Legislator Case Law & Legislation
474/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and additional arguments against second-instance judgment regarding civil litigation costs.

Case Number 474/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant company's appeal and supplementary arguments against the single-instance court of appeal's judgment. The appellant argued that the lower court improperly excluded evidence and failed to consider specific documents submitted during the first instance. The court ruled that the supplementary arguments were admissible but substantively baseless because the appellant had already incorporated those first-instance claims into their second-instance submissions, which were duly signed. Consequently, the appeal was rejected, the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs, and the security deposit was returned to the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 569, 552, 553, 556, 558, 564, 577 of the Code of Civil Procedure; Articles 106, 191, 183, 176 of the Code of Civil Procedure; Article 495 of the Code of Civil Procedure; Article 561 of the Code of Civil Procedure. The court established that supplementary appeal arguments are admissible even if the main appeal lacks specific grounds, provided the main appeal itself is valid, and that an appellant is not required to pay security for appeals filed after January 1, 2016, regarding specific civil procedure disputes.

Keywords

AI generated
supplementary appeal arguments admissibility of appeal security deposit return legal costs award Code of Civil Procedure second instance judgment evidence incorporation

Cited Legislation

AI generated
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 191, 183, 176 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AED 3/2014
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 474 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 474/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πηνελόπης Ζωντανού, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 10 Mαρτίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ακρίτας Α.Ε.", που εδρεύει στην Αλεξανδρούπολη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Δ. του Δ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Λύτρα, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/11/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 200/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρία με την από 13/03/2019 αίτησή της και τους από 18/10/2019 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, και των προσθέτων λόγων που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

(Α).- Πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι παραδεκτοί και αν η αίτηση της αναιρέσεως δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο [άρθρο 569 παρ.1 ΚΠολΔ]. Για να είναι παραδεκτή, συνεπώς, η άσκηση προσθέτων λόγων, πρέπει να έχει ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως παραδεκτή και νόμιμη [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 577 ΚΠολΔ] ενώ, αν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως του κύριου δικογράφου είναι απαράδεκτοι ή μη νόμιμοι, δεν καθιστά τους πρόσθετους λόγους απαράδεκτους.

Υπόκεινται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, (i).- η από 13.3.2019 (Α.Κ. 10 / 13.3.2019 - Εφετείο Θράκης) αίτηση αναιρέσεως και (ii).- οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, που ασκήθηκαν, με το από 18.10.2019 (Α.Κ. 100 / 18.10.2019 - Άρειος Πάγος) ίδιο - ξεχωριστό δικόγραφο της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία 'ΑΚΡΙΤΑΣ Α.Ε.', που εδρεύει στην Αλεξανδρούπολη και νομίμως εκπροσωπείται κατά του αναιρεσίβλητου Ε.

Δ., κατοίκου …. Προσβάλλεται η 1/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία εκδόθηκε, την 8.1.2019, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 31.1.2018 εφέσεως του εκκαλούντος, ήδη αναιρεσίβλητου κατά της εφεσίβλητης, ήδη αναιρεσείουσας. Εκκαλούμενη ήταν η 200/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρουπόλεως, η οποία εκδόθηκε, την 27.12.2017, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 18.11.2015 αγωγής του ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητου κατά της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας και αφορά, η αγωγή, χρηματικές απαιτήσεις του ενάγοντος έναντι της εναγομένης από παροχή εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Με την 200/2017 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της, κατ' ουσία ενώ, με την 1/2019 απόφαση, που προσβάλλεται, η έφεση έγινε δεκτή, τυπικά και στην ουσία και, εν τέλει, η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία, μόνο, κατά τη βάση της από τη σύμβαση εργασίας, ως προς το κεφάλαιο για τις αποδοχές και το επίδομα ετήσιας κανονικής αδείας (αναψυχής).

Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015]. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 13.3.2019, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από τη νόμιμη επίδοση, την 14.2.2019, με την επιμέλεια του αναιρεσίβλητου, της 1/2019 αποφάσεως στην αναιρεσείουσα.

Επίσης, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, που αφορά τα ίδια κεφάλαια της 1/2019 αποφάσεως, ασκήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, με ίδιο δικόγραφο, το οποίο έχει κατατεθεί στην γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, την 18.10.2019, ως άνω και έχει επιδοθεί, κατά νόμο, τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την 10.3.2020 (ημερομηνία συζητήσεως της αναιρέσεως), στον αναιρεσίβλητο (βλ. 4299 Δ' / 9.1.2020 έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θράκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Αλεξανδρουπόλεως, Δ.

Κ.). Μετά ταύτα και, όπως εκτέθηκε στην (Α) μείζονα σκέψη, η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι παραδεκτοί [άρθρα 495 παρ.1, 552, 553, 556, 558, 564, 569 παρ.2, 144 παρ.1, 566 παρ.1, 145 ΚΠολΔ} και πρέπει να ερευνηθούν, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων [άρθρα 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7, 569 παρ.1 ΚΠολΔ].

(Β).- Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ.

Έτσι, η ουσία της υποθέσεως, εφ' όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, ως άνω, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 1014/2010). Η εκτίμηση, εξ άλλου, του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 201/1999, ΑΠ 756/1996).

Στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο ορισμένο, σαφή και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 120, 566 παρ.1, 577 παρ.3, 495 παρ.1, 562 ΚΠολΔ] ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο, από όσους αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η αιτίαση, που προβάλλεται.

Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται, ως απαράδεκτος ενώ, η αοριστία του δεν δύναται να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ ολ. 27/1998). Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ.

Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του δηλ., αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών δηλ. αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΑΠ ολ. 3/2020). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία.

Το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας (α).- επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή (β).- επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή (γ).- άφησε αίτηση αδίκαστη, ήτοι αν το δικαστήριο της ουσίας ενήργησε, χωρίς αίτημα διαδίκου ή καθ' υπέρβαση αιτήματος διαδίκου ή άφησε αίτημα αδίκαστο.

Ως 'αίτηση' για τη δημιουργία του λόγου αυτού αναιρέσεως, νοείται η αίτηση δικονομικής προστασίας, που συνδέεται με τις από το άρθρο 106 ΚΠολΔ αρχές της ελεύθερης διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης και της συζητήσεως (ΑΠ 272/2020). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, δηλ.

στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι (ουσιαστικές) παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.

ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών, λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει. Η ελαττωματικότητα των αιτιολογιών, η σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ], δεν δημιουργεί τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αν το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς δηλ., μόνο, το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση, πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου της ουσίας, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, έτσι, δεν αποτελούν 'αιτιολογία' της αποφάσεως ώστε στο πλαίσιο του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ ολ. 30/1997, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 445/2019, ΑΠ 114/2017, ΑΠ 1054/2010).

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αυτός ο λόγος έχει στόχο τη διασφάλιση της αρχής της συζητήσεως [άρθρο 106 ΚΠολΔ]. 'Πράγματα' είναι οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκείται, με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση' ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται.

Δεν αποτελούν 'πράγματα', υπό την ως άνω έννοια, η αιτιολογημένη ή απλή άρνηση της αγωγής (ΑΠ ολ. 469/1984, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 150/2015). Το άρθρο 240 ΚΠολΔ ορίζει ότι "για την επαναφορά ισχυρισμών, που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους, με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που τους περιέχουν οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται, απαραιτήτως, σε επικυρωμένο αντίγραφο".

Η παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 240 ΚΠολΔ ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, προς μη προταθέντες εξομοιώνονται και οι απαραδέκτως προταθέντες αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί• δηλ. εκείνοι, που για την επαναφορά τους από προηγούμενη συζήτηση, δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Επιβάλλεται δε, η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 240 ΚΠολΔ, για τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, με τις έγγραφες προτάσεις και όχι για εκείνους, που περιέχονται στην αγωγή και συγκροτούν τη νομική και ιστορική αιτία του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ 1386/2009, ΑΠ 729/2006).

