474/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη – Εισηγητή και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated474/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 474 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 474/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη – Εισηγητή και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων: 1) X1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λαζάνα, 2) X2 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπαλέρμπα, περί αναιρέσεως της 735/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, η οποία δεν παρέστη και με συγκατηγορούμενη την Ψ2
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες – κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Απριλίου 2004, 20 Ιουνίου 2005 και 24 Ιουνίου 2005 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1214/2005.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά της υπ'αριθμ. 735/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ασκήθηκαν οι από 26 Απριλίου 2004 και 28 Ιουνίου 2005 ως και η από 27 Ιουνίου 2005 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) X1 και 2) X2. Οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν παραδεκτώς εντός της νόμιμης προθεσμίας και πρέπει να συνεκδικασθούν. Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος, και 139 Κ.Ποιν.Δ.
απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ'αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά αυτών, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του καθένα εκ των αποδεικτικών μέσων και το προκύψαν εξ αυτού συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό. Ωστόσο πρέπει να συνάγεται, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, και όχι μόνο μερικά εξ αυτών, για να μορφώσει την κρίση του περί της ενοχής του κατηγορουμένου.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Εξάλλου κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε΄ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει κατ' είδος δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: «Η πρώτη των κατηγορουμένων X2, σύζυγος ...., από το έτος 1972 προσελήφθη ως μόνιμος υπάλληλος του Υπουργείου Πολιτισμού και από το θέρος του 1987 αποσπάσθηκε ως υπάλληλος βασικής υπηρεσίας (πρωτοκόλλου) στο ταμείο Αρχαιολογικών πόρων ΤΑΠ του ίδιου Υπουργείου, στο οποίο (ταμείο) από τις αρχές του έτους 1998 προσελήφθησαν ως εποχιακές υπάλληλοι με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, η τρίτη των κατηγορουμένων θυγατέρα της Ψ2 το γένος ....
και η πολιτικώς ενάγουσα Ψ1 οι οποίες απασχολήθηκαν ως πωλήτριες στο διατηρούμενο από το εν λόγω ταμείο (ΤΑΠ) επί της Στοάς Μάντακα και οδού Πανεπιστημίου 57 βιβλιοπωλείο. Εξ άλλου η πρώτη των κατηγορουμένων X2 από του έτους 1995 είχε γνωρίσει τον δεύτερο τον κατηγορουμένων X1, στον οποίο, μέσω αγγελιών σε εφημερίδες προσέφυγε για την παροχή δανείου, δεδομένου ότι ο τελευταίος αυτός που από το έτος 1994 είχε συνάψει ερωτικό δεσμό και έκτοτε συζούσε με την τέταρτη των κατηγορουμένων .... , κατ' επάγγελμα χορηγούσε είτε για δικό του λογαριασμό είτε για λογαριασμό άλλων συνεργαζομένων μ' αυτόν τοκογλύφων τοκογλυφικά δάνεια σε τρίτους, με την μέθοδο της προεξοφλήσεως μεταχρονολογημένων τραπεζικών επιταγών τους.
Έτσι η πρώτη των κατηγορουμένων X2, που στο μεταξύ λόγω και άλλων οικονομικών δοσοληψιών τους που ακολούθησαν είχε αναπτύξει φιλική σχέση με τον δεύτερο των κατηγορουμένων X1 καθώς και γνωριμία με την πολιτικώς ενάγουσα Ψ1 την οποία συναντούσε κατά τις συχνές επισκέψεις της στον ανωτέρω εργασιακό της χώρο (βιβλιοπωλείο του ΤΑΠ) όπου εργαζόταν και η τρίτη των κατηγορουμένων θυγατέρα της Ψ2:
Α) την 6-5-1998 κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας επισκέψεως της στο ως άνω βιβλιοπωλείο και σε χρόνο προσωρινής απουσίας της πολιτικώς ενάγουσας Ψ1, αφαίρεσε, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, από την τσάντα της τελευταίας αυτής το με αριθμό .... Δελτίο Αστυν. Ταυτότητάς της (βλ. ως προς αυτό ιδίως τις καταθέσεις των μαρτύρων Ψ1 και .... , Β) στη συνέχεια η πρώτη των κατηγορουμένων X2 στην Αθήνα στους χρόνους που αναφέρονται στο διατακτικό, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια και ο συγκατηγορούμενός της X1 παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η ζημία δε που προξενήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών ενώ αυτή είναι δράστης που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και συγκεκριμένα:
Αυτή (πρώτη των κατηγορουμένων) μόνη στους χρόνους που καθορίζονται στο διατακτικό, έχοντας στην κατοχή της την κλεμμένη Αστυνομική Ταυτότητα της Ψ1, εμφανίστηκε, στους αρμοδίους υπαλλήλους των Τραπεζών Αττικής, Κεντρικής Ελλάδος, Αγροτικής και Χίου και τους παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς ότι είναι η Ψ1, δηλώνοντας επί πλέον στους υπαλλήλους της Τραπέζης Κεντρικής Ελλάδος ως διεύθυνσή της την διεύθυνση της Ψ1 (..... ) και υποβάλλοντας στους υπαλλήλους της Τράπεζας Αττικής πλαστό αντίγραφο του εκκαθαριστικού σημειώματος της Ψ1 και έτσι με τις εν λόγω ψευδείς παραστάσεις της έπεισε τους υπαλλήλους των ως άνω τεσσάρων (4) τραπεζών να ανοίξουν τρεχούμενους, λογαριασμούς στο όνομα της Ψ1 και να της χορηγήσουν τα αντίστοιχα δεκάφυλλα μπλοκ επιταγών που καθορίζονται στο διατακτικό, ενώ, επίσης η ίδια έχοντας στην κατοχή της την ως άνω κλεμμένη ταυτότητα της Ψ1 εμφανίσθηκε την 24-7-98 και την 18-7-98 αντιστοίχως στους αρμόδιους υπαλλήλους των Τραπεζών Εγνατίας και Εμπορικής και με τις ίδιες ως άνω ψευδείς παραστάσεις, ότι δηλαδή είναι η Ψ1, της οποίας μάλιστα πλαστά εκκαθαριστικά σημειώματα υπέβαλε και στις δύο εν λόγω Τράπεζες και επιπλέον στην τελευταία απ' αυτές και πλαστή βεβαίωση του φροντιστηρίου Δέσμης «.....
» στην οποία βεβαιώνονταν ότι η Ψ1 είχε απασχοληθεί σ'αυτό ως καθηγήτρια με μηνιαίες αποδοχές 180.000 δραχμών, έπεισε αυτούς και της εξέδωσαν αντίστοιχες πιστωτικές κάρτες τις οποίες τις παρέδωσαν (βλ. ως προς αυτά ιδίως τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων .... και ..... ). Περαιτέρω, αυτή (πρώτη των κατηγορουμένων) την 21-7-1998, στην Αθήνα με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών εμφανίσθηκε στους υπαλλήλους της εταιρίας «Π.
