Legislator Case Law & Legislation
474/2011 AI generated

474/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 474/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 474 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Legislator headnote

AI generated

474/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 474 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Keywords

AI generated
insufficient incapacity for work subjective willingness to work refusal of vocational retraining inadmissibility of unemployment appeal refusal of work permit refusal of suitable work
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 474 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αναψηλαφήσεως από το άρθρο 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ πρέπει το έγγραφο να είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι από αυτό προκύπτει αμέσως και πλήρως απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη.- Τέτοιου είδους κρίσιμο έγγραφο δεν είναι εκείνο που μπορεί απλώς να χρησιμεύσει ως αρχή έγγραφης αποδείξεως ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.- Το ζήτημα αν το έγγραφο είναι ή όχι κρίσιμο είναι πραγματικό εξαρτώμενο από την κρίση του δικαστηρίου που δικάζει την αίτηση αναψηλαφήσεως, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατ’ άρθρο 561 § 1 ΚΠ0λΔ.- Το περιεχόμενο του εγγράφου εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, για τη διαπίστωση της βασιμότητας προβαλλόμενων πλημμελειών από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 ΚΠολΔ.

Αριθμός 474/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικολάου Πάσσου), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1) α. Μ. χας Μ. Π., το γένος Γ. Π., η οποία ενεργεί για τον εαυτό της και για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας της Ζ. Π. του Μ., ως ασκούσα νόμιμα την γονική μέριμνα αυτής, κατοίκων ... και β. Θ. Π. του Μ., κατοίκου ..., 2) Ι. Π. του Μ., κατοίκου ..., 3) Θ. συζ. Ι. Π., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., 4) Ν. Π. του Ι., κατοίκου ..., 5) α. Ζ. χας Γ. Π., το γένος Ν. Β., β. Μ. χας Μ. Π., το γένος Γ. Π., γ. Α. Π. του Γ. και δ. Ε. Π. του Γ., οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη ως νόμιμοι κληρονόμοι του αποβιώσαντος στις 14-4-2006 αρχικού ενάγοντος Γ. Π. του Ε. και 6) Ζ. χας Γ. Π., το γένος Ν. Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ρουμελιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δε, με τις από 17-2-2011 προτάσεις του δήλωσε, ότι η Θ. Π. του Μ., της οποίας τη γονική μέριμνα ασκούσε η μητέρα της Μ. χα Μ. Π., ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικώς τη δίκη και εκπροσωπείται από αυτόν.

Της καθ' ης η κλήση - αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "DODONI MARITIME COMPANY LIMITED", πλοιοκτήτριας του με Κυπριακή σημαία πλοίου "M… A…", που εδρεύει στην Κύπρο και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την εταιρεία με την επωνυμία "PACIFIC & ATLANTIC CORPORATION", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Ραψομανίκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-5-2003 αγωγή των ήδη 1ης, 2ου, 3ης, 4ου, και 6ης αναιρεσιβλήτων, καθώς και του ήδη αποβιώσαντος Γ. Π. του Ε., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4879/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 