Στην κατ' έφεση δίκη, η επαναφορά ισχυρισμών δια των εγγράφων προτάσεων στο εφετείο, με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις ή με ενσωμάτωση του κειμένου αυτών, στις προτάσεις του εφετείου, δεν αρκεί ούτε είναι νόμιμη. Ωστόσο, δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη και το κείμενο των πρωτόδικων προτάσεων, ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο καλύπτεται, ως ενιαίο κείμενο προτάσεων, από την υπογραφή του συντάκτη τους, πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου στην κατ' έφεση δίκη διότι έτσι, καθίστανται, οι πρωτόδικες και στο εφετείο προτάσεις, ενιαίες (ΑΠ 258/2019, ΑΠ 696/2017).

Πάντως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και ευθέως τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό διότι η απόρριψη σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπ' όψη, ανεξάρτητα, αν δεν έγινε δεκτός (ΑΠ ολ. 25/2003, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 797/2013, ΑΠ 1703/2008, ΑΠ 561/2008, ΑΠ 17/2008, ΑΠ 1253/2003).

Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας για να διαγνώσει την αλήθεια, όσων πραγματικών ισχυρισμών ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη του όλα τα υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν [άρθρα 106, 335, 338, 339, 340, 346, 240 ΚΠολΔ].

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας (α).- έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή (β).- παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν ή (γ).- παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Έτσι, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, (i).- στην περίπτωση (α), έλαβε υπ' όψη αποδεικτικό μέσο, που δεν περιλαμβάνεται στα αποδεικτικά μέσα, όπως καθορίζονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ ή, όταν περιλαμβάνεται σε αυτά, όμως, δεν επιτρέπεται η χρήση του, στη συγκεκριμένη υπόθεση, (ii).- στην περίπτωση (β), έλαβε υπ' όψη αποδείξεις, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση και (iii).- στην περίπτωση (γ), παρά το νόμο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς άμεση απόδειξη ή προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) αυτός ο λόγος αναιρέσεως και οι τρεις περιπτώσεις του, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται τα επίμαχα αποδεικτικά μέσα. Για τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (β) ΚΠολΔ, νόμιμη, δηλ. σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση, ειδικότερα, εγγράφου, όταν είναι ειδική και προκύπτει η ταυτότητα του εγγράφου.

Η επίκληση γίνεται, κατ' ανάλογη εφαρμογή του ως άνω άρθρου 240 ΚΠολΔ. Δεν είναι, συνεπώς, νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις έγγραφες προτάσεις, ενώπιον του εφετείου, περιέχεται γενική, μόνο, αναφορά σε όλα τα έγγραφα, που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει, πρωτοδίκως ή η ενσωμάτωση του κειμένου των πρωτόδικων προτάσεων, στις προτάσεις του εφετείου (ΑΠ ολ. 23/2008).

Δεν πρόκειται, όμως, κατά τα παραπάνω, για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη και το κείμενο των πρωτόδικων προτάσεων, ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο (όπου διαλαμβάνονται τα επικαλούμενα από τον διάδικο έγγραφα), το οποίο καλύπτεται, ως ενιαίο κείμενο προτάσεων, από την υπογραφή του συντάκτη τους, πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου στην κατ' έφεση δίκη, αφού, έτσι, οι πρωτόδικες προτάσεις και οι προτάσεις στο εφετείο καθίστανται ενιαίες (ΑΠ 258/2019, ΑΠ 696/2017, ΑΠ 982/2013, ΑΠ 476/2011).

Ακόμη, αβάσιμος είναι ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, εάν από την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας αποδεικνύεται ότι έχουν ληφθεί υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως προσκομίσθηκαν, με επίκληση, από τους διαδίκους. Αρκεί η γενική αναφορά στην απόφαση του είδους των αποδεικτικών μέσων.

Ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγησή τους ή / και διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη δεν είναι αναγκαία, εφ' όσον από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν αφήνεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο δηλ. για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί να προκύπτει, με βεβαιότητα ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όσα υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Δεν αποκλείεται, όμως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά την ελεύθερη κρίση του, έχουν μεγαλύτερη σημασία (ΑΠ ολ. 2/2008, ΑΠ 445/2019).

(Γ).- Με τη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας, ο εργαζόμενος έχει την υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει τον μισθό. Ο τρόπος πληρωμής του μισθού καθορίζεται καθ' ορισμένα χρονικά διαστήματα ή σε ποσοστό από τα κέρδη ή κατά μονάδα της παρεχόμενης εργασίας ή κατ' αποκοπή [άρθρα 648, 649, 653, 654, 655 ΑΚ, 1 της 95/1949 Δ.Σ. 'περί προστασίας του ημερομισθίου' - κύρωση με το άρθρο 'πρώτον' ν. 3248/1955 (ΦΕΚ Α. 138 / 2.6.1955), 6 α.ν. 765/1943 (ΦΕΚ Α. 341 / 13.10.1943) - κύρωση με την 324/1946 Π.Υ.Σ.

και διατήρηση σε ισχύ, με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, 28 παρ.1 Συντάγματος]. "Μισθός" δηλ. είναι κάθε παροχή, την οποία ο εργοδότης οφείλει, κατά το νόμο ή τη σύμβαση στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα για τη νόμιμη (έγκυρη) εργασία του. Στο άρθρο 2 εδ. (α) της Δ.Σ. για τον περιορισμό των ωρών εργασίας στις βιομηχανικές επιχειρήσεις, που καταρτίσθηκε στην Ουάσιγκτον των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, την 29.10.1919, κυρώθηκε στην Ελλάδα, με το ν. 2269/1920 και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διατάξεως νόμου [άρθρο 28 παρ.1 Συντάγματος], ορίζεται ότι στις κάθε είδους βιομηχανικές εργασίες (= επιχειρήσεις), δημόσιες ή ιδιωτικές καθώς και στα παραρτήματά τους, με εξαίρεση εκείνες, στις οποίες απασχολούνται μέλη μόνο μίας και της αυτής οικογένειας, η διάρκεια της εργασίας του προσωπικού δεν δύναται να υπερβαίνει τις (8) ώρες ημερησίως και τις (48) ώρες εβδομαδιαίως, εκτός εάν πρόκειται για πρόσωπα, που κατέχουν θέση εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης.

Κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 2 εδ. (α) της Δ.Σ. της Ουάσιγκτον, ως πρόσωπο, κατέχον θέση εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης ("διευθύνων υπάλληλος"), θεωρείται εκείνο, στο οποίο, συνεπεία των εξαιρετικών προσόντων του (εξειδικεύσεως, τεχνικής ή εμπορικής, μορφώσεως και μεγάλης πείρας) ή της ιδιάζουσας εμπιστοσύνης προς αυτό του εργοδότη - κυρίου της επιχειρήσεως, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διευθύνσεως όλης της επιχειρήσεως ή σημαντικού τομέως της επιχειρήσεως και εποπτείας του προσωπικού, έτσι ώστε όχι μόνο να επηρεάζει, αποφασιστικώς, τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχειρήσεως, αλλά και να διακρίνεται, εμφανώς, από τους άλλους υπαλλήλους, εξ αιτίας της ασκήσεως των δικαιωμάτων και εξουσιών του εργοδότη, όπως είναι και η πρόσληψη και η απόλυση του προσωπικού ακόμη, διαθέτει πρωτοβουλία και ανεξαρτησία υψηλού βαθμού, έστω και αν είναι υποχρεωμένο να συμμορφώνεται με τις διατάξεις νόμων, σχέδια και πλαίσιο γενικών καθοδηγητικών γραμμών του εργοδότη, επωμίζεται ενίοτε και ποινικές ευθύνες για την τήρηση των διατάξεων, που έχουν θεσπισθεί προς το συμφέρον των εργαζομένων και αμείβεται, συνήθως, με μισθό πολύ υψηλότερο των νομίμων ελαχίστων ορίων και του καταβαλλόμενου μισθού στους λοιπούς υπαλλήλους (ΑΠ 660/2000).

