριθμό 158/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή κατά την κύρια αυτής βάση. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 21-12-2006 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2141/21-12-2006 αγωγή.

Απορρίπτει στο σύνολό της την αγωγή, κατά την κυρία από τη σύμβαση και τη συνταγματική αρχή της ισότητας, βάση αυτής και κατά την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική αυτής βάση. Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. Δέχεται την υποβληθείσα με τις από 25-10-2021 κατατεθείσες προτάσεις, αίτηση του αναιρεσείοντος, για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση. Υποχρεώνει τους 1η, 2η, 4η και 6ο των αναιρεσιβλήτων Κ. Κ., Μ. Μ., Μ. Ο. και Λ. Α. να καταβάλουν στο αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου το ποσό των δύο χιλιάδων εκατόν σαράντα ευρώ και τριάντα επτά λεπτών (2.140,37) ο καθένας, τον 5ο των αναιρεσιβλήτων Δ. Β. να καταβάλει στο αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου το ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα εννέα ευρώ και εβδομήντα τεσσάρων λεπτών (2.389,74), την 3η των αναιρεσιβλήτων Π. Σ. να καταβάλει στο αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου το ποσό των εξακοσίων πενήντα τεσσάρων (654,00) ευρώ και τον 7ο των αναιρεσιβλήτων Κ. Χ. να καταβάλει στο αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου το ποσό των δύο χιλιάδων οκτακοσίων εξήντα πέντε ευρώ και ενενήντα τεσσάρων λεπτών (2.865,94) και τα παραπάνω χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