Legislator Case Law & Legislation
473/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against labor court judgment for admitting new evidence and vague claims.

Case Number 473/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a labor court judgment that admitted new evidence and vague claims not in the original complaint. The court found the lower court committed procedural errors by introducing facts outside the initial filing and failing to provide sufficient evidence for the new liability claims. Consequently, the judgment was set aside in part, the case remitted for retrial before a different judge, and the respondent ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8)(a) and 1 of the Code of Civil Procedure; The court must reject appeals based on new evidence or vague claims if they fall outside the original complaint's scope and lack necessary evidentiary support.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal new evidence admissibility legal uncertainty procedural error remittal for retrial legal costs award scope of complaint

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(1) of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
Article 297 of the Civil Code
Article 298 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 473 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 473/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή και Νίκη Κατσιαούνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Ζ. του Θ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Ματθαίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Κ. Κ. Χ. Α. Ε." (και διακριτικό τίτλο ΕΚΧΑ Α.Ε.), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Ασημακοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από … αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1063/2017 μη οριστική, 1339/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1105/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από … αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με την κρινόμενη από … και με αριθ. κατάθ. … αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας Α. Ζ., κατά του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ", ως καθολικού διαδόχου της αρχικώς εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ε. Κ. Κ. Χ. Α..Ε.." και το διακριτικό τίτλο "Ε.Κ.ΧΑ. Α.Ε.", προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 1105/17.2.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της από … και με αριθ.

καταθ. … έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, κατά της υπ' αριθμ. 1339/18.7.2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από … και με αριθμό κατ. … αγωγή και α) υποχρεώθηκε η (τότε) εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας και να την απασχολεί με τους αυτούς ή αντίστοιχους (ανάλογους) ποιοτικούς και ποσοτικούς όρους απασχόλησης με τους οποίους την απασχολούσε μέχρι την …, σε οποιαδήποτε άλλη αντίστοιχη θέση, με την απειλή χρηματικής ποινής 100 ευρώ για κάθε ημέρα που θα αρνείται να συμμορφωθεί με τη διάταξη αυτή της απόφασης, β) υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 10.211,30 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και γ) αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα 100.986,70 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθμό 1339/18.7.2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τη συνεκκαλουμένη με αυτή με αριθμό 1063/2017 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, "κατά τα κεφάλαια εκείνα τα οποία έγιναν δεκτά ως ουσιαστικά βάσιμα κατά την τρίτη επικουρική βάση της αγωγής, τα οποία (κεφάλαια) αφορούν α) την επιδίκαση αναγνωριστικώς και καταψηφιστικώς του ποσού των 100.986,70 ευρώ και του ποσού των 10.211,30 ευρώ, αντίστοιχα, ως διαφορές οφειλομένων".

Στη συνέχεια κράτησε και δίκασε την από … αγωγή, ως προς τα ανωτέρω κεφάλαια και απέρριψε αυτή, ως προς τα κεφάλαια αυτά, ως αόριστη. Συμψήφισε δε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, λόγω του δυσερμηνεύτου των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον αυτή κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις …, ενώ δεν προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, που δημοσιεύτηκε στις … (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 2.- Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 994/2022, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 781/2017), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής (ΑΠ 1108/2021, ΑΠ 385/2021).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 1108/2021, ΑΠ 544/2021, ΑΠ 385/2021, ΑΠ 470/2018).

Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς. Επομένως, η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης και των προσθέτων λόγων συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που κατά τα ανωτέρω όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Ολ ΑΠ 22/2005, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 1108/2021, ΑΠ 544/2021, ΑΠ 385/2021).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, περίπτωση που συντρέχει όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 24/1992).

Ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ως άνω λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας. Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 696/2021, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 121/2009).Τέλος με τη διάταξη του άρθρο 315 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν από παραδρομή, κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο, που την έχει εκδώσει, μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι δυνατό να γίνει διόρθωση των σφαλμάτων της απόφασης, που οφείλονται στην ασυμφωνία μεταξύ αυτών που προδήλως θέλησε το δικαστήριο, όπως τούτο συνάγεται από το περιεχόμενό της προς διόρθωση απόφασης σε συνδυασμό και με άλλα στοιχεία που ορίζουν το περιεχόμενό της, όπως πρακτικά, προτάσεις ή δικόγραφα των διαδίκων, και εκείνων που έχουν διατυπωθεί στο διατακτικό της, έστω και αν από τη διόρθωση της ανακρίβειας της διατύπωσης του διατακτικού επέρχεται μεταβολή σε αυτό (ΟλΑΠ 29/2004, ΟλΑΠ 30/2004).

Αρκεί η μεν παραδρομή στην οποία οφείλονται τα λάθη να προκύπτει προδήλως από την όλη διάρθρωση της απόφασης και των συμβάντων κατά τη σύνταξή της, η δε διόρθωση να μην σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης, ούτε να αλλοιώνει την έννοια της απόφασης και να μεταβάλλει ή ανακαλεί το περιεχόμενό της (ΟλΑΠ 17/2017).

Αντικείμενο, επομένως, της αίτησης διόρθωσης μπορεί να αποτελέσουν μόνο ακούσιες πλημμέλειες που παρεισέφρησαν κατά τη σύνταξη ή καθαρογραφή της απόφασης και όχι διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου, ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης ή την εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία σχετίζονται με την ουσία της υπόθεσης και μεταβάλλουν ή αλλοιώνουν ηθελημένα το περιεχόμενό της απόφασης.

