474/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated474/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ζήτησε δε την προνομιακή του κατάταξη, σύμφωνα με το άρθρο 61 του ΚΕΔΕ, για αμφότερες τις απαιτήσεις. Στους συνημμένους στις ανωτέρω αναγγελίες πίνακες χρεών αναγραφόταν αντιστοίχως στον πρώτο το όνομα της οφειλέτιδας Α. Κ. και ο Α.Φ.Μ. αυτής (...35) και γινόταν ανάλυση του χρέους ως ακολούθως: για ΑΦΜ ...030, ιδιότ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 474 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 474/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία " ... A.E.", που εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητσιμπούνα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2009 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 96/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-3-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την διάταξη του άρθρου 972 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναγγελία, ως πράξη που αποσκοπεί στην παροχή έννομης προστασίας με τη μορφή της συμμετοχής του αναγγελλόμενου δανειστή στη διαδικασία διανομής του πλειστηριάσματος και στην ικανοποίηση της απαίτησής του απ' αυτό, αποτελεί διαδικαστική πράξη και αντίστοιχα το αναγγελτήριο έχει το χαρακτήρα δικογράφου κατά την έννοια του άρθρ. 118 ΚΠολΔ (ΑΠ 1349/2011). Ειδικότερα η αναγγελία αποτελεί το αρχικό δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται στη διαδικασία της κατατάξεως η απαίτηση του αναγγελλόμενου δανειστή και στο περιεχόμενο του αναγγελτηρίου οφείλουν να απαντήσουν με τις παρατηρήσεις τους κατά το άρθρ. 974 ΚΠολΔ, αλλά και την ανακοπή του άρθρ. 979 ΚΠολΔ, ο οφειλέτης, ο επισπεύδων και οι άλλοι δανειστές που αναγγέλθηκαν, με βάση δε το περιεχόμενο αυτό ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το δικαστήριο της ανακοπής οφείλουν να προβούν στην κατάταξη ή στην απόρριψη της απαιτήσεως που αναγγέλθηκε.
Συνεπώς το αναγγελτήριο πρέπει να παρέχει στον μεν οφειλέτη και στους άλλους δανειστές τα απαραίτητα για την άμυνά τους στοιχεία, στον δε υπάλληλο του πλειστηριασμού τις προϋποθέσεις για να δύναται να ελέγξει τη βασιμότητα της απαιτήσεως. Στις προϋποθέσεις αυτές συγκαταλέγεται και η ύπαρξη του τυχόν προνομίου της απαιτήσεως, τα πραγματικά περιστατικά του οποίου πρέπει να περιέχει το αναγγελτήριο, εκτός αν αυτά συμπίπτουν με εκείνα που στηρίζουν την απαίτηση.
Το δικόγραφο της αναγγελίας είναι έτσι άκυρο, κατά το άρθρ. 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ, λόγω αοριστίας της αναφερόμενης σε αυτό απαίτησης, όταν η αοριστία προκαλεί σ' αυτόν που την προτείνει βλάβη που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Αυτό συμβαίνει μόνον όταν η περιγραφή της απαίτησης στο αναγγελτήριο, καθώς και του τυχόν προνομίου της, είναι τόσον ελλιπής, ώστε να μη μπορούν ο μεν οφειλέτης και οι λοιποί δανειστές να αντικρούσουν την αναγγελία κατά την άσκηση του δικαιώματος της υπεράσπισής τους κατά τα άρθρ. 974 και 979 ΚΠολΔ, ο δε υπάλληλος του πλειστηριασμού να ελέγξει τη βασιμότητα της απαιτήσεως και να προβεί στην κατάταξή της συγκριτικά και με τις λοιπές αναγγελλόμενες απαιτήσεις.
