474/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύoντα (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated474/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, ως προς τους καλλιεργούμενους αγρούς ορίστηκε με το άρθρο 4 9 του ν. 2052/1920 ότι εκείνος που έχει δικαίωμα εξουσιάσεως αποκτά δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου του κτήματος και το Δημόσιο αποκτά δικαίωμα συγκυριότητας και συνδιακατοχής κατά το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 474 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 474/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύoντα (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ
Του αναιρεσιβλήτου: Τ. Σ. - Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Γουνοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/2/2011 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 12/4/2011 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27117/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 469/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 13/1/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 9/12/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274, του οποίου οι διατάξεις ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως επ’ αυτών και διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες κατά το άρθρο 2 παρ. 4 του ν, 147/1914, η κυριότητα των αγρών που ήταν δημόσιες γαίες ανήκε στο Δημόσιο, η παραχώρηση δε στους ιδιώτες γινόταν με χορήγηση τίτλου (ταπίου), με το οποίο παρεχόταν σ" αυτούς δικαίωμα όχι κυριότητας αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ).
Από δε το άρθρο 78 του Ίδιου νόμου "περί γαιών", σε συνδυασμό με το άρθρο 8 των οδηγιών "περί εγγράφου ταπίου" της 7 Σαμπάν 1276, σαφώς προκύπτει ότι για την κτήση του δικαιώματος αυτού εξουσιάσεως αρκούσε μόνον η πραγματική κατάσταση της από τον εξουσιάζοντα επί δεκαετία και χωρίς δικαστική αμφισβήτηση κατοχής και καλλιέργειας των γαιών στις οποίες αυτό αναφέρεται, χωρίς να απαιτείται και η στο όνομα αυτού έκδοση τίτλου (ταπίου), το οποίο ήταν απλώς αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό στοιχείο.
Την κτήση αυτή του δικαιώματος εξουσιάσεως με δεκαετή κατοχή αναγνώρισε και το αριθμ. 2468 διάταγμα της προσωρινής κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (αρθρ. 2), που κυρώθηκε με το ν. 1072/1917, και ο ν. 2052/1920 (άρθρο 50), εφόσον η δεκαετία είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 20.5.1917 Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 9 24, 30, 68 και 71 του άνω νόμου περί γαιών, προκύπτει ότι το προαναφερθέν άρθρο 78 αυτού έχει εφαρμογή μόνο στις καλλιεργήσιμες γαίες και όχι στις λοιπές κατηγορίες δημοσίων γαιών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα δάση, ήτοι εκτάσεις που καλύπτονται από αυτοφυή, μη καρποφόρα ή καρποφόρα δένδρα, οι οποίες εξουσιάζονταν μόνο με έκδοση εγγράφου τίτλου ταπίου κατ’ εφαρμογή και των άρθρων 2 και 3 των οδηγιών της 23 Μουχαρέμ 1923 (=1875) "περί εξελέγξεως τίτλων δασών" (ΑΠ 315/2002, ΑΠ 523/2000 ).
Η κυριότητα όλων των άνω κατηγοριών δημοσίων γαιών με την απελευθέρωση των νέων χωρών κατά το 1912 περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δικαιώματι πολέμου βάσει διεθνών συνθηκών (άρθρο 60 της Συνθήκης της Λωζάνης), σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 7 και 27 της συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας που κυρώθηκε με το ν. 4793/1930 και της από 21.6.1924 απόφασης της μικτής επιτροπής ανταλλαγής πληθυσμών ή με τις διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών που διατηρήθηκε σε ισχύ, όπως παραπάνω αναφέρεται.
Περαιτέρω, ως προς τους καλλιεργούμενους αγρούς ορίστηκε με το άρθρο 4 9 του ν. 2052/1920 ότι εκείνος που έχει δικαίωμα εξουσιάσεως αποκτά δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου του κτήματος και το Δημόσιο αποκτά δικαίωμα συγκυριότητας και συνδιακατοχής κατά το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου.
Το δικαίωμα όμως αυτό του Ελληνικού Δημοσίου, δυνάμει των άρθρων 101 -109 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατόπιν εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 2 του ν. 2449/1929, όπως το εν λόγω διάταγμα τροποποιήθηκε με τα άρθρα 14, 18 και 19 του ν. 1540/1938, αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία των μεταγραφών περιήλθε σ’ αυτούς που ήταν συνιδιοκτήτες κατά τα 4/5 κατά την έναρξη της ισχύος του διατάγματος αυτού (ΑΠ 385/2012, 315/2002 ).
