474/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated474/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η συνολική αξία των ακινήτων αυτών ανέρχεται στις 400.000 δραχμές. Εκ των ακινήτων αυτών κατέλιπε στον πρώτο ενάγοντα τα με αριθμό 12, 13, 14 και 15 συνολικής αξίας 50.000 δραχμών και στον δεύτερο τα με αριθμό 16,17,18 και 19 συνολικής αξίας 35.000 δραχμών. Περαιτέρω αυτός ήταν συγκύριος κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου παραθαλάσσιου αγρού, ο οποίος χρησίμευε ως βοσκότοπος, συνολικής εκτάσεως 2.695.996 τ.
Full text
Απόφαση 474 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 474/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: 1. της εταιρείας με την επωνυμία ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΚΡΗΤΗΣ-ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ, ΤΕΧΝΙΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2α. Χ2-Α, το γένος ΔΔ, κατοίκου ..., 2β. Χ2-Β, το γένος ΔΔ, κατοίκου ..., 2γ. Χ2-Γ, το γένος ΔΔ, κατοίκου ..., 2δ. Χ2-Δ, το γένος ΔΔ, κατοίκου ..., 2ε. Χ2-Ε, κατοίκου ..., 2στ. Χ2-ΣΤ, κατοίκου ..., 2ζ. Χ2-Ζ, κατοίκου ..., νομίμων διαδόχων του αρχικού διαδίκου ΔΔ, 3α. Χ3-Α, κατοίκου ..., 3β. Χ3-Β, κατοίκου ..., νομίμων διαδόχων της αρχικής διαδίκου ΕΕ. Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Φίλιππο Σπυρόπουλο και Φειδία Κοντεμενιώτη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2α. Ψ2-Α και 2β. Ψ2-Β, κατοίκων ..., ως νομίμων διαδόχων της αρχικής διαδίκου ΕΕ, 2γ. Ψ2-Γ, κατοίκου ..., 2δ. Ψ2-Δ, κατοίκου ..., 2ε. Ψ2-Ε, κατοίκου ..., ως νομίμων διαδόχων των αρχικών διαδίκων ΕΕ, 3α. Ψ3-Α χας ΔΔ, κατοίκου ... ως νομίμου διαδόχου του αρχικού διαδίκου ΔΔ, 4. Ψ4, κατοίκου ..., 5. Ψ5, κατοίκου ..., 6. Ψ6, κατοίκου ..., ατομικώς και ως επιτρόπου των τέκνων της 7. Ψ2-Α και 8. Ψ2-Β (που είναι οι ίδιοι διάδικοι με τους αριθ. 2α και 2β). Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωστή Λαντζανάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-1988 αγωγή των Ψ1 και ΑΑ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 302/1993 του ίδιου Δικαστηρίου και 250/1995 μη οριστική, 472/2007 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 29-4-2008 αίτησή τους και με τους από 9-10-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 10-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827, 1831 και 1834 του Α.Κ. συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας οποιουδήποτε μεριδούχου, η οποία συνίσταται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας, λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομίας κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή όλα τα υπάρχοντα στην κληρονομία, κατά τον χρόνο αυτόν, περιουσιακά στοιχεία (πραγματική κληρονομική ομάδα), από την οποία αφαιρούνται τα χρέη της κληρονομίας, οι δαπάνες κηδείας του κληρονομουμένου, ως και οι δαπάνες απογραφής, προστίθενται δε ακολούθως σε αυτά και θεωρούνται, ως υπάρχουσες στην κληρονομία (πλασματική κληρονομική ομάδα) κατά την αξία του χρόνου της πραγματοποιήσεώς τους, οι παροχές των άρθρων 1831 παρ. 2 και 1833 του Α.Κ., που έγιναν από τον κληρονομούμενο, όσο ζούσε, προς τους μεριδούχους ή τρίτους, επί της δε προσδιοριζομένης κατά τον τρόπο αυτόν αυξημένης (πλασματικής) κληρονομικής ομάδας, εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του κληρονόμου.