Δεν είναι όμως αναγκαία η εξειδίκευση στο βαθμό που αυτή απαιτείται κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, όταν πρόκειται για αγωγή η ανακοπή, διότι το αναγγελτήριο δεν αποτελεί προδικασία κύριας ή παρεμπίπτουσας αιτήσεως για παροχή δικαστικής προστασίας κατά την έννοια του άρθρ. 111 ΚΠολΔ (ΑΠ 307/2016), αφού αφενός μεν η αναγκαστική εκτέλεση είναι διαδικασία και όχι δίκη, αφετέρου δε με την αναγγελία, το δικόγραφο της οποίας απλώς επιδίδεται στον υπάλληλο (συμβολαιογράφο) του πλειστηριασμού, δεν γίνεται παράσταση ενώπιον δικαστικής αρχής, αλλά ανακοίνωση της σχετικής με την κατάταξή του βούλησης του αναγγελλόμενου δανειστή ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού.
Αντίστοιχα αυτός δεν αποτελεί δικαστική αρχή ούτε ειδικό δικαιοδοτικό όργανο, αλλά ενεργεί ως βοηθητικό όργανο κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, συντάσσοντας εν τέλει τον πίνακα κατάταξης των δανειστών στους οποίους θα διανεμηθεί το πλειστηρίασμα (άρθρ. 974 ΚΠολΔ), χωρίς όμως δεσμευτική διάγνωση των σχετικών απαιτήσεών τους, γι' αυτό και η κατάταξή τους υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο με την προβλεπόμενη στο άρθρ. 979 ΚΠολΔ ανακοπή κατά του πίνακα (ΟλΑΠ 1 και 2/2010, ΑΠ 1349/2011).
Η αναγγελία, ειδικότερα, του Δημοσίου σε πλειστηριασμό επισπευδόμενο από τρίτο γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 55§1 του ΚΕΔΕ (ν.δ/γμα 356/1974), κατά τις οποίες ο Διευθυντής του Δημόσιου Ταμείου υποχρεούται να αναγγείλει το Δημόσιο για βεβαιωμένα στο Ταμείο και ήδη Δ.Ο.Υ. χρέη του καθ' ου ο πλειστηριασμός, με αναγγελία που κοινοποιείται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συνοδεύεται από πίνακα, στον οποίο εμφαίνονται τα χρέη, περιλαμβάνει δε ο πίνακας αυτός το ονοματεπώνυμο του οφειλέτη, το είδος και το ποσό των χρεών, το οικονομικό έτος στο οποίο ανήκουν, τη χρονολογία της βεβαίωσής τους, καθώς και μνεία της τυχόν υπάρχουσας για κάθε χρέος ασφάλειας( ΑΠ 1087/2013).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ανακοπής κλπ., τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης (Ολ. ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 108/2018). Με την αίτησή του το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αιτιώνται το Εφετείο για την απόρριψη του λόγου της εφέσεως τους, με τον οποίο ισχυριζόταν ότι προέβαλε σαφείς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς ως προς την ύπαρξη και τον προνομιακό χαρακτήρα των απαιτήσεών του, και ότι παρά ταύτα το ως άνω δικαστήριο έκρινε τούτους ως απαραδέκτους, λόγω αοριστίας, με συνέπεια να επικυρωθή η πρωτόδικος απόφαση με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή της αναιρεσιβλήτου, μεταρρυθμίσθηκε ο πίνακας κατατάξεως και κατετάγη σε αυτόν η αναιρεσίβλητη, μετ' αποβολή των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "... το Δημόσιο πλην άλλων αναγγέλθηκε στην προαναφερόμενη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης και με την υπ' αριθ. 54/25.09.2008 αναγγελία του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. … η οποία κοινοποιήθηκε στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο στις 26.09.2008, για ληξιπρόθεσμη σε βάρος της οφειλέτιδας απαίτηση ποσού 70.387,28 ευρώ και για τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής έως την τελεσιδικία του πίνακα κατάταξης, καθώς και με την υπ' αριθ. 55/25.09.2008 αναγγελία του ίδιου Προϊσταμένου, η οποία κοινοποιήθηκε στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο στις 26.09.2008, για ληξιπρόθεσμη σε βάρος της απαίτηση ποσού 87.134,91 ευρώ και για τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής έως την τελεσιδικία του πίνακα κατάταξης.
