Legislator Case Law & Legislation
473/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor dispute judgment, remands case for retrial by different judge.

Case Number 473/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's decision in a labor dispute, finding the lower court's reasoning insufficient regarding the claim of abuse of rights. The appellant argued that the defendant's admission of no debt constituted an abuse of rights, but the Second Instance Court rejected this without adequate justification. Consequently, the Court remanded the case for retrial before a different judge to address the substantive issues.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code; Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure: When a lower court rejects a defense of abuse of rights without sufficient reasoning, the appeal is admissible, and the case must be remanded for retrial by a different judge.

Keywords

AI generated
abuse of rights defense insufficient reasoning remand for retrial different judge requirement labor dispute procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1, paragraph 4 of Law 4335/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 473 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 473/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Β. χήρας Δ. το γένος Κ. Π., κατοίκου ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τη δικαστική συμπαραστάτριά της Μ. Τ. του Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χατζόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ... και ήδη ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βλαχόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-06-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 314/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 6443/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-12-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 18-12-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 9704/1080/21-12-2020 και του παρόντος Δικαστηρίου 283/18-03-2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των περιουσιακών - εργατικών διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3 του ΚΠολΔ) με αριθμό 6443/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε επί :

α) της από 09-07-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 60444/4653/10-07-2019 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Μ. συζ. Γ. Κ. και β) της αντίθετης από 26-07-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 68367/5340/29-07-2019 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Α. χήρας Δ. Β., το γένος Κ. Π., η οποία νόμιμα εκπροσωπείται από τη δικαστική της συμπαραστάτρια Μ.

Β. Τ.. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 26-07-2019 έφεση, ενώ έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν η από 09-07-2019 έφεση, κατά της με αριθμό 314/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 23-06-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 33212/1109/23-06-2016 αγωγή.

Στη συνέχεια, δε, εξαφανίστηκε στο σύνολό της η ως άνω εκκληθείσα απόφαση και, αφού κρατήθηκε η υπόθεση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και επιδικάστηκαν στην ενάγουσα τα εκεί αναγραφόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις που ειδικότερα διαλαμβάνονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 21-12-2020 και δεν προκύπτει, η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 24-11-2020 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής ( ή ανταγωγής ), πρέπει, το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν αυτή, σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων ( Α.Π. 1864/2011, σχετ. Α.Π. 862/2015, A.Π. 291/2015). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των άρθρων 522, 524 παρ. 1, 525, 526 και 536 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερευνά στο πλαίσιο της έφεσης και των προσθέτων λόγων, αν κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ορθά ή όχι.

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ( άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.

Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής ( ή της ένστασης ) (σχετ. Ολ. Α.Π. 18/1998, Α.Π. 991/2014 ). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμοί 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ' αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Oλ.

Α.Π. 1573/1981, Α.Π. 1152/2017, Α.Π. 1321/2015, Α.Π. 180/2016, Α.Π. 34/2015, Α.Π. 2015/2014, A.Π. 1192/2012, Α.Π. 220/2012, Α.Π. 1125/2011, Α.Π. 697/2012, Α.Π. 1495/2009, Α.Π. 1631/2009). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται και όταν τα " πράγματα ", δηλαδή οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης ( Ολ.

Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996) και τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν προτάθηκαν, όπως συμβαίνει όταν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επί ανύπαρκτης βάσης αγωγής ή λόγου έφεσης (Ολ. Α.Π. 22/2005 ) ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ` αυτή ( Ολ.

Α.Π. 294/1981), δηλαδή, δεν προτάθηκαν σ' αυτό από τον αναιρεσίβλητο, αλλά και όταν προτάθηκαν μεν, αλλά απαραδέκτως (Α.Π. 728/2010 ), όπως στην περίπτωση της μη παραδεκτής μεταβολής της αγωγικής βάσεως ή λήψεως υπόψη γεγονότων μη περιεχομένων στην αγωγή ή προτάσεως νέων ισχυρισμών στο Εφετείο, χωρίς τις προϋποθέσεις των άρθρων 269 και 527 του ΚΠολΔ (και ήδη μόνο του άρθρου 527 του ΚΠολΔ).

Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που προτάθηκε απαραδέκτως, τον οποίο δέχθηκε κατ' ουσίαν, ιδρύονται παράλληλα και οι δύο αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 8 και τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ( Α.Π. 376/2018, Α.Π. 724/2011, Α.Π. 389/2010, Α.Π. 728/2010, Α.Π. 128/2008 ). Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο ανωτέρω λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο ( Ολ. Α.Π. 2/2001, Ολ. Α.Π. 12/2000 ), δηλαδή αυτές που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 (Ολ.

Α.Π. 1/1999, Α.Π. 2001/2009). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 224 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3994/2011 "είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής.

Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής". Ως βάση της αγωγής, της οποίας δεν επιτρέπεται η μεταβολή, νοείται η ιστορική βάση αυτής, ήτοι το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών), επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημα αυτής ( Ολ.

Α.Π. 2/1994) - ανεξαρτήτως του δοθέντος από τους διαδίκους νομικού χαρακτηρισμού - χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (Α.Π. 1087/2014, Α.Π. 460/2013, Α.Π. 309/2011, Α.Π. 1261/1993). Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης, κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 του ΚΠολΔ αρχής της τηρήσεως προδικασίας και επάγεται το κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη νέων περιστατικών παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση ( Ολ.

Α.Π. 2/1994, ΑΠ 1183/2015, Α.Π. 962/2012, Α.Π. 389/2010). Αυτονόητη προϋπόθεση για την ίδρυση του ανωτέρω από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης είναι στην ως άνω μεταβολή να προέβη ο διάδικος και, στη συνέχεια, να κρίνει αυτήν παραδεκτή το Δικαστήριο της ουσίας και να την ερευνήσει περαιτέρω. Σε διαφορετική περίπτωση, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος, αλλά εκείνος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παρά το νόμο λήψη υπόψη " πραγμάτων " που δεν προτάθηκαν, εφόσον στην έννοια των πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (Α.Π. 148/2009, Α.Π. 1765/2005, Α.Π. 50/1992 ).

Δηλαδή ο λόγος αυτός (από τον αριθμό 8) ιδρύεται (και) εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1152/2017 Α.Π. 1765/2005). Εξάλλου, με την διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ ορίζεται : " Με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους ", ενώ σύμφωνα με εκείνη του άρθρου 525 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα "είναι απαράδεκτη η υποβολή νέας αίτησης, όπως και η άσκηση ανταγωγής για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη, ακόμη και αν ο αντίδικος συναινεί.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως " και, τέλος, με εκείνη του άρθρου 526 του ίδιου Κώδικα : " Είναι απαράδεκτη στην κατ' έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ο αντίδικος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Επιτρέπεται, εξαιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, να ζητηθεί, αντί για το αντικείμενο που ζητήθηκε αρχικά, άλλο ή η αξία του ή το διαφέρον ".

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνη του άρθρου 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων, ως εκκαλών, δεν μπορεί να μεταβάλει την βάση της αγωγής. Δεν μπορεί, επίσης, να προτείνει νέους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως. Ισχυρισμός που στηρίζει την βάση της αγωγής, απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον με την έφεση ή με τις προτάσεις, που υποβάλλονται στο Εφετείο, οι δε διατάξεις, που επιτρέπουν, σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, την βραδεία προβολή νέων ισχυρισμών με τις προτάσεις ή και με την έφεση, στον δεύτερο βαθμό, αναφέρονται σε ισχυρισμούς άλλους, πλην εκείνων που θεμελιώνουν την αγωγική βάση (ενστάσεις, αντενστάσεις), δηλαδή σε καταλυτικούς του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, οι οποίοι μπορούν να προταθούν, μέχρι την τελευταία επί της ουσίας της υποθέσεως συζήτηση, τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και στο Εφετείο, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 παρ. 2 και 527 του ΚΠολΔ και ήδη (μετά το Ν.4335/2015) μόνο του άρθρου 527 ΚΠολΔ, όπως τροποποιηθέν ισχύει, και δεν αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς που μεταβάλουν την βάση της αγωγής ( Ολ.