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΙΊολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε η ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται. δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Ο Σ. Σ. του Α., παππούς του αιτούντος, ο οποίος απεβίωσε την 12 Νοεμβρίου 1962 (βλ. την προσκομιζόμενη …/13-11-1962 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Βασιλικών), με την με αριθμό .../1962 δημόσια διαθήκη ενώπιον του συμβολαιογράφου Βασιλικών Θωμά Χριστοδούλου που δημοσιεύτηκε με το με αριθμό 256/1963 πρακτικό συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εγκατέστησε κληρονόμο του, μεταξύ άλλων και τον υιό του Α.
Σ., καταλίποντας σ’ αυτόν μεταξύ άλλων κληρονομιαίων, και ένα αγροτεμάχιο και όπως αυτό περιγράφεται στην ανωτέρω διαθήκη του ως: αγρός κείμενος στην θέση "..." έκτασης, πέντε (5) σποριών, (ήτοι δύο (2) στρεμμάτων περίπου), ο οποίος αντιστοιχεί ήδη στο με αριθμό κτηματολογίου ... αγροτεμάχιο, κείμενο στην κτηματική περιοχή Βασιλικών, στη θέση "...", εμβαδού κατά τον τίτλο 1.795 τ.μ., που συνορεύει βορειοανατολικά με αγροτική οδό (ασφαλτοστρωμένη), νοτιοανατολικά με το με αριθμό 5812 αγροτεμάχιο, νοτιοδυτικά με το με αριθμό ...
αγροτεμάχιο και βορειοδυτικά με το με αριθμό 4079 αγροτεμάχιο, όπως εμφαίνεται υπό τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο από μηνός Μαρτίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Π. Μ.. Ακολούθως, την 30 Δεκεμβρίου 1986 απεβίωσε ο Α. Σ. του Σ., χωρίς να συντάξει διαθήκη, με μόνους πλησιέστερους συγγενείς του τη σύζυγο του Αναστασία και τον υιό του αιτούντα, οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά του κατά ποσοστά 25% και 75% εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, ενώ την 25 Απριλίου 2008 απεβίωσε η Α.
χήρα Α. Σ., χωρίς να συντάξει διαθήκη με μόνο πλησιέστερο συγγενή της τον αιτούντα, ο οποίος υπεισήλθε στην κληρονομιά της, ήτοι και στο ανωτέρω ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω ακινήτου. Δυνάμει της με αριθμό .../15-6-2010 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Βασιλικών Βασιλικής Τόλη ο αιτών αποδέχτηκε τις εξ αδιαθέτου κληρονομιές του πατέρα του Α.
Σ. του Σ. και της μητέρας του Α. χήρας Α. Σ. το γένος Δ. Π., καθώς για λογαριασμό του προαναφερόμενου πατέρα του την κληρονομιά του Σ. Σ. του Α. και για λογαριασμό της προαναφερόμενης μητέρας του την επαχθείσα κληρονομιά του Α. Σ. του Σ., καθώς και την επαχθείσα σ’ αυτόν κληρονομιά εκ μέρους της ανωτέρω μητέρας του.
Το άνω ακίνητο καταχωρηθέν στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Βασιλικών με ΚΑΕΚ ... ως γεωτεμάχιο εμβαδού 1.888 τ.μ., συνορευόμενο γύρωθεν με οδό με ΚΑΕΚ ... και με ιδιοκτησίες με ΚΑΕΚ ..., ... και ..., χαρακτηρίστηκε, εκ παραδρομής ως "οικόπεδο" με αριθμό ..., αντί για το ορθό "αγροτεμάχιο", και με ιδιοκτήτη σε ποσοστό 100% τον αιτούντα, με λανθασμένο όμως τίτλο κτήσης, ήτοι το με αριθμό .../2003 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιφιγένειας Λιμπόνα που μεταγράφηκε στον τόμο ...
και αριθμό 62 του Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών, το οποίο, όμως, αφορούσε το συνορευόμενό του με ΚΑΕΚ ... και αριθμό κτηματολογίου ..., όμορο με το επίδικο υπ’ αριθμ. ... αγροτεμάχιο. Κατόπιν αυτών, εκδόθηκε, επί σχετικής αιτήσεως του αιτούντος, με την οποία ζήτησε την διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, η υπ’ αριθμ. 36905/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας).
Με την απόφαση αυτή, κατ’ αρχήν, κατά μερική παραδοχή του αιτήματος της, ν’ αναγνωριστεί η κατά ποσοστό 100% κυριότητα του αιτούντος (σημ. ως προϋπόθεση της διόρθωσης εγγραφής), αναγνωρίστηκε ότι αυτός (αιτών) κατά την έναρξη ισχύος του κτηματολογίου, ήτοι την 8-12-2005 που άρχισε να ισχύει το κτηματολόγιο στην περιοχή Βασιλικών όπου βρίσκεται, το άνω ακίνητο, με ΚΑΕΚ ... (344/2/30-11-2005 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Κ.Χ.Ε.