Τέτοιο πρόσωπο, αν και δεν παύει να είναι εργαζόμενος, εξαιρείται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, ως προς τα χρονικά όρια εργασίας, όπως ρητώς προβλέπει, ως άνω, η Δ.Σ. της Ουάσιγκτον επίσης, εξαιρείται, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, που είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση του και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων, που ανέλαβε, με την εργασιακή του σύμβαση, ειδικότερα, εξαιρείται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, ως προς τις αποδοχές και το επίδομα της ετήσιας κανονικής (αναψυχής) αδείας [άρθρα 1, 2, 3, 5 α.ν. 539/1945 (ΦΕΚ Α. 229 / 6.9.1945), 3 παρ.16 ν. 4504/1966 (ΦΕΚ Α. 57 / 14.3.1966)] και αντισταθμίζεται, η εξαίρεση αυτή, με τον αυξημένο μισθό, που του καταβάλλεται.

Για τον χαρακτηρισμό εργαζομένου, ως "διευθύνοντος υπαλλήλου", δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν όλες οι πιο πάνω περιστάσεις τούτο διότι η έννοια της διευθυντικής θέσεως, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, προσδιορίζεται, με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστεως και της συναλλακτικής εμπειρίας, της κοινής πείρας και της λογικής, από τη φύση και το είδος των παρεχομένων υπηρεσιών, που κρίνονται, ενιαίως καθώς και από την ιδιάζουσα σχέση του προς τον εργοδότη και τους λοιπούς εργαζόμενους, κατά την παροχή των υπηρεσιών του.

Η έννοια αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στην εργασιακή σχέση ενυπάρχει και το στοιχείο της εξαρτήσεως του εργαζομένου - "διευθύνοντος υπαλλήλου" από τον εργοδότη, έστω και σε χαλαρή μορφή (ΑΠ 869/2018, ΑΠ 1047/2007, ΑΠ 1030/2005). Στην ως άνω περίπτωση, με την απόδειξη της ιδιότητας εργαζομένου, ως "διευθύνοντος υπαλλήλου", βαρύνεται [άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ] ο εργοδότης (ΑΠ 1047/2007].

Περαιτέρω, το άρθρο 281 ΑΚ ορίζει ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και έχει εφαρμογή, όταν πρόκειται περί ασκήσεως του δικαιώματος από τον δικαιούχο του• ενώ, δεν έχει εφαρμογή, όταν ο διάδικος αρνείται, απλά ή αιτιολογημένα, να δεχθεί την ύπαρξη ή άσκηση δικαιώματος του αντιδίκου του (ΑΠ 950/1989).

Τέλος, στα άρθρα 6 παρ.2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) και 14 παρ.2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που, μετά την κύρωσή τους, αντιστοίχως, με το άρθρο 'πρώτο' του ν.δ. 53/1974 (ΦΕΚ Α. 256 / 20.9.1974) και με το άρθρο 'πρώτο' του ν. 2462/1997 (ΦΕΚ Α. 25 / 26.2.1997), αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και έχουν υπερνομοθετική ισχύ [άρθρο 28 παρ.1 Συντάγματος], ορίζεται, αντιστοίχως, ότι: "Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". "Κάθε πρόσωπο, που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα, τεκμαίρεται ότι είναι αθώο, εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί, σύμφωνα με το νόμο".

Με τις διατάξεις αυτές, ταυτόσημες κατά περιεχόμενο, κατοχυρώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και συνδέεται άμεσα με την αρχή της ενοχής [άρθρα 7 παρ.1 Συντάγματος, 14 ΠΚ]. Πλην όμως, ο σεβασμός του τεκμηρίου της αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο κωλύεται να καταλήξει, μετά από αποδείξεις και με πλήρως αιτιολογημένη δικανική κρίση, συνεκτιμώντας και την αθωωτική ποινική απόφαση, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ ολ. 4/2020, ΑΠ 445/2019).

Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του από 13.3.2019 (κύριου) δικογράφου, συμπληρούμενος με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως στο από 18.10.2019 δικόγραφο περιέχουν, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το εφετείο στην 1/2019 απόφαση και κατά τις πραγματικές παραδοχές της, όπως πλήρως και σαφώς εκτίθενται στο από 18.10.2019 δικόγραφο, παραβίασε ευθέως το άρθρο 2 εδ. (α) της Δ.Σ.

της Ουάσιγκτον / κυρωτικός νόμος 2269/1920 ειδικότερα, παραβίασε τη συγκεκριμένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη, την οποία δεν εφήρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της και, έτσι, δέχθηκε την αγωγή, κατά το κεφάλαιο για τις αποδοχές και το επίδομα της ετήσιας κανονικής αδείας [α.ν. 539/1945], ως βάσιμη στην ουσία.

Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, του από 13.3.2019 (κύριου) δικογράφου, κατά το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, συμπληρούμενος με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως στο από 18.10.2019 δικόγραφο περιέχουν, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 1/2019 απόφαση εκ πλαγίου παραβίασε το άρθρο 2 εδ. (α) της Δ.Σ.

της Ουάσιγκτον, εφ' όσον, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της, που εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, στο από 18.10.2019 δικόγραφο, διέλαβε ανεπαρκείς - ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τις αποδοχές και το επίδομα της ετήσιας κανονικής αδείας. Αμφότεροι οι λόγοι είναι παραδεκτοί (ορισμένοι) και, περαιτέρω, το εφετείο στην 1/2019 απόφασή του, την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί, κατά περιεχόμενο, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας των λόγων αυτών [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα παρακάτω ουσιώδη: "Η εναγομένη (αναιρεσείουσα) εκμεταλλεύεται επιχείρηση επεξεργασίας ξύλου στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου της, που λειτουργεί στον Προβατώνα Δήμου Σουφλίου και λειτουργεί γραφεία στην πόλη της Αλεξανδρούπολης, ενώ, από το έτος 2000, οι μετοχές της έχουν εισαχθεί στην κύρια αγορά του Χρηματιστηρίου Αξιών.

Στην ανωτέρω επιχείρηση, την 22.3.1982, προσλήφθηκε ο ενάγων (αναιρεσίβλητος), με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος πλήρους απασχόλησης, ο οποίος εργαζόταν, με την ειδικότητα του βοηθού λογιστή, στη συνέχεια, απασχολήθηκε, ως υπεύθυνος πωλήσεων και, από το έτος 1998, τοποθετήθηκε στη θέση του προϊσταμένου λογιστηρίου, όπου παρέμεινε μέχρι την 24.4.2015, που λύθηκε η σχέση εργασίας αυτού, με καταγγελία από την εναγομένη, λόγω της επικείμενης συνταξιοδότησης του ιδίου.

Σύμφωνα με το οργανόγραμμα και τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της εναγομένης, μεταξύ διαφόρων τμημάτων της επιχείρησης περιλαμβάνεται και το τμήμα λογιστηρίου, το οποίο, με προϊστάμενο τον ενάγοντα, υπάγεται στην υπηρεσία οικονομικής διεύθυνσης, η οποία ασκείται από τον Ι. Τ., οικονομικό διευθυντή και Αναπληρωτή Διευθύνοντα Σύμβουλο.

Ο παραπάνω Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος, η Πρόεδρος του Δ.Σ. Λ. Σ. και Γ. Σ., Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, ήταν τα πρόσωπα, στα οποία είχε, αποκλειστικά, ανατεθεί η γενική εκπροσώπηση της εταιρίας, μεταξύ άλλων και έναντι της φορολογικής αρχής. Υπό την ως άνω ιδιότητα αυτού, ως εκπροσώπου της εναγομένης, έναντι της φορολογικής αρχής, ο Ι.

