Legislator Case Law & Legislation
473/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of res judicata ruling in the contested judgment.

Case Number 473/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding a loan dispute. The appellant argued that the lower court erred by failing to recognize res judicata from two prior final judgments concerning the same financial transaction. The court rejected this claim because the contested judgment contained no explicit ruling on the existence or non-existence of res judicata, rendering the appeal's premise factually incorrect.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 § 16 and 561 § 2 of the Code of Civil Procedure; A res judicata ground for appeal is inadmissible if the appealed judgment fails to contain a positive or negative ruling on the existence of res judicata.

Keywords

AI generated
res judicata appeal admissibility Code of Civil Procedure final judgment legal certainty

Cited Legislation

AI generated
Article 559 § 16 of the Code of Civil Procedure
Article 561 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 1234/2018
Supreme Court 123/2017
Supreme Court 1807/2007
Supreme Court 1339/1985
Supreme Court 564/2021
Supreme Court 108/2021
Supreme Court 14/2021
Supreme Court 186/2013
Supreme Court 1504/2021
Supreme Court 1368/2021
Supreme Court 2016/2017

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 473 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 473/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κορνηλία Πανούτσου, Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή και Ιωάννη Αποστολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Μ. του Π., κατοίκου ..., νομίμως εκπροσωπουμένου από τον δικαστικό του συμπαραστάτη Π. Μ. του Χ., κατοίκου ομοίως Βούλας Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Χαλκίδη.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. του Π., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Χρήστο Σαλάτα και Δημήτριο Κουκουράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1218/2019 μη οριστική, 2970/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1272/2023 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-4-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 806 A.K., με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλόμενους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 807 Α.Κ., αν δεν ορίστηκε χρόνος για την απόδοση του δανείου ούτε συνάγεται αυτός από τις περιστάσεις, το δάνειο αποδίδεται αφού περάσει ένας μήνας από την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη.

Με βάση τον παραδοτικό χαρακτήρα της σύμβασης δανείου, η μεταβίβαση του δανείσματος κατά κυριότητα στο δανειολήπτη αποτελεί στοιχείο για την τελείωση του δανείου. Ο δανείζων έχει την υποχρέωση από τη σύμβαση δανείου να αποχωρίσει από την περιουσία του το αντικείμενο του δανείου και να το εισφέρει οριστικά στην περιουσία του λήπτη, ο οποίος έτσι αποκτά την εξουσία και δυνατότητα για διάθεση του αντικειμένου του δανείου.

Η παράδοση του δανείσματος στον οφειλέτη γίνεται συνήθως στα χέρια του ίδιου από το δανειστή. Είναι, όμως, πιθανό η παράδοση αυτή να γίνει δια τρίτου προσώπου, που ενεργεί ως εντολοδόχος είτε του δανειστή είτε του οφειλέτη, έτσι είναι αδιάφορο αν η μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος γίνεται αμέσως ή εμμέσως από το δανειστή ή αμέσως ή εμμέσως προς τον οφειλέτη (Α.Π. 1234/2018, Α.Π. 123/2017, Α.Π. 1807/2007).

Ποικιλία τρόπων μεταβίβασης της κυριότητας παρουσιάζει το συναινετικό δάνειο, στο οποίο περιλαμβάνεται και η συμφωνία να δώσει ο δανειοδότης το δάνεισμα σε τρίτον. Αντικείμενο δανείσματος αποτελεί και η παράδοση τραπεζικής επιταγής, και η αληθής παροχή της, λόγω της φύσης της σύμβασης δανείου ως διαρκούς σύμβασης παραχώρησης της χρήσης, συνίσταται στη χρήση του δανειζόμενου κεφαλαίου, το δε δάνεισμα αποδίδεται με πράγματα του ίδιου γένους από οικονομικής άποψης (Α.Π. 606/2024, Α.Π. 667/2022).

Ο σκοπός χρησιμοποίησης του δανείσματος και δη με εξουσία ανάλωσής του από τον δανειζόμενο, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της έννοιας του δανείου, νοείται όμως γενικά και αφηρημένα και όχι ως ο σκοπός για τον οποίο ο δανειζόμενος στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται να χρησιμοποιήσει το δάνεισμα. Ο τελευταίος αυτός σκοπός, όχι μόνο δεν είναι ουσιώδες στοιχείο του δανείου, αλλά, κατά κανόνα, δεν έχει καμία νομική σημασία (Α.Π. 667/2022, Α.Π. 1802/2007).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 23-4-2023 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 1272/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 31-5-2013 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ανέφερε ότι με τρεις συμβάσεις δανείου δάνεισε στον εναγόμενο-αναιρεσείοντα το συνολικό ποσό των 600.000 ευρώ, προκειμένου αυτός να το χρησιμοποιήσει για την αποπεράτωση της νεοανεγειρόμενης οικίας του, ότι τα δάνεια ήταν αποδοτέα κατά τη συμφωνία τους μετά την παρέλευση εξαμήνου από την εγκατάσταση του εναγόμενου στην οικία και ότι παρήλθε ο συμφωνημένος χρόνος, ζήτησε δε να υποχρεωθεί αυτός να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό νομιμοτόκως.

Η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με την 2970/2021 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο ενάγων άσκησε έφεση και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 1272/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε την αγωγή, δέχτηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ως άνω ποσό των 600.000 ευρώ, νομιμοτόκως, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ο Κ.