Ειδικότερα για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου: α) εκτιμάται η αξία όλων των αντικειμένων της κληρονομίας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, β) αφαιρούνται από την αξία αυτή της πραγματικής ομάδας της κληρονομίας τα χρέη της και οι δαπάνες κηδείας του κληρονομουμένου και απογραφής της κληρονομιάς, γ) στο ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση των παραπάνω χρεών, προστίθενται με την αξία που είχαν κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν οι πιο πάνω παροχές του κληρονομουμένου προς τους μεριδούχους ή τρίτους, δ) με βάση την αυξημένη (πλασματική ) κληρονομική ομάδα, που προσδιορίζεται κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου, ε) από το ποσό αυτής (νόμιμης μοίρας) αφαιρείται η αξία των πραγμάτων, στα οποία τυχόν έχει εγκατασταθεί ο μεριδούχος, καθώς και η αξία της παροχής που τυχόν είχε λάβει και υπόκειται σε συνεισφορά και στ) σχηματίζεται ένα κλάσμα με αριθμητή το ποσό της εξευρισκόμενης με τον πιο πάνω τρόπο νόμιμης μοίρας του και παρονομαστή την αξία εκείνων των στοιχείων της πραγματικής ομάδας, από τα οποία, χωρίς αφαίρεση χρεών και δαπανών, θα λάβει ο μεριδούχος το απαιτούμενο ποσοστό για τη νόμιμη μοίρα του.
Το κλάσμα αυτό ή δεκαδικός αριθμός που προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμητή με τον παρονομαστή παριστά το ποσοστό που πρέπει να πάρει ο μεριδούχος αυτούσιο σε κάθε αντικείμενο της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς, για να λάβει έτσι τη νόμιμη μοίρα του (ΑΠ 560/2008, Α.Π. 511/1982). Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία τα δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικώς με την ένδικη αγωγή των αρχικών εναγόντων, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί το κληρονομικό τους δικαίωμα στην κληρονομία του αποβιώσαντος πατέρα τους κατά το αναφερόμενο ποσοστό, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στις 16-1-1969 πέθανε στο ..., όπου κατοικούσε, ο πατέρας των αρχικών διαδίκων ΓΓ και άφησε ως πλησιέστερους συγγενείς του, οι οποίοι θα εκαλούντο στην εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή τα τέκνα του (διαδίκους), τη σύζυγο του ΒΒ, καθώς και το έτερο τέκνο του ..., που δεν είναι διάδικος. Αυτός κατά τον χρόνο του θανάτου του ήταν κύριος των παρακάτω ακινήτων που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας ..., όπως αυτά αναφέρονται κατ' έκταση και αξία κατά τον χρόνο του θανάτου του: 1) στη θέση "...", αγρού εκτάσεως πέντε στρεμμάτων, αξίας 50.000 δραχμών, 2) στη θέση "...", αμπελώνα ενός στρέμματος, αξίας 10.000 δραχμών, 3) στη θέση "...", αγρού ενός στρέμματος, αξίας 10.000 δραχμών, 4) στη θέση "...", αγρού μισού στρέμματος, αξίας 5.000 δραχμών, 5) στη θέση "...", αγρού εκτάσεως επτά στρεμμάτων, αξίας 140.000 δραχμών, 6) στη θέση "...", αγρού εκτάσεως τεσσάρων στρεμμάτων, αξίας 40.000 δραχμών, 7) στη θέση "...", αμπελώνα εκτάσεως δύο και μισού στρεμμάτων αξίας 25.000 δραχμών, 8) στη θέση "...", αμπελώνα μισού στρέμματος, αξίας 5.000 δραχμών, 9) στη θέση "...", αμπελώνα μισού στρέμματος, αξίας 5.000 δραχμών, 10) στη θέση "...", αμπελώνα μισού στρέμματος, αξίας 5.000 δραχμών, 11) στη θέση "...", αγρού δύο στρεμμάτων, αξίας 20.000 δραχμών, 12) στη θέση "...", αγρού δύο και μισού στρεμμάτων, αξίας 25.000 δραχμών, 13) στη θέση "...", αμπελώνα ενός στρέμματος, αξίας 5.000 δραχμών, 14) στη θέση "...", αγρού μισού στρέμματος αξίας 15.000 δραχμών, 15) στη θέση " ...", αγρού μισού στρέμματος , αξίας 5.000 δραχμών, 16) στη θέση "...", αγρού ενός στρέμματος, αξίας 10.000 δραχμών, 17) στη θέση "...", αμπελώνα ενός στρέμματος, αξίας 10.000 δραχμών, 18) στη θέση "...", αμπελώνα μισού στρέμματος, αξίας 5.000 δραχμών, 19) στη θέση "...", αγρού ενός στρέμματος, αξίας 10.000 δραχμών.
