Supreme Court dismisses appeal against debt collection judgment due to lack of legal grounds and procedural compliance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding his inability to repay bank loans. The appellant argued that the court incorrectly ignored his family's income and failed to apply the relevant consumer protection law, yet the court found sufficient factual basis for the original judgment. Consequently, the appeal was rejected because no legal error warranted overturning the lower court's ruling on the debt collection matter.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560 and 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reject an appeal if the appellant fails to demonstrate a violation of substantive law or a lack of sufficient reasoning in the lower court's decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 473 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.
Αριθμός 473/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Α. του Γ., κατοίκου Ασπροπύργου Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Αναγνώστου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Λουξεμβούργο και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρείας με την επωνυμία "ULTIMO PORTFOLIO INVESTMENT", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AΕ", εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Βρέττα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 4η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου, ενώ οι 2η και 3η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6854/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10751/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-2-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και οι 1η και 4η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της 4ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση, δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 2852-Ε/21-07-2022 και 2789-Ε/13-07-2022 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Δημητρίου Μεταξά, που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 13-02-2022, με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 78/27-05-2022, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα κι εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 769 εδ. β' και 762 ΚΠολΔ, στις 2η και 3η αναιρεσίβλητες.
Συνεπώς, εφόσον οι τελευταίες δεν παραστάθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, εκπροσωπούμενες από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσίβλητων αυτών, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 Ν 3869/2010, 739 επ., 741 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, καθώς και όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 77/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 677/2010).
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω απαιτείται και αρκεί η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλομένου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά (ΑΠ 1352/2021).
Στην περίπτωση του Ν 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του Ν 3869/2010 προκύπτει, ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.
Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει, ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ίδιου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει, ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου (ΑΠ 400/2020, ΑΠ 335/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 1446/2018).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει, ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 758/2020).
Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ίδιου Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (27-05-2022), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔικ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.
Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021, 71/2020). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Συνακολούθως, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, παρά την προβολή σχετικού ισχυρισμού του με πρόσθετο λόγο έφεσης, που άσκησε με τις κατ' έφεση προτάσεις του κατ' άρθρο 764 παρ. 1 του ΚΠολΔ και διατύπωσε προφορικά κατά τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, περί αοριστίας της ένστασης δόλου των πρώτης και δεύτερης των εφεσιβλήτων, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε τον περί αοριστίας της εν λόγω ένστασης ισχυρισμό του και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 6854/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την ένσταση του δόλου, απέρριψε την αίτησή του για τη δικαστική ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών τους προς τις καθών η αίτηση πιστώτριες Τράπεζες.
Σχετικά με την ένσταση του δόλου, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η πρώτη καθ' ης Τράπεζα με τις πρωτόδικες προτάσεις της πρότεινε την ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, υποστηρίζοντας ότι ο τελευταίος προέβη σε εξαιρετικά, για τα εισοδήματά του και την οικογενειακή του κατάσταση, υψηλό τραπεζικό δανεισμό, πολλών καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών.
Στην κατ' έφεση δίκη η ίδια καθ' ης, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, επανέφερε με τις προτάσεις της την ένσταση με το ανωτέρω περιεχόμενο, προσθέτοντας ότι ο δόλος του αιτούντος συνάγεται από το ότι η επικαλούμενη από τον αιτούντα "μόνιμη αδυναμία πληρωμής" συνέτρεχε στο πρόσωπό του ήδη κατά το χρόνο ανάληψης των ενδίκων οφειλών του, καθώς το ατομικό του εισόδημα ήταν σχεδόν ίδιου ύψους τόσο τότε όσο και κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης.
Ομοίως, η δεύτερη καθ' ης πρότεινε πρωτοδίκως την ένσταση του δόλου, επικαλούμενη ότι ο αιτών έχει σημαντικό όγκο οφειλών, συνολικώς ανερχόμενο περίπου στο υπέρογκο ποσό των 172.406,85 ευρώ, το ύψος των οποίων δεν δικαιολογεί καμία ισχυριζόμενη ανάγκη του, ότι είναι προφανές ότι ο αιτών περιήλθε από δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, αφού αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια και φρόνηση προέβαινε σε διαρκείς λήψεις δανείων, ενώ εκ των προτέρων γνώριζε την εισοδηματική του κατάσταση και το ενδεχόμενο να μην καταφέρει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του και ότι οι δανειακές υποχρεώσεις που δημιούργησε ο αιτών ήταν δυσανάλογες του ατομικού του εισοδήματος.
Την ένσταση της δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του επανέφερε η δεύτερη εφεσίβλητη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ως ειδική διάδοχος της δεύτερης καθ' ης, με τις κατ' έφεση προτάσεις της. Η ένσταση αυτή των δύο πρώτων καθ' ων είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ στοιχεία και ειδικότερα διαλαμβάνει, ότι ο αιτών συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες θα τον οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Συνακόλουθα, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με το να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα εξής περιστατικά: "Ο εκκαλών γεννήθηκε το έτος 1981, είναι άγαμος και έχει αποκτήσει ένα τέκνο, τον Ν., που γεννήθηκε το έτος 2010.