Μ. του Π. (ενάγων), η Ε. σύζ. Π. Λ., το γένος Π. Μ., ο Α. Μ. του Π. και ο Χ. Μ. του Π. (εναγόμενος) είναι συγγενείς εξ αίματος και συγκεκριμένα αδέλφια. Την ...-1979 συστάθηκε μεταξύ τους ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Κ. Π. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", δυνάμει του από ...-1979 ιδιωτικού συμφωνητικού, νομίμως καταχωρισθέντος στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών ...

Σκοπός της εμπορικής δραστηριότητας της εταιρίας ήταν η κατασκευή πολυώροφων οικοδομών σε ίδια ή αλλότρια οικόπεδα με το σύστημα της αντιπαροχής, καθώς και η εν γένει ανάληψη και εκτέλεση κάθε φύσης τεχνικών και οικοδομικών έργων. Η συμμετοχή ενός εκάστου εταίρου στα κέρδη και τις ζημίες της εταιρίας ορίστηκε σε ποσοστό 25%. ...

Διαχειριστής, διευθυντής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας ορίστηκε από την έναρξή της ο ενάγων, δεδομένου ότι, ως πολιτικός μηχανικός, είχε επαρκείς επιστημονικές γνώσεις για τη διαχείριση, ενώ οι λοιποί μετείχαν σε αυτήν, ως ομόρρυθμα μέλη, κατά το ποσοστό της εταιρικής τους μερίδας (25%). Ο ενάγων είχε την αρμοδιότητα να διευθύνει και να εκπροσωπεί την εταιρία σε όλες τις σχέσεις της και τις συναλλαγές της με φυσικά ή νομικά πρόσωπα, να διαχειρίζεται κάθε οικονομική της δραστηριότητα και να υπογράφει με την ατομική του υπογραφή κάτω απ? την εταιρική επωνυμία οποιοδήποτε έγγραφο αφορούσε αυτήν. ...

Η εταιρία μετά τη σύστασή της ανέπτυξε πλούσια εμπορική δραστηριότητα. Όλα τα αδέλφια απασχολούνταν αποκλειστικά στη συγκεκριμένη οικογενειακή επιχείρηση, όπως κι ο σύζυγος της αδελφής τους (Ε. σύζ. Π. Λ.) Π. Λ. ... Η εταιρία "Κ. Π. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" ανέπτυξε μεγάλο κύκλο εργασιών στην ευρύτερη περιφέρεια της Αττικής ανοικοδομώντας κτίσματα, κυρίως πολυώροφες οικοδομές είτε με το σύστημα της αντιπαροχής είτε επί δικών της οικοπέδων, τα οποία αγόραζε για το σκοπό αυτό.

Οι οριζόντιες ιδιοκτησίες, που ανοικοδομήθηκαν κατά τον παραπάνω τρόπο είτε πωλήθηκαν είτε δόθηκαν στους οικοπεδούχους ως αντιπαροχή είτε παρέμειναν στην κυριότητα της εταιρίας και εκμισθώθηκαν. ... [Κ]ατά τα έτη από το 2000 έως 2008 στην εταιρία ανήκαν 28 οριζόντιες ιδιοκτησίες αντικειμενικής αξίας 1.836.012.55 ευρώ κατά το έτος 2008 ...

Έτσι, και τα τέσσερα αδέλφια απέκτησαν ακίνητη περιουσία, καθώς και εισοδήματα από τις εισπράξεις των μισθωμάτων τόσο των δικών τους ακινήτων, όσο και των ακινήτων της εταιρίας. ... Παράλληλα, ο ενάγων ανέπτυξε και ατομική επαγγελματική δραστηριότητα στον τομέα των κυρίως στις περιοχές του Αγίου Ιωάννη Ρέντη και του Νέου Φαλήρου Αττικής.

Από το έτος 1995 και μετέπειτα ο ενάγων ανοικοδόμησε με δικά του συνεργεία είκοσι (20) επταώροφες πολυκατοικίες εντός οικοπέδου δικής του ιδιοκτησίας εκτάσεως περίπου είκοσι πέντε (25) στρεμμάτων στην περιοχή του δήμου Αγίου Ιωάννη Ρέντη - Αττικής ... Πώλησε περίπου επτακόσια (700) διαμερίσματα εισπράττοντας ο ίδιος και το αντίστοιχο τίμημα, το οποίο κατέθεσε σε δικούς του προσωπικούς λογαριασμούς, μεταξύ των οποίων και ο με αριθμό ...

λογαριασμός της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ... ενσωματώνοντας τα κέρδη από τις πωλήσεις στην ατομική του περιουσία. ... Στα συμβόλαια, τα οποία καταρτίστηκαν από το έτος 1995 και μετά για την πώληση των οριζόντιων ιδιοκτησιών στην περιοχή του Αγίου Ιωάννη Ρέντη ο ενάγων συνεβλήθη ως πωλητής κατά τη μεταβίβαση των οριζόντιων ιδιοκτησιών κυριότητάς του.

Επίσης, σε κάποια συμβόλαια συμβάλλεται ο ενάγων ως αντιπρόσωπος των εμφανιζόμενων ως εργοληπτών Χ. Μ. (εναγομένου), Α. Μ. και Π. Λ. ... Στην πραγματικότητα, όμως, εκείνος, ο οποίος ήταν ο εργολάβος που εκτέλεσε τα έργα στην περιοχή ... ήταν ο ενάγων σε όλες τις περιπτώσεις, όπου εμφανίζονταν στα προσύμφωνα ως εργολήπτες οι Χ.