384/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναψηλάφηση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αρχικώς ενάγοντες με την από 19-1-2006 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 958/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 4-2-2008 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 308/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 21-7-2010 κλήση των καλούντων - αναιρεσειόντων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 3-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ η αναψηλάφηση επιτρέπεται αν ο διάδικος που τη ζητεί βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης νέα κρίσιμα έγγραφα τα οποία δεν μπορούσε να τα προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία ή τα οποία κατακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικό του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ως άνω λόγου αναψηλαφήσεως, πρέπει, μεταξύ άλλων προϋποθέσεων που απαιτούνται συμπλεκτικώς, το έγγραφο να είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι από το έγγραφο προκύπτει αμέσως και πλήρως απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη, κατά τρόπον ώστε να καθίσταται προφανές ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι εσφαλμένη και θα μπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση υπέρ του ζητούντος την αναψηλάφηση εάν το έγγραφο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου. Τέτοιου είδους κρίσιμο έγγραφο ικανό να στηρίξει τον ανωτέρω λόγο αναψηλαφήσεως δεν είναι εκείνο που μπορεί απλώς να χρησιμεύσει ως αρχή έγγραφης αποδείξεως ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Το ζήτημα αν το έγγραφο είναι ή όχι κρίσιμο υπό την προεκτεθείσα έννοια είναι πραγματικό εξαρτώμενο από την κρίση του δικαστηρίου που δικάζει την αίτηση αναψηλαφήσεως, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Πειραιώς απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, την ένδικη αίτηση αναψηλάφησης που άσκησαν οι ήδη αναιρεσείοντες κατά της υπ' αριθμ. 958/2006 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, επικαλούμενοι, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ, νέα έγγραφα που βρήκαν και έλαβαν στην κατοχή τους μετά από την έκδοση της απόφασης αυτής και που αποδείκνυαν την επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες έννομη σχέση της σύμβασης εξαρτημένης ναυτικής εργασίας. Την ως άνω απορριπτική του κρίση στήριξε το Εφετείο στην αιτιολογία ότι τα ειδικά αναφερόμενα στην αίτηση αναίρεσης έγγραφα που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων δεν ήταν κρίσιμα υπό την ανωτέρω έννοια, ώστε αν είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη με την αναψηλάφηση απόφαση αυτό θα κατέληγε σε διαφορετική από αυτή που κατέληξε κρίση. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη των αναφερόμενων κρίσιμων νέων εγγράφων αφενός με το να αποδώσει σε ορισμένα από αυτά μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτά ο νόμος αφετέρου παραβίασε την από το νόμο αποδιδόμενη στο καθένα από τα κρίσιμα έγγραφα απόλυτη δεσμευτικότητα της κρίσης του δικαστή ως προς την απόδειξη με αυτά του αποδεικτέου θέματος και εν προκειμένω της ύπαρξης της έννομης σχέσης της επίδικης σύμβασης εξαρτημένης ναυτικής εργασίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου ότι τα έγγραφα δεν ήταν κρίσιμα είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, αν