Τα σφάλματα αυτά διορθώνονται μόνο με προσβολή της απόφασης με ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 17/2017, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 266/2019, ΑΠ 682/2011). Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 68, 556 και 559 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος, ούτε από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ από σφάλμα απόφασης, δεκτικό διόρθωσης κατά τα προεκτεθέντα (πρβλ ΑΠ 1123/2022).

3.- Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από … και με αριθ. κατάθεσης … αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου …, η ενάγουσα - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα, ισχυρίστηκε ότι με την (αρχικώς) εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "Ε.

Κ. & Χ. Α." συνδέθηκε συμβατικώς με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από τις …, στην αρχή ως στέλεχος Οικονομικής και Στατιστικής Διαχείρισης Συμβάσεων με μηνιαίες μεικτές αποδοχές 2.027 ευρώ και στη συνέχεια, βάσει και της υπ' αριθμ. … απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, προήχθη από την … στη θέση της Προϊσταμένης της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου, με μηνιαίες μεικτές αποδοχές 4.372,46 ευρώ, οι οποίες, μετά και τις μειώσεις που επέφεραν οι Ν. 3833/2010, 3845/2010 και 3899/2011, ανέρχονταν στο ποσό των 4.212,57 ευρώ.

Ότι στις …, η εναγόμενη, με την με αριθμό πρωτ. … επιστολή της γνωστοποίησε την υπ' αριθμ. … απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, σύμφωνα με την οποία την τοποθετούσε από την … από Προϊσταμένη στη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου σε απλό στέλεχος του Τμήματος Προμηθειών, στο αντίστοιχο τμήμα, με μηνιαίες μεικτές αποδοχές αναπροσαρμοζόμενες από την ως άνω ημερομηνία και ανερχόμενες στο ποσό των 2.170,31 ευρώ, με την αιτιολογία ότι η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου στην οποία μέχρι τότε η ενάγουσα προΐστατο μετατράπηκε σε Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου, στην οποία θα απασχολείτο εσωτερικός ελεγκτής με έμμισθη εντολή.

Ότι, ενώ με βάση τα τυπικά και ουσιαστικά της προσόντα θα μπορούσε να τοποθετηθεί σε θέση Προϊσταμένης του Τμήματος Προμηθειών ή σε θέση Προϊσταμένης και στο Τμήμα Προϋπολογισμού και Χρηματοοικονομικού Προγραμματισμού, τις θέσεις αυτές καταλαμβάνουν συνάδελφοί της, οι οποίοι είναι καταφανώς κατώτεροι σε προσόντα αυτής.

Ότι η ανωτέρω εργασιακή υποβάθμισή της έγινε χωρίς να συντρέχει κανένας νόμιμος λόγος και σε κάθε περίπτωση η απόφαση αυτή του Δ.Σ. έγινε κατά προφανή κατάχρηση του διευθυντικού του δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ, γεγονός το οποίο συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της και της προκάλεσε επαγγελματική και οικονομική μείωση, ενώ λόγω της παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς της υπέστη αυτή και ηθική βλάβη.

Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και να την απασχολεί στο μέλλον με τους ίδιους όρους που την απασχολούσε έως την …, ήτοι πριν τη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, με απειλή χρηματικής ποινής ύψους 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής της με το διατακτικό της απόφασης και, όπως παραδεκτά περιόρισε μέρος του αιτήματος της αγωγής της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και με τις έγγραφες προτάσεις ζήτησε επίσης Α) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 95.986,70 ευρώ ως οφειλόμενη διαφορά μεταξύ ληπτέων και ληφθεισών μηνιαίων αποδοχών για το χρονικό διάστημα από … έως …, Β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλλει για την ίδια ως άνω αιτία και για το χρονικό διάστημα από … έως … το ποσό των 10.211,30 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που κάθε επιμέρους ποσό έγινε απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και Γ) ν' αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 1063/2017 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να προσκομιστούν από την εναγόμενη τα έντυπα αξιολόγησης των υπαλλήλων Ι. Κ. και Χ. Γ., των ετών …, …, … και … ώστε να διακριβωθεί η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού της ενάγουσας ότι υπερέχει έναντι των ως άνω συναδέλφων της και στη συνέχεια η υπ' αριθ. 1339/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Με την ως άνω απόφασή του, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι, μετά τη μετατροπή της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου της αρχικά εναγομένης εταιρείας σε Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου στην οποία θα απασχολείτο εσωτερικός ελεγκτής με σχέση έμμισθης εντολής και την κατάργηση της θέσης του Προϊσταμένου της πιο πάνω Υπηρεσίας, την οποία από … κατείχε η ενάγουσα, η στη συνέχεια από … τοποθέτηση της ενάγουσας ως απλού στελέχους του Τμήματος Προμηθειών με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης εταιρείας έλαβε χώρα κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος, καθότι κατά τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση υπήρχε η δυνατότητα τοποθέτησης της ενάγουσας στη θέση της Προϊσταμένης του πιο πάνω Τμήματος ή στη θέση της Προϊσταμένης του Τμήματος Προϋπολογισμού και Χρηματοοικονομικού Προγραμματισμού, [όπου τοποθετήθηκαν συνάδελφοί της υστερούντες στα τυπικά και ουσιαστικά τους προσόντα], με συνέπεια να επέλθει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, εξ αιτίας της οποίας αφενός μεν προσβλήθηκε η προσωπικότητα αυτής ως προς την επαγγελματική της αξία και αυτή εκτέθηκε στους συναδέλφους της με συνέπεια να υποστεί αυτή ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται το ποσό των 5.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, αφετέρου δε αυτή υπέστη μείωση των αποδοχών της με συνέπεια να δικαιούται της διαφοράς μεταξύ των μεικτών μηνιαίων αποδοχών που λάμβανε πριν την μετακίνησή της ύψους 4.212,57 ευρώ και των μεικτών μηνιαίων αποδοχών στη νέα της θέση ύψους 2.170,31 ευρώ, διαφορά η οποία για το επίδικο από … έως … διάστημα ανήλθε συνολικά στο ποσό των 106.198 ευρώ [4.212,57 μείον 2.170,31 = 2.042,26 ευρώ διαφορά Χ 52 μήνες].