Τ. υπέγραφε τις φορολογικές δηλώσεις της εναγομένης και τις λοιπές οικονομικές καταστάσεις αυτής. Επίσης, εκ μέρους του προαναφερόμενου Αναπληρωτή Διευθύνοντος Συμβούλου υπογραφόταν τα έγγραφα της εναγομένης προς τις τελωνειακές αρχές, ενώ η σύνταξη των μισθολογικών καταστάσεων και η υποβολή αυτών καθώς και των καταστάσεων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων της επιχείρησης προς τις αρμόδιες υπηρεσίες, κύριας και επικουρικής ασφάλισης, αποτελούσαν αντικείμενο αρμοδιότητας του τμήματος μισθοδοσίας, που τελούσε υπό τη διεύθυνση και τον έλεγχο του οικονομικού διευθυντή Ι.

Τ., που είχε δηλωθεί, ως πρώτος υπεύθυνος εκπρόσωπος της εναγομένης, έναντι του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων και του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Ιδιωτικού Τομέα. Αντιθέτως, στον ενάγοντα αποδεικνύεται ότι δεν είχε ανατεθεί κάποια αρμοδιότητα εκπροσώπησης της εναγομένης, έναντι οποιασδήποτε αρχής και υπηρεσίας ούτε είχε αναληφθεί, εκ μέρους του, σχετική ευθύνη.

Υπό τους όρους αυτούς, η υπογραφή, την οποία, παράλληλα με αυτήν του οικονομικού διευθυντή, έθετε και ο ενάγων στις φορολογικές δηλώσεις και σε άλλες οικονομικές καταστάσεις της εναγομένης καθώς και η διαμόρφωση, υπό την επιμέλεια αυτού, των ως άνω καταστάσεων και ισολογισμών της εταιρίας δεν αποτελούσαν εκδηλώσεις εκπροσώπησης της τελευταίας από τον ίδιο, αφού δεν του είχε ανατεθεί κάποια σχετική αρμοδιότητα, αλλά συνιστούσε εκπλήρωση της νόμιμης, σύμφωνα με το π.δ. 340/1998, επαγγελματικής του υποχρέωσης, ως προϊσταμένου υπαλλήλου του αρμοδίου τμήματος της επιχείρησης.

Χαρακτηριστικό της έλλειψης αρμοδιότητας εκπροσώπησης της εναγομένης από τον ενάγοντα είναι ότι και σε σχέση με την αρμοδιότητα αντιπροσώπευσης, που επικαλείται η εναγομένη ότι χορηγήθηκε, έναντι της εταιρίας με την επωνυμία 'ABC FACTORS ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ Α.Ε.', αποδεικνύεται, σύμφωνα με το σχετικό πρακτικό … / ….5.2010 του Δ.Σ.

της εναγομένης ότι περιορίζεται στην υπογραφή καταστάσεων αποστολής τιμολογίων χρεοπιστωτικών αναπροσαρμογών, αιτήσεων τροποποίησης στοιχείων πελάτη, διαβιβαστικών εγγράφων γνωστοποίησης των στοιχείων των απαιτήσεων και αποστολής αξιογράφων και κάθε εγγράφου της ανωτέρω συμβάσεως, εκτός από τις πρόσθετες πράξεις αυτής και τις συμφωνίες καθορισμού ειδικού ποσοστού υπολογισμού της προμήθειας προεξόφλησης.

Με τα δεδομένα αυτά, από το περιεχόμενο του προαναφερόμενου πρακτικού αποδεικνύεται ότι η αρμοδιότητα του ενάγοντος περιοριζόταν στη σύνταξη και αποστολή εγγράφων και καταστάσεων, σε εκπλήρωση των δεδομένων όρων της υφιστάμενης μεταξύ των μερών σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, ενώ η αντιπροσώπευση της εναγομένης, έναντι της αντισυμβαλλομένης της, κατά τη διαμόρφωση και εκπλήρωση των όρων της σχετικής σύμβασης, αλλά και των πρόσθετων συμφωνιών, που την συνοδεύουν, είχε ανατεθεί και παρέμενε αρμοδιότητα των προαναφερομένων αντιπροσωπευτικών οργάνων της εταιρίας.

Σε κάθε περίπτωση, η ως άνω περιορισμένης εκτάσεως εκτελεστική αρμοδιότητα, που χορηγήθηκε στον ενάγοντα, συνδεόταν με τη συγκεκριμένη συμβατική σχέση και, υπό την έννοια αυτή, είχε αποσπασματικό χαρακτήρα, κατά τρόπο ώστε να μην αποκλείεται εξ αιτίας της να χαρακτηρισθεί, ως διευθύνων, ο προαναφερόμενος υπάλληλος της επιχείρησης.

Ο μισθός, που καταβαλλόταν μηνιαίως στον ενάγοντα, ανερχόταν σε ποσό ύψους 3.650 ευρώ, κατά τα έτη 2010 και 2011 και σε 3.575,01 ευρώ, κατά τα επόμενα έτη. Ο ενάγων ήταν πτυχιούχος ανωτάτης βιομηχανικής σχολής και είχε συμπληρώσει 33 έτη υπηρεσίας και το ποσό των 3.575,01 ευρώ, που του καταβαλλόταν, κατά το χρόνο της λύσης της σχέσης εργασίας, αναλυόταν σε 820,51 ευρώ, που ήταν οι βασικές αποδοχές, σύμφωνα με τη Σ.Σ.Ε., 164,10 ευρώ επίδομα γνώσης, 123,08 ευρώ επίδομα ευθύνης και, πλέον αυτού, 2.467,32 ευρώ, το οποίο αποτελούσε οικειοθελή παροχή της εναγομένης προς αυτόν.

Αναλόγου ύψους αμοιβές, η εναγομένη αποδεικνύεται ότι κατέβαλε και σε άλλους νεότερους υπαλλήλους του τμήματος λογιστηρίου, με προσόντα ανάλογα με αυτά του ενάγοντος. Συγκεκριμένα, καταβαλλόταν μισθός 2.958,41 ευρώ στην αναλύτρια Η/Υ Μ. Β., που προσλήφθηκε το έτος 2004, 2.427,04 ευρώ στον λογιστή Δ. Κ., που προσλήφθηκε το έτος 1996 και 2.248,56 ευρώ στον λογιστή Μ.

Δ., που προσλήφθηκε το έτος 2001. Οι μισθοί αυτοί των ως άνω υπαλλήλων, όμως, υπολείπονται της μικτής αμοιβής, που η εναγομένη καταβάλλει στον διευθύνοντα υπάλληλο αυτής Ι. Τ., η οποία προσδιορίζεται σε ποσό ύψους 6.000 ευρώ, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. … / ...12.2013 πρακτικό του Δ.Σ. της εταιρίας. Εκτός αυτού, ο ενάγων δεν είχε αρμοδιότητα για τη λήψη απόφασης πρόσληψης ή λύσης της σύμβασης εργασίας των εργαζομένων της επιχείρησης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και αυτοί, που έχουν ενταχθεί στο τμήμα λογιστηρίου.

Ο ενάγων τηρούσε το ωράριο εργασίας των υπαλλήλων της επιχείρησης, χωρίς να επιβάλλεται να υποβληθεί σε οποιονδήποτε σχετικό έλεγχο. Λόγω της θέσης του ενάγοντος, ως προϊσταμένου του τμήματος λογιστηρίου, επιβαλλόταν να περιληφθεί και αυτός μεταξύ άλλων υπαλλήλων, όπως είναι και ο προαναφερόμενος λογιστής Μ.

Δ.ς στην υποβαλλόμενη, εκ μέρους της εναγομένης, δήλωση γνωστοποίησης της ταυτότητας αυτών, ενώπιον της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με το άρθρο 13 ν. 3340/2005. Η δήλωση αυτή, όμως, όπως και η χορήγηση από την εναγομένη επαγγελματικής κάρτας στον ενάγοντα, δεν αναιρούν όλα τα ανωτέρω περιγραφόμενα ειδικότερα χαρακτηριστικά, που προσδιορίζουν τη θέση αυτού, ως υπαλλήλου της επιχείρησης.