Η συνολική αξία των ακινήτων αυτών ανέρχεται στις 400.000 δραχμές. Εκ των ακινήτων αυτών κατέλιπε στον πρώτο ενάγοντα τα με αριθμό 12, 13, 14 και 15 συνολικής αξίας 50.000 δραχμών και στον δεύτερο τα με αριθμό 16,17,18 και 19 συνολικής αξίας 35.000 δραχμών. Περαιτέρω αυτός ήταν συγκύριος κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου παραθαλάσσιου αγρού, ο οποίος χρησίμευε ως βοσκότοπος, συνολικής εκτάσεως 2.695.996 τ.
μέτρων.
Συνεπώς στην αποκλειστική του κυριότητα ανήκαν 1.010.987 τ.μ. (2. 695. 966X3/8 ή 36/96=1.010.987) εξ αδιαιρέτου. Ειδικότερα ο τελευταίος αυτός αγρός βρίσκεται στη θέση "..." της αυτής ως άνω κτηματικής περιφέρειας και αποτελεί το ανατολικό άκρο της μικράς Χερσονήσου του "...". Η έκταση που είναι ακαλλιέργητη και σ' αυτήν υπάρχει αυτοφυής βλάστηση κυρίως από φυτά χαμηλού ύψους (θάμνοι, σκίνοι) και γενικά από φυτά της άγριας Κρητικής χλωρίδας.
Συνορεύει δε από το βορρά, το νότο και την ανατολή με τον αιγιαλό και την παραλία και δυτικά με ακίνητα ΔΔ, κληρονόμων ... και κληρονόμων .... Το μεγαλύτερο προς τη θάλασσα τμήμα του καλύπτεται από βράχους, κατά το πλείστον απόκρημνους, οι οποίοι καθιστούν αδύνατη την πρόσβαση προς αυτήν. Υπάρχουν όμως και δύο τμήματα της παραλίας, ένα προς βορρά και ένα προς την ανατολή, στα οποία δεν υπάρχουν βράχοι και η παραλία είναι προσπελάσιμη.
Ο αποβιώσας με δημόσια διαθήκη του, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Σητείας Γεωργίου Φραγκούλη και περιλαμβάνεται στην .../28-12-1964 πράξη του, η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου στις 3-9-1969, σύμφωνα με το 44/1969 πρακτικό του, εγκατέστησε κληρονόμους του στο ως άνω τελευταίο ακίνητο τον πρώτο εναγόμενο κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου και τη δεύτερη εναγόμενη στο υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου.
Περαιτέρω όρισε με αυτή να περιέλθει στο καθένα εκ των τέκνων του από τα παραπάνω ακίνητα, εκείνα τα οποία είχε εν ζωή ορίσει να περιέλθουν σ' αυτά. Τα ακίνητα δε αυτά, που περιήλθαν ευθύς μετά το θάνατό του σε καθένα εξ αυτών, δεν αμφισβητούνται. Το ως άνω ακίνητο των 2.695.966 τ. μ. οι αρχικώς εναγόμενοι, καθώς και οι λοιποί κατά τα υπόλοιπα 5/8 εξ αδιαιρέτου συγκύριοί του μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας με το .../15-9-1990 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σητείας Θεόδωρου Βουτυράκη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Σητείας, αντί του ποσού των 400.000.000 δραχμών, στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Εταιρεία Αναπτύξεως Ανατολικής Κρήτης - Κτηματική, Τεχνική, Τουριστική, Εμπορική Ανώνυμος Εταιρεία", η οποία παρενέβη στη δίκη με την άσκηση αυτοτελούς έφεσης και πρόσθετων λόγων έφεσης,.
Από το ποσό αυτό καταβλήθηκε σ' αυτούς το ποσό των 150.000.000 δραχμών που αντιστοιχούσε στο εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητάς τους στο ακίνητο (400.000.000X3/8 = 150.000.000). Η περιοχή του εν λόγω αγροτικού ακινήτου ήδη από το 1967 είχε αρχίσει, ενόψει της καλής θέσεως στην οποία βρίσκεται, του ότι συνόρευε από τρεις πλευρές με τον αιγιαλό και την παραλία, καθώς και της γειτνιάσεως με την περιοχή του "...", η οποία είχε καταστεί από τότε ευρύτατα γνωστή για το φοινικόδασος, που υπήρχε σ' αυτήν, το οποίο επισκεπτόταν πολλοί τουρίστες αλλά και ημεδαποί εκδρομείς, να αποκτά σημαντική αξία.