και Α. Μ. καθώς και ο Π. Λ. Κατόπιν δε φορολογικού ελέγχου της επιχείρησης του ενάγοντος στις 21-1-2003 από τους αρμόδιους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ ... απεφάνθησαν, όπως άλλωστε πράγματι συνέβαινε, ότι ο ενάγων ασκούσε την οικοδομική δραστηριότητα στην περιοχή του Αγίου Ιωάννη Ρέντη. Συνεπεία του γεγονότος αυτού εκδόθηκαν σε βάρος του οι πράξεις επιβολής προστίμου με αριθμούς ...

από τη Δ.Ο.Υ. ΙΗ Αθηνών. ... Άλλωστε την αλήθεια των παραπάνω περιστατικών επιβεβαιώνει ο ίδιος ο εναγόμενος με το από 4-10-2010 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που κατέθεσε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά προς ενίσχυση των διαλαμβανόμενων στην από 15-2-2006 προσφυγή του κατά της με αριθμό ... πράξης καταλογισμού τελών χαρτοσήμου εργολαβικού του ΠΕΚ Πειραιά, που επιβλήθηκε στο[ν] εναγόμενο ως εργολήπτη των παραπάνω οικοδομικών έργων στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη.

Προς επίρρωση των διαλαμβανόμενων στο σχετικό δικόγραφο ισχυρισμών, ότι δηλαδή συμμετείχε στο σχετικό προσύμφωνο ... ως εργολήπτης προκειμένου να διευκολύνει (εννοείται για φορολογικούς λόγους) τον αδελφό του, Κ. Μ. και σημερινό ενάγοντα, που ήταν ο πραγματικός εργολάβος του έργου, προβάλλει ... προκειμένου να τονίσει την αμοιβαία υποστήριξη μεταξύ των αδελφών, ότι όσον αφορά τον αδελφό του, Κ.

Μ. και σημερινό ενάγοντα "απλόχερη υπήρξε και η ηθική και υλική συμπαράσταση του (η τελευταία υπό τη μορφή δωρεών, άτοκων δανείων κλπ)". Όμοια περιστατικά επικαλείται και στο με ημερομηνία 12-5-2014 υπόμνημα το οποίο κατέθεσε στο τμήμα Ασφαλείας Παλαιού Φαλήρου απευθυνόμενο προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ...

για την υποστήριξη μήνυσης κατά του ενάγοντος, ότι δηλαδή ο τελευταίος ήταν ο εργολάβος των έργων στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη. Επιπλέον, ... ο ενάγων είχε αναλάβει και κατέβαλε τους φόρους εισοδήματος και το φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας, που όφειλε ο εναγόμενος στις φορολογικές αρχές κάθε έτος, όπως ομοίως έπραξε εξοφλώντας τις φορολογικές υποχρεώσεις του εναγομένου μετά την αποχώρηση του από την εταιρία κατά το έτος 2008 ...

Αποδείχτηκε, εν συνεχεία ... ότι ο Ι. Σ., αρχιτέκτων μηχανικός, ανέλαβε το έτος 2000 την σύνταξη των αρχιτεκτονικών μελετών για την ανέγερση της κατοικίας του εναγομένου στην περιοχή της Βούλας Αττικής, επί οικοπέδου ιδιοκτησίας του ... και επίσης μερίμνησε για την έκδοση της οικοδομικής άδειας της εν λόγω οικοδομής.

Μετά την έναρξη των οικοδομικών εργασιών το έτος 2002 ο παραπάνω αρχιτέκτων επέβλεπε την πρόοδο αυτών. Το όλο κτίσμα περαιώθηκε και ηλεκτροδοτήθηκε το έτος 2007. ... [Η] καθυστέρηση στην αποπεράτωση της οικοδομής οφειλόταν στο ότι ο εναγόμενος αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες, ενόψει και του κόστους κατασκευής, που ήταν πολύ υψηλό.

Ειδικότερα, επρόκειτο για μία υπερπολυτελή τριπλοκατοικία, σύγχρονη με πολλές ανέσεις (όπως, ενδεικτικά, πισίνα, ασανσέρ, κάμερες ασφαλείας) κατασκευασμένη με πολυτελή και ακριβά υλικά, η οποία έχει επιφάνεια περίπου 1400 τετραγωνικά μέτρα. ... Αποδείχτηκε, περαιτέρω, ότι στις 14-2-2002, κατ’ εντολή του ενάγοντος πραγματοποιήθηκε τραπεζική μεταφορά χρημάτων και δη του ποσού των 300.000 ευρώ από τον με αριθμό ...

κοινό λογαριασμό, που τηρείτο στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος με δικαιούχους τον ενάγοντα και τον εναγόμενο στον ατομικό λογαριασμό όψεως με αριθμό ..., που τηρείτο στην ίδια τράπεζα με αποκλειστικό δικαιούχο τον ενάγοντα. Από τον τελευταίο ως άνω λογαριασμό "σύρθηκε" η με αριθμό ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ποσού 300.000 ευρώ, η οποία εκδόθηκε από τον ενάγοντα εις διαταγήν του.

Ο τελευταίος αφού εμφάνισε την επιταγή αυθημερόν προς πληρωμή και εισέπραξε το αναγραφόμενο ποσό, το κατέθεσε στη συνέχεια στον με αριθμό ... λογαριασμό, που τηρείτο στην ίδια ως άνω τράπεζα με συνδικαιούχους τον εναγόμενο, τη σύζυγό του, Π. Μ. και το γιό του, Π. Μ. Παρότι ο με αριθμό ... λογαριασμός ήταν κοινός, εντούτοις, όπως ήδη αναφέρθηκε, τροφοδοτείτο με τα χρήματα τα οποία εισέπραττε ο ενάγων λόγω της προσωπικής του επαγγελματικής δραστηριότητας στον κλάδο των οικοδομών και ειδικότερα, ως επί το πλείστον, από τα χρήματα των πωλήσεων των οριζόντιων ιδιοκτησιών, που εκείνος κατασκεύαζε στην περιοχή του Αγίου Ιωάννη Ρέντη.