Όπως αποδεικνύεται, η λειτουργία και οι αρμοδιότητες του ενάγοντος περιοριζόταν εντός των ορίων εκπλήρωσης των συγκεκριμένων υποχρεώσεων, οι οποίες επιβάλλονται, ως προερχόμενες από τη συγκεκριμένη κατεχόμενη από αυτόν θέση εργασίας, χωρίς να εμφανίζουν τα επί πλέον ειδικότερα χαρακτηριστικά, που είναι αναγκαίο να συντρέχουν ώστε να του αποδοθεί η ιδιότητα του διευθύνοντος ...

Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσείων δεν επηρέαζε αποφασιστικά, την κατεύθυνση και την εξέλιξη της επιχείρησης, ως προς τους οικονομικούς στόχους της, δεν ασκούσε τα δικαιώματα του εργοδότη έναντι του συνόλου ή σημαντικού μέρους του προσωπικού της εναγομένης, με αρμοδιότητα πρόσληψης και απόλυσης και δεν εμφανιζόταν έναντι των μισθωτών, αντί του εργοδότη, δεν επωμιζόταν ποινικές ευθύνες για την τήρηση των διατάξεων, που έχουν θεσπισθεί προς το συμφέρον των εργαζομένων, δεν ήταν αρμόδιος για τη λήψη σημαντικών αποφάσεων και την επίτευξη των σκοπών της επιχείρησης και δεν εκπροσωπούσε την εταιρία έναντι των Δημοσίων Αρχών ούτε έναντι τρίτων ιδιωτών ...

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη δεν χορήγησε στον ενάγοντα άδεια αναψυχής και αποδοχές αδείας, κατά τα έτη 2010 έως 2015 καθώς και επίδομα αδείας για το έτος 2015 και του οφείλει συνολικό ποσό (4.555,20 + 4.555,20 + 4.461,60 + 4.461,60 + 4.461,60 =) 22.495,20 ευρώ". Με τις ως άνω πραγματικές παραδοχές, το εφετείο, όσον αφορά το αρνητικό του συμπέρασμα για το ότι ο αναιρεσίβλητος δεν κατείχε θέση πληρούσα την έννοια του "διευθύνοντος υπαλλήλου", δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 εδ. (α) της Δ.Σ.

της Ουάσιγκτον, που η αναιρεσείουσα επικαλείται ούτε ευθέως διότι δεν ήταν εφαρμοστέα και ορθώς δεν την εφάρμοσε, αφού, κατά τις παραδοχές, ο αναιρεσίβλητος δεν είχε την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου" ούτε εκ πλαγίου διότι με πλήρεις, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του άρθρου 2 εδ. (α) της Δ.Σ.

της Ουάσιγκτον, απέκλεισε να απέκτησε ο αναιρεσίβλητος την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου". Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις παραδοχές, ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος παρείχε την εργασία του στην αναιρεσείουσα, ως προϊστάμενος του λογιστηρίου αυτής, από το έτος 1998, δεν επηρέαζε, αποφασιστικά, την κατεύθυνση και την εξέλιξη της επιχειρήσεως της αναιρεσείουσας, ως προς τους οικονομικούς της στόχους, δεν ασκούσε τα δικαιώματα της αναιρεσείουσας, έναντι του συνόλου ή σημαντικού μέρους του προσωπικού της, με αρμοδιότητα προσλήψεως και απολύσεως αυτού και δεν εμφανιζόταν, έναντι των άλλων εργαζομένων, αντί της αναιρεσείουσας, δεν επωμιζόταν ποινικές ευθύνες για την τήρηση των διατάξεων, που έχουν θεσπισθεί προς το συμφέρον των εργαζομένων, δεν ήταν αρμόδιος για τη λήψη σημαντικών αποφάσεων και την επίτευξη των σκοπών της επιχειρήσεως της αναιρεσείουσας και δεν εκπροσωπούσε την αναιρεσείουσα έναντι των Δημοσίων Αρχών ή έναντι τρίτων ιδιωτών, ενώ η μηνιαία αμοιβή του στο Τμήμα Λογιστηρίου ήταν αναλόγου ύψους με τις αμοιβές, που η αναιρεσείουσα κατέβαλε και σε άλλους υπαλλήλους της, του Τμήματος Λογιστηρίου, νεώτερους του αναιρεσίβλητου και με προσόντα, ανάλογα με αυτά του αναιρεσίβλητου.

Εξ άλλου, αναφορικά με τις αξιώσεις του αναιρεσίβλητου, διαλαμβάνονται στην 1/2019 απόφαση του εφετείου ότι η αναιρεσείουσα δεν χορήγησε στον αναιρεσίβλητο άδεια αναψυχής και αποδοχές αδείας, κατά τα έτη 2010 - 2015 καθώς και το επίδομα αδείας για το έτος 2015. Επομένως και όπως εκτέθηκε στις (Β) και (Γ) μείζονες σκέψεις, οι λόγοι αναιρέσεως, πρώτος του από 13.3.2019 (κύριου) δικογράφου και πρώτος πρόσθετος στο από 18.10.2019 δικόγραφο από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ καθώς και δεύτερος του από 13.3.2019 (κύριου) δικογράφου, κατά το πρώτο σκέλος του και δεύτερος πρόσθετος στο από 18.10.2019 δικόγραφο από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του από 13.3.2019 (κύριου) δικογράφου, κατά το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού, περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, τη μερικότερη αιτίαση ότι υπάρχει στην 1/2019 απόφαση του εφετείου εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 2 εδ. (α) της Δ.Σ. της Ουάσιγκτον, συνεπεία 'ανεπαρκών - ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών' σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το κεφάλαιο της αγωγής για τις αποδοχές και το επίδομα της ετήσιας κανονικής αδείας.

Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι η 1/2019 απόφαση "δεν αιτιολογεί με κανένα απολύτως τρόπο πως αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσίβλητος δεν έλαβε άδεια αναψυχής". Ως προς τη μερικότερη αυτή αιτίαση, ο λόγος είναι απαράδεκτος και απορριπτέος διότι σε κάθε περίπτωση, η ως άνω ελαττωματικότητα των αιτιολογιών, η σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν δημιουργεί τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ δηλ., μόνο, το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση, πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε.

Τέλος, οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος του από 13.3.2019 (κύριου) δικογράφου καθώς και πρώτος πρόσθετος και δεύτερος πρόσθετος στο από 18.10.2019 δικόγραφο, κατά το μέρος, που δι' αυτών πλήττεται η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου επί της ουσίας κρίση του εφετείου [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ] είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι.

Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως του από 13.3.2019 (κύριου) δικογράφου περιέχει τις παρακάτω αιτιάσεις: (i).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη 'πράγματα', που, παραδεκτώς, προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη την αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, κατά το κεφάλαιο, που αφορά τις αποδοχές και το επίδομα της ετήσιας κανονικής αδείας, (ii).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναφέρονται και προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, αν και η αναιρεσείουσα τα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει, παραδεκτώς, προκειμένου να αποδείξει πως ο αναιρεσίβλητος "έλαβε, πράγματι, ημέρες αδείας καθ' όλα τα καταγγελόμενα έτη".

Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της σχετικής κρίσεώς του, δεν έλαβε υπ' όψη (α).- τα Βιβλία Αδειών των ετών 2010, 2011, 2012 και 2013, θεωρημένα από την Επιθεώρηση Εργασίας καθώς και το Έντυπο Ε 11 - Γνωστοποίηση στοιχείων ετήσιας κανονικής άδειας έτους 2014, υποβληθέν στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, (β).- την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Κατά τα εκτεθέντα στην (Β) μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός και ως προς τις δύο αιτιάσεις του είναι απορριπτέος και, ειδικότερα: Ως προς την υπό στοιχείο (i) αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος είναι απαράδεκτος διότι η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής δεν αποτελεί 'πράγμα', κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ.