Κωτσόβολος Α.Ε.Β.Ε.» στο κατάστημα του Χαλανδρίου και επιδεικνύοντος την ως άνω κλεμμένη ταυτότητα της Ψ1 τους παρέστησε ψευδώς ότι ονομάζεται Ψ1 και με την ψευδή αυτή παράσταση τους έπεισε να της πωλήσουν με πίστωση του τιμήματος σε 18 μηνιαίες δόσεις και να της παραδώσουν τα ηλεκτρικά είδη που αναφέρονται στο διατακτικό, συνολικής αξίας 565.200 δρχ., που είναι ιδιαίτερα μεγάλη, ποσό το οποίο δεν κατέβαλε αυτή με αποτέλεσμα η πωλήτρια εταιρία να αξιώνει με εξώδικό της την καταβολή του από την Ψ1.
Προέβη δε σε όλες τις παραπάνω πράξεις απάτης με την παρότρυνση του συγκατηγορουμένου της X1, με σκοπό να αποκομίσουν και οι δύο παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο και απεκόμισαν, αφ' ενός εκδίδοντος επιταγές στο όνομα της Ψ1 τις οποίες μεταβίβαζαν στη συνέχεια με οπισθογράφηση σε τρίτους είτε αντί καταβολής είτε σε εξόφληση υποχρεώσεών τους, και αφετέρου πραγματοποιώντας αγορές με πιστωτικές κάρτες που της χορηγήθηκαν από τις ανωτέρω Τράπεζες Εγνατίας και Εμπορικής επιβαρύνοντος αντίστοιχα το παθητικό της περιουσίας της μηνύτριας Ψ1 συνολικώς δε από τις πιο πάνω πράξεις τους απεκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 32.004 (352) δρχ.
Τέλος αυτή (πρώτη των κατηγορουμένων), στους χρόνους που αναφέρονται στο διατακτικό, έχοντας εκδώσει τις στην υπό στοιχ. ... πράξη της με αριθμούς ..... αναφερόμενες πλαστές επιταγές παρέστησε από κοινού με τον συγκατηγορούμενό της X1, εν γνώσει της σ'αυτούς που τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση και που αναφέρονται στην αμέσως παρακάτω υπό στοιχ. ...
πράξη ότι οι εν λόγω επιταγές είχαν εκδοθεί και οπισθογραφηθεί νόμιμα από την Ψ1 ενώ στην πραγματικότητα ήταν πλαστές και έτσι τους έπεισε να δεχθούν τις επιταγές αυτές από μη δικαιούχο πρόσωπο, είτε χάριν καταβολής είτε σε εξόφληση υποχρεώσεών της, συνολικά δε από τις εν λόγω τελευταίες πράξεις της απεκόμισε παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 22.285.360 δρχ.
και παραλλήλως έβλαψε την περιουσία της παθούσης Ψ1 κατά 7.200.000 δρχ., ποσό το οποίο αυτή κατέβαλε για δικαστικά έξοδα λόγω της, από τις πράξεις της αυτές, εμπλοκής της σε δικαστικούς αγώνες, είναι δε αυτή άτομο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα, με σκοπό πορισμού εισοδήματος και κατά συνήθεια με ροπή προς επανειλημμένη διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων ως στοιχείου της προσωπικότητάς της.
Γ1) Επίσης η πρώτη των κατηγορουμένων X2, όπως και η ίδια ρητά και ειδικά με την απολογία της ομολόγησε στην Αθήνα και στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, κατάρτισε, μόνη, αλλά με την παρότρυνση του συγκατηγορούμενού της X1, πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον, σχετικά με γεγονός το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε έκανε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων.
Ειδικότερα: 1) Στον παραπάνω τόπο και την 15.7.98, την 20.7.98, την 21.7.98, σε μη εξακριβωθείσα από την ανάκριση ημερομηνία, πάντως μετά την 6.5.98 και πριν την 30.12.98, την 24.7.98, την 8.7.98 και την 18.7.98, κατάρτισε μόνη της εξ υπαρχής αιτήσεις που απευθύνονται στην Τράπεζα Αττικής, στην Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος, στην Αγροτική Τράπεζα, στην Τράπεζα Χίου, στην Εγνατία Τράπεζα, στην εταιρεία κινητής τηλεφωνίας TELESTET και στην Εμπορική Τράπεζα αντίστοιχα, στις οποίες φερόταν ότι δήθεν η μηνύτρια Ψ1 ζητούσε από μεν τις τέσσερις πρώτες των τραπεζών να ανοιχθεί στο όνομά της τρεχούμενος λογαριασμός και να της χορηγηθεί δεκάφυλλο μπλοκ επιταγών, από την πέμπτη τράπεζα να της χορηγηθεί πιστωτική κάρτα, από την εταιρεία TELESTET να της χορηγηθεί αριθμός κινητού τηλεφώνου και από την Εμπορική Τράπεζα να της χορηγηθεί πιστωτική κάρτα.
Έθεσε δε σ' όλες τις παραπάνω αιτήσεις κατ' απομίμηση την υπογραφή της μηνύτριας, εν αγνοία της και χωρίς τη συναίνεσή της, υπέβαλε δε προς την Τράπεζα Αττικής την από 15.7.98 ψευδή υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1589/96 ως Ψ1, στην οποία έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της μηνύτριας Ψ1. Στη συνέχεια κάνοντας χρήση του από 29.5.97 πλαστού εκκαθαριστικού σημειώματος, των παραπάνω αιτήσεων και υπεύθυνης δήλωσης πέτυχε να παραλάβει από τις ανωτέρω τράπεζες, παραπλανώντας τους αρμοδίους υπαλλήλους των ως άνω τεσσάρων πρώτων τραπεζών, τα στην υπό στοιχείο (Β) πράξη αναφερθέντα μπλοκ επιταγών των 10 φύλλων το καθένα, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή της μηνύτριας στις καρτέλες των λογαριασμών, που άνοιξαν στο όνομα της μηνύτριας οι ως άνω Τράπεζες.
Επίσης πέτυχε να παραλάβει από την πέμπτη και έκτη των ως άνω τραπεζών και από την TELESTET, παραπλανώντας τους αρμοδίους υπαλλήλους, πιστωτικές κάρτες και κινητό τηλέφωνο. 2) Στην Αθήνα την 21.7.98 και στην από 21.7.98 αίτηση χορήγησης πίστωσης προς την εταιρεία «ΚΩΤΣΟΒΟΛΟΣ ΑΒΕΕ» και ενώ είχε δηλώσει στους υπαλλήλους της εταιρείας ότι ονομάζεται Ψ1 έθεσε στο τέλος της αίτησης κατ' απομίμηση την υπογραφή της μηνύτριας Ψ1, όπως επίσης έθεσε κατ' απομίμηση την ίδια υπογραφή και στο από 21.7.98 τιμολόγιο της ίδιας ως άνω εταιρείας στη θέση «Ο Παραλαβών».
