Legislator Case Law & Legislation
474/2016 AI generated

474/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 474/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 474 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 474/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Αλτάνα Κ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 474 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 474/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, ως ειδικού διαδόχου του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία: "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ" (ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ.), που έδρευε στην…, εκπροσωπείτο νόμιμα και έχει ήδη λυθεί και εκκαθαριστεί, το οποίο (αναιρεσείον) εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την Νικολέτα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΒΟΛΟΥ", διαδόχου του αρχικά αναιρεσιβλήτου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΙΩΛΚΟΥ" που εδρεύει στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχο αυτού, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Παπαγιαννίτση με δήλωση κατ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/7/2000 αγωγή του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ" (ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ.) στη θέση του οποίου ως ειδικός διάδοχος υπεισήλθε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου.

Εκδόθηκε η απόφαση 248/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 26/7/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 9/1/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 248/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία, αφού δίκασε την από 27-7-2000 αγωγή του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ" (ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ.), στη θέση του οποίου ως ειδικός διάδοχος υπεισήλθε το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 33 εδ β’ και δ’ του ν. 2937/2001, κατά του Δήμου Ιωλκού και ήδη αναιρεσίβλητου, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλλει το ποσό του 1.605.000 δραχμών (4.710,19€) ως υπόλοιπο αμοιβής, για την εκτέλεση προγράμματος επιμορφωτικών σεμιναρίων δημοτών του σε θέματα οργάνωσης και διοίκησης επιχειρήσεων, δυνάμει της από 19-10-1992 μεταξύ τους σύμβασης, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα, που έληξε το πρόγραμμα και ήταν ληξιπρόθεσμη και απαιτητή η αξίωση της, ήτοι την 1-1-1993, την απέρριψε ως παραγεγραμμένη.

Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση...", ενώ κατά το άρθρο 321 του ίδιου Κώδικα "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει αυτή να είναι τελεσίδικη και ότι η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία υπόκειται σε έφεση, δηλαδή είναι εκκλητή και όχι ανέκκλητη, γίνεται τελεσίδικη, για κάποια αιτία που έχει επέλθει, όπως, διότι έχει περάσει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα προς άσκηση έφεσης ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της ασκηθείσας έφεσης, εφ’ όσον στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκηση της εκ νέου (Ολ. ΑΠ 473/83). Η προθεσμία δε της έφεσης στην περίπτωση που δεν επιδόθηκε η απόφαση, είναι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, τρία έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη και τελειώνει όταν παρέλθουν τα τρία έτη, οπότε αυτή, αφού πλέον δεν υπόκειται σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη, κατά τα παραπάνω, και τότε παραδεκτά προσβάλλεται με αναίρεση. Η προθεσμία, εξάλλου, της αναίρεσης, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή αρχίζει αυτή, αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, στην ίδια περίπτωση που δεν επιδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι, κατά το άρθρ. 564 παρ.3 ΚΠολΔ, τρία έτη και αρχίζει, όπως ορίζει αυτό, από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά έξι (6) έτη, τρία για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η απόφαση και άλλα τρία από την ημέρα που αυτή έγινε τελεσίδικη για να ασκηθεί μέσα στα χρόνια αυτά αναίρεση και συνολικά έξι χρόνια (Ολ ΑΠ 1113/1986). Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ήτοι η υπ’ αριθ. 248/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και δεν επιδόθηκε, δημοσιεύτηκε στις 27-7-2001, ενώ η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 27-7-2007, πριν δηλαδή περάσουν συνολικά έξι έτη από τις 28-7-2001 που είναι η επόμενη ημέρα της δημοσίευσης της (άρθ. 144 παρ 1 ΚΠολΔ). Επομένως, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 91 παρ.1 και 93 του ΝΔ 321/1969 "Περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", που εφαρμόζονται, εφόσον η σχετική αξίωση γεννήθηκε πριν από τη θέση σε ισχύ του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλων διατάξεων", ήτοι την 1-1-1996 (άρθρ. 119 του Ν 2362/1995) και έχουν ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ΝΔ 31/1968 και 304 του ΠΔ 410/1995 και στους Ο.Τ.Α., "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου είναι πέντε ετών, εφόσον υπό ετέρας γενικής ή ειδικής διατάξεως δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής" (άρθρ. 91 παρ. 1), η δε παραγραφή (άρθρ. 93) "άρχεται από το τέλος του οικονομικού έτους, καθό εγεννήθη η αξίωσις και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξις". Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8β ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά τη διάταξη αυτή, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση. Δεν ιδρύει δε το λόγο αυτό η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή και για τούτο μη ασκούντα επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα ακόλουθα: Το ενάγον Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ" (ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ.), στη θέση του οποίου ως ειδικός διάδοχος υπεισήλθε το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 33 εδ β’ και δ’ του Ν 2937/2011, εκθέτει στην από 25-7-2000 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, ότι δυνάμει έγγραφης σύμβασης, που καταρτίσθηκε στις 19-10-1992 μεταξύ αυτού και του εναγομένου Δήμου Ιωλκού και ήδη αναιρεσιβλήτου, διάδοχος του οποίου κατέστη ήδη ο Δήμος Βόλου, που συνεχίζει την εκκρεμή δίκη (άρθρ. 1 παρ. 1 και 283 παρ. 1 Ν 3852/2010), ανέλαβε την υποχρέωση να επιμορφώσει 20 δημότες του τελευταίου σε θέματα οργάνωσης και διοίκησης επιχειρήσεων αντί αμοιβής 2.935.000 δραχμών, καταβλητέας σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 6 της σύμβασης, ότι εκπλήρωσε πλήρως τις συμφωνηθείσες υποχρεώσεις του έναντι του εναγομένου και εξέδωσε το αντίστοιχο τιμολόγιο, πλην όμως αυτός έναντι της οφειλόμενης αμοιβής του κατέβαλε τμηματικώς το ποσό του 1.330.000 δραχμών και του οφείλει το υπόλοιπο ποσό ύψους 1.605.000 δραχμών (4.710,19€), το οποίο ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του το καταβάλει νομιμοτόκως από την επόμενη ημέρα, που κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή η αξίωσή του, ήτοι από την επόμενη ημέρα της λήξης του επιμορφωτικού προγράμματος την 1-1-1993. ‘ Ομως το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα, αλλά και κατά παραδοχή σχετικής ένστασης του εναγομένου, ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος είχε υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 91 παρ.1 του ΝΔ 321/1969 και απέρριψε την αγωγή, δεχόμενο ειδικότερα ότι από το τέλος του οικονομικού έτους 1993 (31-12-1993) εντός του οποίου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αγωγή, γεννήθηκε και ήταν δικαστικώς επιδιώξιμη η ένδικη αξίωση, μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 27-7-2000, παρήλθε ο χρόνος των πέντε ετών, που προβλέπει η προαναφερθείσα διάταξη για τις χρηματικές αξιώσεις κατά του εναγόμενου Δήμου. Ήδη το αναιρεσείον προβάλλει με την αίτηση αναίρεσης, ότι, το Μονομελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη του τον ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελή ισχυρισμό του, τον οποίο προέβαλε με προσθήκη στις έγγραφες προτάσεις του και αποτελεί αντένσταση καταλυτική της ένστασης παραγραφής της αγωγικής αξίωσής του ως προς το ποσό των 880.000 δραχμών ή 2.584,006, που αντιστοιχεί στο 30% της συνολικής αμοιβής του. Ειδικότερα κατά τον εν λόγω ισχυρισμό η αγωγική αξίωση δεν ήταν κατά το ποσό αυτό απαιτητή και ληξιπρόθεσμη κατά την 1-1-1993 και συνεπώς δικαστικώς επιδιώξιμη, αφού με το άρθρο 6 της μεταξύ τους σύμβασης είχε συμφωνηθεί, ότι " ... α) Με την υπογραφή της σύμβασης θα πληρωθεί σαν προκαταβολή το 40% της δαπάνης του έργου, β) Το υπόλοιπο 60% θα καταβληθεί σε δύο δόσεις. Το 30% θα καταβληθεί αμέσως μόλις ολοκληρωθεί το πρόγραμμα εκπαίδευσης, ενώ το υπόλοιπο 30% θα καταβληθεί με την αποπληρωμή του E.K.T.", δεν αποδείχθηκε δε ότι ο Δήμος έλαβε ποτέ το αντίστοιχο ποσό από τα Ευρωπαϊκά Χρηματοδοτικά Προγράμματα, ώστε να υποχρεούται να το καταβάλει. Από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των εγγράφων προτάσεων του ενάγοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου προκύπτει ότι αυτό (ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ.) με την προσθήκη αυτών προέβαλε "όσον αφορά την ένσταση περί δήθεν παραγραφής που προέβαλε ο αντίδικος, αυτή είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, διότι, εφόσον ο Δήμος Ιωλκού θα προχωρούσε στην αποπληρωμή ενός μέρους του οφειλομένου ποσού προς το ΕΛΚΕΠΑ, όταν θα ελάμβανε το αντίστοιχο ποσό χρηματοδότησης μέσω των Ευρωπαϊκών Χρηματοδοτικών Προγραμμάτων για την εκπαίδευση, όπως συμφωνήθηκε στο άρθρο 6 της σύμβασης, τα χρήματα δε αυτά δεν έχουν ακόμη εκταμιευθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι σαφές ότι δεν υπάρχει θέμα παραγραφής". Ο ισχυρισμός αυτός, όπως διατυπώθηκε στην προσθήκη των εγγράφων προτάσεων του ενάγοντος, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται το ακριβές ποσό του μέρους της αμοιβής, που ισχυρίζεται ότι θα καταβαλλόταν μετά την εκταμίευση του μέσω των προαναφερομένων προγραμμάτων δεν συνιστά νόμιμη αντένσταση καταλυτική της ένστασης παραγραφής της αγωγικής αξίωσης, αλλά αναιρεί εν μέρει το ληξιπρόθεσμο αυτής (αγωγικής αξίωσης) και κατ’ επέκταση τη βασιμότητά της. Πρόκειται δηλαδή για ισχυρισμό αλυσιτελή ως αντένσταση παραγραφής και ορθώς το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν τον έλαβε υπόψη και απέρριψε την αγωγή ως παραγεγραμμένη. Έτσι, που έκρινε αφενός δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 91 παρ. 1 και 93 του ΝΔ 321/1969 και αφετέρου ορθώς δεν έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Κατ’ ακολουθίαν, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αντιστοίχως προβάλλονται αιτιάσεις από τους αριθ. 1 και 8 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ και υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, η υπό κρίση αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, τα δε δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του και να ορισθούν, κατ’ επιταγή του άρθρου 22 παρ.1 του Ν. 3639/1957, της κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 εκδοθείσας ΥΑ 134423/20.1.1993 (ΦΕΚ 11/τ.β’ /20.1.1993) και των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-7-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 248/2001 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00€) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουλίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουλίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