Ζήτησε δε την προνομιακή του κατάταξη, σύμφωνα με το άρθρο 61 του ΚΕΔΕ, για αμφότερες τις απαιτήσεις. Στους συνημμένους στις ανωτέρω αναγγελίες πίνακες χρεών αναγραφόταν αντιστοίχως στον πρώτο το όνομα της οφειλέτιδας Α. Κ. και ο Α.Φ.Μ. αυτής (...35) και γινόταν ανάλυση του χρέους ως ακολούθως: για ΑΦΜ ...030, ιδιότ.
σύζυγος, στοιχεία βεβαίωσης αριθ. 80148, ημερ. 08.02.2007, οικ. έτος 2005, είδος εισόδημα φυσικού προσώπου, κεφάλαιο-τόκοι 60.160,07 ευρώ, προσαυξήσεις-λοιπά συν. 10.227,21 ευρώ, γεν. σύνολο 70.387,28 ευρώ και στο δεύτερο το όνομα της οφειλέτιδας Α. Κ. και ο ΑΦΜ αυτής (...35) και γινόταν ανάλυση του χρέους ως ακολούθως: για ΑΦΜ ...030, ιδιότ.
Σύζυγος, στοιχεία βεβαίωσης αριθ. 80172, ημερ. 08.03.2007, οικ. Έτος 2006, είδος εισόδημα φυσικού προσώπου, κεφάλαιο-τόκοι 75.116,30 ευρώ, προσαυξήσεις-λοιπά συν. 12.018,61 ευρώ, γεν. σύνολο 87.134,91 ευρώ. Οι ανωτέρω αναγγελίες αφορούσαν απαιτήσεις από το φόρο εισοδήματος των οικονομικών ετών 2005 και 2006 που βάρυνε το Ν. Μ., σύζυγο της οφειλέτιδας Α.
Κ., ο οποίος απεβίωσε στις 22.11.2005. Η πρώτη απαίτηση ανερχόταν στο ποσό των 240.786,34 ευρώ και η Α. Κ. ευθυνόταν γι αυτή κατά ποσοστό 1/4 κατά τους κανόνες της κληρονομικής διαδοχής, δηλαδή ευθυνόταν για ποσό 60.196,58 ευρώ, χωρίς τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. Η δεύτερη απαίτηση ανερχόταν στο ποσό των 203.017,02 ευρώ και ειδικότερα αφορούσε για μεν το ποσό των 170.957,28
ευρώ φόρο εισοδήματος του αποβιώσαντος συζύγου της για το οποίο η Α. Κ. ευθυνόταν κατά το προαναφερόμενο ποσοστό του 1/4 κατά τους κανόνες της κληρονομικής διαδοχής, δηλαδή για ποσό 42.739,32 ευρώ, χωρίς τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, για δε το ποσό των 32.059,74 ευρώ ως φόρο εισοδήματος προσωπικά της ίδιας της οφειλέτιδας.
Έτσι όμως όπως είναι διατυπωμένες οι δύο αυτές αναγγελίες, η περιγραφή των απαιτήσεων, στις οποίες αναφέρονται, είναι πρόδηλα αόριστες και ελλιπείς και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορούν ο οφειλέτης και οι λοιποί δανειστές να αντικρούσουν την αναγγελία κατά την άσκηση του δικαιώματος της υπερασπίσεώς τους και να υφίστανται έτσι βλάβη, χωρίς η αοριστία τους να αίρεται ή να συμπληρώνεται από κάποιο δημόσιο έγγραφο, που ήταν κατατεθειμένο στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και ήταν προσιτό σε όλους.