Από το ντόπιο δε πληθυσμό είχε χαρακτηριστεί ως περιοχή ιδιαίτερου φυσικού κάλλους. Όταν δε κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1970 εταιρεία πετρελαιοειδών επιχείρησε να αγοράσει έκταση για να εγκαταστήσει σ' αυτήν δεξαμενές υγρών καυσίμων, οι κάτοικοι του ... διαμαρτυρήθηκαν έντονα με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η σχετική αγοραπωλησία και να μην εγκατασταθούν εκεί δεξαμενές υγρών καυσίμων.
Το φυσικό άλλωστε κάλλος της είχαν διαγνώσει και επίλεκτα στελέχη του τότε στρατιωτικού καθεστώτος της εποχής εκείνης και προέβησαν σε αγορές σημαντικών εκτάσεων, ενόψει κυρίως της μελλοντικής αξιοποίησης της περιοχής. Ο πραγματογνώμονας προσδιόρισε την αξία του όλου ακινήτου στο ποσό των 200.000 δραχμών, από την οποία αντιστοιχούν στους εναγόμενους 75.000 δραχμές (200.000X3/8).
Αντίθετα η ως άνω πολιτικός μηχανικός ..., που διατηρεί τεχνικό γραφείο στη ... και στο ...και εξ αντικειμένου γνωρίζει καλύτερα τη περιοχή και τη διακύμανση της αγοραίας αξίας του επίδικου, τόσο πριν από το θάνατο του διαθέτη, όσο και μετά, προσδιόρισε την αξία του κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο στο ποσό των 10.000 δραχμών ανά στρέμμα.
Οι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων διίστανται. Επίσης και στα προσκομιζόμενα με επίπκληση συμβόλαια της εποχής εκείνης, που συντάχθηκαν είτε προγενέστερα, είτε μεταγενέστερα, στα οποία αναφέρεται τόσο ο πραγματογνώμονας, όσο και η πιο πάνω μηχανικός στην τεχνική έκθεσή της, που συντάχθηκαν σε χρόνους που δεν ίσχυε ο αντικειμενικός προσδιορισμός, οι τιμές αγοραπωλησίας παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις.
Είναι όμως γεγονός ότι το τουριστικό ενδιαφέρον για την περιοχή, είχε ως επακόλουθο τη ραγδαία αύξηση της αξίας του ακινήτου. Συνεχίζει δε το Εφετείο, ότι η αξία του επίδικου ακινήτου κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου ανερχόταν στο ποσό των 30 δραχμών το τ.μ. και σε 3.000 δραχμές το στρέμμα.
Συνεπώς η αξία του όλου ακινήτου των 2.695.966 τ.μ. ανερχόταν στο ποσό των 8.087.898 δραχμών (2.695.966 τ.μ. X 30 δραχμές) και το μερίδιο των εναγομένων στο ποσό των 3.032.961 δραχμών (8.087.898 X 3/8). Ενόψει των παραπάνω, συνεχίζει το Εφετείο, η συνολική αξία της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα των αρχικών διαδίκων κατά τον χρόνο του θανάτου του (16-1-1969) ανερχόταν στο ποσό των 3.432.961 δραχμών (400.000+3.032.961).
Δαπάνες κηδείας, χρέη της κληρονομιάς και παροχές προς μεριδούχους ή τρίτους, καθώς και δαπάνες απογραφής δεν επικαλούνται οι διάδικοι. Η νόμιμη μοίρα των αρχικών εναγόντων τέκνων του διαθέτη, που είναι το μισό της εξ αδιαθέτου της μερίδας τους (άρθρο 1825 του Α.Κ.), θα υπολογιστεί μετά την αφαίρεση του ποσού που αντιστοιχεί στην εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα της συζύγου του και μητέρας τους ΒΒ που ανέρχεται σε 858.240 δραχμές (3.432.961X1/4 =858.240), δηλαδή στο ποσό των 2.574.721 δραχμών (3.432.961-858.240=2.574.721 δραχμές.