Με βάση το σκεπτικό αυτό η αγωγή έγινε δεκτή εν μέρει και η εναγόμενη υποχρεώθηκε Α) να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας και να την απασχολεί με τους αυτούς ή αντίστοιχους (ανάλογους) ποιοτικούς και ποσοτικούς όρους απασχόλησης με τους οποίους την απασχολούσε μέχρι την …, σε οποιαδήποτε άλλη ή αντίστοιχη θέση, με την απειλή κατά της εναγομένης χρηματικής ποινής ύψους εκατό (100) ευρώ για κάθε ημέρα που θα αρνείται να συμμορφωθεί με την αμέσως πιο πάνω διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης, Β) να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 10.211,30 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, με την κήρυξη της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής ως προς τις καταψηφιστικές της διατάξεις και αναγνωρίστηκε ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 100.986,70 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Κατά της ανωτέρω απόφασης το εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, ως καθολικός διάδοχος της αρχικώς εναγομένης Α.Ε. με την επωνυμία "Ε. Κ. Κ. Χ. Α. Ε.", άσκησε την από … και με αριθμό κατ. … έφεσή του, για λόγους που συνολικά εκτιμώμενοι, ανάγονται στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε να εξαφανισθεί, άλλως να μεταρρυθμιστεί η εκκαλουμένη και να απορριφθεί στο σύνολό της η από … αγωγή.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα και με αυτά που αναφέρονται παραπάνω στη μείζονα σκέψη, ερευνώντας αυτεπαγγέλτως, ως είχε εξουσία, σύμφωνα με τα άρθρα 522, 525 και 536 ΚΠολΔ, το ορισμένο και τη νομική βασιμότητα της αγωγής σχετικά με τις αγωγικές άνω αξιώσεις της ενάγουσας για διαφορές αποδοχών μεταξύ των ληπτέων και των ληφθεισών, οι οποίες (αξιώσεις αυτές), ερευνηθείσες, έγιναν δεκτές από το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως ουσιαστικά βάσιμες, έκρινε ότι η κρινόμενη αγωγή ως προς τις αξιώσεις αυτές ήταν αόριστη.

Με βάση τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά τη σχετική της διάταξη και απέρριψε την αγωγή ως προς τα άνω κονδύλια των διαφορών αποδοχών, ως αόριστη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, εφ` όσον το αναιρεσίβλητο - εναγόμενο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, παραπονούνταν με σχετικό λόγο της έφεσής του, για την κατ` ουσίαν παραδοχή της αγωγής της αντιδίκου του και ως προς τις αξιώσεις της αυτές των διαφορών αποδοχών, λόγω πλημμελούς εκτίμησης των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο είχε επιδικάσει το σύνολο των διαφορών στην ενάγουσα - εφεσίβλητη (δεύτερος λόγος έφεσης) και ζήτησε την απόρριψη της αγωγής στο σύνολό της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 522, 525 και 536 ΚΠολΔ, διότι είχε μεταβιβαστεί το κεφάλαιο αυτό της αγωγής στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και κατά συνέπεια είχε αυτό αυτεπάγγελτα την εξουσία από τα άρθρα αυτά να ερευνήσει το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής.

Ούτε επίσης από την εκτίμηση του όλου περιεχομένου του δικογράφου της έφεσης από τον Άρειο Πάγο (άρθ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), στην οποία το τότε εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο παραπονείτο, μεταξύ άλλων, για τη μη αξιολόγηση των ισχυρισμών του και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το ύψος της διαφοράς μεταξύ των αποδοχών που κατά το επίδικο χρονικό διάστημα θα δικαιούτο η ενάγουσα - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα σε θέση Προϊσταμένης υπηρεσίας της αρχικά εναγομένης εταιρείας και των αποδοχών που έλαβε μετά τη μετακίνησή της σε θέση απλού υπαλλήλου σε συνδυασμό με το αιτητικό αυτής που αναφέρεται στην "ακύρωση" της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο με την έφεσή του περιορίσθηκε στο να πλήξει την πρωτόδικη απόφαση μόνο για το ποσό των ως άνω μισθολογικών διαφορών πέραν των 56.275,98 ευρώ, που κατά τους ισχυρισμούς του ανερχόταν η πιο πάνω διαφορά ή ότι ο σχετικός λόγος έφεσης δεν αναφερόταν στο καταψηφιστικό σκέλος της εκκαλουμένης, με την οποία επιδικάσθηκε στην αναιρεσείουσα το ποσό των 10.211,30 ευρώ, ως αβασίμως ισχυρίζεται με τον υπό στοιχείο Α 1 αναιρετικό λόγο κατά το πρώτο του σκέλος η αναιρεσείουσα, ενόψει μάλιστα του ότι στον εν λόγω λόγο έφεσης διατυπώνεται παράπονο για το συνολικό ποσό από 106.198 ευρώ που επιδικάσθηκε στην εφεσίβλητη - ενάγουσα με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 περ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων και ο περί τούτου κατ` εκτίμηση από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό στοιχείο Α1, λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο του σκέλος, είναι αβάσιμος.