αυτό υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος με το να αποδώσει σε έγγραφο αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, περιεχόμενο καταφανώς διαφορετικό από το αληθινό, στη συνέχεια δε κατέληξε, στηριζόμενο σ' αυτό μόνο ή κυρίως σ' αυτό, στην περίπτωση συνεκτιμήσεώς του με το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αν το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά περιεχόμενο έγγραφο συνεκτιμήθηκε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει και όταν το δικαστήριο κατά την ανάγνωση του εγγράφου παρέλειψε κρίσιμη λέξη ή φράση του. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την από 13-5-2003 αγωγή οι σ' αυτήν ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι ο Μ. Π., συγγενής τους, με σύμβαση ναυτικής εργασίας που συνήψε στις 12-1-2001 με την εναγομένη ναυτολογήθηκε στο πλοίο "M… A… " ως ηλεκτρολόγος και υπηρέτησε σ' αυτό έως τις 14-1-2001 που αποβίωσε εξαιτίας εργατικού ατυχήματος που οφείλεται σε υπαιτιότητα (δόλο) της εναγομένης και του προστηθέντος πλοιάρχου της. Ότι η πρώτη ενάγουσα, ενεργώντας και για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων της, υπέγραψε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά πρακτικό συμβιβασμού με την εναγομένη, με βάση το οποίο έλαβε ως αποζημίωση, λόγω του θανάτου του συζύγου της, το ποσό των 71.313,27 ευρώ, ευρισκόμενη σε ψυχική διαταραχή και μη έχοντας επίγνωση του περιεχομένου και της ουσίας της δικαιοπραξίας του συμβιβασμού. Ζήτησαν δε την αναγνώριση της ακυρότητας της ανωτέρω δικαιοπραξίας, την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά για τις διαλαμβανόμενες στην αγωγή αιτίες, την αναγνώριση ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως αποζημίωση κατά μήνα για τη στέρηση των υπηρεσιών του συζύγου της και της οφειλόμενης από το νόμο διατροφής των τέκνων της και την αναγνώριση ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει τα αναφερόμενα, επίσης, χρηματικά ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 4879/2003 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επί εφέσεως των εναγόντων εκδόθηκε η 384/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, αφού κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη σύμβασης ναυτικής εργασίας μεταξύ της εναγομένης εταιρείας και του Μ. Π.. Οι ενάγοντες άσκησαν την από 19-1-2006 αίτηση αναψηλάφησης ισχυριζόμενοι με αυτήν ότι, μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, περιήλθαν στην κατοχή τους τα αναφερόμενα κρίσιμα έγγραφα, από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, προκύπτει η ύπαρξη της ως άνω σύμβασης. Ειδικότερα, στο υπό τον τίτλο "Πρακτικό γνωστοποίησης συμβάντων" της τοπικής διοίκησης του Λιμενικού Σώματος Λισσαβόνας αναγράφεται, μεταξύ άλλων: "Κατά την 14η Ιανουαρίου 2001 και περί ώρα 13.45' και ενώ εγώ ο υπογραφόμενος, N. S. B., υπάλληλος Β' βαθμού του Λιμενικού Σώματος, ευρισκόμουν εν υπηρεσία έλαβα τηλεφώνημα από το Κέντρο της Υπηρεσίας Ιατρικών Εκτάκτων Περιστατικών -112- από τον υπάλληλο της P.S.P. κ. P. ... ζητώντας όπως μεταβούμε εις το υπό κυπριακή σημαία πλοίο "M… A… "... Λόγος για τον οποίο είχε αποσταλεί και όχημα της ΙΝΕΜ, προκειμένου να παρασχεθεί βοήθεια σε κάποιο μέλος του πληρώματος του εν λόγω πλοίου, το οποίο (μέλος του πληρώματος) σύμφωνα με πληροφορίες του προσωπικού του ασθενοφόρου ήταν ήδη νεκρό ... επικοινώνησα μετά του ιατρού ... ο οποίος βεβαίωσε το θάνατο του εν λόγω μέλους του πληρώματος έχοντας αναφέρει ως αιτία θανάτου αναπνευστική ανεπάρκεια. Αποβιώσας ήταν ο Μ. - Ά. Π., γεννηθείς την 14η Ιουλίου 1966, άγαμος, ηλεκτρονικός, ... μέλος του πληρώματος του προαναφερθέντος πλοίου ...". Επίσης, στην "για κάθε ενδιαφερόμενο" "δήλωση καπετάνιου", η οποία, όπως φαίνεται από τις από 22-2-2005 προτάσεις των ήδη αιτούντων είχε προσκομισθεί με επίκληση ως "σχετικό 3" ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου) κατά τη συζήτηση της εφέσεώς τους επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση απόφαση αναγράφεται, μεταξύ άλλων, ".... Ότι στις 11 Ιανουαρίου 2001 και γύρω στις 17.00' τοπική ώρα Κεντρικό μας Σύστημα Ηλεκτρονικού Υπολογιστή είχε κάποιο τεχνικό πρόβλημα, γι' αυτό ζήτησα ένα Έλληνα ηλεκτρολόγο να επιβιβασθεί στο πλοίο ως μέλος πληρώματος για το ταξίδι από το λιμάνι της Λισσαβόνας προς Antwerp Βέλγιο, έτσι ώστε να αποκαταστήσει το πρόβλημα, με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή στο μηχανοστάσιο. Ότι στις 13 Ιανουαρίου 2001 και γύρω στις 12.00' τοπική ώρα, ο Μ. Π. Έλληνας υπήκοος, ηλεκτρολόγος, επιβιβάστηκε στο πλοίο και ξεκίνησε την εργασία του μετά από μια ώρα ξεκούρασης και φαγητού ... Ότι στις 14 Ιανουαρίου και γύρω στις 09.00' του ζήτησα να κοιτάξει τον ηλεκτρονικό υπολογιστή εν αδρανεία στο μηχανοστάσιο ... Έφυγα από το πλοίο για να πάω στην εκκλησία για να παρακολουθήσω τη Λειτουργία, ενώ εκείνος μου ζήτησε να προσευχηθώ και γι' αυτόν, κι εγώ του είπα ότι θα το κάνω καθώς ως μέλος του πληρώματος θεωρείται οικογένειά μας ...". Σημειώνεται ότι άλλο έγγραφο με τον τίτλο "προς πάντα ενδιαφερόμενο" πλην του παραπάνω δεν προσκομίστηκε και δεν υπάρχει στο φάκελο της υπόψη δικογραφίας. Στο από 15-1-2001 "πρακτικό κατάθεσης μάρτυρος με τη σύμπραξη διερμηνέως", που προσάγεται ως νέο, επίσης, έγγραφο περιέχεται κατάθεση του ίδιου πλοιάρχου ενώπιον του αρμόδιου υπαλλήλου της τοπικής διοίκησης Λισσαβόνας του Λιμενικού Σώματος της Πορτογαλίας, όπου, μεταξύ άλλων, ο εν λόγω πλοίαρχος αναφέρει "... Δεδομένου ότι κανένα από τα μέλη του πληρώματος δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει την ανωμαλία η οποία δημιουργήθηκε στον εν λόγω υπολογιστή αυτός ήρθε σε επαφή με την έχουσα τη διαχείριση του πλοίου εταιρεία ... η οποία έχει την έδρα της στον Πειραιά ζητώντας την παρέμβαση ενός εξειδικευμένου τεχνίτη της εταιρείας προκειμένου να επιλυθεί το πρόβλημα. Έτσι περί ώρα 12.00' της 13ης και για τον προαναφερθέντα λόγο επιβιβάστηκε επί το πλοίου ο Μ. - Ά. Π. ... ηλεκτρονικός της εταιρείας η οποία έχει τη διαχείριση του πλοίου. Ο προαναφερθείς ηλεκτρονικός, αφού ξεκουράστηκε ... κατά την επόμενη ημέρα ο ως άνω ηλεκτρονικός είπε ότι είχε προβλήματα δεδομένου ότι ο υπολογιστής ήταν αρκετά παλιός ... ο εν λόγω τεχνικός αφού ήλεγξε ... Εργάστηκε στον υπολογιστή μέχρι την ώρα του φαγητού ... Ο αποβιώσας θα παρέμεινε στο πλοίο μέχρι το Λιμένα της Αμβέρσας, προκειμένου να ελέγξει και εξασφαλίσει την καλή λειτουργία της συσκευής την οποία επισκεύασε ...". Στο νέο προσκομιζόμενο από τους αιτούντες προς υποστήριξη της υπό κρίση αιτήσεώς τους, επίσης, έγγραφο του Εθνικού Ινστιτούτου Επειγουσών ιατρικών Υπηρεσιών περιγράφεται το περιστατικό και τα στοιχεία "παθόντος/θύματος" και αναγράφεται μεταξύ άλλων "... ενδείξεις και συμπτώματα παθόντος: έλληνας πολίτης ο οποίος είχε επιβιβαστεί στο ως άνω πλοίο 24 ώρες πριν προς διενέργεια επισκευών στο πλοίο ... ο παθών μετά το μεσημεριανό γεύμα παραπονέθηκε για επιγαστραλγία ...". Στο επίσης νέο έγγραφο - επιστολή της διαχειρίστριας του πλοίου της εναγομένης επί του οποίου απεβίωσε ο ως άνω συγγενής των εναγόντων προς τον πράκτορα του πλοίου στη Λισσαβόνα στις 12-1-2001, αναφέρεται: "βεβαιώνουμε ότι ο Έλληνας μηχανικός μας Μ. Π. θα ταξιδέψει στη Λισσαβόνα για την επιθεώρηση - έλεγχο του πλοίου υπό τη διαχείρισή μας και ότι αναλαμβάνουμε την ευθύνη για οποιαδήποτε έξοδα τυχόν προκύψουν ...". Προσκομίζονται, ακόμη, από τους αιτούντες ως νέα έγγραφα και τα: υπ' αριθμ. 9287/10-12-2001 τιμολόγιο ιατροδικαστικής νεκροψίας "από ένα μόνο ιατροδικαστή και έκθεση" του παραρτήματος Λισσαβόνας του Εθνικού Ιατροδικαστικού Ινστιτούτου, 11-1-2002 υπ' αριθμ. 0094/2001-C αναφορά με θέμα "Αποστολή Έκθεσης Νεκροψίας", όπου ουδέν (αναφέρεται) περί της ιδιότητας του εν λόγω συγγενούς των αιτούντων ως μέλους του πληρώματος του ενδίκου πλοίου της καθ' ης εταιρείας και το από 14-1-2001 "ΤΕΛΕΦΑΞ" της τοπικής διοίκησης του Λιμενικού Σώματος Λισσαβόνας προς τον Αναπληρωτή Εισαγγελέα Υπηρεσίας D.I.A.P. Λισσαβόνας, όπου αναφέρεται "...περί ώρα 13.55' της σήμερον και επί του υπό Κυπριακή σημαία πλοίου "M…" το οποίο ευρίσκεται αγκυροβολημένο στην προβλήτα Santa Apolonia Λισσαβόνα απεβίωσε ο Μ. - Ά. Π. Έλληνας πολίτης, μέλος του πληρώματος του εν λόγω πλοίου λόγω αναπνευστικής ανεπάρκειας το θάνατο του οποίου βεβαίωσε ιατρός του ΙΝΕΜ ...". Από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα για τη θεμελίωση της αναψηλαφήσεως νέα έγγραφα πρέπει να προκύπτει άμεση και πλήρης απόδειξη περιστατικών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έγιναν αντικείμενο απόδειξης και αν είχε αυτά υπόψη το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση θα κατέληγε σε διαφορετική, από αυτή στην οποία κατέληξε, κρίση. Τέτοια έγγραφα, όμως, δεν είναι τα παραπάνω. Και τούτο διότι, τα μεν έγγραφα: 1) με τίτλο "Πρακτικό γνωστοποίησης συμβάντος", 2) έγγραφο του Εθνικού Ινστιτούτου Επειγουσών ιατρικών Υπηρεσιών, 3) υπ' αριθμ 9287/10-12-2001 τιμολόγιο ιατροδικαστικής νεκροψίας "από έναν και μόνο ιατροδικαστή και έκθεση" του Παραρτήματος Λισσαβόνας του Εθνικού Ιατροδικαστικού Ινστιτούτου, 4) από 11-1-2002 υπ' αριθμ. 0094/2001-C αναφορά με θέμα "Αποστολή Έκθεσης Νεκροψίας" και 5) το από 14-1-2001 "ΤΕΛΕΦΑΞ" της τοπικής διοίκησης του Λιμενικού Σώματος Λισσαβόνας προς τον Αναπληρωτή Εισαγγελέα Υπηρεσίας D.I.A.P. Λισσαβόνας, αποτελούν έγγραφα εσωτερικής αλληλογραφίας μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών του Λιμενικού Σώματος της Λισσαβόνας, στα οποία γίνεται αναφορά των εν γένει συνθηκών θανάτου του ανωτέρω συγγενούς των εναγόντων στην περιοχή της ευθύνης τους και την τήρηση από αυτές των προβλεπομένων, σε τέτοιες περιπτώσεις, τυπικών διαδικασιών και ενεργειών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί από αυτά να συναχθεί άμεση και πλήρης απόδειξη της επικαλούμενης από τους ενάγοντες σύμβασης ναυτικής εργασίας μεταξύ του συγγενούς τους και της εναγομένης ναυτικής εταιρείας. Τα δε: 1) η "για κάθε ενδιαφερόμενο", δήλωση καπετάνιου", είχε τεθεί υπόψη του Εφετείου κατά τη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που προσβλήθηκε με την αναψηλάφηση, 2) το με ημερομηνία 15-1-2001 "πρακτικό