Legislator Case Law & Legislation
474/2009 AI generated

474/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 474/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Σεπτεμβρίου 2001 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 296/2004 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17 Νοεμβρίου 2004 αίτησή του και των από 8 Δεκεμβρίου 2008 προσθέτων επ' αυτής λόγων αναιρέσεως.

Legislator headnote

AI generated

474/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν παραβιάστηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ για την ερμηνεία των δικαιοπραξιών και των συμβάσεων δια της αναζητήσεως της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλόμενων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών.

Keywords

AI generated
accord and satisfaction del credere obligation to pay order for uncontested claims contractual penalty clause recovery of debts
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 474 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 474/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ... της νήσου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Φραγκανδρέα, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ , που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Μήτση, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Σεπτεμβρίου 2001 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 296/2004 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17 Νοεμβρίου 2004 αίτησή του και των από 8 Δεκεμβρίου 2008 προσθέτων επ' αυτής λόγων αναιρέσεως.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος, ανέγνωσε την από 2 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη τόσο των κυρίων, όσο και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 17-11-2004 αίτηση και οι από 8-12-2008 πρόσθετοι λόγοι του Χ για αναίρεση κατά της υπ' αριθμ. 296/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους υπάρχουσας πρόδηλης συνάφειας, αφού έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της όλης δίκης, αλλά και επέρχεται μείωση των δικαστικών εξόδων.

Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν παραβιάστηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ για την ερμηνεία των δικαιοπραξιών και των συμβάσεων δια της αναζητήσεως της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλόμενων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών.

Οι, ως άνω, ερμηνευτικοί κανόνες παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρότι διέγνωσε, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει κενό ή ασάφεια στους όρους της συμβάσεως, παρέλειψε να προσφύγει στους κανόνες αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλόμενων μερών. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 421 Α.Κ.

προκύπτει, ότι η ανάληψη από τον οφειλέτη έναντι του δανειστή υποχρέωσης για την εκπλήρωση άλλης αντί της οφειλόμενης παροχής μπορεί να γίνεται, είτε αντί καταβολής, πράγμα το οποίο πρέπει να συνάγεται σαφώς από τη θέληση των συμβαλλομένων μερών και επιφέρει απόσβεση της παλαιάς ενοχής, είτε χάριν καταβολής, δηλαδή ως πρόσθετη εξασφάλιση για την εκπλήρωση της υπάρχουσας παλαιάς ενοχής.

Το τελευταίο τεκμαίρεται, σύμφωνα με τον ερμηνευτικό κανόνα της διάταξης, εφόσον δεν συνάγεται το αντίθετο από τη θέληση των μερών. Στην περίπτωση αυτή δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής ενοχής, η οποία διατηρείται και παραμένει σε ισχύ παράλληλα με την νέα ενοχή. Ο δανειστής υποχρεούται, εφόσον δεν συνάγεται το αντίθετο, να επιδιώξει την ικανοποίησή του από τη νέα ενοχή και, αν δεν ικανοποιηθεί, να ασκήσει την αρχική απαίτηση, πλήρως ή κατά το ελλείπον, διότι, άλλως, αποκρούεται με ένσταση αναβλητική, που προτείνει ο οφειλέτης (ΑΠ 878/2000).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως από τη προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα εξής ως προς το από 14-1-1999 συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων: "Ο αφενός συμβαλλόμενος Ψ, έχων λαμβάνειν από τον αφετέρου Χ τα ποσά τα αναφερόμενα στο από 28-8-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, εξέδωκε εις βάρος του τις υπ' αριθμ. 19/1995, 20/1995 και 50/1998 διαταγές πληρωμής του κ.

Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, με τις οποίες επιδικάστηκαν σ' αυτόν τα αναφερόμενα σ' αυτές ποσά. Ο αφετέρου συμβαλλόμενος Χ έχει ασκήσει ανακοπές κατά των, ως άνω, διαταγών πληρωμής. Η ανακοπή κατά της υπ' αριθμ. 50/1998 διαταγής πληρωμής επρόκειτο να συζητηθεί μετ' αναβολήν σήμερα 14-1-1999, πλην, όμως, ανεβλήθη για την 10-6-1999 ενόψει επιλύσεως των υποθέσεων αυτών συμβιβαστικώς.

Κατόπιν όλων αυτών, ο αφενός συμβαλλόμενος Ψ περιορίζει την απαίτηση του στον ποσό των δραχμών έντεκα εκατομμυρίων (11.000.000), τις οποίες αναλαμβάνει την υποχρέωση ο αφετέρου συμβαλλόμενος να καταβάλλει σε τρεις δόσεις ως ακολούθως: α) ποσό εκ δραχμών πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) την 21-1-1999, β) ποσό εκ δραχμών τριών εκατομμυρίων (3.000.000) την 22-3-1999 και γ) ποσό εκ δραχμών τριών εκατομμυρίων (3.000.000) την 21-5-1999.