Επίσης, ο ίδιος υπό στοιχείο Α1 λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο του σκέλος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ήτοι της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ποια κονδύλια επιδικάσθηκαν στον πρώτο βαθμό, ποια εκκλήθησαν με την έφεση και για ποια εν τέλει δέχεται η αναιρεσιβαλλομένη, ότι επανακρίνονται ως προς το ορισμένο αυτών, ως και υπό στοιχείο Β1 και Β2 λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εξενεχθείσα κρίση της περί αοριστίας του κεφαλαίου των διαφορών αποδοχών είναι απορριπτέοι, ο μεν πρώτος ως αβάσιμος, ο δε δεύτερος ως απαράδεκτος.

Ειδικότερα, δεν δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση από το ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το μεν έκρινε (εσφαλμένως) ότι η εκκαλουμένη απόφαση δεν είχε περιλάβει διάταξη στο διατακτικό της για την επιδίκαση του ποσού των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη η ενάγουσα, απορρίπτοντας τον περί τούτου τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης ως απαράδεκτο, το δε εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση (και) για την επιδίκαση αναγνωριστικώς του ποσού των 100.986, 70 ευρώ, στο οποίο όμως περιλαμβάνεται και το ως άνω ποσό των 5.000 ευρώ της χρηματικής ικανοποίησης, ήτοι [106.198 ευρώ σύνολο διαφορών αποδοχών του όλου διαστήματος από … έως … μείον 10.211,30 ευρώ διαφορές αποδοχών του διαστήματος από … έως … που επιδικάσθηκαν καταψηφιστικά ίσον 95.986,70 διαφορές αποδοχών αφορώσες το διάστημα από … έως … + 5.000 ευρώ χρηματική ικανοποίηση = 100.986,70 ευρώ].

Και τούτο διότι με σαφήνεια τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης γίνεται ρητή μνεία ότι η μερική εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αφορά (μόνο) το κεφάλαιο "των διαφορών αποδοχών". Η δε ανακρίβεια της διατύπωσης του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ως προς τα κεφάλαια που αφορούν "την επιδίκαση αναγνωριστικώς....

του ποσού των 100.986,70 ευρώ ...ως διαφορές οφειλομένων " ενώ το ορθό είναι ως προς τα κεφάλαια που αφορούν "την επιδίκαση αναγνωριστικώς.... του ποσού των 95.986,70 ευρώ ...ως διαφορές οφειλομένων", η οποία οφείλεται στην ασυμφωνία μεταξύ αυτών που προδήλως θέλησε το δικαστήριο, όπως τούτο συνάγεται από το περιεχόμενό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης σε συνδυασμό με τα όσα δέχθηκε ως προς το κεφάλαιο αυτό η πρωτόδικη απόφαση, αλλά και που προκύπτουν από ένα απλό μαθηματικό υπολογισμό [2.042,26 ευρώ διαφορά αποδοχών μηνιαίως Χ 47 μήνες του διαστήματος από … έως … = 95.986,22 ευρώ] και εκείνων που έχουν κατά τα προεκτεθέντα διατυπωθεί στο διατακτικό της, είναι δεκτική διόρθωσης κατά τα άρθρα 315 επόμ.

του ΚΠολΔ και κατά συνέπεια δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή άλλο αναιρετικό λόγο. Τέλος, δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ από τις επικαλούμενες ελλείψεις, ανεπάρκειες ή η αντιφάσεις των αιτιολογιών που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή κατά το κεφάλαιο των μισθολογικών διαφορών κρίθηκε απορριπτέα ως αόριστη, και επομένως ο υπό τα στοιχεία Β1 και Β2 λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα κατά τα άρθρα 118 - 120 στοιχεία και τους λόγους της έφεσης, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες συνίστανται σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου ή σε ορισμένες περιπτώσεις και του ίδιου του εκκαλούντος.

Οι λόγοι της έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του εφετείου, ενόψει, μάλιστα, της διάταξης του άρθρου 522 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση (και τους τυχόν πρόσθετους λόγους αυτής) και να είναι σε θέση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, αλλά και να μπορεί ο εφεσίβλητος να αμυνθεί, αποκρούοντας και ανασκευάζοντας αυτούς.

Οι αόριστοι λόγοι έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 308/2020, ΑΠ 574/2018, ΑΠ 1130/2015, ΑΠ 1709/2013, ΑΠ 864/2010). Εάν όμως αποδίδεται στην εκκαλουμένη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, ο σχετικός λόγος έφεσης επαρκώς προσδιορίζεται εκ της μνείας ότι από την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, ενώ δεν είναι αναγκαία η εξειδίκευση των επί μέρους σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ), είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλούμενης απόφασης μετά από καθολική εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης και όχι μόνο με βάση τα μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος που συνδέονται με αυτή, τούτο δε επανεκτιμά εξ υπαρχής την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού (ΑΠ 574/2018, ΑΠ 738/2013, ΑΠ 104/2013, ΑΠ 1608/2008).

Τέλος ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένους και παραδεκτούς τους λόγους έφεσης, ενώ οι λόγοι ήταν αόριστοι και κατά συνέπεια απαράδεκτοι (ΑΠ 574/2018, ΑΠ 803/2002). Στην προκειμένη περίπτωση με την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ., επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πλήττεται κατά τα ήδη ανωτέρω προεκτεθέντα η απόφαση αυτή, μεταξύ των άλλων, και για μη αξιολόγηση των ισχυρισμών του εκκαλούντος και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το ύψος της διαφοράς μεταξύ των αποδοχών που κατά το επίδικο χρονικό διάστημα θα δικαιούτο η αναιρεσείουσα, καθότι δεν λήφθηκαν υπόψη από την εκκαλουμένη απόφαση οι διαδοχικές μειώσεις των αποδοχών των υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, με τους ν. 3833/2010, 3845/2010, 3899/2010, 4024/2011 και 4092/2012, με συνέπεια οι προκύπτουσες διαφορές να είναι μικρότερες.