περί καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στο Κτηματολόγιο) ήταν συγκύριος κατά ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου του ακινήτου αυτού, για τον λόγο ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο έναρξης του κτηματολογίου στην συγκεκριμένη περιοχή, συγκυρία κατά το υπόλοιπο ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου ήταν η μητέρα του (αιτούντος) Α. χήρα Α.
Σ., κι όχι ο κληρονόμος αυτής αιτών, στον οποίο θα περιέλθει η κυριότητα με την μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής της κληρονομιάς της, αναγομένου του χρόνου αποκτήσεως της στον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, ήτοι εν προκειμένω σε χρόνο μεταγενέστερο της έναρξης του κτηματολογίου. Κατόπιν αυτών διατάχθηκε (με την άνω απόφαση) να γίνει διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα Κτηματολογικά Βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Βασιλικών ως εξής:
α) να αναγραφεί ο αιτών συγκύριος σε ποσοστό 75% με τίτλο κτήσης τη με αριθμό .../15-6-2010 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Βασιλικών Βασιλικής Τόλη, β) να καταχωρηθεί η ως άνω συμβολαιογραφική δήλωση, γ) να αναγραφεί για το υπόλοιπο ποσοστό των 25% κύριος άγνωστο πρόσωπο και δ) να διορθωθεί ο χαρακτηρισμός του ακινήτου από το εσφαλμένο "οικόπεδο" ..., στο "ορθό" αγροτεμάχιο ... .
Ήδη, όπως προεκτέθηκε, με την υπό κρίση αίτηση του ο αιτών επιδιώκει να διορθωθεί π εγγραφή στα οικείο κτηματολογικό γραφεί ο ώστε αντί την αναγραφή "άγνωστος ιδιοκτήτης" σε ποσοστό 25% του ανωτέρω ακινήτου, να αναγραφεί ως εξ αδιαιρέτου συγκυρία του ποσοστού αυτού η μητέρα του Α. χήρα Α. Σ.. Από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο αρχικός δικαιοπάροχος του αιτούντος Σ.
Σ. του Α., κατείχε ήδη επί δεκαετία πριν το έτος 1917 και καλλιεργούσε με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, το προπεριγραφέν αγροτεμάχιο, το οποίο είχε οριοθετήσει με πασσάλους και μέχρι τον θάνατο του το νεμόταν συνεχώς, όπως τούτο προκύπτει και από την μετά λόγου γνώσεως κατάθεση του εξετασθέντος πρωτοδίκως μάρτυρος, (ενδεικτικά: "...
ήταν του Σ. από πάντα ..."βλ. στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου), και δεν αναιρείται από κανένα στοιχείο. Ενισχύεται δε η κρίση περί της κατά τα άνω εξουσιάσεως του ακινήτου από τον Σ. Σ. κι ακολούθως από τον υιό αυτού (πατέρα του αιτούντος) Α. Σ., και από το μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενο υπ’ αριθμ. .../10-9-1969 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Βασιλικών Θωμά Γεωργίου Χριστοδούλου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα (στον τόμο 189 και αριθμό 4 των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Βασιλικών) και αφορά την μεταβίβαση του παρακειμένου του επιδίκου αγροτεμαχίου (ήδη με αριθμό κτηματολογίου 4079).
Κατά την περιγραφή δε των ορίων του μεταβιβαζομένου αυτού ακινήτου, ομόρου προς το επίδικο, αναφέρεται ως σύνορο και "ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Σ.", γεγονός που υποδηλώνει την εγκατάσταση στην νομή του επιδίκου των δικαιοπαρόχων του αιτούντος (βλ. στην 2η σελίδα, στίχοι 3-4 του άνω συμβολαίου). Ουδέποτε, εξάλλου, χώρησε δικαστική αμφισβήτηση του δικαιώματος των ανωτέρω δικαιοπαρόχων του αιτούντος και του ιδίου, μέχρι σήμερα, δεδομένου και του ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν είχε ασκήσει κυρία παρέμβαση κατά την εκδίκαση της αιτήσεως του αιτούντος επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω η υπ’ αριθμ. 36905/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά της οποίας δεν προκύπτει ότι ασκήθηκε ένδικο μέσο.