κατάθεσης μάρτυρος με τη σύμπραξη διερμηνέως", 3) η επιστολή της διαχειρίστριας του πλοίου της εναγομένης επί του οποίου απεβίωσε ο ως άνω συγγενής των εναγόντων προς τον πράκτορα του πλοίου στη Λισσαβόνα στις 12-1-2001, στην οποία αναφέρεται: "βεβαιώνουμε ότι ο Έλληνας μηχανικός μας Μ. Π. θα ταξιδέψει στη Λισσαβόνα για την επιθεώρηση - έλεγχο του πλοίου υπό τη διαχείρισή μας και ότι αναλαμβάνουμε την ευθύνη για οποιαδήποτε έξοδα τυχόν προκύψουν", ανεξαρτήτως του ότι τέτοια απόδειξη, άμεση και πλήρης, ως προς τη σύναψη και ύπαρξη κατά τον ένδικο χρόνο του συγγενούς των εναγόντων σύμβασης ναυτικής εργασίας μεταξύ αυτού και της εναγομένης δεν μπορεί να συναχθεί, αφού από κανένα από τα έγγραφα αυτά δεν προκύπτουν άμεσα η σύναψη ναυτικής συμβάσεως μεταξύ των ανωτέρω, ο χρόνος και ο τόπος συνάψεώς της, η διάρκειά της, ο συμφωνηθείς μισθός ως ναυτικού του εν λόγω συγγενούς των εναγόντων στο άνω πλοίο ως ναυτικού, η προβλεπόμενη για τη σύνθεση του πληρώματος του εν λόγω πλοίου ειδικότητα με την οποία αυτός ναυτολογήθηκε. Όλα δε τα παραπάνω έγγραφα (ως "νέα και κρίσιμα") για τη θεμελίωση της αναψηλαφήσεως δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην έκδοση διαφορετικής απόφασης από την προσβαλλόμενη με την αναψηλάφηση, αν και αυτά είχαν τεθεί υπόψη του". Και καταλήγει το Εφετείο "ενόψει, λοιπόν των ανωτέρω δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη (με την αναψηλάφηση) απόφαση είναι εσφαλμένη, με την έννοια ότι αν είχαν τεθεί υπόψη του Εφετείου που την εξέδωσε και αυτά τα έγγραφα αυτό θα κατέληγε σε διαφορετική, από αυτή που κατέληξε, κρίση και συγκεκριμένα θα έκρινε ότι κατά το χρόνο θανάτου του ως άνω συγγενούς των εναγόντων στο ένδικο πλοίο υφίστατο μεταξύ αυτού και της εναγομένης πλοιοκτήτριας σύμβαση ναυτικής εργασίας και ότι αυτός ήταν ναυτολογημένος στο προαναφερθέν πλοίο της". Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 20 αιτίαση για το λόγο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ακόλουθων εγγράφων: 1) του "πρακτικού γνωστοποίησης συμβάντος του Λιμενικού Σώματος" του Λιμενικού Σώματος της Λισαβόνας Πορτογαλίας, 2) του εγγράφου με τίτλο "ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΜΕ ΤΗ ΣΥΜΠΡΑΞΗ ΔΙΕΡΜΗΝΕΩΣ", 3) του εγγράφου - επιστολής της διαχειρίστριας του πλοίου της εναγομένης εταιρείας και 4) του από 14-1-2001 εγγράφου με το τίτλο "ΤΕΛΕΦΑΞ" και δέχθηκε ως περιεχόμενο αυτών άκρως αντίθετο και διάφορο του αληθινού και κατέληξε σε πόρισμα που είναι καταδήλως διάφορο από εκείνο που προκύπτει από αυτά ως προς την ύπαρξη των πραγματικών γεγονότων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, στο πρώτο παρέθεσε τμήμα αυτού και παρέλειψε να αναφέρει και να λάβει υπόψη του ουσιώδες και κρίσιμο σημείο αυτού, από το οποίο αποδεικνύεται άμεσα και πλήρως η έννομη σχέση της σύμβασης εξαρτημένης ναυτικής εργασίας που συνέδεε την εναγομένη με το θανόντα και οι συνθήκες του θανάτου του που συνιστούν εργατικό ατύχημα οφειλόμενο σε αμέλεια του προστηθέντος από την εναγομένη πλοιάρχου του πλοίου της, ενώ με το δεύτερο αποδεικνύεται, εκτός άλλων, και ότι η εναγομένη ήταν διαχειρίστρια. Στο τρίτο και το τέταρτο έγγραφο απέδωσε μικρότερη αποδεικτική δύναμη με την παραδοχή ότι δεν μπορούν να αποδείξουν άμεσα και πλήρως τη σύναψη και ύπαρξη της ανωτέρω σύμβασης. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως δεν προβάλλονται περιστατικά που να μπορούν να στηρίξουν αναίρεση, με βάση τη διάταξη που προαναφέρθηκε, αλλά πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου κατά την εκτίμηση των ανωτέρω εγγράφων, αποδιδομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση σφαλμάτων ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου και όχι σφαλμάτων ως προς την ανάγνωσή τους. Πράγματι, από τα προσκομιζόμενα από τους αναιρεσείοντες πιο πάνω έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων εκτιμάται, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, για τη διαπίστωση της βασιμότητας της προβαλλόμενης πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, δεν αποδεικνύεται αμέσως και πλήρως, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω στην πρώτη αιτιολογία, η έννομη σχέση της σύμβασης εξαρτημένης ναυτικής εργασίας και η αμέλεια του προστηθέντος από την αναιρεσίβλητη πλοιάρχου του πλοίου. Δεν αρκεί μόνο η αναφορά στο πρώτο και στο τέταρτο από τα πιο πάνω έγγραφα της φράσης "μέλους του πληρώματος", ενόψει και των όσων αναφέρονται στη μείζονα πρόταση και η ιδιότητα της τελευταίας ως διαχειρίστριας του πλοίου, αφού κατά την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, η πρόσληψή του θανόντος έγινε ειδικώς και αποκλειστικώς για όσο χρόνο το πλοίο είναι προσδεδεμένο στο λιμάνι για επισκευή.

Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, μεταξύ άλλων, αν έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία). Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση ή στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδίως του περιεχομένου εγγράφου, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιστάσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω της αναφερόμενης παραμορφώσεως των παραπάνω εγγράφων, δεν περιέχει αιτιολογίες στα ζητήματα που προκύπτουν από το αληθινό περιεχόμενο των παραλειφθέντων τμημάτων του περιεχομένου των εγγράφων αυτών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανάγονται στην έννομη σχέση της σύμβασης εξαρτημένης ναυτικής εργασίας και την αμέλεια του προστηθέντος από την αναιρεσίβλητη πλοιάρχου του πλοίου. Όμως, τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ώστε η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Έτσι, ενόψει του αποκλεισμού από την έννοια του εγγράφου κατά το άρθρο 544 αρ. 7 ΚΠολΔ της αρχής της έγγραφης απόδειξης και της συναγωγής δικαστικών τεκμηρίων και των ανέλεγκτων παραπάνω παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά τις οποίες τα άνω ζητήματα δεν αποδεικνύονται αμέσως και πλήρως από τα φερόμενα από τους αναιρεσείοντες ως κρίσιμα παραπάνω έγγραφα, καθώς και ότι, αν είχαν αυτά τεθεί υπόψη του Εφετείου που εξέδωσε την απόφαση η οποία προσβλήθηκε με την αναψηλάφηση, δεν θα κατέληγε αυτό σε διαφορετική απόφαση, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από το προδιαληφθέν περιεχόμενό του, στην πραγματικότητα πλήττει τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του Εφετείου για την ουσία της υπόθεσης και δη την εκτίμηση των αποδείξεων και κυρίως του περιεχομένου αποδεικτικών εγγράφων. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-2-2008 αίτηση των αναφερομένων στην αρχή της απόφασης αναιρεσειόντων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 958/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιά. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