Προέβη δε στην πράξη της αυτή με σκοπό να παραπλανήσει τους υπαλλήλους της ως άνω εταιρείας έτσι ώστε να φέρεται ως παραλαβούσα τα εμπορεύματα και ως οφειλέτριά του από 565.200 δρχ. τιμήματος των ως άνω στην υπό στοιχεία (Β.7.) πράξη αναφερομένων εμπορευμάτων της εταιρείας ΚΩΤΣΟΒΟΛΟΣ ΑΒΕΕ, η Ψ1 με αριθμό δελτίου ταυτότητας ..... . 3) Στον παραπάνω τόπο και από 1.8.1998 μέχρι 29.7.99 έκανε χρήση των πιστωτικών καρτών που της χορήγησε η Εγνατία Τράπεζα και η Εμπορική Τράπεζα στο όνομα Ψ1 και πραγματοποίησε με αυτές διάφορες εμπορικές συναλλαγές με άγνωστα στην ανάκριση καταστήματα θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή της μηνύτριας Ψ1 στα παραστατικά συναλλαγής με πιστωτική κάρτα παραπλανώντας τους ιδιοκτήτες των καταστημάτων ότι τις συναλλαγές πραγματοποιούσε η Ψ1, στο όνομα της οποίας υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο στις ως άνω τράπεζες από τη χρήση των καρτών, ύψους 250.000 και 403.792 δρχ.
αντίστοιχα. Γ2) Από κοινού με τον συγκατηγορούμενό της X1. α) στον παραπάνω τόπο και την 3.7.98 κατάρτισε εξ υπαρχής την από 3.7.98 βεβαίωση του Φροντιστηρίου Δέσμης .... , στην οποία βεβαιώνεται ότι δήθεν η μηνύτρια Ψ1 ασχολήθηκε για το σχολικό έτος 1997-1998 στο Φροντιστήριο αυτό με την ιδιότητα της Καθηγήτριας Φιλολογίας Γ΄ και Δ΄ Δέσμης με μηνιαίες αποδοχές ύψους 180.000 δρχ., έθεσεν δε στη βεβαίωση αυτή μία υπογραφή και μία πλαστή σφραγίδα που ανέγραφε «Φροντιστήριο Δέσμης .....
», στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. 3) Στον παραπάνω τόπο και την 2.7.98 κατάρτισε εξ υπαρχής το από 29.5.97 εκκαθαριστικό σημείωμα στο όνομα της μηνύτριας Ψ1, που φερόταν ότι είχε εκδοθεί από την Δ.Ο.Υ. .... και αφορούσε το οικονομικό έτος 1997, και το από 30.7.97 εκκαθαριστικό σημείωμα στο όνομα X1 που φερόταν ότι είχε εκδοθεί από την Δ.Ο.Υ. ....
και αφορούσε το οικ. έτος 1997, έθεσε σ'αυτό κατ' απομίμηση την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων της Δ.Ο.Υ. και πλαστές σφραγίδες. Περαιτέρω έχοντας στην κατοχή της τα προαναφερθέντα στην υπό στοιχείο (Β) πράξη, μπλοκ επιταγών εξέδωσε στην Αθήνα τις παρακάτω επιταγές, στις οποίες έθεσε στη θέση του εκδότη και στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης κατ' απομίμηση την υπογραφή της μηνύτριας και κάτω από αυτήν σφραγίδα με το όνομά της και τον Α.Φ.Μ.
της και με ψευδή τα υπόλοιπα στοιχεία, την οποία είχε κατασκευάσει και τις οποίες μεταβίβασε με οπισθογράφηση στα παρακάτω αναφερόμενα πρόσωπα. Και ειδικότερα εξέδωσε 1) Την 15.12.98 την με αριθμ. .... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας, ποσού 650.000 δρχ. την οποία μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον ..., ο οποίος στη συνέχεια τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην «Δ.
Κατσιουλέρης και Σία Ε.Π.Ε.», η οποία όταν την εμφάνισε προς πληρωμή δεν πληρώθηκε ελλείψει υπολοίπου και εξέδωσε σε βάρος της μηνύτριας την με αριθμ. 7192/99 διαταγή πληρωμής. 2) Την 10.12.98 την με αριθμ. .... επιταγή της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος, ποσού 1.350.000 δρχ., την οποία μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον .... , ο οποίος στη συνέχεια μεταβίβασε στον .... , ο οποίος την εμφάνισε για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως δεν πληρώθηκε, ελλείψει επαρκούς υπολοίπου και σφραγίσθηκε και ο ως άνω κομιστής εξέδωσε σε βάρος της μηνύτριας την με αριθμ. 5736/99 διαταγή πληρωμής. 3) Σε άγνωστο χρόνο τις με αριθμ. ..., ...
και ... επιταγές της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος, αγνώστου στην ανάκριση ποσού, τις οποίες μεταβίβασε, με οπισθογράφηση σε άγνωστα στην ανάκριση πρόσωπα, τα οποία τις εμφάνισαν για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως δεν πληρώθηκαν διότι η τράπεζα αντελήφθη ότι ήταν πλαστές. 4) Την 15.11.98 και την 16.12.98 τις με αριθμ. ...
και .... επιταγές της Τράπεζας Αττικής, ποσού 4.000.000 και 1.650.000 δρχ. αντίστοιχα, τις οποίες μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην Ζ1, η οποία τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον .... , ο οποίος τις προεξόφλησε στην Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος, η οποία ως νόμιμη κομίστρια τις σφράγισε λόγω ελλείψεως επαρκούς υπολοίπου και εξέδωσε σε βάρος της μηνύτριας τις με αριθμ. 6108/99 και 5874/99 διαταγές πληρωμής. 5) Την 6.12.98 την με αριθμ. ....
επιταγή της Τράπεζας Αττικής, ποσού 1.100.000 δρχ., την οποία μεταβίβασε, με οπισθογράφηση στον .., ο οποίος τη μεταβίβασε σε άγνωστο στην ανάκριση άτομο, ο τελευταίος δε κομιστής της επιταγής αυτής ..... την εμφάνισε για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου και σφραγίσθηκε και ο ως άνω κομιστής εξέδωσε σε βάρος της μηνύτριας την με αριθμ. 7467/99 διαταγή πληρωμής. 6) Την 28.11.98 την με αριθμ. ....
επιταγή της Τράπεζας Αττικής, ποσού 2.243.000 δρχ., την οποία μεταβίβασε με οπισθογράφηση σε άγνωστα στην ανάκριση άτομα, ο τελευταίος δε κομιστής της επιταγής αυτής .... την παρέδωσε ως ενέχυρο στην Ιονική τράπεζα Ελλάδος, η οποία την εμφάνισε για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως δεν πληρώθηκε, ελλείψει επαρκούς υπόλοιπου. 7) Την 30.7.98 την με αριθμ. ....
επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας ποσού 5.000.000 δρχ. την οποία μεταβίβασε με οπισθογράφηση σε τρίτα πρόσωπα, τελευταίος δε κομιστής της επιταγής αυτής ήταν ο .... , ο οποίος την εμφάνισε για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα πλην όμως δεν πληρώθηκε διότι η τράπεζα αντελήφθη ότι ήταν πλαστή. 8) Σε άγνωστο στην ανάκριση χρόνο, πάντως μετά τις 6 Μαΐου 1998 και πριν τις 30 Δεκεμβρίου 1998, την με αριθμ. ....