Ο λόγος αυτός, που αφορά εκτίμηση αποδεικτικού υλικού είναι επαρκώς ορισμένος (ΑΠ 864/2010) και το Εφετείο που έκρινε ομοίως και τον εξέτασε δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα ή απαράδεκτο. Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ υπό στοιχείο Β 3 λόγος αναίρεσης πρέπει ν` απορριφθεί ως αβάσιμος.

5.- Κατά το άρθρο 559 αριθμός 17 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η ίδια η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού.

Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμός 17 ΚΠολΔ, όταν προκαλείται τέτοια αοριστία ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 366/2020, ΑΠ 158/2019, ΑΠ 87/2013).

Επίσης, η πλημμέλεια του δικαστηρίου της ουσίας από το άρθρο 559 αριθμός 17 ΚΠολΔ, προτείνεται, για πρώτη φορά, στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα, που προκύπτει από την ίδια την απόφαση [άρθρο 562 παρ.2 στοιχ. β ΚΠολΔ (ΑΠ 366/2020, ΑΠ 87/2013)]. Στην προκειμένη περίπτωση με τον υπό στοιχείο Α1 λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, παραδεκτά το πρώτον στον Άρειο Πάγο, η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 17 του ΚΠολΔ, για την ύπαρξη αντιφάσεων στο αιτιολογικό της, αλλά και μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της.

Ο λόγος αυτός πρέπει προεχόντως να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι επικαλούμενες πλημμέλειες - αντιφάσεις, αναφέρονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ η αιτίαση ότι υπάρχουν και αντιφάσεις μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης, δεν ιδρύει κατά τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, που προϋποθέτει αντίφαση στο διατακτικό και μόνο της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της (άρθρο 562 παρ.2), στο διατακτικό της περιέχει σαφή διάταξη περί εξαφάνισης της εκκαλουμένης απόφασης μόνον ως προς τα κεφάλαια της αγωγής που αφορούν "α) την επιδίκαση αναγνωριστικώς και καταψηφιστικώς του ποσού των 100.986,70 ευρώ και του ποσού των 10.211,30 ευρώ, αντίστοιχα, ως διαφορές οφειλομένων". 6.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 εδάφ.

α' και β' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" νοείται υπό ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε για αντικείμενο που δεν ζητήθηκε ή για περισσότερο από αυτό που ζητήθηκε (ΑΠ 784/2021, ΑΠ 118/2021, ΑΠ 635/2017, ΑΠ 734/2009).

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής του άρθρου 106 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία "Το δικαστήριο ενεργεί ύστερα από αίτηση του διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά".

Κατά λογική ακολουθία των ανωτέρω, στην πολιτική δίκη η δικαστική προστασία παρέχεται στην έκταση που ζητείται (ΑΠ 784/2021, ΑΠ 727/2017). Έννομο συμφέρον να προτείνει το λόγο αυτόν (από τον αριθμό 9 εδάφ. α' και β', όχι όμως και του εδαφ. γ') έχει ο αντίδικος του διαδίκου, που είχε υποβάλει το συναφές αίτημα, αφού ο διάδικος αυτός βλάπτεται από το σχετικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 784/2021).

Επομένως, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επιδικάσει, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικαστική δαπάνη και για την πρωτοβάθμια δίκη, ενώ έχει ζητηθεί η καταψήφιση μόνον για τη δευτεροβάθμια δίκη, προβαίνει σε επιδίκαση περισσοτέρων από όσα ζητήθηκαν και ιδρύεται βάσιμα ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 9 περ.

β' ΚΠολΔ. Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 535 παρ. 1, 176, 178, 183, 189 παρ. 1 και 191 του ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο, οσάκις εξαφανίσει είτε ολικά είτε μερικά την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αποφασίσει οριστικά επί της υπόθεσης, εξαφανίζει την περί δικαστικής δαπάνης διάταξη της τελευταίας και προσδιορίζει την καταβλητέα δικαστική δαπάνη και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, εφόσον προβάλλεται αίτημα του διαδίκου (ΑΠ 1631/2010, ΑΠ 521/2002, ΑΠ 192/1998), δυνάμενο επομένως να συμψηφίσει αυτήν στο σύνολό της και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 179 του ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον υπό στοιχείο Α1 λόγο αναίρεσης, κατά το τέταρτο σκέλος του, προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 9 του ΚΠολΔ, διότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, προέβη στο συμψηφισμό της δικαστικής δαπάνης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, μολονότι το εκκαλούν, με την έφεσή του, ζητούσε την καταδίκη της εφεσίβλητης στη δικαστική δαπάνη μόνον του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας.

Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της από … έφεσης για τον έλεγχο του περί τούτου αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), με αυτήν το εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ., ως καθολικώς διάδοχος της αρχικά εναγομένης ανώνυμης εταιρείας ζήτησε την εξαφάνιση, άλλως τη μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης με αριθ. 1339/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική του δαπάνη, υπό την προφανή έννοια και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και δεν ζήτησε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη μόνο του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, όπως αβασίμως ισχυρίζεται με τον αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα.