Στις δραστηριότητες αυτές δεν είχε ανάμιξη, όπως προαναφέρθηκε ο εναγόμενος. Ομοίως και ο με αριθμό ... λογαριασμός στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος με αποκλειστικό δικαιούχο τον ενάγοντα τροφοδοτείτο με τις εισπράξεις του τιμήματος από τις πωλήσεις διαμερισμάτων στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη. Στις 24-9-2004 χρεώθηκε ο με αριθμό ...

λογαριασμός με το ποσό των 150.000 ευρώ της με αριθμό ... επιταγής τις Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος εκδοθείσας εις διαταγήν του εναγομένου, ο οποίος την εμφάνισε εμπρόθεσμα και εισέπραξε το πληρωτέο ποσό πιστώνοντας τον ... κοινό λογαριασμό του ιδίου, της συζύγου και του γιού του στην ίδια τράπεζα. Ακολούθως, στις 26-2-2006 ο ίδιος ως άνω με αριθμό ...

λογαριασμός του ενάγοντος χρεώθηκε με το ποσό των 150.000 ευρώ της με αριθμό ... επιταγής τις Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, που εκδόθηκε εις διαταγήν του εναγομένου, ο οποίος την εμφάνισε εμπρόθεσμα και εισέπραξε το πληρωτέο ποσό πιστώνοντας τον ... κοινό λογαριασμό του ιδίου, της συζύγου και του γιού του στην ίδια τράπεζα.

Ο ενάγων εξέδωσε τις επιταγές με χρέωση των προσωπικών του λογαριασμών κατά τα αντίστοιχα ποσά, τα οποία και εισέπραξε ο εναγόμενος, σε εκτέλεση διαδοχικών συμβάσεων δανείου, τις οποίες σύναψε με τον εναγόμενο κατά τους αντίστοιχους χρόνους, προκειμένου να τον χρηματοδοτήσει, ώστε να μπορέσει ο τελευταίος να αποπερατώσει την πολυτελή κατοικία του στην Βούλα.

Όπως συμφώνησαν τα μέρη, τα ποσά των δανείων, που συμφωνήθηκαν άτοκα, έπρεπε να αποδοθούν στον δανειστή ενάγοντα μετά την αποπεράτωση της οικοδομής και την εγκατάσταση του εναγομένου στη νέα του κατοικία. Οι οικοδομικές εργασίες για την ανέγερση της εν λόγω κατοικίας, που είχαν ξεκινήσει το έτος 2002, ...

διακόπτονταν κατά διαστήματα. Ειδικά κατά το διάστημα από το έτος 2004 μέχρι 2006 τελούσε η οικοδομή σε πλήρη εργασιακή απραξία. Τούτο οφειλόταν, όχι σε πολεοδομικά κωλύματα, αλλά στο ότι ο εναγόμενος δεν διέθετε οικονομική ρευστότητα, ώστε να χρηματοδοτεί τις οικοδομικές εργασίες ενόψει και των λοιπών υποχρεώσεών του, αλλά και του αυξημένου κόστους της κατασκευής.

Ειδικότερα, αποδείχτηκε, ότι ο εναγόμενος, Χ. Μ. καθ’ όλο το επίδικο διάστημα, ... και συγκεκριμένα από το έτος 2000 έως το έτος 2008 ήταν φορέας δικαιωμάτων κυριότητας επί εκατόν έξι (106) ακινήτων και δη δικαιωμάτων πλήρους κυριότητας και κυριότητας κατ’ ιδανικά μέρη. Ειδικότερα, εκτός από το επίδικο ακίνητο στη Βούλα ...

όπου εκτελούνταν οικοδομικές εργασίες, ήταν αποκλειστικός κύριος τεσσάρων (4) υπόγειων οριζόντιων ιδιοκτησιών στο Νέο Φάληρο, ... μίας (1) οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) επιφάνειας 60 τμ στον έβδομο όροφο πολυκατοικίας επί της οδού ... στην Αθήνα, ... εννέα (9) οριζόντιων ιδιοκτησιών υπόγειου και ισόγειου ορόφου σε οικοδομές, στην Καλλιθέα και το Παλαιό Φάληρο - Αττικής ...

Όσον αφορά τα υπόλοιπα ακίνητα (οριζόντιες ιδιοκτησίες και οικοδομήματα), που βρίσκονταν στην Καλλιθέα, το Νέο Κόσμο, το Νέο και το Παλαιό Φάληρο και την Ανάβυσσο ο εναγόμενος ήταν συγκύριος κατ’ ιδανικά μέρη ποσοστών ... [Η] αξία της πλήρους κυριότητας επί των ως άνω δεκατριών (13) ακινήτων (πλην της οριζόντιας ιδιοκτησίας επί της οδού ...