Ως προς την υπό στοιχείο (ii) αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, ο λόγος είναι παραδεκτός (ορισμένος) κατά τη συγκεκριμένη αιτίαση, όμως, είναι αβάσιμος διότι από την 1/2019 απόφαση του εφετείου, την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, παραδεκτώς, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας του λόγου [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], αποδεικνύονται τα εξής:

Στην 1/2019 απόφαση περιέχεται βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπ' όψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν. Συγκεκριμένα, αναγράφεται: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που, με επιμέλεια των διαδίκων, εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας στο ακροατήριο συνεδρίασης, εκτιμώμενες ανάλογα με την αξιοπιστία και το βαθμό γνώσης κάθε μάρτυρα και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά".

Από τη διατύπωση αυτή και το όλο περιεχόμενο της 1/2019 αποφάσεως, ως άνω, καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν αφήνεται καμία αμφιβολία ότι το εφετείο έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι και τα πιο πάνω αναφερόμενα, που η αναιρεσείουσα, παραδεκτώς, επικαλέσθηκε και προσκόμισε.

Ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως στο από 18.10.2019 δικόγραφο περιέχει τις παρακάτω αιτιάσεις: (i).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη 'πράγματα', που, παραδεκτώς, προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το εφετείο "δεν έλαβε υπ' όψη τους ισχυρισμούς της για τον χαρακτηρισμό του αναιρεσίβλητου, ως διευθύνοντος υπαλλήλου", (ii).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναφέρονται και προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, αν και η αναιρεσείουσα τα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει, παραδεκτώς, προκειμένου να αποδείξει πως ο αναιρεσίβλητος είχε την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου".

Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το εφετείο για τον σχηματισμό της σχετικής κρίσεώς του, δεν έλαβε υπ' όψη (α).- την 'επαγγελματική κάρτα' του αναιρεσίβλητου, (β).- το υπ' αριθμ. … / ….5.2010 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, (γ).- τον κατάλογο των προσώπων, που η ίδια υπέβαλε στην 'Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς', εφ' όσον οι μετοχές της είχαν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και στον κατάλογο αυτό, περιλαμβανόταν και το όνομα του αναιρεσίβλητου, ως ασκούντος "διευθυντικά καθήκοντα".

Κατά τα εκτεθέντα στην (Β) μείζονα σκέψη, ο παραδεκτός αυτός πρόσθετος λόγος, είναι, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, απορριπτέος, ως αβάσιμος και, ειδικότερα: Ως προς την υπό στοιχείο (i) αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος διότι το εφετείο, σύμφωνα με τις πραγματικές παραδοχές του, ως άνω, απέκλεισε να απέκτησε ο αναιρεσίβλητος την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου".

Τούτο σημαίνει ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, σε κάθε περίπτωση, έχει ληφθεί υπ' όψη από το εφετείο, ανεξάρτητα, αν δεν έγινε δεκτός. Μάλιστα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ρητώς έλαβε υπ' όψη τους ισχυρισμούς για τη χορήγηση 'επαγγελματικής κάρτας' και για δήλωση των στοιχείων ταυτότητας του αναιρεσίβλητου, ως προϊσταμένου του λογιστηρίου, στην 'Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς', που ρητά μνημονεύει, κρίνοντας, περαιτέρω ότι τα ανωτέρω δεν αναιρούν τα χαρακτηριστικά, που προσδιορίζουν τη θέση του αναιρεσίβλητου, ως (απλού) υπαλλήλου της επιχειρήσεως της αναιρεσείουσας.

Ως προς την υπό στοιχείο (ii) αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος διότι στην 1/2019 απόφαση του εφετείου, όπως ήδη ειπώθηκε, περιέχεται βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπ' όψη (και) όλα τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν. Από την ως άνω διατύπωση δε, ήτοι, όπως αναφέρεται, κατά την εξέταση του τρίτου λόγου αναιρέσεως του από 13.3.2019 (κύριου) δικογράφου και το όλο περιεχόμενο της 1/2019 αποφάσεως, καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν αφήνεται καμία αμφιβολία ότι το εφετείο έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα• έτσι, έλαβε υπ' όψη και τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα, που η αναιρεσείουσα, παραδεκτώς, επικαλέσθηκε και προσκόμισε.

Ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως στο από 18.10.2019 δικόγραφο περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναφέρονται και προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, αν και η αναιρεσείουσα τα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει, παραδεκτώς, προκειμένου να αποδείξει πως ο αναιρεσίβλητος είχε την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου".

Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το εφετείο για τον σχηματισμό της σχετικής κρίσεώς του, δεν έλαβε υπ' όψη (α).- το "έντυπο" - περιοδικό της υπό τον τίτλο Ή ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΥΛΗΣ - AKRITAS' του Νοεμβρίου 2004, (β).- την ένορκη κατάθεση του 'Δημ. Καραφυλλίδη', μάρτυρος - υπαλλήλου της, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και (γ).- την 2412 / 24.11.2015 απόφαση (σε απόσπασμα) του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης, την οποία (απόφαση) "ούτε καν μνημονεύει στην 1/2019 απόφασή του", αν και "η ποινική απόφαση αφορούσε τη μη καταβολή των επίμαχων αποδοχών και επιδόματος αδείας αναψυχής στον αναιρεσίβλητο και ήταν αθωωτική για τους Λ.

Σ., Γ. Σ. και Ι. Τ., νόμιμους εκπροσώπους της, με την αιτιολογία πως ο αναιρεσίβλητος είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου και δεν δικαιούνταν κανονική (αναψυχής) άδεια, μπορούσε δε, το εφετείο να αφίσταται από αυτή την αθωωτική ποινική απόφαση, εν όψει του τεκμηρίου αθωότητας, μόνο, με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση".

Κατά τα εκτεθέντα στις (Β) και (Γ) μείζονες σκέψεις, ο παραδεκτός αυτός πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι στην 1/2019 απόφαση του εφετείου, όπως ήδη ειπώθηκε, περιέχεται βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπ' όψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν.

Από την ως άνω διατύπωση δε, όπως δηλ. αναφέρεται κατά την εξέταση του τρίτου λόγου αναιρέσεως του από 13.3.2019 (κύριου) δικογράφου και το όλο περιεχόμενο, της 1/2019 αποφάσεως, καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν αφήνεται καμία αμφιβολία ότι το εφετείο έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα' έτσι, έλαβε υπ' όψη και όσα πιο πάνω αναφέρονται, που η αναιρεσείουσα, παραδεκτώς, επικαλέσθηκε και προσκόμισε, δίχως να ήταν αναγκαία η ειδική μνεία της 2412/24.11.2015 αθωωτικής ποινικής αποφάσεως.

Η γενική αναφορά στην 1/2019 απόφαση του είδους των αποδεικτικών μέσων αρκεί, ενώ δεν ήταν αναγκαία η ξεχωριστή αξιολόγηση της 2412 / 24.11.2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης. Τούτο διότι το εφετείο, ως πολιτικό δικαστήριο, δίχως να κωλύεται από την 2412 / 24.11.2015 ποινική απόφαση, μετά από αποδείξεις, συνεκτιμώντας και αυτή την απόφαση (2412 / 24.11.2015) και, όπως ειπώθηκε, κατά την εξέταση του πρώτου πρόσθετου λόγου αναιρέσεως στο από 18.10.2019 δικόγραφο, με πλήρως αιτιολογημένη δικανική κρίση, κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, δηλ.

ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου".

Ο πέμπτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως στο από 18.10.2019 δικόγραφο περιέχει τις παρακάτω αιτιάσεις: (i).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη 'πράγματα', που, παραδεκτώς, προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το εφετείο "δεν έλαβε υπ' όψη τον επικουρικό ισχυρισμό της πως στον αναιρεσίβλητο, σε κάθε περίπτωση, δηλ.