Μάλιστα με τις κατατεθείσες την προτεραία της δικασίμου έγγραφες προτάσεις του, το εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ. ρητώς διευκρίνισε το σχετικό αίτημά του ζητώντας "τη δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών". Από δε την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με αυτή έγινε τυπικά δεκτή και εν μέρει κατ' ουσίαν, η έφεση του εκκαλούντος ΝΠΔΔ και εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση κατά τα κεφάλαια εκείνα που αφορούσαν "α) την επιδίκαση αναγνωριστικώς και καταψηφιστικώς του ποσού των 100.986,70 ευρώ και του ποσού των 10.211,30 ευρώ, αντίστοιχα, ως διαφορές οφειλομένων".

Στη συνέχεια αφού κρατήθηκε η υπόθεση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως προς τα ανωτέρω κεφάλαια, απορρίφθηκε η αγωγή, ως προς τα κεφάλαια αυτά, ως αόριστη και συμψηφίστηκαν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

Συνεπώς, ορθώς η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, αφού εξαφάνισε, έστω και εν μέρει, την εκκαλουμένη απόφαση, επιλήφθηκε της δικαστικής δαπάνης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, την οποία συμψήφισε. Πρέπει, λοιπόν, ο υπό στοιχείο Α1, λόγος αναίρεσης, κατά το τέταρτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 9 του ΚΠολΔ, να απορριφθεί ως αβάσιμος. 7.- Ο από τον αριθμό 8 περ.

α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης [και όχι από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ] ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του γεγονότα θεμελιωτικά της αγωγής που δεν περιέχονται στο οικείο δικόγραφο (ΟλΑΠ 294/1981, ΑΠ 748/2020,ΑΠ 23/2020, ΑΠ 104/2019, ΑΠ 1326/2011), ιδίως όταν λαμβάνει υπόψη του βάση της αγωγής που δεν διαλαμβάνεται στο οικείο αγωγικό δικόγραφο (ΑΠ 104/2019, ΑΠ 1350/2003).

Αντίθετα, δεν επέρχεται παραβίαση και δεν θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπάγει τα πραγματικά περιστατικά σε διάφορο κανόνα δικαίου, από εκείνο που υπέδειξε ο ενάγων (ΑΠ1051/2022, ΑΠ 499/2021, ΑΠ1326/2011, ΑΠ 952/2000,ΑΠ 302/1999). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 7 παρ 1 του ν. 2112/1920, 648, 652, 656, 349 έως 351 ΑΚ και 5 παρ 3 ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας που επιχειρείται από τον εργοδότη, [χωρίς δηλ.

ο τελευταίος να έχει τέτοιο δικαίωμα για την τροποποίηση των όρων της σύμβασης εργασίας από το νόμο ή από τη σύμβαση ή τούτο να γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού του δικαιώματος], δεν συνεπάγεται αφ` εαυτής, τη λύση της εργασιακής σύμβασης αορίστου χρόνου, αλλά παρέχει στο μισθωτό το δικαίωμα να τη θεωρήσει είτε ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, είτε να εμμείνει στη σύμβαση, αξιώνοντας την τήρηση των συμφωνηθέντων όρων, εάν δε ο εργοδότης αποκρούει τη συμφωνημένη με τους όρους αυτούς εργασία, καθιστάμενος έτσι υπερήμερος, να απαιτήσει την καταβολή των αποδοχών υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 ΑΚ, ή την ικανοποίηση άλλης αξίωσης που συνδέεται με την υπερημερία αυτή του εργοδότη.

Τις τελευταίες αξιώσεις διατηρεί ο μισθωτός και αν αναγκάστηκε, προς ικανοποίηση άμεσων βιοτικών ή οικογενειακών αναγκών, να συνεχίσει την εργασία του υπό το νέο καθεστώς, χωρίς να αποδεχθεί τη (μονομερή) βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, για την οποία κατηγορηματικά διαμαρτυρήθηκε και επιφυλάχθηκε να αξιώσει δικαστικά την απασχόλησή του με τους παλαιούς όρους και την καταβολή των μισθών υπερημερίας υπό την έννοια της τυχόν υφισταμένης διαφοράς εξ αιτίας της βλαπτικής μεταβολής (ΑΠ 1114/2021, ΑΠ 657/2018, ΑΠ 1326/2017, ΑΠ 216/2017, ΑΠ 939/2015, ΑΠ 1162/2014).

Ακόμη ο μισθωτός, εφόσον με την άνω εργοδοτική συμπεριφορά προκλήθηκε προσβολή της προσωπικότητάς του μπορεί να ζητήσει και την κατά το άρθρο 59 ΑΚ χρηματική ικανοποίησή του (ΑΠ 1122/2021, ΑΠ 1669/2018, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 224/1998). Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίση του, αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, για να κρίνει αυτήν ως αόριστη, ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία, κρίνοντας αυτήν ορισμένη (Ολ ΑΠ 18/1998, ΑΠ 380/2022, ΑΠ 121/2019, ΑΠ 931/2017, ΑΠ 991/2014).

Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ως προς τη διαπίστωση ή όχι της νομικής αοριστίας της αγωγής (ΟλΑΠ 1573/1981). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 στοιχ.

α' και β'ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 380/2022, ΑΠ 108/2020, ΑΠ 121/2019, ΑΠ 772/2017, ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/2012). 8.- Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης από … και με αριθ.