επιταγή της Τράπεζας Χίου, ποσού 2.300.000 δρχ., την οποία μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον .... , ο οποίος την εμφάνισε για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως δεν πληρώθηκε διότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι της τράπεζας γνώριζαν ότι είναι πλαστή, ειδοποίησαν την αστυνομία και συνέλαβαν τον ως άνω κομιστή της επιταγής. 9) Την 10.12.98 και την 15.12.98 τις με αριθμ. ....
και ..... επιταγές αντίστοιχα της Αγροτικής Τράπεζας, ποσού 1.350.000 δρχ. η κάθε μία, τις οποίες μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον Ζ2, ο οποίος στη συνέχεια τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην Κ. Σπουργίτης Α.Ε. και η οποία τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην Ζ3 που είναι η τελευταία κομίστρια των ως άνω επιταγών, οι οποίες δεν πληρώθηκαν, ελλείψει υπολοίπου. 10) Την 15.12.98 την με αριθμ. ....
επιταγή της Τράπεζας Αττικής, ποσού 1.300.000 δρχ., την οποία μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον Ζ2, ο οποίος στη συνέχεια τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην Κ. Σπουργίτης Α.Ε. και η οποία τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην Ζ3, η οποία την εμφάνισε για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου αλλά δεν σφραγίσθηκε. 11) Την 2.12.98 την με αριθμ. .....
επιταγή της Τράπεζας Αττικής ποσού 2.500.000 δρχ., την οποία μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον .... , ο οποίος στη συνέχεια τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον .... και ο οποίος τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρεία «ΠΑΝΘΗΡ ΕΛΛΑΣ ΑΒΕΕ», η οποία την εμφάνισε για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου και σφραγίσθηκε. 12) Την 30.10.98, την 19.11.98 και την 30.11.98 τις με αριθμ. .... . .....
και .... επιταγές της Τράπεζας Αττικής η πρώτη και Κεντρικής Ελλάδος οι άλλες δύο, ποσού 1.250.000, 3.542.360 και 1.200.000 δρχ. αντίστοιχα, τις οποίες μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον ..... , ο οποίος όταν τις εμφάνισε για πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκαν ελλείψει επαρκούς υπολοίπου. Προέβη δε στις παραπάνω πλαστογραφίες με σκοπό να παραπλανήσει η κατ/νη με τη χρήση αφ' ενός της βεβαίωσης του Φροντιστηρίου .... , και του ως άνω από 29.5.97 πλαστού εκκαθαριστικού, τους αρμοδίους υπαλλήλους των τραπεζών που αναφέρονται στην υπό στοιχ.
Β΄ πράξη της προκειμένου να της χορηγήσουν πιστωτικές κάρτες και μπλοκ επιταγών, κατά τα προαναφερθέντα, και περαιτέρω με την έκδοση των επιταγών να παραπλανήσει τους λήπτες τους, ότι αυτές είχαν εκδοθεί και οπισθογραφηθεί νόμιμα από την μηνύτρια Ψ1 και έτσι πέτυχε να τις δεχθούν αυτοί είτε χάριν καταβολής είτε προς εξόφληση υποχρεώσεών της.13) Στον παραπάνω τόπο και χρόνο κατάρτισε κατά τα τυπικά της στοιχεία την υπ'αριθμ. ....
επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, στην οποία έθεσε τον τόπο έκδοσης, χρονολογία έκδοσης, ποσό δραχμών 5.000.000, το όνομα του πληρωτή, πληρωτέα σε διαταγή «εμού του ιδίου», έθεσε δε στη θέση του εκδότη, αυθαίρετα και χωρίς οποιαδήποτε σχετική εξουσιοδότηση κατ'απομίμηση την υπογραφή της Ψ1 και κάτω από αυτήν σφραγίδα με το όνομά της και τον αριθμό φορολογικού μητρώου της και με ψευδή τα υπόλοιπα στοιχεία, την οποία ο ίδιος είχε κατασκευάσει.
Επίσης έθεσε στη θέση του πρώτου οπισθογράφου την ίδια παραπάνω σφραγίδα και πάνω από αυτήν κατ' απομίμηση την υπογραφή της φερόμενης ως εκδότριας Ψ1 χωρίς οποιαδήποτε σχετική εξουσιοδότηση αυτής, κάτω δε από την θέση της πρώτης οπισθογραφήσεως μια υπογραφή αγνώστου ατόμου και κάτω απ' αυτήν την υπογραφή αγνώστου πάλι ατόμου.
Της ως άνω πλαστής επιταγής έκανε στη συνέχεια χρήση, αφού τη μεταβίβασε σε τρίτον με οπισθογράφηση με σκοπό να παραπλανήσουν αυτόν σχετικά με το γεγονός της νόμιμης έκδοσης ή οπισθογραφήσεώς της. Γ3) Κατάρτισε εξ υπαρχής τις από 20.1.1998 και 3.7.1998 βεβαιώσεις του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων (ΤΑΠ), στις οποίες βεβαιωνόταν ότι δήθεν η Ψ2 ήταν υπάλληλος αορίστου χρόνου του εν λόγω Ταμείου (ΤΑΠ) καθώς και την από 20.8.1998 βεβαίωση του Αρχαιολογικού Μουσείου, στην οποία βεβαιωνόταν ότι δήθεν ο συγκατηγορούμενός της X1 υπηρετούσε στο Αρχαιολογικό Μουσείο με σύμβαση αορίστου χρόνου, ενώ όλα αυτά ήταν καθ' ολοκληρίαν ψευδή, έθεσε στις ως άνω βεβαιώσεις κατ' απομίμηση την υπογραφή του υπαλλήλου του ΤΑΠ ....
και της Προϊσταμένης της Δ/νσης του Αρχαιολογικού Μουσείου .... καθώς και τη σφραγίδα του ΤΑΠ, προέβη δε στην πράξη της αυτή με σκοπό, όπως με τη χρήση των ανωτέρω βεβαιώσεων παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους των Τραπεζών Ιονική. EUROBANK και Αγροτική περί του αναληθούς και έχοντος έννομες συνέπειες γεγονότος ότι οι ανωτέρω Ψ2 και X1 ήσαν δημόσιοι υπάλληλοι, με σύμβαση αορίστου χρόνου στις άνω Υπηρεσίες.
Εξ άλλου, ο δεύτερος των κατηγορουμένων X1 όπως πιστοποιείται με τις αναγνωσθείσες εκθέσεις γραφολογικών πραγματογνωμοσυνών αλλά και ομολογείται από τον ίδιο ρητά στην απολογία του, από κοινού με την X2 κατάρτισε κατ'εξακολούθηση πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήσης του άλλον σχετικά με γεγονός το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε έκανε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων και ειδικότερα:
Α) Στην Αθήνα την 3-7-1998 κατάρτισε εξ υπαρχής την από 3-7-1998 βεβαίωση του Φροντιστηρίου Δέσμης .... , στην οποία βεβαιώνεται ότι της πρώτης κατηγορουμένης η μηνύτρια Ψ1 ασχολήθηκε για το σχολικό έτος 1997-1998 στο Φροντιστήριο αυτό με την ιδιότητα της Καθηγήτριας Φιλολογίας Γ΄ και Δ΄ Δέσμης με μηνιαίες αποδοχές ύψους 180.000 δρχ., έθεσεν δε στη βεβαίωση αυτή μία υπογραφή και μια πλαστή σφραγίδα που ανέγραφε «Φροντιστήριο Δέσμης .... ,», στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. 2) Στον παραπάνω τόπο και τη 2.7.98 κατάρτισε εξ υπαρχής το από 29.5.97 εκκαθαριστικό σημείωμα στο όνομα της μηνύτριας Ψ1, που φερόταν ότι είχε εκδοθεί από την Δ.Ο.Υ. ....