Ειδικότερα, η πρώτη αναγγελία (54) δεν αναφέρει ότι η οφειλέτιδα ευθύνεται με την ιδιότητά της ως κληρονόμου του χρέους. Η αοριστία δεν αίρεται από το ότι αναγράφεται η ιδιότητά της ως συζύγου. Η δεύτερη (55) αφενός δεν αναφέρει ότι η οφειλέτιδα ευθύνεται με την ιδιότητά της ως κληρονόμου ενός μέρους του χρέους και αφετέρου δεν διευκρινίζεται ότι για μέρος της απαίτησης βαρύνεται η ίδια ατομικά, δεδομένου ότι και το ίδιο στις προτάσεις του ομολογεί ότι με την υπ' αριθ. 55/2008 αναγγελία αναγγέλθηκε για το φόρο που οφείλεται από την Α.
Κ. τόσο για τα δικά της εισοδήματα, όσο και ως κληρονόμου του συζύγου της και για το ποσό του φόρου εισοδήματος που όφειλε αυτός.
Συνεπώς, η ανωτέρω περιγραφή των απαιτήσεων στο συνημμένο πίνακα χρεών είναι σε τέτοιο βαθμό ελλιπής ώστε η ανακόπτουσα να μην είναι σε θέση να τις αντικρούσει, καθώς δεν γνώριζε την εκ κληρονομιάς προέλευσή τους, ούτε και γνώριζε ότι τμήμα της δεύτερης εκ των ανωτέρω αφορούσε απαίτηση του καθού κατά της ίδιας της οφειλέτιδας, με τελικό αποτέλεσμα να παραβιάζεται το δικαίωμα υπεράσπισής της και να υφίσταται προφανή βλάβη, σύμφωνα άλλωστε και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες. Επομένως η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος παρά το νόμο δέχθηκε τις αναγγελίες αυτές και κατέταξε το Δημόσιο για μέρος των απαιτήσεών του...". Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 4-9-2014 έφεση τού Ελληνικού Δημοσίου κατά της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή της αναιρεσίβλητης του καθ' ου η ανακοπή Ελληνικού Δημοσίου για το σύνολο του ποσού στο οποίο είχε καταταγεί (21.425,83 ευρώ) και κατετάγη η ανακόπτουσα - νυν αναιρεσίβλητη στο ανωτέρω ποσό.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν κήρυξε παρά το νόμο ακυρότητα, εφ' όσον, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενό τους, αμφότερες οι υπ' αριθμ. 54 και 55/2008 αναγγελίες του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. … ήταν αόριστες, η μεν πρώτη διότι δεν αναφέρει ότι η καθής η εκτέλεση - οφειλέτιδα ευθύνεται με την ιδιότητά της ως κληρονόμου του χρέους, του αρχικού οφειλέτη, χωρίς να αρκεί ότι αναγράφεται η ιδιότητά της ως συζύγου, η δε δεύτερη αφ' ενός διότι δεν αναφέρει ότι η καθής η εκτέλεση οφειλέτιδα ευθυνόταν υπό την ιδιότητά της ως κληρονόμου μέρους του χρέους του αρχικού οφειλέτη και αφ' ετέρου διότι για μέρος της απαιτήσεως βαρυνόταν η ίδια ατομικώς, εντεύθεν η ανακόπτουσα - νυν αναιρεσίβλητη δε ηδύνατο να τις αντικρούσει, καθώς δεν γνώριζε την εκ κληρονομιάς προέλευσή τους, ούτε ότι τμήμα της δεύτερης εκ των ανωτέρω αναγγελιών αφορούσε απαίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της ίδιας της οφειλέτιδος.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη, να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ.), μειωμένη όμως κατ' άρθρο 22 παρ. 1,3 του Ν. 3693/1957 - που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝΚΠολΔ και όπως αυτό ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987 - ως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-3-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 96/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