Ο διαθέτης είχε πέντε τέκνα και συνεπώς το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα του κάθε τέκνου ανέρχεται σε 514.944 δραχμές (2.574.721:5) και η νόμιμη μοίρα των δύο εναγόντων ανέρχεται σε 257.472 δραχμές (514.944:2) για τον καθένα εξ αυτών. Όμως, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η αξία των αγροτικών ακινήτων που άφησε ο διαθέτης στους ενάγοντες και τα οποία καταλογίζονται στη νόμιμη μοίρα, ανέρχεται για μεν τον πρώτο σε 50.000 δραχμές, για δε τον δεύτερο σε 35000 δραχμές και έτσι δεν καλύπτεται η νόμιμη μοίρα τους.
Για την εξεύρεση του μέρους που λείπει θα αφαιρεθεί από το παραπάνω ποσό των 257.472 δραχμών, το ποσό των 50.000 και των 35.000 δραχμών αντίστοιχα, δηλαδή η αξία των αγροτικών ακινήτων, που άφησε σ' αυτούς και το υπόλοιπο ποσό των 207.472 και 222.472 δραχμών αντίστοιχα, αποτελεί το ελλείπον για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας, η οποία τελικά ανέρχεται σε ποσοστό 0,060435 (207.472/3.432961) για τον πρώτο ενάγοντα και σε ποσοστό 0,0648046 (222.472/3432.961) για τον δεύτερο ενάγοντα.
Οι δεκαδικοί αυτοί αριθμοί που προκύπτουν από τη διαίρεση του αριθμητή με τον παρανομαστή, αποτελούν το ποσοστό που πρέπει να λάβουν οι ενάγοντες αντίστοιχα, πέραν των ακινήτων που έχουν καταλειφθεί σ' αυτούς, αυτούσιο σε κάθε ακίνητο της κληρονομιάς για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας τους. Το ποσοστό όμως αυτό θα το λάβουν μόνο από το ως άνω ακίνητο που βρίσκεται στη θέση "...", σύμφωνα με το αίτημα της αγωγής.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε ότι η νόμιμη μοίρα των δύο αρχικώς εναγόντων ανέρχεται σε 0,060435 και 0,0648046 ποσοστά για τον καθένα εξ αυτών αντίστοιχα, επί των 3/8 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου και κατόπιν τούτου, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα, δέχτηκε την αγωγή κατά ένα μέρος ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
Με εκείνα που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα ποία ήταν τα ακίνητα που περιλάμβανε η κληρονομία, της αξίας εκάστου ακινήτου κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου και τη συγκεκριμένη κατανομή των ακινήτων μεταξύ των διαφόρων κληρονόμων, οι οποίες αιτιολογίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1825, 1827, 1831 και 1834 του Α.Κ.
που εφάρμοσε. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της κύριας αναίρεσης και ο με στοιχεία Β9, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι οι αρχικοί ενάγοντες ισχυρίζονται στην ένδικη αγωγή τους ότι ο πατέρας τους ΓΓ απεβίωσε στις 16-1-1969 και με την .../1964 δημόσια διαθήκη του που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Σητείας Γ. Φραγκούλη και δημοσιεύτηκε νομότυπα, εγκατέστησε κληρονόμους στην κατά το χρόνο θανάτου του ακίνητη περιουσία τα πέντε τέκνα του, ενώ στη σύζυγό του ΒΒ δεν κατέλιπε κανένα περιουσιακό στοιχείο.
Ειδικότερα, στο ακίνητο που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ... έκτασης 3000 στρεμμάτων περίπου και αξίας, κατά τον άνω χρόνο, 30.000.000 δραχμών, εγκατέστησε κληρονόμους τους δύο εναγομένους κατά τα 4/5 και το 1/5 αντίστοιχα, και στα λοιπά ακίνητα που λεπτομερώς αναφέρονται στην αγωγή, συνολικής αξίας κατά τον ίδιο χρόνο 400.000 δραχμών, εγκατέστησε κληρονόμους και τα πέντε τέκνα του, στα αναφερόμενα τεμάχια ακινήτων.
Ότι με τη διαθήκη αυτή θίγεται η νόμιμη μοίρα τους, διότι το ποσοστό της κληρονομίας, που περιέχεται σ' αυτούς είναι μικρότερο από τη νόμιμη μοίρα τους, αφού αυτή φθάνει σε ποσοστό 73 ο/οο ή στο 1/14 εξ αδιαιρέτου για τον καθένα, ή σε ποσό 2.230.000 δρχ. για τον πρώτο και 2.245.000 για το δεύτερο μετά της αξίας αυτών που τους έχει καταλειφθεί.