και του επίδικου κτίσματος στη Βούλα) κατά το έτος 2008 εκτιμήθηκε στο ποσό των 1.087.720,38 ευρώ, δηλαδή περίπου όσο η αξία της υπό ανέγερση μίας (επίδικης) οικοδομής, ενώ της οριζόντιας ιδιοκτησίας επί της οδού ..., που χρησιμοποιούσε ως επαγγελματική στέγη ο εναγόμενος, εκτιμήθηκε στο ποσό των 230.850 ευρώ. Η φορολογητέα αξία του συνόλου των εμπράγματων δικαιωμάτων επί όλων [των] ακινήτων του εναγομένου (της πλήρους κυριότητας και της κυριότητας κατ' ιδανικά μέρη) ανερχόταν κατά τον ίδιο χρόνο στο ποσό των 2.659.996,67 ευρώ.

Περαιτέρω, όσον αφορά τα εισοδήματα, που ο εναγόμενος δήλωσε κατά τα ακόλουθα οικονομικά έτη αποδείχτηκε, ότι ανέρχονταν ... [ακολουθεί αναφορά των ποσών που δηλώθηκαν ως εισοδήματα από τον εναγόμενο στις δηλώσεις φορολογίας των ετών 2003 έως 2009]. Αποκόμιση εσόδων από άλλες πηγές κατά το έτος 2009 δεν αποδείχτηκε, ότι είχε ο εναγόμενος.

Επίσης κατά τον ίδιο χρόνο ο εναγόμενος ήταν συνδικαιούχος με τον ενάγοντα σε κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς καταθέσεων ταμιευτηρίου, των οποίων τα ακριβή ποσά δεν προκύπτουν, πλην του ... τραπεζικού λογαριασμού καταθέσεων σε δολάρια ΗΠΑ, ποσού 471.270,72 δολαρίων ΗΠΑ. Συνδικαιούχοι του λογαριασμού ήταν ο ενάγων και ο εναγόμενος.

Στις 30-5-2008 έγινε ανάληψη του παραπάνω ποσού, όπως βεβαιώνεται από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Όμως δεν προκύπτει, ότι εκ των δύο συνδικαιούχων ο εναγόμενος ήταν εκείνος, ο οποίος ανέλαβε το παραπάνω ποσό ... Αντίθετα, αποδείχτηκε ... ότι ο ενάγων ήταν εκείνος, που ανέλαβε το σχετικό ποσό.

Όσον αφορά το λογαριασμό ταμιευτηρίου με αριθμό ... με συνδικαιούχο τον ενάγοντα (πρώτο δικαιούχο) και τον εναγόμενο, που ανοίχτηκε στις 15-3-2007 προκύπτει μεν ότι γίνονταν πιστωχρεώσεις πολλών εκατομμυρίων ευρώ με ανώτατη πίστωση περίπου το ποσό των 2.400.000 ευρώ, πλην, όμως, πρόκειται για την "κίνηση" προθεσμιακής κατάθεσης, η οποία κατά τη λήξη της απέδιδε τόκους επί του ποσού της κατάθεσης ...

Συνεπώς, δεν αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος προέβη σε πρόωρη ανάληψη κάποιου χρηματικού ποσού χωρίς επιτίμιο μεταμελείας από τη προθεσμιακή κατάθεση, προκειμένου να χρηματοδοτήσει την ανέγερση της οικίας του.

Περαιτέρω, αποδείχτηκε, ότι κατά την περίοδο από 4-10-1999 μέχρι 10-1-2000 ο εναγόμενος, όπως και ο σύζυγος της αδελφής του Π. Λ., είχε επενδύσει σε τραπεζικά επενδυτικά προϊόντα της τράπεζας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος" και συγκεκριμένα σε 35.665,544 μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων "ΔΗΛΟΣ" με ... συνολική αξία επένδυσης στις 10-01-2000, 297.325,450 δραχμές.

Πλην, όμως, δεν προκύπτει, ότι θεωρήθηκε το επενδυτικό πρόγραμμα στο οποίο συμμετείχε από κοινού με τον έτερο συνδικαιούχο ο εναγόμενος, είχε αποδόσεις και ποίου ύψους, ώστε να χρηματοδοτήσει το υπό κατασκευή έργο, όπως επίσης δεν προκύπτει και η περαιτέρω πορεία της επένδυσης, αν δηλαδή ήταν κερδοφόρος ή αν εντέλει ζημιώθηκαν οι επενδυτές.

Όλα τα παραπάνω περιστατικά, που έγιναν δεκτά σχετικά με το οικονομικό προφίλ του εναγομένου, τον πολυτελή βίο, που διήγε ο ίδιος και η οικογένειά του, όπως άλλωστε και ο ίδιος ομολογεί, γεγονός που συνεπάγεται, ενόψει και των διδαγμάτων της κοινής πείρας αυξημένες προσωπικές και οικογενειακές δαπάνες, το ότι η σύζυγός του δεν αποκόμιζε έσοδα από κάποια πηγή, τα δε παιδιά του εναγομένου σπούδαζαν κατά το επίδικο διάστημα στο εξωτερικό καταδεικνύουν, ότι ο εναγόμενος δεν διέθετε την αναγκαία ρευστότητα, κατά το διάστημα μετά το έτος 2002 και μέχρι το έτος 2005 ώστε να καλύψει το κόστος των οικοδομικών εργασιών της πολυτελέστατης ...

οικίας του στην περιοχή της Βούλας. Ο ισχυρισμός δε του εναγομένου, ότι στην έσχατη περίπτωση θα μπορούσε να εκποιήσει ακίνητα από την ατομική του περιουσία, ώστε να ανταπεξέλθει στη δαπάνη δεν κρίνεται πειστικός. Πρωτίστως, διότι επρόκειτο να απωλέσει σίγουρο εισόδημα από τα μισθώματα και επιπλέον έπρεπε να εκποιήσει, ενόψει και της αξίας των ακινήτων, που προαναφέρθηκε, περισσότερα του ενός, ώστε να καλύψει το αυξημένο κόστος της πολυτελούς οικοδομής.