και αφορούσε το οικονομικό έτος 1997, και το από 30.7.97 εκκαθαριστικό σημείωμα στο όνομα X1 που φερόταν ότι είχε εκδοθεί από την Δ.Ο.Υ. ... και αφορούσε το οικ. έτος 1997, έθεσε δε σ'αυτό κατ' απομίμηση την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων της Δ.Ο.Υ. και πλαστές σφραγίδες. Περαιτέρω έχοντας στην κατοχή του τα προαναφερθέντα στην υπό στοιχείο (Β) πράξη της 1ης κατηγορουμένης μπλοκ επιταγών εξέδωσε στην Αθήνα τις παρακάτω επιταγές, στις οποίες έθεσε στη θέση του εκδότη και στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης κατ' απομίμηση την υπογραφή της μηνύτριας και κάτω από αυτήν σφραγίδα με το όνομά της και τον Α.Φ.Μ.
της και με ψευδή τα υπόλοιπα στοιχεία, την οποία είχε κατασκευάσει και τις οποίες μεταβίβασε με οπισθογράφηση στα παρακάτω αναφερόμενα πρόσωπα. Και ειδικότερα εξέδωσε 1) Την 15.12.98 την με αριθμ. .... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας, ποσού 650.000 δρχ. την οποία μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον ...., ο οποίος στη συνέχεια τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην «Δ.
Κατσιουλέρης και Σία ΕΠΕ», η οποία όταν την εμφάνισε προς πληρωμή δεν πληρώθηκε ελλείψει υπολοίπου και εξέδωσε σε βάρος της μηνύτριας την με αριθμ. 7192/99 διαταγή πληρωμής. 2) Την 10.12.98 την με αριθμ. .... επιταγή της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος, ποσού 1.350.000 δρχ., την οποία μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον .... , ο οποίος στη συνέχεια μεταβίβασε στον .... , ο οποίος την εμφάνισε για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου και σφραγίσθηκε και ο ως άνω κομιστής εξέδωσε σε βάρος της μηνύτριας την με αριθμ. 5736/99 διαταγή πληρωμής. 3) Σε άγνωστο χρόνο τις με αριθμ. .... , ....
και .... επιταγές της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδας, αγνώστου στην ανάκριση ποσού, τις οποίες μεταβίβασε με οπισθογράφηση σε άγνωστα στην ανάκριση πρόσωπα, τα οποία τις εμφάνισαν για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως δεν πληρώθηκαν διότι η τράπεζα αντελήφθη ότι ήταν πλαστές. 4) Την 15.11.98 και την 16.12.98 τις με αριθμ. ...
και ... επιταγές της Τράπεζας Αττικής, ποσού 4.000.000 και 1.650.000 δρχ. αντίστοιχα, τις οποίες μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην Ζ1, η οποία τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον .... , ο οποίος τις προεξόφλησε στην Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος, η οποία ως νόμιμη κομίστρια τις σφράγισε λόγω ελλείψεως επαρκούς υπολοίπου και εξέδωσε σε βάρος της μηνύτριας τις με αριθμ. 6108/99 και 5874/99 διαταγές πληρωμής. 5) Την 6.12.98 την με αριθμ. ....
επιταγή της Τράπεζας Αττικής, ποσού 1.100.000 δρχ., την οποία μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον ...., ο οποίος τη μεταβίβασε σε άγνωστο στην ανάκριση άτομο, ο τελευταίος δε κομιστής της επιταγής αυτής .... την εμφάνισε για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου και σφραγίσθηκε και ο ως άνω κομιστής εξέδωσε σε βάρος της μηνύτριας την με αριθμ. 7467/99 διαταγή πληρωμής. 6) Την 28.11.98 την με αριθμ. ....
επιταγή της Τράπεζας Αττικής 2.243.000 δρχ., την οποία μεταβίβασε με οπισθογράφηση σε άγνωστα στην ανάκριση άτομα, ο τελευταίος δε κομιστής της επιταγής .... την παρέδωσε ως ενέχυρο στην Ιονική τράπεζα Ελλάδος, η οποία την εμφάνισε για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα όμως δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπόλοιπου. 7) Την 30.7.98 την με αριθμ. ....
επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας ποσού 5.000.000 δρχ. την οποία μεταβίβασε με οπισθογράφηση σε τρίτα πρόσωπα, τελευταίος δε κομιστής της επιταγής αυτής ήταν ο .... , ο οποίος την εμφάνισε για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα πλην όμως δεν πληρώθηκε διότι η τράπεζα αντελήφθη ότι ήταν πλαστή. 8) Σε άγνωστο στην ανάκριση χρόνο, πάντως μετά τις 6 Μαΐου 1998 και προ τις 30 Δεκεμβρίου 1998, την με αριθμ. ....
επιταγή της Τράπεζας Χίου, ποσού 2.300.000 δρχ., την οποία μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον .... , ο οποίος την εμφάνισε για πληρωμή στην πωλήτρια τράπεζα, πλην όμως δεν πληρώθηκε διότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι της τράπεζας γνώριζαν ότι είναι πλαστή, ειδοποίησαν την αστυνομία και συνέλαβαν τον ως άνω κομιστή της επιταγής. 9) Την 10.12.98 και την 15.12.98 τις με αριθμ. ....
και .... επιταγές αντίστοιχα της Αγροτικής Τράπεζας, ποσού 1.350.000 δρχ. η κάθε μία, τις οποίες μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον Ζ2, ο οποίος στη συνέχεια τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην Κ. Σπουργίτης Α.Ε. και η οποία τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην Ζ3 που είναι και η τελευταία κομίστρια των ως άνω επιταγών, οι οποίες δεν πληρώθηκαν, ελλείψει υπολοίπου. 10) Την 15.12.98 την με αριθμ. ....
επιταγή της Τράπεζας Αττικής, ποσού 1.300.000 δρχ., την οποία μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον Ζ2, ο οποίος στη συνέχεια τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην Κ. Σπουργίτης Α.Ε. και η οποία τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην Ζ3, η οποία την εμφάνισε για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου αλλά δεν σφραγίσθηκε. 11) Την 2.12.98 την με αριθμ. ....
επιταγή της Τράπεζας Αττικής, ποσού 2.500.000 δρχ., την οποία μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον .... , ο οποίος στη συνέχεια τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον .... και ο οποίος τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρεία «ΠΑΝΘΗΡ ΕΛΛΑΣ ΑΒΕΕ», η οποία την εμφάνισε για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου και σφραγίσθηκε. 12) Την 30.10.98, την 19.11.98 και την 30.11.98 τις με αριθμ. ... , ...