Ζητούσαν δε, μετά νόμιμο περιορισμό του αιτήματος με τις προτάσεις τους, να αναγνωριστεί το κληρονομικό τους δικαίωμα στην κληρονομία του πατέρα τους κατά ποσοστό 73 ο/οο ή 1/14 εξ αδιαιρέτου για τον καθένα. Περαιτέρω, προκύπτει ότι ο δεύτερος αρχικός ενάγων ΑΑ απεβίωσε πριν την έκδοση της πρωτόδικης οριστικής απόφασης και συνέχισαν τη δίκη οι κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγός του ΕΕ χήρα ΑΑ (έχει ήδη αποβιώσει), και τα τέκνα του ΔΔ (έχει ήδη αποβιώσει), Ψ4, Ψ5 κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, καθώς επίσης και οι κληρονόμοι του προαποβιώσαντος στις 6-9-1985 ΣΤ, υιού του αρχικού ενάγοντος ΑΑ, επί του ως άνω ποσοστού του 1/5.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, περιέχοντας όλα τα αναγκαία στοιχεία και ως προς τη νομιμοποίηση των κληρονόμων του δεύτερου αρχικού ενάγοντος που συνεχίζουν τη δίκη. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την αγωγή και δεν την απέρριψε ως αόριστη, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες περί μη κηρύξεως απαραδέκτου και περί μη λήψεως της προβληθείσας ένστασης απαραδέκτου και συνακόλουθα ο με στοιχεία Β11 πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Πράγματα, επίσης, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της κύριας αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες ουσιώδεις ισχυρισμούς τους και το σχετικό ένατο πρόσθετο λόγο έφεσης, ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως αναπόδεικτη και ουσιαστικώς αβάσιμη, καθόσον οι ενάγοντες ουδόλως απέδειξαν ότι "ο κληρονομούμενος κατέλιπε με τη διαθήκη του στον καθένα από τους κληρονόμους του τα συγκεκριμένα ακίνητα και ότι το καθένα είχε κατά το χρόνο θανάτου την αντίστοιχη συγκεκριμένη αξία που αναγράφεται στην αγωγή".
Σύμφωνα, όμως, με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη νομική σκέψη ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενοι ισχυρισμοί δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη, αλλά αποτελούν άρνηση της αγωγής. Περαιτέρω, οι από τον ίδιο αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος, με στοιχεία Β5, δεύτερος, με στοιχεία Β6, τρίτος, με στοιχεία Β7 και τέταρτος, με στοιχεία Β8 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες από την πρώτη αναιρεσείουσα εταιρεία αυτοτελείς ισχυρισμούς της α) περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, β) ένσταση ιδίας κυριότητας των επιδίκων με τακτική και έκτακτη χρησικτησία εκ μέρους των δικαιοπαρόχων της, αρχικών εναγομένων, αλλά και της ιδίας ως ειδικού διαδόχου τους, γ) περί παραιτήσεως των εναγόντων από το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας και δ) περί επιγενομένης ελλείψεως εννόμου συμφέροντος των εναγόντων μετά την παραίτησή τους από το καταψηφιστικό τους αίτημα, την παραγραφή της αγωγής περί κλήρου και τη συμπλήρωση του χρόνου τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, είναι αβάσιμοι, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση καθώς και από την συμπροσβαλλόμενη μη οριστική απόφαση και από όλο το περιεχόμενο αυτών προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και τους απέρριψε ως απαράδεκτους λόγω της προβολής τους το πρώτο στο Εφετείο χωρίς δικαιολογημένη αιτία και χωρίς να αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία των αντιδίκων ή με έγγραφα.
Ο ίδιος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή ελλείψει εννόμου συμφέροντος των εναγόντων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού οι ενάγοντες, που προβάλλουν προσβολή της νόμιμης μοίρας τους, έχουν έννομο συμφέρον προς άσκηση της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής τους.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1038/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της κύριας αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη γι' αυτά. Από την προσβαλλόμενη απόφασή του, όμως, προκύπτει ότι το Εφετείο εξέδωσε το αποδεικτικό του πόρισμα, αφού εκτίμησε έγγραφα και μάρτυρες, μετά την έκδοση πράξης περί αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και την έκδοση μη οριστικής απόφασης από το Εφετείο, με την οποία διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν τι δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο της κύριας αναίρεσης, όπως αυτός εκτιμάται, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, διότι δεν στήριξε την απόφασή του σε στοιχεία πλήρως αποδειχθέντα από τους ενάγοντες, που έφεραν το βάρος απόδειξης, αλλ' έταξε σ' αυτούς τις συνέπειες της μη απόδειξης από τους ίδιους ότι η αγωγή είναι αβάσιμη.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο έκρινε ως βάσιμη εν μέρει την αγωγή, εκτιμώντας τις αποδείξεις που είχε τάξει και εις βάρος των εναγόντων και όχι διότι οι εναγόμενοι δεν απέδειξαν το αβάσιμο αυτής. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς την διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα και να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου.
Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν η αντίφαση βρίσκεται στις μη επέχουσες θέση διατακτικού αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 13/1995, ΑΠ 336/2004). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο με στοιχεία Β9, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από την παραπάνω διάταξη, διότι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ορίζεται ότι "οι ενάγοντες έχουν δικαίωμα νόμιμης μοίρας κατά ποσοστό 0,060435 και 0,0648046 αντίστοιχα ο καθένας επί των τριών ογδόων (3/8) εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου" και το διατακτικό είναι αόριστο και αντιφατικό.
Από την προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση προκύπτει ότι το ως άνω διατακτικό της δεν περιέχει αντιφατικές διατάξεις που να καθιστούν αδύνατη την εκτέλεσή της. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της ως άνω διάταξης θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 255/1993, ΑΠ 925/1991). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον έκτο, με στοιχεία Β10, πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και ειδικότερα αναγνώρισε ότι έχουν δικαίωμα νόμιμης μοίρας κατά τα αναφερόμενα ποσοστά οι αρχικοί ενάγοντες και όχι οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικού δεύτερου ενάγοντος ΑΑ, όπως είχε ζητηθεί από τους κληρονόμους αυτούς. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όμως, προκύπτει ότι το Εφετείο επιδίκασε κάτι που ζητήθηκε, αφού οι κληρονόμοι του δεύτερου ενάγοντος ζήτησαν να γίνει δεκτή η αγωγή. Επομένως, ο λόγος αυτός, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1813 ΑΚ ως κληρονόμοι εξ αδιαθέτου στην πρώτη τάξη καλούνται οι κατιόντες του κληρονομουμένου. Ο πλησιέστερος απ' αυτούς αποκλείει τον απώτερο της ίδιας ρίζας. Στη θέση κατιόντος που δεν ζει κατά την επαγωγή υπεισέρχονται οι κατιόντες που μέσω αυτού συνδέονται με συγγένεια με τον κληρονομούμενο (διαδοχή κατά ρίζες).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1820 ίδιου Κώδικα εκείνος από τους συζύγους που επιζεί καλείται ως κληρονόμος εξ αδιαθέτου, με τους συγγενείς της πρώτης τάξης στο τέταρτο και με τους συγγενείς των άλλων τάξεων στο μισό της κληρονομίας. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι η χήρα προαποβιώσαντος τέκνου του κληρονομουμένου δεν έχει μερίδιο στην κληρονομία του πενθερού της, αφού στη θέση κατιόντος που δεν ζει κατά την επαγωγή υπεισέρχονται οι κατιόντες που μέσω αυτού συνδέονται με συγγένεια με τον κληρονομούμενο.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 Κ.Πολ.Δ, το έννομο συμφέρον, που αποτελεί προϋπόθεση για το παραδεκτό της αναίρεσης και πρέπει να έχει ο αναιρεσείων κατά το χρόνο της συζήτησής της, ερευνώμενο αυτεπαγγέλτως (άρθρα 577 παρ. 1 και 2 και 73 Κ.Πολ.Δ), θεμελιώνεται στη βλάβη, την οποία υφίσταται ο διάδικος που ηττήθηκε, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς για τον αναιρεσείοντα συνέπειας.