Επιπλέον δεν ήταν δεδομένη άνευ άλλου τινός και η ανεύρεση αγοραστή ή η εκποίηση αντί επιθυμητού τιμήματος, ενώ επίσης ο εναγόμενος θα εμπλεκόταν σε χρονοβόρες νομικές διαδικασίες. Τέλος συμφέρον για τον εναγόμενο θα ήταν να προσφέρει προς πώληση, ώστε να εισπράξει και το επιθυμητό τίμημα, τα ακίνητα των οποίων ήταν αποκλειστικός κύριος, δηλαδή τα δεκατέσσερα από τα εκατό και πλέον ακίνητα ιδιοκτησίας του (του εναγομένου), των οποίων, όπως προαναφέρθηκε η συνολική αξία ήταν ίση, περίπου, με την αξία της οικοδομής στη Βούλα.

Σημειώνεται, ότι ο κύκλος των ενδιαφερομένων να αγοράσουν ποσοστά συνιδιοκτησίας επί οριζόντιων ιδιοκτησιών του υπογείου ή του ισογείου με την παλαιότητα τουλάχιστον δεκαετίας ... τα οποία διατίθεντο στην Καλλιθέα (κυρίως) και το Παλαιό Φάληρο, το Νέο Φάληρο και το Νέο Κόσμο δηλαδή σε περιοχές, όπου η εμπορική αξία των ακινήτων έχει μέση τιμή, ειδικά δε όταν δεν είναι νεόδμητα, όπως τα ακίνητα της ιδιοκτησίας του εναγομένου, είναι σαφώς πιο περιορισμένος.

Επομένως, εφόσον οι σχέσεις μεταξύ των αδελφών ήταν άριστες κατά την περίοδο εκείνη και μέχρι το έτος 2008, ήταν πιο βολικό για τον εναγόμενο να ζητήσει την οικονομική βοήθεια του αδελφού του και ενάγοντος. Ο τελευταίος, άλλωστε δεν είχε αντίρρηση να την προσφέρει από την ατομική του περιουσία, όπως και έπραξε εκταμιεύοντας τα ποσά του δανείου από τους προσωπικούς του λογαριασμούς. ... [Κ]ύρια πηγή εσόδων του εναγομένου και κατ? επέκταση της οικογένειάς του ήταν τα μισθώματα ...

από την εκμίσθωση των ακινήτων των οποίων ήταν αποκλειστικός κύριος ή συγκύριος. ... Όσον αφορά τη διανομή των κερδών της εταιρίας λεκτέα τα ακόλουθα: Τα μισθώματα λόγω της εκμίσθωσης των ακινήτων, που ανήκαν κατά κυριότητα στην εταιρία αποτελούσαν κέρδη της εταιρίας, που ... είχε αναλάβει να τα εισπράττει και να τα διανέμει, ανάλογα με τη μερίδα συμμετοχής τους στην εταιρία, που ήταν ποσοστό 25% η αδελφή του ενάγοντος και του εναγομένου, Ε.

Λ. καταθέτοντας τα αντίστοιχα ποσά στους προσωπικούς λογαριασμούς εκάστου εξ αυτών. Κέρδη της εν λόγω εταιρίας προερχόμενα από άλλες πηγές δεν προέκυψε, ότι υπήρχαν, προκειμένου να διανεμηθούν στους εταίρους, προεχόντως κατά το επίδικο διάστημα (2000 έως 2008). Άλλωστε, η κατασκευαστική δραστηριότητα της εταιρίας μετά το έτος 1985 είχε περιοριστεί σημαντικά, ενώ μετά το έτος 1991 ήταν αδρανής, αφού τον κύριο όγκο των κατασκευών εκτελούσε ο ενάγων συνεπικουρούμενος από τον εναγόμενο, τον Α.

Μ. και τον Π. Λ. υπό τις συνθήκες που αναλύθηκαν. Τούτο δε το γεγονός ενισχύει την κρίση του δικαστηρίου περί του ότι το συνολικό ποσό των 600.000 ευρώ, που χορηγήθηκε σταδιακά στον εναγόμενο δεν αποτελούσε διανομή κερδών ...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή ο ενάγων παρέδωσε στον εναγόμενο με τραπεζικές επιταγές τα χρηματικά ποσά των 300.000, 150.000 και 150.000 ευρώ δυνάμει ισάριθμων συμβάσεων δανείου ορισμένου χρόνου, που έληξαν, και ότι επομένως ο εναγόμενος οφείλει να επιστρέψει τα ανωτέρω ποσά στον ενάγοντα, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 806 Α.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος για την εφαρμογή της και ήταν αναγκαία για τη στήριξη του αγωγικού αιτήματος, καθόσον, με βάση τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τα χρηματικά ποσά των 300.000, 150.000 και 150.000 ευρώ μεταβιβάστηκαν από τον ενάγοντα στον εναγόμενο δυνάμει συμβάσεων δανείου, το πρώτο με μεταφορά από κοινό τραπεζικό λογαριασμό των διαδίκων, που όμως περιείχε αποκλειστικά χρήματα από ατομική επαγγελματική δραστηριότητα του ενάγοντος και ανήκαν σε αυτόν, σε ατομικό λογαριασμό του ιδίου, από τον οποίο εν συνεχεία αυτός εξέδωσε και παρέδωσε τραπεζική επιταγή στον εναγόμενο, που εισέπραξε το ποσό της, και τα υπόλοιπα ποσά με τραπεζικές επιταγές, που εξέδωσε ο ενάγων από έτερο τραπεζικό λογαριασμό με αποκλειστικό δικαιούχο τον ίδιο και παρέδωσε στον εναγόμενο, ο οποίος τις εισέπραξε, και δεν αποτελούσαν διανομή κερδών της εταιρίας "Κ.