κατάθ. … αγωγής, στην οποία προβαίνει, κατ' άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα των σχετικών λόγων αναίρεσης, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, αφού διέλαβε στην ιστορική της βάση τα ανωτέρω (υπό στοιχ. 3) αναγραφόμενα πραγματικά περιστατικά που θεμελίωναν κατά νόμο περίπτωση μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας της εκ μέρους της αρχικώς εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, η οποία κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος προέβη σε υποβάθμιση των εργασιακών συνθηκών της ενάγουσας με την τοποθέτησή αυτής σε θέση απλού στελέχους του Τμήματος Προμηθειών από … από τη θέση της Προϊσταμένης της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, παρόλο που υπήρχε η δυνατότητα τοποθέτησης αυτής σε θέση Προϊσταμένης (άλλου) Τμήματος, όπου μάλιστα τοποθετήθηκαν υπάλληλοι της εναγομένης που υστερούσαν αυτής ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά της προσόντα, με συνέπεια (μεταξύ άλλων) και την οικονομική επί τα χείρω βλαπτική μεταβολή, για την οποία (βλαπτική μεταβολή) έχει διαμαρτυρηθεί έντονα, ζήτησε, μεταξύ άλλων, την επιδίκαση του ποσού των 106.198 ευρώ που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των μεικτών αποδοχών ύψους 4.212,57 ευρώ μηνιαίως που θα ελάμβανε ως Προϊσταμένη Τμήματος (μετά τις μειώσεις των νόμων 3833/2010, 3845/2010 και 3899/2011) και των μεικτών αποδοχών ύψους 2.170,31 μηνιαίως που της καταβλήθηκαν για το από … έως … χρονικό διάστημα, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε μηνιαία ληξιπρόθεσμη παροχή κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, επικαλούμενη ότι, κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 παρ.1 του ν.2112/1920, επειδή έχει ανάγκη της εργασίας της, επέλεξε να συνεχίσει να εκτελεί τα νέα υποδεέστερα καθήκοντα που της ανατέθηκαν, ζητεί όμως με την αγωγή της να υποχρεωθεί η εναγομένη να την απασχολεί με τα ίδια ή ανάλογα καθήκοντά και τις ίδιες ή ανάλογες αρμοδιότητες πριν την επέλευση της προρρηθείσας μεταβολής (βλ.

σελ. 18 της αγωγής). Επομένως η έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή (και) κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά την επιδίκαση διαφορών αποδοχών ερείδεται στις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.1 του ν. 2112/1920, 648, 652, 656, 349 έως 351 του ΑΚ και 5 παρ.3 του ν. 3198/1955 που παρέχουν τη δυνητική ευχέρεια στον εργαζόμενο να συνεχίσει να εργάζεται προσωρινά υπό τους υποδεέστερους νέους όρους εργασίας, επιφυλασσόμενος της άσκησης των δικαιωμάτων του με την προσφυγή του στο δικαστήριο, στα οποία περιλαμβάνεται και η καταβολή αποδοχών υπερημερίας υπό την έννοια της τυχόν υφισταμένης μισθολογικής διαφοράς, ως απόρροιας της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής.

Αντιθέτως, δεν διαλαμβάνεται στο πιο πάνω αγωγικό δικόγραφο (ούτε επικουρικά) βάση αδικοπρακτικής ευθύνης της αρχικώς εναγομένης εργοδότριας εταιρείας και επομένως οι διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 του ΑΚ δεν ευρίσκουν εν προκειμένω έδαφος εφαρμογής. Επισημαίνεται ότι και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τη με αριθμό 1339/2018 απόφασή του δεν δέχθηκε αδικοπρακτική ευθύνη της αρχικά εναγομένης εταιρείας, αλλά επιδίκασε (χωρίς αναφορά σε επί μέρους διατάξεις) στην ενάγουσα το πιο πάνω ποσό των μισθολογικών διαφορών ως συνέπεια της εν λόγω μονομερούς βλαπτικής μεταβολής, εξ αιτίας καταχρηστικής άσκησης εκ μέρους της ως άνω εταιρείας του διευθυντικού της δικαιώματος.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της από … έφεσης του αναιρεσίβλητου, ως καθολικού διαδόχου της αρχικά εναγομένης εταιρείας, αφού κατ' εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού έκρινε (όπως και το πρωτοβάθμιο) ότι έλαβε χώρα κατά τα προεκτεθέντα βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και συνακόλουθα απέρριψε ως αβάσιμο τον περί του αντιθέτου πρώτο λόγο της έφεσης, δέχθηκε αναφορικά με το κεφάλαιο των διαφορών αποδοχών που ενδιαφέρουν τον αναιρετικό έλεγχο τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αγωγή και κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου, η ενάγουσα, με την τρίτη επικουρική βάση της αγωγής, επικαλούμενη την εκ της καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, επελθούσας μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των ατομικών όρων της συμβάσεως εργασίας της, επιδιώκει την επιδίκαση αναγνωριστικώς και καταψηφιστικώς του συνολικού ποσού των 106.198 ευρώ, ως διαφορές αποδοχών μεταξύ των καταβλητέων και των νομίμως καταβληθεισών.

Όπως όμως προαναφέρθηκε η αξίωση αυτή δεν αποτελεί αξίωση καταβολής μισθού, αλλά αποκατάσταση ζημίας λόγω διαφυγόντος κέρδους η οποία επήλθε λόγω της εκ μέρους της εναγομένης ιστορούμενης υπαίτιας και παράνομης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της, για την πληρότητα της οποίας θα έπρεπε να αναφέρει όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για τη δημιουργία υποχρεώσεως της εναγόμενης να της καταβάλει, την αιτούμενη αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας (άρθρο 914 ΑΚ).

