474/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 474 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 474/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου), Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 474 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 474/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου), Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1.Σ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 2. Ε. χας Κ. Μ., το γένος Σ. Σ., κατοίκου ..., 3. Ρ. συζ. Ν. Κ., το γένος Σ. Σ., κατοίκου ... και 4. Κ. συζ. Σ. Θ., το γένος Σ. Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. χας Χ. Σ., το γένος Ι. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Κοντοζήση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 229/2006 του Εφετείου Κέρκυρας. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1110/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Κέρκυρας. Το Εφετείο Κέρκυρας εξέδωσε την 230/2009 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-6-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητης, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 3-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την 4402/24-11-2010 έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κερκύρας ... προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης Άγγελου Σπίγγου, που επισπεύδει τη συζήτηση και του οποίου την παραγγελία αυτή ενέκρινε η τελευταία με το .../20-10-2011 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Κερκύρας Κωνσταντίνου Γιαννακούρη, ακριβές αντίγραφο της από 29-6-2010 αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο (16-11-2011), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο δικηγόρο Κερκύρας Ονούφριο Κοσκινά, ο οποίος ως πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων έχει υπογράψει την ως άνω αίτηση αναίρεσης (άρθρο 143 παρ.3 ΚΠολΔ), οι τελευταίοι όμως δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράσταση τους στο ακροατήριο κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
ΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της. Με τον παραπάνω, δηλαδή, λόγο ελέγχεται το σφάλμα στη μείζονα πρόταση ή στην υπαγωγή της ελάσσονος στη μείζονα, εφόσον υπάρχει σφάλμα και στο διατακτικό (ΑΠ 483/2001 ΝοΒ 50.520). Στην προκείμενη περίπτωση με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια γιατί το Εφετείο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική ακυρότητας δημόσιας διαθήκης αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και, έτσι, στέρησε την απόφαση του από τη νόμιμη βάση της. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Την 24-12-2000, απεβίωσε στο Νοσοκομείο Κέρκυρας, σε ηλικία 79 ετών, ο Χ. Σ., αδελφός των εκκαλούντων-εναγόντων και σύζυγος της εφεσιβλήτου-εναγομένης. Με την υπ' αριθμόν .../30-6-2000 δημόσια διαθήκη του ενώπιον της Συμβολαιογράφου Κέρκυρας Ιωάννας Ζωχιού, η οποία δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας με το υπ' αριθμόν 20/17-1-2001 πρακτικό, κατέλειπε ως μόνη κληρονόμο του επί της κινητής και ακινήτου περιουσίας του, που την τελευταία προσδιορίζει στην διαθήκη του αυτή, την εφεσίβλητο-εναγομένη σύζυγο του, Μ. χήρα Χ. Σ. το γένος Ι. Σ., με την οποία είχε συνάψει νόμιμο γάμο την 31-1-1999 και από τον οποίο γάμο δεν είχαν αποκτήσει τέκνα. Ακολούθως η ως άνω κληρονόμος αυτού, προέβη σε δήλωση αποδοχής της κληρονομίας, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../19-6-2001 πράξεως της συμβ/φου Κέρκυρας Ιωάννας Ζωχιού, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθ/κειο Κέρκυρας στον τόμο ... και με αυξ. αριθμ. 