Από το έτος 2013 κι εντεύθεν απασχολείται ως οδηγός σε μια ανώνυμη εταιρεία με μηνιαίες αποδοχές ύψους 850,00 ευρώ περίπου. Διαμένει με τους γονείς του και το ανήλικο τέκνο του σε ιδιόκτητη κατοικία στον Ασπρόπυργο Αττικής. Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2005 συμβολαίου πώλησης ακινήτου του συμβολαιογράφου Αχαρνών Ιωάννη Δημόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο εκκαλών απέκτησε κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα ένα οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο, επιφάνειας 174,97 τ.μ., κείμενο στη θέση Φούσα Ασπρόπυργου Αττικής, επί του οποίου ανήγειρε μία διώροφη οικοδομή (μεζονέτα), εμβαδού 131,00 τ.μ.
Η αντικειμενική αξία του ως άνω ακινήτου, το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος και της οποίας ζητεί την εξαίρεση από την εκποίηση, ανέρχεται στο ποσό των 86.762,85 ευρώ, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη δήλωση ΕΝΦΙΑ έτους 2021. O εκκαλών δεν διαθέτει άλλα περιουσιακά στοιχεία. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών έλαβε από το έτος 2005 έως και το έτος 2009 συνολικά δεκατρία (13) πιστωτικά προϊόντα από τέσσερα (4) πιστωτικά ιδρύματα (τρία στεγαστικά δάνεια, πέντε καταναλωτικά δάνεια και πέντε πιστωτικές κάρτες), δημιουργώντας χρέη συνολικού ύψους 172.406,85 ευρώ κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης, όπως οι απαιτήσεις αυτές αναφέρονται στην περιεχόμενη στην αίτηση κατάσταση πιστωτών με τις αντίστοιχες ανά πιστωτή απαιτήσεις.
Από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα οικονομικών ετών 2004 έως 2020 αποδείχθηκε ότι το έτος 2004 το ατομικό εισόδημα του αιτούντος ανερχόταν σε 7374,15 ευρώ, το 2005 σε 8.560,27 ευρώ, το 2006 σε 6.990,17 ευρώ, το 2007 σε 9.788,32 ευρώ, το 2008 σε 11.145,56 ευρώ, το 2009 σε 10.219,99 ευρώ, το 2010 σε 10.488,80 ευρώ, το 2011 σε 11.907,14 ευρώ, το 2012 σε 9.705,59 ευρώ, το 2013 σε 5.528,74 ευρώ, το 2014 σε 8.763,47 ευρώ, το 2015 σε 8.922,71 ευρώ, το 2016 σε 8.889,94 ευρώ, το 2017 σε 9.347,42 ευρώ, το 2018 σε 9.411,30, το 2019 σε 9208,55 ευρώ και το 2020 σε 9335,35 ευρώ.
O ίδιος ισχυρίζεται στην αίτησή του ότι κατά τα έτη λήψης των δανείων τα εισοδήματά του, μαζί με αυτά των γονέων του με τους οποίους συγκατοικούσε και οι οποίοι τον συνέδραμαν οικονομικά, ήταν ικανοποιητικά, χωρίς όμως να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι ήταν ποτέ συνεπής στις υποχρεώσεις του προς τις τράπεζες.
Αντιθέτως, με την προσθήκη του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ομολογεί ότι τα μόνα ποσά που κατέβαλε στις τράπεζες έναντι των οφειλών του ήταν τα εξής: 765,75 ευρώ για το έτος 2006, 2.772,17 ευρώ για το έτος 2007, 1.156,03 ευρώ για το έτος 2008, 4.184,68 ευρώ για το έτος 2009, 5.191,25 ευρώ για το έτος 2010, 6.064,18 ευρώ για το έτος 2011, 2.844,26 ευρώ για το έτος 2012 και 2.412,13 ευρώ για το έτος 2013.
Ενόψει των ανωτέρω, σε συνδυασμό με το ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών του εκκαλούντος, καθίσταται σαφές ότι τα εισοδήματά του, ακόμη και στο υψηλότερο επίπεδό τους ποτέ δεν θα του επέτρεπαν να καλύπτει τις δαπάνες διαβίωσης του ιδίου και της οικογένειάς του, τις οποίες προσδιόρισε στις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στο ποσό των 850,00 ευρώ και ταυτόχρονα να ανταποκρίνεται στην εξυπηρέτηση των ως άνω δανειακών συμβάσεων, απορριπτομένου του ισχυρισμού του ότι η αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων οφείλεται στις συνεχείς μειώσεις των εισοδημάτων της οικογενείας του, αφού ο εκκαλών ήδη από το έτος 2005 που έλαβε το πρώτο δάνειο δεν κατόρθωνε να ανταπεξέρχεται στις ως άνω δανειακές του υποχρεώσεις.