Ειδικότερα, η ενάγουσα αναφέρει τα γεγονότα, στα οποία θεμελιώνει την επικαλούμενη αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγόμενης, πλην όμως δεν δικαιολογεί γιατί η συμπεριφορά αυτή συνιστά αδικοπραξία και δημιουργεί υποχρέωση προς αποζημίωση, ποια ακριβώς ήταν η υπαιτιότητα των οργάνων της εναγόμενης, αφού για το ορισμένο της αγωγής, πλην όλων των ανωτέρω όφειλε να εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο θεμελιώνουν την παράνομη ζημιογόνο συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης, την υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) αυτών και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς των οργάνων της εναγόμενης και της ζημίας της ήτοι σε τι συνίσταται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενάσκησης των δικαιωμάτων εκ μέρους της εναγόμενης και της ζημίας που υπέστη λόγω της μείωσης της αξίας της περιουσίας της, πλέον του ότι για την επιδίκαση της αξίωσης αυτής, η ενάγουσα ουδόλως αναφέρει έστω και επιγραμματικά και δεν εξειδικεύει το διαφυγόν κέρδος, (αλλά αντιθέτως αρκείται στην επίκληση των διαφορών αποδοχών), καθώς και τα προπαρασκευαστικά μέτρα που λήφθηκαν ούτως ώστε να εξάγεται προσδοκία μετά πιθανότητας ορισμένου κέρδους και ειδικά της αιτούμενης με την αγωγή καταβολής διαφοράς αποδοχών. [...].

Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία που έχει και το πρωτοβάθμιο και μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν η αγωγή είναι νόμιμη, ορισμένη ή παραδεκτή και να την απορρίψει αν δεν στηρίζεται στο νόμο, ή αν δεν περιέχει τα απαιτούμενα στοιχεία για τη θεμελίωσή της ή αν ασκήθηκε απαραδέκτως με τις διακρίσεις που επιβάλλονται από τη λειτουργία του δεδικασμένου (322 ΚΠολΔ) και την αρχή της απαγόρευσης της έκδοσης επιβλαβέστερης απόφασης για τον εκκαλούντα, (536 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Έτσι επί εφέσεως του εναγομένου, αν η αγωγή είναι αβάσιμη, κατά το νόμο, αόριστη ή απαράδεκτη και έγινε πρωτοδίκως δεκτή κατ' ουσία, ολικά ή κατά ένα μέρος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, να εξετάσει αυτεπάγγελτα τις άνω ελλείψεις και να την απορρίψει ως αόριστη ή ως αβάσιμη κατά νόμο κλπ.

αρκεί ο εκκαλών να ζητεί την απόρριψή της έστω και για άλλους λόγους και να μην εκδοθεί επιβλαβέστερη απόφαση γι' αυτόν, χωρίς αντέφεση του ενάγοντος [...]. Με το προεκτεθέν όμως περιεχόμενο η αγωγή, ως προς το κονδύλιο επιδίκασης διαφορών αποδοχών ποσού 106.198 ευρώ σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη του αμέσως προηγουμένου κεφαλαίου της απόφασης, ήταν απορριπτέα ως αόριστη και επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που την έκρινε, ορισμένη και στη συνέχεια και ουσιαστικά βάσιμη και επιδίκασε για την αιτία αυτή στην ενάγουσα αναγνωριστικώς το ποσό το ποσό των 100.986,70 ευρώ και καταψηφιστικώς, το ποσό των 10.211,30 ευρώ, ως διαφορές αποδοχών, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και ο σχετικός δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν προσβάλει το κεφάλαιο της εκκαλουμένης που αφορά την ουσιαστική βασιμότητα του σχετικού κονδυλίου πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος".

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο: α) έλαβε υπόψη του γεγονότα θεμελιωτικά του ως άνω κεφαλαίου της αγωγής που δεν περιέχονταν στο οικείο δικόγραφο και ειδικότερα έλαβε υπόψη του βάση της αγωγής από αδικοπρακτική ευθύνη της αρχικά εναγομένης εργοδότριας εταιρείας που δεν διαλαμβάνεται στο οικείο αγωγικό δικόγραφο, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 8 περ.

α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, β) για το σχηματισμό της κρίσης του περί του ορισμένου του κεφαλαίου της αγωγής επιδίκασης διαφορών αποδοχών αξίωσε διαφορετικά στοιχεία και ειδικότερα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης (άρθ. 914, 297, 298 του ΑΚ), ενώ για το ορισμένο της ένδικης αγωγής, αναφορικά με τις διαφορές των ανωτέρω αποδοχών, εφόσον πρόκειται για ενδοσυμβατική ευθύνη, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, αρκούσε η αναφορά σε αυτήν α) ότι επήλθε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της από τη συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης, β) ότι αυτή αναγκάστηκε, προς ικανοποίηση άμεσων βιοτικών και οικογενειακών αναγκών, να συνεχίσει την εργασία της υπό το νέο καθεστώς, χωρίς να αποδεχθεί τη (μονομερή) βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, για την οποία κατηγορηματικά διαμαρτυρήθηκε και επιφυλάχθηκε να αξιώσει δικαστικά την απασχόλησή της με τους παλαιούς όρους και γ) ότι ζητεί την καταβολή των μισθών υπερημερίας, υπό την έννοια της υφισταμένης διαφοράς εξ αιτίας της βλαπτικής μεταβολής, την οποία (διαφορά) αναφέρει αναλυτικά, στοιχεία τα οποία διαλαμβάνονταν στο οικείο δικόγραφο, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια περί νομικής αοριστίας της αγωγής.

Συνεπώς, οι αληθώς από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' και 1 του ΚΠολΔ [και όχι από τους αριθμούς 16, 17 και 19] υπό στοιχεία, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, Α2 και Α3 σε συνδυασμό με υπό στοιχείο Β1, Β2, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται, αντιστοίχως, στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ως άνω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι. 9.- Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα ανωτέρω κεφάλαια και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που παρέστη χωρίς να καταθέσει προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθμ. 1105/17.2.2029 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιά της. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2024.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