73349 και στο Υποθ/κειο Μέσης στον τόμο ... και με αυξ. αριθμ. 38463. Ο ως άνω αποβιώσας, εκτός του γάμου του με τη Μ. χήρα Χ. Σ., είχε προηγουμένως συνάψει γάμο με την Μ. Κ. το έτος 1941 και συμβίωσαν μ' αυτήν μέχρι την 21-8-1997, όταν και αποβίωσε, εκ δε του γάμου του μ' αυτήν δεν είχαν αποκτήσει τέκνα. Ο αποβιώσας Χ. Σ., επί πολλά έτη προ του θανάτου του, έπασχε από νεφρική ανεπάρκεια και επισκέπτονταν κατά τακτά χρονικά διαστήματα την παθολογική κλινική του Νοσοκομείου Κέρκυρας και δη το τμήμα της Μονάδος τεχνητού νεφρού. Κατά το τελευταίο έτος προ του θανάτου του, η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε. Ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα από 1-12-1999 έως 24-12-2000, οτε και αποβίωσε, νοσηλεύθηκε στην ως άνω Μονάδα τεχνητού νεφρού του Νοσοκομείου επανειλημμένα και δη από τον Σεπτέμβριο 1999 μέχρι τον Ιανουάριο 2000 υποβάλλονταν σε εργαστηριακό έλεγχο της πορείας της νεφρικής του ανεπάρκειας και από 14-3-2000 έως 17-3-2000, από 26-3-2000 έως 31-3-2000, από 11-4-2000 έως 17-4-2000, από 23-5-2000 έως 30-5-2000, από 6-12-2000 έως 16-12-2000 και από 20-12-2000 έως 24-12-2000 υποβάλλονταν σε νοσηλεία εντός του Νοσοκομείου (βλ. σχετ. προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την εφεσίβλητο υπ' αριθμ.πρωτ. 3791/3-5-2001 ιατρική βεβαίωση του Γ.Ν.Νοσ/μείου Κέρκυρας). Αναλυτικότερα, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμού πρωτ. 2899/19-4-2001 έγγραφο του Γραφείου Κινήσεως ασθενών του Γ.Ν.Νοσ/μείου Κέρκυρας-Μονάδα τεχνητού νεφρού, που ζητήθηκε από την εκ των εκκαλούντων-εναγόντων Ρ. Σ., ο Χ. Σ., κατά τη νοσηλεία του στο Νοσοκομείο Κέρκυρας, επειδή παρουσίασε σπασμούς, κατά την περίοδο από 26-3 έως 31-3-2000, διατάχθηκε η διενέργεια ΗΕΓ-φημα, που το έκανε ο Α. Μ. κατ' εντολή του Δ/ντη της μονάδας Τεχνητού νεφρού, από το οποίο διαπιστώθηκε ότι ο εν λόγω ασθενής παρουσίαζε διάχυτα δισρυθμικό με ελαφρά αριστερή ημισφαιρική επικράτηση των καταγραφομένων βραδυριθμιών θ και δ, οι οποίες σπάνια κατά την υπέρπνοια τείνουν να καταγραφούν και παροξυντικά όπως δε ερμηνεύει μετέπειτα ο Α. Μ. το ΗΕΓ-φημα που διενήργησε, τα ευρήματα αυτά δεν είναι ειδικά ανοϊκού τύπου συνδρομής, πολύ δε περισσότερο από αυτά δεν μπορεί να καθορισθεί η ικανότητα του η όχι για δικαιοπραξία (βλ. σχετ. από 9-5-2005 ιατρική γνωμάτευση αυτού). Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του αυτής, διενεργήθηκε επιτυχώς αρτηριοφλεβική επικοινωνία στο αριστερό αντιβράχιο. Επανεισήχθη στο ίδιο Νοσοκομείο την 11-4-2000 και νοσηλεύθηκε μέχρι την 17-4-2000, λόγω επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας, εξήλθε δε με βελτιωμένη νεφρική λειτουργία. Την 23-5-2000 επανεισήχθη στο Νοσοκομείο λόγω αναφερόμενης δύσπνοιας, διαπιστώθηκε ότι ευρίσκετο στο τελικό στάδιο νεφρικής ανεπάρκειας και την 27-5-2000 ξεκίνησε η εφαρμογή εξωνεφρικής κάθαρσης. Μέχρι τότε, δεν διαπιστώθηκε, ιατρικώς τουλάχιστον, ότι η σοβαρή ασθένεια από την οποία έπασχε ο Χ. Σ., είχε επηρεάσει σπουδαίως και αποφασιστικά την νοητική λειτουργία αυτού, η είχε διαταράξει και μειώσει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του, αφού ουδεμία μνεία