και .... επιταγές της Τράπεζας Αττικής η πρώτη και Κεντρικής Ελλάδας οι άλλες δύο, ποσού 1.250.000, 3.542.360 και 1.200.000 δρχ. αντίστοιχα, τις οποίες μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον .... , ο οποίος όταν τις εμφάνισε για πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκαν ελλείψει επαρκούς υπολοίπου. Προέβη δε στις παραπάνω πλαστογραφίες με σκοπό να παραπλανήσει η 1η κατ/νη με τη χρήση αφ' ενός της βεβαίωσης του Φροντιστηρίου ... , και του ως άνω από 29.5.97 πλαστού εκκαθαριστικού, τους αρμοδίους υπαλλήλους των τραπεζών που αναφέρονται στην υπό στοιχ.
Β΄ πράξη της προκειμένου να της χορηγήσουν πιστωτικές κάρτες και μπλοκ επιταγών, κατά τα προαναφερθέντα και περαιτέρω με την έκδοση των επιταγών να παραπλανήσει τους λήπτες τους, ότι αυτές είχαν εκδοθεί και οπισθογραφηθεί νόμιμα από την μηνύτρια Ψ1 και έτσι πέτυχε να τις δεχθούν αυτοί είτε χάριν καταβολής είτε προς εξόφληση υποχρεώσεών του. 13) Στον παραπάνω τόπο και χρόνο κατάρτισε κατά τα τυπικά της στοιχεία την υπ' αριθμ. ....
επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, στην οποία έθεσε τον τόπο έκδοσης, χρονολογία έκδοσης, ποσού δραχμών 5.000.000, το όνομα του πληρωτή, πληρωτέα σε διαταγή «εμού του ιδίου», έθεσε δε στη θέση του εκδότη, αυθαίρετα και χωρίς οποιαδήποτε σχετική εξουσιοδότηση κατ' απομίμηση την υπογραφή της Ψ1 και κάτω από αυτήν σφραγίδα με το όνομά της και τον αριθμό φορολογικού μητρώου της και με ψευδή τα υπόλοιπα στοιχεία, την οποία ο ίδιος είχε κατασκευάσει.
Επίσης έθεσε στη θέση του πρώτου οπισθογράφου την ίδια παραπάνω σφραγίδα και πάνω από αυτήν κατ' απομίμηση την υπογραφή της φερόμενης ως εκδότριας Ψ1 χωρίς οποιαδήποτε σχετική εξουσιοδότηση αυτής, κάτω δε από τη θέση της πρώτης οπισθογραφήσεως μια υπογραφή αγνώστου ατόμου και κάτω απ' αυτήν την υπογραφή αγνώστου πάλι ατόμου.
Της ως άνω πλαστής επιταγής έκανε στη συνέχεια χρήση, αφού τη μεταβίβασε σε τρίτον με οπισθογράφηση με σκοπό να παραπλανήσουν αυτόν σχετικά με το γεγονός της νόμιμης έκδοσης ή οπισθογραφήσεώς της. 14) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος με πρόθεση προκάλεσε στη συγκατηγορούμένη του X2 την απόφαση να εκτελέσει τις άδικες πράξεις που διέπραξε και πιο συγκεκριμένα με πειθώ και φορτικότητα προκάλεσε σ'αυτήν την απόφαση να τελέσει τις άδικες πράξεις της απάτης σε βαθμό κακουργήματος κατ' εξακολούθηση και της πλαστογραφίας σε βαθμό πλημ/τος κατ' εξακολούθηση πράξεις που αυτή τέλεσε όπως αναλυτικά εκτίθεται ανωτέρω, αλλά και στο διατακτικό που αναφέρεται σ'αυτήν (X2), υπό τα στοιχεία Β1 έως Β7, Γ1 και Γ3.
Ο ανωτέρω με πρόθεση προκάλεσε στην άνω συγκατηγορούμενή του την απόφαση να εκτελέσει τις άνω άδικες πράξεις κατά τους χρόνους που αυτή διέπραξε τα άνω εγκλήματα, και οι οποίοι (χρόνοι) αναφέρονται υπό τα στοιχεία Β1 έως Β7, Γ1 και Γ3. Γ) Από κοινού με την X2 στους πιο πάνω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη στην εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών.
Είναι δε δράστης που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. και η ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει και αυτή το ποσό των 5.000.000 δρχ. Ειδικότερα: Στην Αθήνα και σε άγνωστη στην ανάκριση ημερομηνία, πάντως μετά την 6.5.98 και πριν την 30.12.98, την 15.1198, 16.12.98, 6.12.98, 28.11.98, 30.7.98, μετά την 6.5.98 και πριν την 30.12.98, και τον Ιούνιο του 98, έχοντας εκδόσει τις στην υπό στοιχείο (Α) πράξη του και με αριθμούς 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 12 αναφερόμενες πλαστές επιταγές αντίστοιχα παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς σ'αυτούς που τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση και που αναφέρονται στην υπό στοιχείο (Α) πράξη ότι οι εν λόγω επιταγές είχαν εκδοθεί και οπισθογραφηθεί νόμιμα από την μηνύτρια Ψ1 ενώ στην πραγματικότητα ήσαν πλαστές και έτσι τους έπεισε να δεχθούν τις επιταγές αυτές από μη δικαιούχο πρόσωπο είτε χάριν καταβολής είτε σε εξόφληση υποχρεώσεών του.
Συνολικά δε με τις πιο πάνω πράξεις του απεκόμισε παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 22.285.360 δραχμών και παραλλήλως έβλαψε την περιουσία της μηνύτριας Ψ1 κατά 7.200 δραχμές, ποσό το οποίο αυτή κατέβαλε για δικαστικά έξοδα λόγω της από τις πράξεις του αυτές εμπλοκής της σε δικαστικούς αγώνες. Είναι δε δράστης που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα προς πορισμό εισοδήματος και κατά συνήθεια με ροπή της προσωπικότητάς του προς την τέλεση του αδικήματος αυτού.
Τέλος, η τρίτη των κατηγορουμένων…» Με βάση τα περιστατικά αυτά, η βασιμότητα των οποίων αποδεικνύεται, εκτός από τα ειδικώς ανωτέρω μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα (ομολογίες δύο πρώτων κατηγορουμένων, αναφορικά με πλαστογραφίες, εκθέσεις πραγματογνωμόνων μάρτυρες κ.λ.π.) από τις σαφείς λεπτομερειακές και απόλυτα πειστικές καταθέσεις των παθουσών Ψ1 και Ζ1, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι: 1) η πρώτη των κατηγορουμένων των αξιοποίνων πράξεων της κλοπής, σε βαθμό πλημμελήματος, της κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με ζημία 7.200.000 δραχμών κακουργηματικής απάτης και της κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίας, σε βαθμό πλημμελήματος, χωρίς να αναγνωρισθεί σ'αυτή η συνδρομή καμιάς ελαφρυντικής περιστάσεως από το άρθρο 84 παρ. 2α, 84 παρ. 2β περ.