ανεξάρτητα, αν ήταν ή όχι 'διευθύνων υπάλληλος', χορηγήθηκε η ετήσια κανονική άδεια (αναψυχής) σε όλα τα επίδικα έτη 2010 - 2014 και για την οποία του καταβλήθηκαν όλες οι νόμιμες αποδοχές, αλλά απέρριψε τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, αν και αποδεικνύονταν από τα Βιβλία Αδειών των ετών 2010, 2011, 2012 και 2013, θεωρημένα από την Επιθεώρηση Εργασίας καθώς και από το Έντυπο Ε 11 - Γνωστοποίηση στοιχείων ετήσιας κανονικής αδείας έτους 2014, υποβληθέν στην Επιθεώρηση Εργασίας Έβρου". (ii).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ ότι υπάρχει στην 1/2019 απόφαση του εφετείου εκ πλαγίου παράβαση των άρθρων 2 και 3 του α .ν. 539/1945, συνεπεία ελλείψεως αιτιολογιών (καθόλου αιτιολογίας) ή / και ελλιπών - ανεπαρκών αιτιολογιών, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το κεφάλαιο της αγωγής για τις αποδοχές και το επίδομα της ετήσιας κανονικής αδείας.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το εφετείο στην 1/2019 απόφαση "δεν παραθέτει αιτιολογία και εξήγηση, όσον αφορά την παραδοχή του, ως προς τις αποδοχές και το επίδομα ετήσιας κανονικής αδείας, συνολικού ποσού 24.282,40 ευρώ, με βάση ποια περιστατικά και στοιχεία υπολογισμού και για ποιους λόγους κατέληξε στην κρίση αυτή και από ποια συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτουν αυτά, που δέχθηκε".

Κατά τα εκτεθέντα στην (Β) μείζονα σκέψη, αυτός ο πρόσθετος λόγος και ως προς τις δύο αιτιάσεις του είναι απαράδεκτος και απορριπτέος και, ειδικότερα: Ως προς την υπό στοιχείο (i) αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος διότι ο ισχυρισμός, σε κάθε περίπτωση, όπως η ίδια η αναιρεσείουσα επικαλείται, απορρίφθηκε.

Τούτο σημαίνει ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, σε κάθε περίπτωση, έχει ληφθεί υπ' όψη από το εφετείο, ανεξάρτητα, αν δεν έγινε δεκτός. Ως προς την υπό στοιχείο (ii) αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος διότι η ως άνω ελαττωματικότητα των αιτιολογιών, η σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν δημιουργεί τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ δηλ., μόνο, τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση, πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε.

Ο έκτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως στο από 18.10.2019 δικόγραφο περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναφέρονται και προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, αν και η αναιρεσείουσα τα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει, παραδεκτώς, προκειμένου να αποδείξει ότι ο αναιρεσίβλητος "έλαβε την κανονική άδειά του (και τις αποδοχές αυτής) για όλα τα επίδικα έτη".

Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της σχετικής κρίσεώς του, δεν έλαβε υπ' όψη (α).- τα Βιβλία Αδειών των ετών 2010, 2011, 2012 και 2013, θεωρημένα από την Επιθεώρηση Εργασίας καθώς και το Έντυπο Ε 11- Γνωστοποίηση στοιχείων ετήσιας κανονικής άδειας έτους 2014, υποβληθέν στην Επιθεώρηση Εργασίας Έβρου, (β).- την υπ' αριθμ.

πρωτ. … / ….8.2015 'μηνυτήρια αναφορά' της Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Έβρου, που διαβιβάσθηκε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αλεξανδρούπολης, (γ).- το Β.Μ.: Α 15 / 1487 / 8.9.2015 Κλητήριο Θέσπισμα της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αλεξανδρούπολης. Κατά τα εκτεθέντα στην (Β) νομική σκέψη, ο παραδεκτός αυτός πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι στην 1/2019 απόφαση του εφετείου, όπως ήδη ειπώθηκε, περιέχεται βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπ' όψη και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν.

Από την ως άνω διατύπωση δε, όπως δηλ. αναφέρεται κατά την εξέταση του τρίτου λόγου αναιρέσεως του από 13.3.2019 (κύριου) δικογράφου και το όλο περιεχόμενο, ως άνω, της 1/2019 αποφάσεως, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο και δεν αφήνεται καμία αμφιβολία ότι το εφετείο έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα έτσι, έλαβε υπ' όψη και όσα πιο πάνω αναφέρονται, που, παραδεκτώς, η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και προσκόμισε.

Ο έβδομος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως στο από 18.10.2019 δικόγραφο περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη 'πράγματα', που, παραδεκτώς, προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη την ένστασή της από το άρθρο 281 ΑΚ, που είχε προτείνει, πρωτοδίκως και κατ' έφεση, παραδεκτώς, ισχυρισθείσα πως "όσον αφορά τις αποδοχές και το επίδομα της ετήσιας κανονικής αδείας", ο αναιρεσίβλητος "αποφάσισε να διεκδικήσει αποδοχές, που γνώριζε ότι δεν δικαιούται ... και, με την αγωγή, διεκδικεί κονδύλια, τα οποία γνωρίζει πως δεν δικαιούται και ασκεί την αγωγή για να την χρησιμοποιήσει, αποκλειστικά, ως μέσο έκφρασης της πικρίας του προς την επιχείρησή της". Κατά τα εκτεθέντα στην (Γ) μείζονα σκέψη, η αναιρεσείουσα προβάλλει, με τον ως άνω ισχυρισμό της, όχι ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, αλλά άρνηση της αγωγής, κατά το κεφάλαιό της, που αφορά τις αποδοχές και το επίδομα της ετήσιας κανονικής άδειας δηλ. η αναιρεσείουσα αρνείται το σχετικό δικαίωμα του αναιρεσίβλητου, οπότε δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 281 ΑΚ. Έτσι, ο πρόσθετος αυτός λόγος, όπως εκτέθηκε στην (Β) μείζονα σκέψη, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, αφού η άρνηση της αγωγής δεν αποτελεί 'πράγμα', κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ.

Ο όγδοος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως στο από 18.10.2019 δικόγραφο περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε κάτι, που δεν ζητήθηκε ειδικότερα, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το εφετείο επιδίκασε αποδοχές αδείας έτους 2015, χωρίς αίτημα του αναιρεσίβλητου.

Ο λόγος είναι παραδεκτός (ορισμένος) και, περαιτέρω, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητάς του, από τα διαδικαστικά έγγραφα της προκειμένης δίκης, ήτοι την από 18.11.2015 [Α.Κ. 1419 / Ειδ. Μον. 305 / 20.11.22015] αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρουπόλεως και την 1/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, τις οποίες ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί, ως άνω [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με την από 18.11.2015 ένδικη αγωγή (σελίδες 19, 20, 21), ο ενάγων - αναιρεσίβλητος ζήτησε την επιδίκαση (1).- αποδοχών ετήσιας κανονικής αδείας, ήτοι (α).- "του έτους 2010, ημέρες αδείας 26 (μισθός 3.650 ευρώ) ποσού 4.555,20 ευρώ, του έτους 2011, ημέρες αδείας 26 (μισθός 3.650 ευρώ) ποσού 4.555,20 ευρώ, του έτους 2012, ημέρες αδείας 26 (μισθός 3.575.01 ευρώ) ποσού 4.461,60 ευρώ, του έτους 2013, ημέρες αδείας 26 (μισθός 3.575,01 ευρώ) ποσού 4.461,60 ευρώ, του έτους 2014, ημέρες αδείας 26 (μισθός 3.575,01 ευρώ) ποσού 4.461,60 ευρώ" (πλέον προσαυξήσεως 100%) και (β).- "του έτους 2015, ημέρες αδείας 26 (μισθός 3.575,01 ευρώ) ποσού 4.461,60 ευρώ" (χωρίς προσαύξηση), συνολικού ποσού 26.956,80 ευρώ και (2).- επιδόματος ετήσιας κανονικής αδείας "του έτους 2015, ποσού (12.5 / 25 Χ 3.575,01 =) 1.787,51 ευρώ".