γίνεται περί αυτού στα οικεία ιατρικά πιστ/κα και βεβαιώσεις. Άλλωστε η ασθένεια αυτή (νεφρική ανεπάρκεια), από μόνη της, μετά τις παραδοχές της Ιατρικής Επιστήμης, δεν επιδρά δυσμενώς και αποφασιστικά στη νοητική και βουλητική λειτουργία του ανθρώπου, ούτε δημιουργεί καταστάσεις αποδιοργάνωσης της νοήσεως και του θυμικού αυτού. Βέβαια, λόγω της βαρύτητας της ασθένειας του, συναισθηματικά ήταν δεμένος με την νέα σύζυγο του, η οποία τον περιποιόταν και τον φρόντιζε και τον περιέβαλε με περισσή στοργή, αλλά η συναισθηματική του αυτή φόρτιση, κατ' ουδέν επηρέαζε το βουλητικό και θυμικό του. Όπως δε καταθέτουν και οι μάρτυρες συνέχιζε αυτός να πηγαίνει στο καφενείο που σύχναζε, συνομιλούσε με τους φίλους του και δεν κατεδείκνυε γενικώς άνθρωπο με διαταραγμένη συνείδηση η ελλειμματικό στην αντίληψη του περίγυρου του. Όταν δε μετέβη στο συμβολαιογραφείο της συμβ/φου Κέρκυρας Ιωάννας Ζωχιού την 30-6-2000, ήτοι ένα μήνα μετά την έξοδο του εκ του Νοσοκομείου (27-5-2000) για να της δηλώσει ότι επιθυμεί τη σύνταξη δημόσιας διαθήκης του, η συμβολαιογράφος ουδόλως διαπίστωσε έλλειμμα συνειδήσεως η διαταραχή της νοητικής και βουλητικής του λειτουργίας, γι' αυτό και προχώρησε στη σύνταξη της επίμαχης δημόσιας διαθήκης κατά τις επιταγές και θελήσεις του διαθέτη. Μάλιστα ο διαθέτης της είπε ότι έχει ειδοποιήσει και τους μάρτυρες που απαιτείται να παρευρεθούν κατά τη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης. Αφού δε καταγράφηκαν οι εντολές διαθέσεως της περιουσίας του διαθέτη, ειδοποιήθηκε και ο υπογράψας μάρτυρας (Ρ.) να προσέλθει και στον οποίον αφού διαβάστηκε το περιεχόμενο της διαθήκης παρουσία και του διαθέτη, υπογράφηκε και απ' αυτόν και επομένως τηρήθηκε κατ' ουσίαν το τυπικό της συντάξεως της επίμαχης δημόσιας διαθήκης από την συμβ/φο απορριπτόμενων ούτω των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εκκαλούντων-εναγόντων. Μετά τη σύνταξη της επίμαχης δημόσιας διαθήκης και δη μετά έξι (6) μήνες περίπου, παρουσιάστηκε έντονη επιδείνωση της υγείας του Χ. Σ., αφού αυτός από την 27-5-2000, μέχρι την 6-12-2000, μόνον σε αιμοκάθαρση υποβάλλονταν. Έτσι την 6-12-2000 εισήχθη στο Νοσοκομείο λόγω επιδείνωσης της υγείας του και παρουσίασης θρομβώσεων στις φλέβες, εξήλθε δε την 16-12-2000 αφού του τοποθετήθηκε υποκλείδιος καθετήρας και μόσχευμα αρτηριοφλεβικό στο δεξιό άνω άκρω. Τότε, παρουσίασε και τα πρώτα ορατά συμπτώματα ανοίας και του εγένετο αξονική τομογραφία, όπου και διαπιστώθηκαν ευρήματα λευκο-εγκεφαλοπάθειας μετωποβρεγματικά περικοιλιακά. Και ενώ εξήλθε του Νοσοκομείου την 16-12-2000, επανεισήχθη την 20-12-2000 για να του τοποθετηθεί νέο μόσχευμα αρτηριοφλεβικό στο δεξί άνω άκρω, ευρισκόμενος όμως σε νοσηλεία, παρουσίασε αιφνίδια καρδιακή ανακοπή και απεβίωσε. Εκ της ως άνω διαδρομής της καταστάσεως της υγείας του, αποδεικνύεται ότι ο Χ. Σ., κατά τον χρόνο που συνέταξε την επίμαχη δημόσια διαθήκη του, (30-6-2000). ήταν απολύτως ικανός για τη σύνταξη της, είχε απόλυτη συνείδηση των πράξεων του και εγνώριζε το περιεχόμενο και την σπουδαιότητα των δηλώσεων του στην διαθήκη που συνέτασσε και δεν βρίσκονταν σε ψυχική η διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του. Άλλωστε και η προσέγγιση της νευρολόγου-ψυχιάτρου Σ. Β. στο χωρίς ημεροχρονολογία ιατρικό σημείωμα της, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εκκαλούντες-ενάγοντες, όσον αφορά την νοητική λειτουργία του Χ. Σ., εδράζεται σε ερμηνεία καταγραφών στο υπ' αριθμ. 