Π. Μ. και Σια Ο.Ε.", η οποία από το έτος 1985 είχε περιορίσει σημαντικά τις δραστηριότητές της και μετά το έτος 1991 ήταν αδρανής, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού τα δεκτά, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα περί σύναψης μεταξύ των διαδίκων τριών δανειακών συμβάσεων.

Επομένως είναι αβάσιμοι οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο ίδιος λόγος, καθόσον με αυτόν προβάλλεται έλλειψη, άλλως ανεπάρκεια αιτιολογίας από το γεγονός ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ότι ο κοινός λογαριασμός, από τον οποίο μεταφέρθηκαν τα χρήματα του πρώτου δανείου, δεν περιείχε αποκλειστικά χρήματα του ενάγοντος, ότι κατά τους χρόνους των δανείων ο εναγόμενος είχε σημαντική περιουσία σε καταθέσεις, επενδύσεις και ακίνητα, επομένως δεν είχε ανάγκη να δανειστεί, ότι η οικογενειακή κατασκευαστική εταιρία είχε σημαντική οικοδομική δραστηριότητα και παρουσίαζε κέρδη, όχι μόνο από την πώληση, αλλά και την εκμίσθωση διαμερισμάτων, τα οποία διένειμε ο ενάγων, ότι με την 4891/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε αγωγή του ενάγοντος κατά της αδελφής των διαδίκων και έγινε δεκτό ότι ο ενάγων ήταν εκείνος που διένειμε στους εταίρους τα κέρδη της οικογενειακής επιχείρησης, και ότι με αμετάκλητη ποινική απόφαση ο εναγόμενος κηρύχθηκε αθώος ψευδούς καταμήνυσης, συκοφαντικής δυσφήμησης και ψευδορκίας μάρτυρος, είναι απαράδεκτοι, αφού με αυτούς, υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, θίγεται στην πραγματικότητα η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 237 § 1 στοιχ. β' , 453 και 524 § 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ.Α.Π. 14/2005). Για την ίδρυση του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 173/2015).

Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (Α.Π. 492/2015). Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 1761/2017, Α.Π. 1741/2017), και επίσης αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 615/2019).

Εξάλλου, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και οι ένορκες βεβαιώσεις που προσάγονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Δεν είναι πάντως αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα για τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες κατά τα άρθρα 421 επ.

ΚΠολΔ αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται μνεία στην απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη, χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της κάθε μιας από αυτές, πλην του ότι γι' αυτές τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Όσον αφορά τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία τους στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη.

Το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύει ειδικά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα, αλλά η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, καλύπτει και αυτές, χωρίς μάλιστα κατά την αναφορά των εγγράφων να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που λήφθηκαν υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και εκείνων που λήφθηκαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (Α.Π. 276/2021, Α.Π. 556/2020, Α.Π. 621/2014, Α.Π. 122/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς επισκοπείται, προκύπτει ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί σύναψης τριών δανειακών συμβάσεων μεταξύ των διαδίκων, έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων, και όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τις ένορκες βεβαιώσεις, που ελήφθησαν εξ αφορμής άλλων δικών.

Από τη βεβαίωση αυτή προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη όλα έγγραφα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε στη δευτεροβάθμια δίκη ο αναιρεσείων, μεταξύ αυτών και οι αγωγές, που άσκησε ο αναιρεσίβλητος κατά των Α. και Ν. Μ., Δ. και Ε. Λ., οι δικαστικές αποφάσεις, που απέρριψαν αμετάκλητα τις αγωγές αυτές, η εφετειακή απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά των συνεταίρων του περί αναγνώρισης της εικονικότητας της συμμετοχής τους στην οικογενειακή επιχείρηση και περί παροχής λογοδοσίας, οι αποφάσεις ποινικού και αστικού εφετείου, με τις οποίες έγινε δεκτό ότι οι αναφορές στο δικόγραφο πρόσθετων λόγων προσφυγής του αναιρεσείοντος έγιναν στην πραγματικότητα από το δικηγόρο του αναιρεσίβλητου και προέρχονται από διηγήσεις του τελευταίου, επομένως δεν επιβεβαιώνουν το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, οι εφετειακές αποφάσεις, με τις οποίες κρίθηκε ότι η συμμετοχή του αναιρεσείοντος και των λοιπών συνεταίρων στην οικογενειακή επιχείρηση ήταν πραγματική και γινόταν διανομή μεταξύ τους των κερδών της, το τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών για εργασίες εκσκαφής, τα συμβόλαια γονικής παροχής στους γιους του αναιρεσείοντος καταστημάτων συνολικής αξίας 300.000 ευρώ, το εκκαθαριστικό ΦΜΑΠ του αναιρεσείοντος έτους 1999, τα αντίγραφα των μερίδων του σε δύο υποθηκοφυλακεία, τα προσκομισθέντα αντίγραφα κίνησης των τραπεζικών του λογαριασμών και εντάλματα πληρωμής, καθώς και οι .../2011, ..., ..., .../2013 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του Α.