Τα, ως άνω, αναφερόμενα ποσά θα καταβάλλονται κατά τις, ως άνω, ημερομηνίες στον υπ' αριθμ. λογαριασμό Τραπέζης Πίστεως Α.Ε. υπ' αριθμ. ... στο όνομα της πληρεξούσιας δικηγόρου ΑΑ, η δε καταβολή τους θα αποδεικνύεται από τις αντίστοιχες αποδείξεις της Τραπέζης. Μετά την εξόφληση και της τρίτης δόσεως η εδώ παριστάμενη δικηγόρος ΑΑ θα παραδώσει στον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χ, ΒΒ τα απόγραφα των, ως άνω, διαταγών πληρωμής μετά των αναφερομένων σ' αυτές συναλλαγματικών.

Ρητά συμφωνείται, ότι μετά την εξόφληση των, ως άνω, συμφωνηθεισών δόσεων συνολικού ποσού έντεκα εκατομμυρίων (11.000.000) ο Ψ δηλώνει, ότι δεν έχει ούτε διατηρεί καμία άλλη αξίωση ή απαίτηση κατά του Χ, ο οποίος με τη σειρά του δηλώνει, ότι θα παραιτηθεί του δικογράφου και του δικαιώματος της από 11-9-1998 ανακοπής του κατά του Ψ, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε μετ' αναβολήν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου η 10-6-1999".

Η έννοια της συμφωνίας των διαδίκων, ερμηνευομένη όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), λόγω της υπάρχουσας σχετικής ασάφειας των δηλώσεων τους, είναι ότι τα μέρη δεν επιθυμούσαν να αντικαταστήσουν και να αποσβέσουν την αρχική υποχρέωση του οφειλέτη από τις συναλλαγματικές, αλλά θέλησαν ο τελευταίος να αναλάβει μια νέα, παράλληλη υποχρέωση προς εκπλήρωση του χρέους του.

Για το λόγο αυτό, άλλωστε, όρισαν με το παραπάνω έγγραφο, ότι μόνο μετά την εξόφληση και της τρίτης δόσης ο Χ θα αναλάμβανε τα απόγραφα των διαταγών πληρωμής, και ότι μόνο μετά την εξόφληση των συμφωνηθεισών δόσεων ο Ψ δεν θα διατηρούσε καμία άλλη αξίωση κατά του οφειλέτη του. Έτσι, πριν την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική καταβολή του ποσού των 11.000.000 δρχ., δεν θα επερχόταν απόσβεση της απαίτησης από τις συναλλαγματικές που ήταν ήδη εξοπλισμένη με τις διαταγές πληρωμής.

Ο ανακόπτων δεν μπόρεσε τελικά να εκπληρώσει τη νέα υποχρέωση που ανέλαβε χάριν καταβολής δυνάμει του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού. Πραγματικά, στις 21-1-1999 κατέβαλε στο λογαριασμό της, ως άνω, πληρεξούσιας δικηγόρου του καθού η ανακοπή την πρώτη δόση των 5.000.000 δρχ., τις δε υπόλοιπες δύο δόσεις δεν κατέβαλε στις ορισθείσες ημερομηνίες με τον συμφωνηθέντα τρόπο, ήτοι στο λογαριασμό της ίδιας δικηγόρου για να αποδοθούν στον πελάτη της.

Ο δανειστής, συνεπώς, που δεν ικανοποιήθηκε από τη νέα ενοχή, δικαιούται να ζητήσει την αρχική παροχή, ήτοι την εκτέλεση της 50/1998 διαταγής πληρωμής. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο και αφού προηγουμένως διαπίστωσε ευθέως και αμέσως την ύπαρξη κενού ως προς τη σαφήνεια, της βουλήσεως των συμβαλλομένων στο προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό (από 14-1-1999), έκρινε εν συνεχεία, μετά από εφαρμογή των διατάξεων 173 και 200 ΑΚ, ότι τα μέρη ηθέλησαν ο αναιρεσείων να αναλάβει μία νέα παράλληλη υποχρέωση προς εκπλήρωση του υφιστάμενου χρέους και όχι να αντικαταστήσουν τούτο με άλλο, αποσβένοντες το αρχικό, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις και συνεπώς ο περί του αντιθέτου εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι μη νόμιμος και εντεύθεν απορριπτέος.

Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα", δε θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ολομ.ΑΠ 11/1996).

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη το προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ.ΑΠ 25/2003). Εξ άλλου, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο και τελευταίο κύριο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αλλά και το πρώτο των προσθέτων, αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι, καίτοι προτάθηκαν παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας, εν τούτοις δεν ελήφθησαν από αυτό υπόψη οι ακόλουθοι, συνιστώντες πράγματα, ισχυρισμοί και τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε: 1) Ο περί τοκογλυφίας ισχυρισμός του κατά του αναιρεσιβλήτου σε άλλη δίκη υπό τη μορφή ανακοπής κατά 50/1998 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, η οποία, όμως, ανακοπή από 11-9-98 ουδέποτε προσδιορίσθηκε να εκδικασθεί, 2) Το γεγονός της καταβολής υπέρ του αναιρεσιβλήτου 5.000.000 δρχ.