2899/19-4-2001 έγγραφο του Γραφείου Κινήσεως Ασθενών του Γ.Ν.Ν/μείου Κέρκυρας, που αφορούν διαπιστώσεις επί εξετάσεων μετά την 6-12-2000, ήτοι έξι (6) μήνες περίπου μετά τη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης, αλλά και επ' αυτού η επιστημονική άποψη της διατυπώνεται ότι "... η νοητική του κατάσταση θα ήταν πολύ κακή έως πλήρως αποδιοργανωμένη" ήτοι αφήνει αμφιβολίες και αβεβαιότητα της ιδίας για την πραγματική κατάσταση αυτού στο επίπεδο της νοητικής και βουλητικής του λειτουργίας. Εξ ετέρου, αποδείχθηκε ότι ουδόλως η εφεσίβλητος-εναγομένη άσκησε ψυχολογική πίεση η εξαπάτησε τον διαθέτη σύζυγο της, για τη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης ή για το περιεχόμενο αυτής, αλλά αντιθέτως ήταν προϊόν της ελεύθερης και συνειδητής επιλογής του διαθέτη-συζύγου της". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αναγνωριστική ακυρότητας δημόσιας διαθήκης αγωγή έπρεπε ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Ακολούθως απέρριψε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι ο διαθέτης Χ. Σ. ήταν ικανός προς δικαιοπραξία και ειδικότερα ότι κατά τη σύνταξη στις 30-6-2000 της επίμαχης διαθήκης ήταν απολύτως ικανός για τη σύνταξη της και είχε απόλυτη συνείδηση των πράξεων του ενώ δεν βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του. Ο ίδιος αναιρετικός λόγος αναφορικά με την επικαλούμενη με αυτόν πλημμέλεια ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί αρχικά ότι από το ΗΕΓφημα που έκανε ο ιατρός Α. Μ. "δεν μπορεί να καθορισθεί η ικανότητα του (Χ. Σ.) ή όχι για δικαιοπραξία" και στη συνέχεια ότι ο ανωτέρω ήταν ικανός προς δικαιοπραξία, διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες και, έτσι, στέρησε την απόφαση του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το δικαστήριο την κρίση του αυτή, ότι δηλαδή ο ως άνω διαθέτης ήταν ικανός για τη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης, δεν την στήριξε αποκλειστικά και μόνο στο ως άνω ΕΓφημα, αλλά και στα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα). Περαιτέρω με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 1718, 1724, 1730 παρ.1α και 2 και 1733 παρ.1 ΑΚ, γιατί το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης τους, κατά τη πρωτοβάθμιας απόφασης που απέρριψε κατ'ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική ακυρότητας δημόσιας διαθήκης αγωγή τους, κατά τον οποίο η υπ.αρ..../2000 δημόσια διαθήκη ενώπιον της συμβολαιογράφου Κερκύρας Ιωάννας Ζωχιού του Χ. Σ. είναι άκυρη, λόγω της μη τήρησης της διάταξης του άρθρου 1733 παρ.1 ΑΚ σχετικά με τη νομότυπη ανάγνωση της στο διαθέτη και στους μάρτυρες και της παρουσίας κατά τη σύνταξη της των συμπραττόντων προσώπων.
Το Εφετείο, όμως, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές του, με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1718, 1724, 1730 παρ.1α και 2 και 1733 παρ.1 ΑΚ, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτές ότι η συνταχθείσα από τη συμβολαιογράφο Κερκύρας Ιωάννα Ζωχιού πράξη για την .../2000 δημοσία διαθήκη του διαθέτη Χ. Σ., δεν διαβάστηκε στο διαθέτη αυτό εις επήκοον των συμπραττόντων μαρτύρων. Επομένως οι πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι πρέπει ν' απορριφθούν, γιατί στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει τέτοια παραδοχή.
ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα, αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά η' κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 484/2001 ΝοΒ 50 520, ΑΠ 1062/1991 Ελλ.Δ/νη 33.561). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αρ. 2899/19-4-2001 εγγράφου με θέμα "νοσηλεία αποβιώσαντος ασθενούς Σ. Χ." του Γ.Ν.Νοσοκομείου Κέρκυρας παραλείποντας να αναφέρει μία περικοπή-φράση του εγγράφου αυτού, με το να μη δεχθεί ότι συνεπεία των αναφερομένων σ'αυτό παθήσεων του Χ. Σ. αυτός βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του και, συνεπώς, δεν ήταν απόλυτα ικανός για τη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης. Ο ερευνώμενος, όμως, αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον, υπό την επίκληση της παραμόρφωσης του πιο πάνω εγγράφου δεν αποδίδεται στο Εφετείο διαγνωστικό σφάλμα, αλλά εκτίμηση του περιεχομένου του διαφορετική από εκείνη που θεωρούν ορθή οι αναιρεσείοντες, δηλαδή πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση από το Εφετείο της αποδεικτικής αξίας του προμνημονευόμενου εγγράφου. Σε κάθε περίπτωση ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος, εφόσον το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην πιο πάνω δικαστική του κρίση, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και σε όλα τα λοιπά, με επίκληση, προσκομιζόμενα έγγραφα, χωρίς να στηρίξει το επί της ουσίας πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο αμέσως παραπάνω έγγραφο.
IV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984, ΑΠ 1999/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι τις φράσεις "μάλιστα ο διαθέτης της είπε (της συμ/φου), ότι έχει ειδοποιήσει και τους μάρτυρες που απαιτείται να παρευρεθούν κατά τη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης" γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο διαθέτης ήταν ικανός για τη σύνταξη της διαθήκης του. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί ο περιεχόμενος σ'αυτό ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής με τη έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αλλά συνιστά επιχείρημα αντλούμενο από την εκτίμηση των αποδείξεων.
V. Περαιτέρω με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν (κατ' ορθή εκτίμηση του λόγου αυτού) πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ γιατί το Εφετείο με το να δεχθεί με την προσβαλλόμενη απόφαση του ότι "η συμβολαιογράφος ουδόλως διαπίστωσε έλλειμμα συνειδήσεως ή διαταραχή της νοητικής και βουλητικής του λειτουργίας (του διαθέτη) γι' αυτό και προχώρησε στη σύνταξη της επίμαχης δημόσιας διαθήκης ...", καταλήγει σε ανεπίτρεπτες αξιολογικές κρίσεις για την ικανότητα του διαθέτη για τη σύνταξη διαθήκης, επειδή η ως άνω καταχωρηθείσα δήλωση της συμ/φου στη διαθήκη αποτελεί υποκειμενική κρίση και αντίληψη της δεδομένου ότι αυτή δεν είναι ειδικός και δεν διαθέτει ειδικές γνώσεις προκειμένου να διαγνώσει την ψυχοδιανοητική κατάσταση του διαθέτη. Ο ερευνώμενος, όμως, αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και, ειδικότερα, η εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου - του περιεχομένου της επίμαχης διαθήκης - (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
VI. Κατά το άρθρο 368 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης τέχνης. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης απόκειται στην κυριαρχική και συνεπώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη χρήσης του αποδεικτικού αυτού μέσου. Και στην περίπτωση όμως της παραγράφου 2 του παραπάνω άρθρου, κατά την οποία το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν για την αντίληψη του ζητήματος, περί του οποίου ζητείται η ενέργεια πραγματογνωμοσύνης απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Επομένως αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη σχετικού αιτήματος αυτού δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ.(ΑΠ 1512/2006 Δ 2006, 250, ΑΠ 1047/1993 Δνη 35,1574). Με βάση τα προεκτεθέντα η παράλειψη του Εφετείου να διατάξει τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, περί της οποίας υπέβαλαν σχετικό αίτημα οι αναιρεσείοντες, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, εφόσον δεν υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραδοχή του Εφετείου ότι για την αντίληψη του παρακάτω ζητήματος απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε το αίτημα για τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση της ψυχικής κατάστασης του ανωτέρω διαθέτη κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης.
VII. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-6-2010 αίτηση των Σ. Σ. του Σ. κ.α. για αναίρεση της 230/2009 απόφασης του Εφετείου Κερκύρας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