Μ., Ν. Μ., Α. Μ. και Π. Λ., για τις οποίες δεν ήταν απαραίτητη ειδικότερη αναφορά, αφού αυτές, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο δικόγραφο των από 6-10-2022 προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου, και το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης, είχαν ληφθεί εξ αφορμής άλλων δικών μεταξύ των διαδίκων (η πρώτη της από 22-11-2010 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του αναιρεσίβλητου και οι λοιπές της από 19-4-2010 αγωγής του, από το δικόγραφο της οποίας αυτός παραιτήθηκε), χωρίς να υπάρχει κρίση του Εφετείου ότι αυτές ελήφθησαν προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο και στη δίκη επί της ένδικης αγωγής, επομένως αποτελούσαν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα κατ' άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Όσον αφορά δε τις λοιπές προβαλλόμενες αιτιάσεις, ότι από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, ο λόγος είναι απαράδεκτος, αφού οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εν λόγω στοιχείων, ήτοι ανάγονται στην πραγματικότητα σε παράπονα για τη βαρύτητα και την αξιοπιστία που προσέδωσε το Εφετείο στα ως άνω αποδεικτικά μέσα και σε εσφαλμένη αποδεικτική αξιολόγησή τους, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 KΠολΔ ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, αν και την είχε κατά το νόμο, και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 12 KΠολΔ για την παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να αναφέρονται σε αυτόν α) ποιά είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, β) προς απόδειξη ποιού ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου, καθώς και ποιά επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, γ) ποιά ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σε αυτό ο νόμος, και δ) πού έγκειται ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (Α.Π. 570/2016, Α.Π. 491/2014).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, στο οποίο σύμφωνα με το νόμο ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης. Έτσι, ο λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά καθορίζει ο νόμος και δεν θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα κατ' άρθρο 340 KΠολΔ, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία (Α.Π. 510/2022, Α.Π. 1306/2021, Α.Π. 1023/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, επειδή συνήγαγε εσφαλμένα εξώδικη ομολογία του από το από 4-10-2010 δικόγραφο πρόσθετων λόγων ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς περί του ότι ο αναιρεσίβλητος βοηθούσε αυτόν με δωρεές και άτοκα δάνεια. Ο λόγος είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι η εξώδικη ομολογία δεν αποτελεί κατά νόμο αποδεικτικό μέσο, από το οποίο συνάγεται πλήρης απόδειξη, αλλά εκτιμάται ελεύθερα κατ' άρθρο 352 § 2 ΚΠολΔ, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν συνήγαγε εξώδικη ομολογία από το ανωτέρω αποδεικτικό στοιχείο, αλλά ανέφερε αυτό στα πλαίσια της συνεκτίμησης και αξιολόγησης όλων των αποδείξεων, που προσκομίσθηκαν ενώπιόν του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβεσαν τις έννομες αυτές συνέπειες.

Ακόμη, δεδικασμένο δημιουργείται και από τις αιτιολογίες της τελεσίδικης απόφασης, όταν δηλαδή οι αιτιολογίες αυτές αποτελούν στοιχεία του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και έτσι ανήκουν στο διαγνωστικό μέρος της απόφασης, στο οποίο υπάρχει η κρίση του δικαστηρίου, καταφατική ή αποφατική, για το δικαίωμα, έχοντας έτσι τα προσόντα διατακτικού.

Οι τελεσίδικες αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο ως προς εκείνα μόνο τα ζητήματα, επί των οποίων η κρίση και απόφανση ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της διαφοράς και τα οποία έτσι στηρίζουν το διατακτικό τους, όχι δε και ως προς τα πλεοναστικώς ερευνηθέντα (Α.Π. 686/2020, Α.Π. 39/2020).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο, με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο. Ελέγχεται αναιρετικά μόνο η παράβαση νόμου, δηλαδή, η ψευδής ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων, σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, δηλαδή αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ. Για να θεμελιωθεί όμως ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε, αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους, της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των όρων του δεδικασμένου, δηλαδή απαιτείται η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (Ολ.Α.Π. 1339/1985, Α.Π. 564/2021, Α.Π. 108/2021, Α.Π. 14/2021, Α.Π. 186/2013), αλλιώς ο λόγος απορρίπτεται ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση (Α.Π. 1504/2021, Α.Π. 1368/2021, Α.Π. 2016/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, και σκέλος του πρώτου λόγου, προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο α) από την 4891/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε τελεσίδικα αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά της συνεταίρου και αδελφής των διαδίκων Ε. Λ., με την οποία κρίθηκε ότι το ποσό των 30.000 ευρώ, που αυτός της παρέδωσε με επιταγή, δεν ήταν δάνειο, αλλά μέρος των εσόδων της οικογενειακής επιχείρησης, και β) από την 151/2022 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε τελεσίδικα αγωγή του αναιρεσίβλητου περί αναγνώρισης της εικονικότητας της συμμετοχής του αναιρεσείοντος στην επιχείρηση. Ο λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι αβάσιμος, επειδή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το εφετείο δεν ασχολήθηκε καθόλου με την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου, παραχθέντος από τις ανωτέρω αποφάσεις.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να απορριφθεί ως άνευ αντικειμένου το παρεμπίπτον αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, που υποβάλλει ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματος, που αυτός υπέβαλε προφορικά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-4-2023 αίτηση του Χ. Μ. για αναίρεση της 1272/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