Εξ άλλου, το εφετείο στην 1/2019 απόφασή του δέχθηκε, εν προκειμένω, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα παρακάτω κρίσιμα: "Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη δεν χορήγησε στον ενάγοντα άδεια αναψυχής και αποδοχές αδείας, κατά τα έτη 2010 έως 2015 καθώς και επίδομα αδείας για το έτος 2015 και του οφείλει συνολικό ποσό (4.555,20 + 4.555,20 + 4.461,60 + 4.461,60 + 4.461,60 =) 22.495,20 ευρώ, ως αποδοχές αδείας, πλέον (12,5 / 25 Χ 3.575,01 =) 1.787,51 ευρώ, ως επίδομα αδείας του έτους 2015 και, συνολικά (22.495,20 + 1.787,01 =) 24.282,40 ευρώ".

Εν όψει αυτών, το εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ, δηλ. δεν ενήργησε χωρίς αίτημα του αναιρεσίβλητου. Ειδικότερα, ως άνω, με την αγωγή, ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την επιδίκαση αποδοχών ετήσιας κανονικής αδείας των ετών 2010, 2011, 2012, 2013, 2014, 2015, συνολικού ποσού 26.956,80 ευρώ και το εφετείο επιδίκασε αυτές τις αποδοχές των ετών 2010, 2011, 2012, 2013, 2014, 2015, συνολικού ποσού 22.495,20 ευρώ.

Επομένως και όπως εκτέθηκε στην (Β) μείζονα σκέψη, αυτός ο πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Ο ένατος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως στο από 18.10.2019 δικόγραφο περιέχει τις παρακάτω αιτιάσεις: (i).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη 'πράγματα', τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι "όπως είχε υποβάλει και στην κατ' έφεση δίκη", το εφετείο "έλαβε υπ' όψη τους ισχυρισμούς του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου ότι δεν είναι 'ιδιευθύνων υπάλληλος', αν και οι ισχυρισμοί αυτοί επαναφέρθηκαν στο εφετείο μη νομίμως, δηλ.

με ενσωμάτωση των εγγράφων προτάσεων της πρωτοβάθμιας δίκης, σε εκείνες, με ημερομηνία 7.11.2018, που υποβλήθηκαν, ως ενιαίο κείμενο, ενώπιον του εφετείου", (ii).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (β) ΚΠολΔ ότι το εφετείο έλαβε υπ' όψη έγγραφα, που ο ενάγων - αναιρεσίβλητος προσκόμισε στην κατ' έφεση δίκη για να αποδείξει πως δεν είχε την ιδιότητα του 'διευθύνοντος υπαλλήλου', χωρίς νόμιμη επίκληση.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι όπως είχε υποβάλει και στην κατ' έφεση δίκη, το εφετείο έλαβε υπ' όψη: "(α).- τα πρωτόκολλα καταμέτρησης αποθεμάτων της ιδίας (αναιρεσείουσας) No 1 και No 2, που συντάχθηκαν την 15.2.2012 και την 16.2.2012, αντίστοιχα, για τη χρήση 2011 καθώς επίσης και τα αντίστοιχα πρωτόκολλα καταμέτρησης αποθεμάτων No 1 και No 2, που συντάχθηκαν, την 14.2.2013 για τη χρήση 2012, (β).- την από 12.5.2008 αίτηση - δήλωση της ιδίας προς την Διεύθυνση Δ' Τελωνείου Εξαγωγής και Μεταφοράς της Θεσσαλονίκης, (γ).- τις επτά (7) βεβαιώσεις αποδοχών εργαζομένων της ιδίας, με τις αντίστοιχες βεβαιώσεις παραμεθορίου για τα έτη 2009 - 2013, (δ).- τις δύο (2) καταστάσεις ασφαλίστρων εργαζομένων της ιδίας στο Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων (ΤΕΑΥΕΚ) και στο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Ιδιωτικού Τομέα (ΤΕΑΙΤ), που αφορούν μισθολογική περίοδο Νοεμβρίου 2012 και (ε).- την κατάσταση μισθών Απριλίου 2015 εργαζομένων της ιδίας, υπογεγραμμένη από τον Οικονομικό Διευθυντή της ιδίας Ι.

Τ. και στους εργαζόμενους αυτούς περιλαμβάνονται και οι Μ. Β., Δ. Κ. και Μ. Δ., με τις αντίστοιχες μηνιαίες αποδοχές και το έτος πρόσληψής τους στην ίδια. Πλην όμως, ο ενάγων - αναιρεσίβλητος είχε επικαλεσθεί τα συγκεκριμένα έγγραφα, με ενσωμάτωση των εγγράφων προτάσεων της πρωτοβάθμιας δίκης σε εκείνες, με ημερομηνία 7.11.2018, που υπέβαλε, ως ενιαίο κείμενο, στη δευτεροβάθμια δίκη".

Ο λόγος αυτός είναι παραδεκτός και, περαιτέρω, από την επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο, παραδεκτώς, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητάς του [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], των από 7.11.2018 εγγράφων προτάσεων του αναιρεσίβλητου, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος στην κατ' έφεση δίκη περιέλαβε στο κείμενο των από 7.11.2018 προτάσεών του, ενώπιον του εφετείου και το κείμενο των προτάσεων του στην πρωτοβάθμια δίκη, το οποίο και καλύπτεται, ως ενιαίο κείμενο, από την υπογραφή της πληρεξουσίας δικηγόρου του Γλυκερίας Σκεύα [Α.Μ.

Αλεξανδρουπόλεως 57] στις προτάσεις του εφετείου. Η ως άνω επαναφορά και η επίκληση, με τις από 7.11.2018 προτάσεις του αναιρεσίβλητου στο εφετείο, των πρωτόδικων ισχυρισμών του καθώς και των πρωτοδίκως προσκομισθέντων εγγράφων του είναι παραδεκτή. Επομένως και κατά τα εκτεθέντα στην (Β) νομική σκέψη, ο λόγος, ως προς αμφότερες τις υπό στοιχεία (i) και (ii) αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα δεν υπάρχει, συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν η από 13.3.2019 αίτηση αναιρέσεως (κύριο δικόγραφο) και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, που ασκήθηκαν, με το από 18.10.2019 ίδιο δικόγραφο, κατά της 1/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζονται στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ [άρθρα 106, 191 παρ.2, 183, 176 ΚΠολΔ).

(Δ).- Στο άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται από την 1.1.2016 [άρθρα 1 / άρθρα τέταρτο και ένατο του ως άνω ν. 4335/2015], ορίζεται ότι επί υποθέσεως, που αφορά διαφορά του άρθρου 614 παρ.3 ΚΠολΔ (προηγουμένως, των άρθρων 663 - 676 ΚΠολΔ), εκείνος, που ασκεί το ένδικο μέσο, ειδικότερα, της αναιρέσεως από την 1.1.2016, δεν υποχρεούται, για να είναι παραδεκτή η άσκηση της αναιρέσεως, να καταθέσει παράβολο.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την άσκηση, ως άνω, της ένδικης αναιρέσεως, την 13.3.2019, η αναιρεσείουσα κατέθεσε το e - Παράβολο Κωδ. …, ποσού 450 ευρώ. Εν τούτοις, για την ένδικη διαφορά των άρθρων 663 - 676 ΚΠολΔ, ως άνω (και ήδη άρθρο 614 παρ.3 ΚΠολΔ), η αναιρεσείουσα δεν είχε υποχρέωση να καταθέσει παράβολο. Επομένως και τα εκτεθέντα στην αμέσως παραπάνω (Δ) μείζονα σκέψη, πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο αυτό, ποσού 450 ευρώ, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της αναιρέσεως (ΑΕΔ 3/2014).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13.3.2019 αίτηση αναιρέσεως καθώς και τους πρόσθετους λόγους, που ασκήθηκαν, με το από 18.10.2019 ίδιο δικόγραφο, κατά της 1/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατέθεσε, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 14 Ιουλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 8 Απριλίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