Από τα ως άνω εκτεθέντα προκύπτει ότι ο εκκαλών ενήργησε δολίως, αφού με τη συνεχή και αλόγιστη λήψη υπέρογκων για την οικονομική του κατάσταση δανείων συνέβαλε στην πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, καθόσον τα εισοδήματά του ανέρχονταν καθ' όλα τα έτη δανεισμού του στα 700,00 ευρώ περίπου μηνιαίως, με βάση τα προσκομιζόμενα φορολογικά στοιχεία, ενώ η μηνιαία ενήμερη δόση για την αποπληρωμή τους ανερχόταν σε πολλαπλάσιο ποσό, το οποίο δεν προσδιορίστηκε επακριβώς, αποδεχόμενος πλήρως ως πιθανόν αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους και αδιαφορώντας για τις συνέπειες.
Λαμβανομένων υπόψη του συνολικού ύψους των οφειλών του, της φύσεως των δανείων που έλαβε, μεγάλος αριθμός των οποίων αφορούν καταναλωτικά δάνεια και χρήση πίστωσης μέσω πιστωτικών καρτών, της διάρκειας και της συχνότητας προσφυγής του στις τράπεζες, κρίνεται ότι o δανεισμός του υπερβαίνει κατά πολύ, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, το μέτρο του συνετού καταναλωτή.
Ενόψει των ανωτέρω, η κατάφαση της υποδειχθείσας ως άνω δόλιας περιέλευσης του εκκαλούντος σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του αναιρεί την ιδιότητα του καλόπιστου υπερχρεωμένου οφειλέτη που δικαιούται να υπαχθεί στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010 κι επομένως, πρέπει, δεκτής γενομένης της προταθείσας ενστάσεως δολιότητας ως ουσιαστικά βάσιμης, η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Συνεπώς η εκκαλουμένη, η οποία απέρριψε την αίτηση του εκκαλούντος ως ουσία αβάσιμη, κατ' αποδοχή της ως άνω ένστασης δόλου, δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και o σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος". Σύμφωνα με τις παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ο αιτών δολίως περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του εξαιτίας του υπερδανεισμού του, εφόσον αυτός έλαβε από το έτος 2005 έως το έτος 2009 συνολικά δεκατρία (13) πιστωτικά προϊόντα από τέσσερα (4) πιστωτικά ιδρύματα (3 στεγαστικά δάνεια, 5 καταναλωτικά και 5 πιστωτικές κάρτες), δημιουργώντας χρέη συνολικού ύψους 172.406,85 ευρώ κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, τις δόσεις των οποίων δανείων αδυνατούσε να εξοφλήσει ήδη κατά το χρόνο λήψης τους, καθόσον α) τα μηνιαία εισοδήματά του καθ' όλα τα έτη του δανεισμού του ανέρχονταν στα 700 ευρώ περίπου μηνιαίως, η δε μηνιαία ενήμερη δόση για την αποπληρωμή των δανείων του ήταν μεγαλύτερη από το ποσό αυτό, β) οι μηνιαίες οικογενειακές του ανάγκες ανέρχονται σε 850 ευρώ μηνιαίως, γ) τα εισοδήματά του σε συνδυασμό με το ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, ποτέ δεν του επέτρεπαν να καλύπτει τις δαπάνες διαβίωσης του ίδιου και της οικογένειάς του, και δ) ενώ ήδη από το έτος 2005, που έλαβε το πρώτο δάνειο, δεν κατόρθωνε να ανταπεξέρχεται στις δανειακές υποχρεώσεις του.
Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και παρ. 2 του Ν 3869/2010, αλλά, με το σύνολο των προεκτιθέμενων παραδοχών του, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι εσφαλμένα ερμήνευσε το Ν 3869/2010, λαμβάνοντας υπόψη για την αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών του μόνο το ατομικό του εισόδημα και όχι το οικογενειακό του, στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν και τα εισοδήματα των γονέων του, οι οποίοι συγκατοικούσαν μαζί του και τον συνέδραμαν οικονομικά, έτσι ώστε το συνολικό οικογενειακό εισόδημα κατά το χρόνο λήψης των δανείων ήταν ικανοποιητικό.
Ο λόγος αυτός είναι ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ανελέγκτως, ότι ο αιτών ήδη από το 2005, που έλαβε το πρώτο δάνειο, δεν κατόρθωνε να ανταπεξέρχεται στις δανειακές του υποχρεώσεις.
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-02-2022 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 78/27-05-2022, αίτηση για αναίρεση της 10751/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο. Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Μαρτίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