Έτσι, για το παραδεκτό της αναίρεσης, αλλά και κάθε λόγου αυτής, ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξαιτίας σφάλματος, που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο (ΑΠ 222/2009, ΑΠ 183/2009). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον όγδοο, με στοιχεία Β12, πρόσθετο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1813 και 1820 ΑΚ με το να δεχτεί ότι στην κληρονομία του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος νόμιμα εισήλθε και η ως άνω έκτη εφεσίβλητη ως χήρα του ΣΤ, τέκνου του αρχικού ενάγοντος ΑΑ, που όμως είχε προαποβιώσει αυτού.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι ο πρώτος από τους αρχικώς ενάγοντες ΑΑ αποβίωσε στις 24-3-1989 και στην έννομη σχέση της δίκης εισήλθαν οι κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγός του ΕΕ και τα τέκνα του ΔΔ, Ψ4 και Ψ5, καθώς και για το τέκνο του ΣΤ, που είχε προαποβιώσει αυτού στις 6-9-1985, οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του τελευταίου, ήτοι τα τέκνα του Ψ2-Α και Ψ2-Β, ενώ η σύζυγός του ΕΕ δεν έχει μερίδιο στην κληρονομία ως χήρα προαποβιώσαντος τέκνου.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένσταση της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της έκτης εφεσιβλήτου Ψ6 χήρας ΣΤ, εσφαλμένα δέχτηκε ότι στην κληρονομία του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος νόμιμα εισήλθε και η ως άνω έκτη εφεσίβλητη ως χήρα του ΣΤ, τέκνου του αρχικού ενάγοντος ΑΑ, που όμως είχε προαποβιώσει αυτού.
Σύμφωνα όμως με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη νομική σκέψη, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων, διότι το νομικό αυτό σφάλμα δεν επιδρά στο διατακτικό, κατά το οποίο αναγνωρίστηκε στους αρχικώς ενάγοντες το δικαίωμα νόμιμης μοίρας κατά το οριζόμενο ποσοστό στον καθένα επί του αναφερόμενου επίδικου ακινήτου.
Επειδή, οι αναιρεσείοντες με τον ένατο με στοιχεία Β13 πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 14 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1532 και 1589 ΑΚ με το να δεχτεί ότι στο πρωτόδικο δικαστήριο κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση της αγωγής στις 3-11-1993, η έβδομη εφεσίβλητη και εγγονή του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος ΑΑ, Ψ2-Α, θυγατέρα του προαποβιώσαντος γιού του ΣΤ, νόμιμα εκπροσωπήθηκε από τη μητέρα της Ψ6 ως ανήλικη, ενώ ήταν ήδη ενήλικη.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι ο αρχικός ενάγων ΑΑ αποβίωσε στις 24-3-1989 και οι κληρονόμοι του εισήλθαν για πρώτη φορά στη δίκη στις 13-1-1992 (ημέρα ενάρξεως των εισηγήσεων). Η εκ των κληρονόμων ως άνω εγγονή του Ψ2-Α γεννήθηκε στις 23-10-1973 και ενηλικιώθηκε στις 23-10-1991 και επομένως κατά την αρχική είσοδό της στη δίκη ήταν ήδη ενήλικη.
Παρόλα αυτά η ανωτέρω δεν εισήλθε στη δίκη αυτοπροσώπως αλλά και στη μετ' απόδειξη συζήτηση στο πρωτόδικο δικαστήριο στις 3-11-1993 εκπροσωπήθηκε από τη μητέρα της Ψ6 ως ανήλικη, ενώ ήταν ήδη ανήλικη. Επομένως, το Εφετείο έσφαλε με το να δεχτεί την αγωγή και ως προς την εφεσίβλητη Ψ2-Α θυγατέρα του προαποβιώσαντος ΣΤ, την οποία εκπροσώπησε η μητέρα της, ενώ έπρεπε να την απορρίψει λόγω ερημοδικίας, αφού ήταν ήδη ενήλικη, και απέρριψε το λόγο έφεσης με την αιτιολογία ότι "η εκκαλούσα δεν επικαλέστηκε γνωστοποίηση της ενηλικίωσης με ένα από τους νόμιμους τρόπους του άρθρου 287 ΚΠολΔ και συνεπώς νόμιμα η εν λόγω διάδικος εκπροσωπήθηκε από τη νόμιμη αντιπρόσωπο μητέρα της".
Σύμφωνα, όμως, με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη προηγούμενη νομική σκέψη, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση εξαφάνισε την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση, το νομικό δε αυτό σφάλμα δεν επιδρά στο διατακτικό, κατά το οποίο αναγνωρίστηκε στους αρχικώς ενάγοντες το δικαίωμα νόμιμης μοίρας κατά το οριζόμενο ποσοστό στον καθένα επί του αναφερόμενου επίδικου ακινήτου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-4-2008 αίτηση και τους από 9-10-2009 πρόσθετους λόγους των αναιρεσειόντων 1) της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΚΡΗΤΗΣ - ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ, ΤΕΧΝΙΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" κ.λ.π. για αναίρεση των αποφάσεων 472/2007 και 250/1995 του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