β και 84 παρ. 2ε Π.Κ. όπως αβάσιμα ζητεί αφού α) δεν αποδείχθηκε ότι αυτή μέχρι την τέλεση των ως άνω πράξεών της έζησε έντιμη καθόλα ζωή δεδομένου ότι αδικαιολόγητα δημιουργούσε χρέη προς τρίτους, καταφεύγοντας, σε λήψη τοκογλυφικών δανείων και ιδίως αν και δημόσια υπάλληλος προήρχετο σε έκδοση ακάλυπτων επιταγών, πράξεις για τις οποίες και καταδικάσθηκε σε 10μηνες ποινές φυλακίσεως με τις 2702 και 2703/1998 αποφάσεις του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, β) δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στις ανωτέρω πράξεις της από μεγάλη ένδεια, αφού αυτή είχε μόνιμη εργασία (μόνιμη υπάλληλος του Υπουργείου Πολιτισμού) και σταθερό εισόδημα με το οποίο μπορούσε ν'αντιμετωπίσει τις βιοτικές ανάγκες της και γ) δεν αποδείχθηκε ότι συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο διάστημα μετά την πράξη της αφού αυτή μετά την αποκάλυψη των πράξεων της κρατείται στις φυλακές και η οποιαδήποτε συμπεριφορά της δεν εκδηλώθηκε υπό καθεστώς προσωπικής ελευθερίας 2) ο δεύτερος των κατηγορουμένων των αξιοποίνων πράξεων της κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίας σε βαθμό πλημμελήματος, της κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με ζημία 7.200.000 δρχ.
κακουργηματικής απάτης και της ηθικής αυτουργίας και στις δύο αυτές πράξεις, χωρίς να αναγνωρισθεί σ'αυτόν η συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2δ ΠΚ όπως αόριστα δηλαδή χωρίς την επίκληση οποιουδήποτε σχετικού περιστατικού αιτείται, δεδομένου μάλιστα ότι αν και ο ίδιος συνομολογεί την τέλεση μέρους των αποδιδομένων σ'αυτόν πράξεων, καθώς και ότι απ' αυτές τουλάχιστον η μηνύτρια Ψ1 έπαθε οικονομική ζημία (βλ.
σχετικά την απολογία του) καμία προσπάθεια δεν έκανε προκειμένου να άρει ή μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του αποζημιώνοντας εν όλω ή εν μέρει τις παθούσες, αφού μάλιστα με την 1106/2002 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου είχε επιτύχει από 15-7-2002 την αναστολή εκτίσεως της ποινής. 3) Η τρίτη των κατηγορουμένων…».
Με βάση τις παραδοχές και σκέψεις αυτές το Εφετείο, αφού κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους για τις κατά τα ανωτέρω πράξεις, επέβαλε στην πρώτη αναιρεσείουσα κατηγορουμένη X2 συνολική ποινή καθείρξεως οκτώ ετών και έξι μηνών και στον δεύτερο αναιρεσείοντα κατηγορούμενο X1 συνολική ποινή καθείρξεως ένδεκα (11) ετών.
Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και τέλος και τις σκέψεις με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1α, 216 παρ. 1, 2, 372 παρ. 1 και 386 παρ. 1-3 Π.Κ.
όπως η παρ. 3 αντικ. με άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/96 και άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/99. Επομένως: Α) επί των συνεκδικαζόμενων αιτήσεων αναιρέσεως του X1, με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, οι ειδικότερες αιτιάσεις α) ότι δεν προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά, β) ότι κανένα έγγραφο από τα αναγνωσθέντα δεν μνημονεύεται στο σκεπτικό της αποφάσεως για την πληρότητα του αιτιολογικού αυτής, γ) δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία προκάλεσε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στην συγκατηγορούμενή του φυσικό αυτουργό την απόφαση να τελέσει τις ως άνω πλαστογραφίες και απάτες, ούτε τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνήγαγε την πρόκληση της απόφασης αυτής και δ) δεν διευκρινίζει ποιές είναι συγκεκριμένα οι έννομες συνέπειες, ευνοϊκές για τον αναιρεσείοντα και δυσμενείς για την παθούσα, που μπορεί να έχει θέση από αυτόν της πλαστής υπογραφής είναι απορριπτέες ως αβάσιμες αφού α) αρκεί η γενική, κατά το είδος τους αναφορά των αποδείξεων, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του καθενός αποδεικτικού μέσου και το προκύψαν εξ αυτού συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό, β) δεν είναι απαραίτητο για την αιτιολογία της αποφάσεως η μνεία αναγνωσθέντων εγγράφων στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως γ) στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρονται τα μέσα και ο τρόπος που χρησιμοποίησε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος να πείσει την συγκατηγορούμενή του να διαπράξει τις ως άνω εγκληματικές πράξεις και ειδικότερα εκτίθεται σ'αυτή ότι με πειθώ και φορτικότητα και με παρότρυνση προκάλεσε σ'αυτή την απόφαση να τελέσει τις πράξεις αυτές, αναλύοντας με συγκεκριμένα στοιχεία το ιδιαίτερο και αποκλειστικό συμφέρον αυτού για την διάπραξη των προαναφερομένων εγκλημάτων της ηθικής αυτουργίας στη πράξη της κακουργηματικής απάτης και της πλημμεληματικής πλαστογραφίας και τούτο συνιστά επαρκή αιτιολογία, δ) από την παράθεση των πραγματικών περιστατικών προκύπτει σαφώς αλλά και συνάγεται ποιες έννομες συνέπειες επέφεραν οι ανωτέρω εγκληματικές πράξεις που διέπραξε ο αναιρεσείων, μεταξύ των οποίων και το παράνομο περιουσιακό όφελος που αποκόμισε με τη συγκατηγορούμένη του, καθώς και τη ζημία που υπέστη η εγκαλούσα Ψ1.
Επίσης παρατίθενται στη προσβαλλομένη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία το Εφετείο στήριξε τη κρίση του, ότι θεμελιώνεται σε βάρος των αναιρεσειόντων η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκληματικών πράξεων. Επίσης η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει εκ των ως άνω σχετικών παραδοχών της, αιτιολογημένα απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως στον αναιρεσείοντα του ελαφρυντικού εκ του άρθρου 84 παρ. 2 δ΄ Π.Κ.
ανεξαρτήτως της αοριστίας της προβολής αυτού και τ'αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Β) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως της X2: Ο πρώτος λόγος αυτής με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με τις ειδικότερες αιτιάσεις α) ότι δεν αναφέρεται εκ ποίων στοιχείων επείσθη το Δικαστήριο ότι η αναιρεσείουσα αφήρεσε την αστυνομική ταυτότητα της Ψ1 κατά την 6-5-98.
β) δεν αναφέρεται εκ ποίων στοιχείων επείσθη το Δικαστήριο ότι διέπραξε η ίδια απάτη προς τους υπαλλήλους των ανωτέρω Τραπεζών και γ) δεν αναφέρεται στην προσβαλλομένη εκ ποίων στοιχείων συνήγαγε την κρίση της ότι προέβη η ίδια σε πλαστογραφία των αιτήσεων προς τις Τράπεζας από τις οποίες ζήτησε την χορήγηση καρνέ επιταγών ή πιστωτικές κάρτες αφού για όλα τ' ανωτέρω ουδείς μάρτυρας κατέθεσε σχετικώς, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αφού στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά στα οποία το Δικαστήριο στήριξε την κρίση του για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος η αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει και από τα οποία προέκυψαν αυτά.