Σύμφωνα, περαιτέρω, με όσα αναφέρονται στην μείζονα σκέψη ο αρχικός- δικαιοπάροχος του αιτούντος Σ. Σ., έχοντας ήδη πριν την απελευθέρωση θεμελιώσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως επί του ακινήτου αυτού, απέκτησε κατ’ αρχήν βάσει του άρθρου 49 του ν. 2052/1920 δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, ενώ το Δημόσιο είχε αποκτήσει δικαίωμα συγκυριότητας και συνδιακατοχής κατά το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου, εν συνεχεία δε, αυτός, (Σ.
Σ.), κατά το τέλος του έτους 1929, δυνάμει των άρθρων 101 -109 του διατάγματος της 11/12.11.1929, απέκτησε και το ανωτέρω υπόλοιπο 1/5, αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία των μεταγραφών εφόσον ήταν συνιδιοκτήτης (με το Ελληνικό Δημόσιο) κατά τα 4/5 κατά την έναρξη της ισχύος του διατάγματος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω νόμιμα υπεισήλθε, με βάση την κληρονομική διαδοχή που έχει αναφερθεί, η Α.
χήρα Α. Σ. στην κυριότητα του ανωτέρω κληρονομιαίου ακινήτου κατά ποσοστό, το οποίο διαμορφώθηκε τελικά σε 25% εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου, κατά την 8-12-2005, που άρχισε να ισχύει το Κτηματολόγιο στην περιοχή Βασιλικών. Επομένως η πρώτη εγγραφή η οποία εμφανίζει ως "αγνώστου δικαιούχου" το εν λόγω ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου με ΚΑΕ ..., είναι ανακριβής, και πρέπει να διορθωθεί και να απορριφθεί η κυρία παρέμβαση, και, δεδομένου και του εννόμου συμφέροντος του αιτούντος, ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Α.
χήρας Α. Σ. (βλ. το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../21-10-2009 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του δημάρχου Βασιλικών Ν. Θεσσαλονίκης), να γίνει δεκτή η αίτηση, ως βάσιμη και κατ’ ουσία, διατασσομένης της διόρθωσης της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, ώστε συγκυρία κατά το άνω ποσοστό στα οικεία κτηματολογικά βιβλία να καταχωρηθεί η Α.
χήρα Α. Σ., το γένος Δ. και Κ. Π.".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι είναι ουσιαστικά βάσιμη η αίτηση του αναιρεσιβλήτου για αναγνώριση της μητέρας του Α. χήρας Α. Σ. (της οποίας τυγχάνει αποκλειστικός ες αδιαθέτου κληρονόμος) ως συγκυρίας, κατά ποσοστό 25% ες αδιαιρέτου του επίδικου αγρού και για διόρθωση, ως ανακριβούς, της πρώτης εγγραφής του οικείου κτηματολογικού βιβλίου, με την οποία φέρεται το εν λόγω ποσοστό συγκυριότητας ως "αγνώστου δικαιούχου", ενώ αντίθετα έκρινε ότι είναι ουσιαστικά αβάσιμη η κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για αναγνώριση της αποκλειστικής του κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, το οποίο ανήκει (κατά τους ισχυρισμούς του) στην κατηγορία των δημοσίων γαιών του Τουρκικού Δημοσίου και περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου", ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου, ακολούθως δε απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως αβάσιμη και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση. αφού διέλαβε σε αυτή πλήρεις, σαφείς και χο)ρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα: α) της διόρθωσης της ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής ως "αγνώστου δικαιούχου" του πιο πάνω ποσοστού 25% εξ αδιαιρέτου και της καταχώρισης της Α.
χήρας Α. Σ. ως συγκυρίας, κατά το ποσοστό αυτό, του επίδικου ακινήτου (καλλιεργήσιμης δημόσιας γαίας, δεκτικής χρησικτησίας) και β) της μη απόκτησης αποκλειστικής κυριότητας του αναιρεσείοντος στο πιο πάνω ακίνητο. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που περιέχει αιτιάσεις για ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το ότι "δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση ήταν επιδεκτική καλλιέργειας, κατά το διάστημα 1907-1917. από τους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου ή από οποιονδήποτε άλλον και ότι αυτή (επίδικη έκταση) ουδέποτε απώλεσε την ιδιότητα της ως δημόσιας γαίας, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να χρησιμοποιηθεί από ιδιώτη, αλλά ανήκε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία (κυριότητα) θα μπορούσε να αποκτηθεί εκ μέρους του απώτατου δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου με πρωτότυπο τρόπο, μόνο δυνάμει τίτλου του Τουρκικού Κτηματολογίου (ταπίου)" είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του παριστάμενου αναιρεσιβλήτου κατά το νόμιμο αίτημα του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13/1/2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 469/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