474/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΥπόκειται προς κρίση η από 12-12-2013 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου κατά της 118/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας έφεσης του εναγομένου κατά της 140/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας επί της από 23-12-2009 αγωγής.
Legislator headnote
AI generated474/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε κατέθεσε κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασής του. Επομένως, παρά τη δικονομική του απουσία, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί σαν να ήταν και αυτός παρών (ΚΠολΔ 576 παρ.2).
Full text
Απόφαση 474 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 474/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 10η Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πάρεδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Γεωργίου Θεοδωρακόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ε. Λ. του Δ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν η 140/ 2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 118/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-12-2013 αίτησή του, που επαναφέρεται για συζήτηση με την από 1-2-2017 κλήση του αναιρεσείοντος, μετά την έκδοση της 2184/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υποθέσεως που είχε παραπεμφθεί σε αυτή με την 1320/2013 απόφαση του Β1 τμήματος αυτού.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης, Αρετή Παπαδιά, ανέγνωσε την από 11-9-2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση αρεοπαγίτη, Χρήστου Βρυνιώτη, με την οποία εισηγείται την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Υπόκειται προς κρίση η από 12-12-2013 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου κατά της 118/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας έφεσης του εναγομένου κατά της 140/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας επί της από 23-12-2009 αγωγής.
Η αίτηση νόμιμα φέρεται για συζήτηση με την από 1-2-2017 κλήση του εναγομένου, μετά την έκδοση της 2184/2014 αποφάσεως του Αρείου Πάγου (Β1 Τμήμα), με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για το ζήτημα της επέκτασης ή μη, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, της χορήγησης της παροχής των 176 ευρώ και σε κατηγορίες υπαλλήλων για τους οποίους δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002.
Η ένδικη αίτηση εισάγεται ήδη μετά την έκδοση των 16/2015 και 17/2015 αποφάσεων της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με τις οποίες κρίθηκε το επίμαχο ζήτημα της παροχής των 176 ευρώ, για το οποίο είχε αναβληθεί η έκδοση αποφάσεως επί αυτής. Ακριβές αντίγραφο της ανωτέρω (από 1-2-2017) κλήσης του αναιρεσείοντος, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση προς τον αναιρεσίβλητο για να παρασταθεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτόν, όπως προκύπτει από την …/22-3-2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Λάρισας, Ε.
Μ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε κατέθεσε κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασής του. Επομένως, παρά τη δικονομική του απουσία, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί σαν να ήταν και αυτός παρών (ΚΠολΔ 576 παρ.2).
2. Κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων των άρθρων 4 παρ.1 του Συντάγματος, 14 του ν. 3016/2002 και 24 παρ.2 του ν. 3205/2003, η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά (δήθεν προβλεπόμενη εκ του νόμου) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη την προϋπόθεση της υπαγωγής αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης. Αντιθέτως, αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται μόνον εάν οι αρμόδιοι υπουργοί, ύστερα από συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια και εκδώσουν κανονιστική πράξη, για επέκταση της χορήγησης αυτής και σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων, με τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002, ήτοι μόνο εφόσον δεν χορηγούνται στους δικαιούχους οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, ίσες ή μεγαλύτερες προς το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. Από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απορρέει υποχρέωση των αρμοδίων οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου για επέκταση της χορήγησης της ειδικής παροχής στους ενάγοντες, για μόνο το λόγο ότι η χορήγηση αυτής είχε επεκταθεί, προηγουμένως, σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων. Διότι η επέκταση της χορήγησης χωρίς τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων είναι παράνομη και ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (ΟλΑΠ 16 και 17/2015, ΑΠ 38/2017).
3. Με την ένδικη από 23-12-2009 αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει ότι, συνδεόμενος από ετών με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, είχε προσφέρει τις υπηρεσίες του σ' αυτό και κατά το ένδικο χρονικό διάστημα των ετών 2006 έως 2009, υπαγόμενος μισθολογικά στις διατάξεις των ν. 2470/1997 και ν. 3205/2003. Κατόπιν αυτού ζητεί να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει τα σ' αυτήν αναφερόμενα χρηματικά ποσά λόγω μη συνυπολογισμού στις ήδη καταβληθείσες αποδοχές αυτού της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002. Την αξίωσή του στηρίζει κυρίως μεν στην υποχρέωση εφαρμογής και ως προς αυτόν της αρχής της ισότητας, που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, λόγω του ότι η χορήγηση της ένδικης ειδικής παροχής είχε επεκταθεί με την έκδοση μεγάλου αριθμού κοινών υπουργικών αποφάσεων σε ποικίλες κατηγορίες εργαζομένων στο δημόσιο και τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, επικουρικώς δε στην υποχρέωση αποζημίωσης αυτού που ανακύπτει, κατ' άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, από την παράνομη παράλειψη των οργάνων του εναγομένου να συντελέσουν στην έκδοση κοινής υπουργικής αποφάσεως για επέκταση της χορήγησης της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και σ' αυτόν και στο συνυπολογισμό της κατά την εκκαθάριση της μισθοδοσίας του.
4. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 140/2011 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας. Με αυτήν η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη κατά την επικουρική της βάση και λόγω παραγραφής για τις αξιώσεις του έτους 2006, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή κατά παραδοχή της κυρίας βάσεως αυτής για τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-2007 έως 31-12-2009.
Το εναγόμενο άσκησε έφεση, επιδιώκοντας να απορριφθεί η αγωγή. Επ' αυτής εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη 118/2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, με την οποία η έφεση έγινε δεκτή κατ' ουσίαν και αφού εξαφανίστηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αφ' ενός απορρίφθηκε η αγωγή για τις ένδικες αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-2007 έως 31-12-2007 λόγω παραγραφής και αφ' ετέρου έγινε δεκτή για αυτές του χρονικού διαστήματος από 1-1-2008 έως 31-12-2009.
Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος κατά το ένδικο χρονικό διάστημα συνδεόταν με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ότι υπαγόταν στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ήτοι αρχικά στις διατάξεις του ν. 2470/1997 και από 1-1-2004 στις διατάξεις του ν. 3205/2003.
Ότι κατά την εκκαθάριση της μισθοδοσίας του εντός του ενδίκου χρονικού διαστήματος δεν έλαβε την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, της οποίας η χορήγηση συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των αμειβόμενων σύμφωνα με τις ως άνω μισθολογικές διατάξεις. Ότι η μη χορήγησή της στον ενάγοντα συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος).
Ότι η υποχρέωση χορήγησης της ειδικής παροχής εξακολουθούσε να υφίσταται και μετά την, δια του άρθρου 28 παρ.4 του ν. 3205/2003, κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων, διότι το ποσό της παροχής διατηρήθηκε ως προσωπική, μισθολογική διαφορά ενός εκάστου δικαιούχου, μειούμενη μόνο από μελλοντικές χορηγήσεις, προβλεπόμενες από την ίδια διάταξη (άρθρο 24 παρ.2 του ν. 3205/2003).
Ότι ο ίδιος κατά το ένδικο χρονικό διάστημα δεν έλαβε κάποια νέα παροχή ούτε αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσής του. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικαιούται την ανωτέρω ειδική παροχή για το από 1-1-2008 έως 31-12-2009 χρονικό διάστημα στην έκταση που επιδικάστηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
5. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και με την κρίση του αυτή, το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 του Συντάγματος, 14 του ν. 3016/ 2002 και 24 παρ.2 του ν. 3205/2003. Τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε (βλ. παραπάνω, αρ.2), η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, χορηγούμενη με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, αλλά αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται μόνο εάν η διοίκηση ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια και εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησής της σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002, ανεξαρτήτως του αν η παροχή αυτή χορηγείται παρανόμως σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Μετά την παραδοχή του παραπάνω λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει στο σύνολό του το προσβληθέν κεφάλαιο της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, καθίσταται, προεχόντως, αλυσιτελής η εξέταση του ίδιου από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ δεύτερου λόγου αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι παραβίασε τις ως άνω διατάξεις με το να επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο την εν λόγω παροχή για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, αν και αυτός λάμβανε πρόσθετες παροχές που υπερκάλυπταν την ανωτέρω ειδική παροχή.
6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ως άνω κεφάλαιο. Από τις αιτιολογίες που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναίρεσης που ευδοκίμησε, συνάγεται ότι η αγωγή κατά το μέρος που έγινε δεκτή είναι μη νόμιμη. Επομένως, μετά την αναίρεση, εν όψει του ότι δεν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση, η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (ΚΠολΔ 580 παρ.3 εδ.α') και αφού γίνει εν μέρει δεκτή η έφεση κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της, που αναφέρεται στη νομική βασιμότητα της αγωγής, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά το μέρος με το οποίο δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσίβλητου για τις ένδικες αξιώσεις τού από 1-1-2008 έως 31-12-2009 χρονικού διαστήματος, να ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή ως προς το αναιρεθέν μέρος και να απορριφθεί αυτή ως μη νόμιμη. Τέλος, λόγω του δυσερμήνευτου των εφαρμοστέων διατάξεων, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης (ΚΠολΔ 179).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 118/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Κρατώντας την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος και δικάζοντας επί της εφέσεως.
Δέχεται την έφεση.
Εξαφανίζει την 140/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας.
Απορρίπτει την από 23-12-2009, με αριθμό καταθέσεως …/28-12-2009 αγωγή. -Και
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10η Ιανουαρίου 2018. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 6η Μαρτίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