Κατά το μέρος που πλήττεται με τον ίδιο λόγο η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως της X2 πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 216 Π.Κ. η οποία συνίσταται εις το ότι «της υπ' αριθμ. ....
επιταγής επί της Τραπέζης Αγροτικής ποσού 5.000.000 πλαστής ως προς όλα της τα στοιχεία ουδέποτε εγένετο χρήστη ως εσφαλμένως περιέλαβε η προσβαλλομένη». Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος διότι υπό την επίκληση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.
Με τον τέταρτον λόγον της ίδιας υπό κρίση αναιρέσεως πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση διότι το δικαστήριο παρέλειψε ν'απαντήσει στους αυτοτελείς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας α) ότι η πράξη της κλοπής του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας είναι κατά ορθόν νομικόν χαρακτηρισμόν μη τιμωρητή προτέρα της απάτης και ως εκ τούτου απορροφάται υπό της ποινικής απαξίας του επιδιωκουμένου της πράξεως της απάτης, β) στο αίτημα της αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α΄, β΄ και ε΄.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο απήντησε επί των αυτοτελών τούτων ισχυρισμών της αναιρεσειούσης απορρίπτοντας αυτούς τον δεύτερον μάλιστα τούτων με πλήρη αιτιολογία όπως προαναφέρθηκε.
Συνεπώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αυτός της αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 171 του ΚΠΔ ως ισχύει, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου επέρχεται απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη. Η ακυρότητα όμως αυτή που δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α του ΚΠΔ, επέρχεται μόνο όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ίδιου Κώδικα ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι άλλες πλημμέλειες και δη από εσωτερική έννομη σχέση (ΑΠ 2440/2005).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 63, 82 παρ. 1 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 68 παρ. 1 και 2, 83, 84, 87 του ίδιου Κώδικα και 914, 932 του ΑΚ, προκύπτει ότι για να είναι νόμιμη η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής που γίνεται είτε στην προδικασία, είτε ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου πρέπει εκείνος που προβαίνει σ'αυτήν, να έχει υποστεί από την τέλεση της εγκληματικής πράξης ζημία, από την οποία διατηρεί αξίωση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.
Τέτοια αξίωση υφίσταται σε εκείνον που ζημιώθηκε άμεσα από την άδικη πράξη με την οποία προσβλήθηκαν έννομα αγαθά αυτού ο οποίος ως μόνος ενεργητικά νομιμοποιούμενος μπορεί να προβεί σε δήλωση παραστάσεως ως πολιτικώς ενάγων. Δηλαδή απαιτείται να αντλεί το δικαίωμα αποζημιώσεως ευθέως και αμέσως από προσωπικό βίωμα της εγκληματικής προσβολής και όχι από κάποια ενδιάμεση σχέση ή αντανακλαστικά και έμμεσα.
Εξ άλλου στο έγκλημα της κλοπής αμέσως ζημιούμενος είναι κατ' αρχήν ο κύριος του πράγματος του οποίου εθίγη το απόλυτο δικαίωμα της κυριότητος. Περαιτέρω επί πλαστογραφία και ηθικής σ'αυτή αυτουργίας με χρήση πλαστού, αμέσως ζημιούμενος είναι αυτός που πλαστογραφήθηκε η υπογραφή του. Τέλος επί απάτης δεν απαιτείται ταυτότητα του προσώπου, εναντίον του οποίου στρέφεται η εγκληματική συμπεριφορά (εξαπατωμένου) και του προσώπου του ζημιουμένου από αυτή, αλλά ζημιούμενος μπορεί να είναι και τρίτος, ο οποίος παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων.
Ασφαλώς και για τον τρίτον η ζημία πρέπει να είναι το άμεσο αποτέλεσμα της εγκληματικής συμπεριφοράς, αποκλείεται δηλαδή η παράσταση ως πολιτικώς ενάγοντος προσώπου που ζημιώνεται απλώς και μόνο διότι αντανακλά στην περιουσία του η περιουσιακή ζημία του αμέσως ζημιωθέντος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπ' αριθμ. 1874 – 1875/2001 πρακτικά και την ταυτάριθμη καταδικαστική κατά της ήδη αναιρεσείουσας για τα εγκλήματα της κλοπής, απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια κατ' εξακολούθηση, πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση από κοινού, απάτης κακουργηματικής από κοινού, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών επί εφέσεως κατά της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εμφανίσθηκε η φερόμενη ως παθούσα Ψ1 και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα και ζήτησε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως με επιφύλαξη ποσού 15.000 δρχ.
λόγω ηθικής βλάβης που της προκάλεσαν οι κρινόμενες πράξεις. Στη συνέχεια εξετάσθηκε αυτή ως μάρτυρας ανωμοτί και επιδικάσθηκε σ'αυτήν με την ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου το ως άνω παρ' αυτής αιτηθέν χρηματικό ποσό. Περαιτέρω όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης που είναι ενσωματωμένα στη προσβαλλομένη απόφαση, κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου εμφανίσθηκε η ίδια ως άνω Ψ1 και δήλωσε ότι παρίσταται και πάλι ως πολιτικώς ενάγουσα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που τις προκάλεσαν οι κρινόμενες πράξεις, το δε δικαστήριο, ερευνώντας χωρίς αντίρρηση της αναιρεσείουσας το κεφάλαιο της πολιτικής αγωγής δέχθηκε την παράστασή της και επεδίκασε σ'αυτήν το αιτηθέν (από το Εφετείο) ποσό των 40 Ευρώ.
Ενόψει τούτων, εφόσον όπως προκύπτει από το σκεπτικό τόσον της πρωτοδίκου όσον και της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι επίμαχες πράξεις τελέσθηκαν (και) εις βάρος της Ψ1 (κλοπή της ταυτότητος της, πλαστογραφίας της υπογραφής της, απάτη με επιβάρυνση του παθητικού της περιουσίας της) παρέπεται ότι ως αμέσως από τις πράξεις αυτές ζημιωθείσα, ενομιμοποιείτο να παραστή αυτή ως πολιτικώς ενάγουσα και η σχετική δήλωσή της δεν ήταν παράνομη.
Επομένως ο τρίτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ (και όχι Β που εκ προφανούς παραδρομής αναγράφεται στην αναίρεση) λόγος αυτής με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατ' εκτίμηση του ως άνω λόγου αναιρέσεως, γιατί η μηνύτρια παρέστη παρά το νόμο ως πολιτικώς ενάγουσα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά ταύτα οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως των X1 και της X2 πρέπει ν'απορριφθούν και να καταδικασθούν ο καθένας τούτων στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 26 Απριλίου 2004 και 20 Ιουνίου 2005 ως και την από 24 Ιουνίου 2005 αιτήσεις των 1) X1 και 2) X2 αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 735/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει τις παραπάνω αιτήσεις αναιρέσεως. Κ α ι
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