από τον ίδιο (αναιρεσείοντα), στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, 3) Η ανάληψη από τον αναιρεσίβλητο της ... πράξεως του συμβ/φου Νάξου Ηλία Ανωμερίτη χωρίς καμμία επιφύλαξη περί παρακαταθέσεως των ανωτέρω 5.000.000 δρχ., 4) Το γεγονός της καταβολής στον αναιρεσίβλητο και 3.000.000 δρχ. με έμβασμα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, 5) Τα υπ' αριθμ. 32/2002 Πρακτικά Μον.Πρωτ.

Νάξου, τα οποία περιέχουν κατάθεση μάρτυρα του αναιρεσείοντος περί περιορισμού του χρέους στο ποσό των 11.000.000 δρχ. και 6) η υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβ/φου Πατρών Αθηνάς Ραβαζούλα του μάρτυρα του αναιρεσείοντος ..., από την οποία προκύπτει, ότι με το προαναφερθέν από 14-1-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε η απόσβεση της παλαιάς απαίτησης και η δημιουργία νέας.

Ο λόγοι αυτοί εκ του άρθρου 559 αρ.8 και 11γ του ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι, ως προς μεν τα υπ' αριθ. 1 και 5 σκέλη του, ως αβάσιμοι, καθότι οι περί τοκογλυφίας και μη λήψης υπόψη των πρακτικών ισχυρισμοί δεν είναι ουσιώδεις στη παρούσα δίκη, η οποία αντικείμενο έχει τη νομική φύση της δια του ανωτέρω από 14-1-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού επιτευχθείσης συμφωνίας των διαδίκων ουδεμία δε αμφισβήτηση υπάρχει ως προς το ποσόν των 11.000.000 δρχ., που περιορίσθηκε η αρχική απαίτηση, ως προς τα υπ' αριθμ. 2 και 6 σκέλη του, επίσης, ως αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και την καταβολή των 5.000.000 δρχ.

και την επικαλούμενη ένορκη βεβαίωση ως προς τα υπ' αριθμ. 3 και 4 σκέλη του ως αλυσιτελείς, διότι η γενόμενη καταβολή των 5.000.000 δρχ. δεν αμφισβητείται, ενώ η φερόμενη καταβολή ποσού 3.000.000 δρχ. μέσω Εθνικής δεν έγινε κατά τον συμφωνηθέντα τρόπο και χρόνο. Κατά το άρθρο 559 αρ.20 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Με βάση τη διάταξη αυτή, δημιουργείται λόγος αναίρεσης, όταν ο δικαστήριο της ουσίας κάνει λάθος κατά την ανάγνωση και αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από αυτό που πραγματικά υπάρχει σ' αυτό (ΑΠ 953/1991 Δ/νη 3.784). Η παραμόρφωση δε είναι νοητή μόνο στα αποδεικτικά έγγραφα και όχι στους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 326/1992 Δ 2380).

Δεν υπάρχει παραμόρφωση, όταν το σφάλμα αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχόμενου, γιατί τότε πρόκειται στην εκτίμηση του περιεχομένου, γιατί τότε πρόκειται για εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται αναιρετικά. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, με το δεύτερο εκ των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση το σφάλμα, ότι το Εφετείο με το να δεχθεί, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του, ότι, βάσει του από 14-1-1999 ιδιωτικού μεταξύ των διαδίκων συμφωνητικού, όπως το περιεχόμενο του επί λέξει αναφέρεται στη πρώτη των ανωτέρω σκέψεων, εντός εισαγωγικών, καταρτίσθηκε μεταξύ τους όχι σύμβαση, στα πλαίσια του άρθρου 361 ΑΚ, υπόσχεση αντί καταβολής, άλλως ανανέωσης χρέους με απόσβεση της παλαιάς, αλλά, το αντίθετο, θέλησαν ο αναιρεσείων να αναλάβει μία νέα παράλληλη υποχρέωση προς εκπλήρωση του χρέους του, που προέκυπτε από τις συναλλαγματικές, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του περί ου πρόκειται αποδεικτικού εγγράφου.

Πλην, όμως, ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, είναι αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος, διότι το δικάσαν Εφετείο κατέληξε στην ανωτέρω διαπίστωση όχι από αναγνωστικό λάθος, αλλά μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του όλου εγγράφου, η οποία σημειωτέον, και εσφαλμένη ακόμη αν είναι, δεν θεμελιώνει "παραμόρφωση" υπό την προεκτεθείσαν έννοια του όρου.

Ενόψει των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων ένεκα της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-11-2004 αίτηση και τους από 8-12-2008 πρόσθετους λόγους του Χ για αναίρεση της 296/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, εκ χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