Α.Π. 2/1994, Α.Π. 2070/2007 ). Από τον συνδυασμό δε των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 522, 525 παρ. 2 και 526 του ΚΠολΔ συνάγεται, περαιτέρω, ότι αντικείμενο της πολιτικής δίκης είναι και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, η δικονομική αξίωση που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία, με απόφαση του δικαστηρίου, σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα.

Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο της δίκης, αλλά αποτελεί, ανάλογα με το εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή για όποιον ζήτησε τη δικαστική προστασία, μέσο τελικής επίτευξης ή ματαίωσης της ικανοποίησης της δικανικής πιο πάνω αξίωσης με την υποβολή της σε νέα, δευτεροβάθμια, δικαστική κρίση (Α.Π. 1867/2017, Α.Π. 821/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα : Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Μ. συζ. Γ. Κ., στην από 23-06-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 33212/1109/23-06-2016 αγωγή της, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στρεφομένη κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Α.

χήρας Δ. Β., το γένος Κ. Π., νόμιμα εκπροσωπουμένης υπό της δικαστικής της συμπαραστάτριας Μ. Β. Τ. εξέθετε ότι, δυνάμει άτυπης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσελήφθη από την εναγομένη και απασχολήθηκε σε αυτήν από τις 06-06-2011 μέχρι τις 26-12-2015, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, χωρίς την τήρηση έγγραφου τύπου και χωρίς να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση, ως αποκλειστική νοσοκόμος από την 06-06-2011 έως τις 12-07-2011, στη συνέχεια ως οικιακή βοηθός - νοσηλεύτρια ( μη οικόσιτη ) έως τις 30-11-2011 και, τέλος, ως οικόσιτη από την 01-12-2011 και εντεύθεν, αντί καθαρού συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού, ύψους τριών χιλιάδων ( 3.000,00 ) ευρώ.

Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο, κατ' άρθρα 223, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό, με σχετική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις της, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσε, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει τα οφειλόμενα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αναλογία αυτών, ποσού είκοσι πέντε χιλιάδων επτακοσίων σαράντα οκτώ ευρώ και τριάντα ενός λεπτών (25.748,31) και, περαιτέρω, να αναγνωριστεί ότι οφείλει να της καταβάλει το ποσό των τριάντα οκτώ χιλιάδων εκατόν πενήντα πέντε ευρώ και εξήντα επτά λεπτών ( 38.155,67 ) για επιδόματα και αποδοχές (μη ληφθείσας) αδείας, προσαυξημένες κατά 100%, αφού, αν και ζήτησε τις άδειες των επιδίκων ετών, η εναγομένη δεν χορήγησε αυτές, καθώς και το ποσό των δώδεκα χιλιάδων πεντακοσίων εβδομήντα τεσσάρων ευρώ και ογδόντα τριών λεπτών ( 12.574,83 ), ως αποζημίωση απόλυσης, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κατέστη απαιτητό κάθε επιμέρους ποσό, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, καθώς και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της χορηγήσει το πιστοποιητικό εργασίας του άρθρου 678 του Α.Κ., ενόψει της αδικαιολόγητης άρνησής της να ικανοποιήσει το σχετικό αίτημά της.

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των περιουσιακών - εργατικών διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3 και 621 του ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 ), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την με αριθμό 314/2019 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων ( 4.300,00 ) ευρώ, για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αναλογία αυτών και, περαιτέρω, αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των έξι χιλιάδων τριακοσίων τριάντα έξι ( 6.336,00 ) ευρώ για αποδοχές αδείας και αποζημίωση απόλυσης και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο, κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης εκείνης.

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση αντιθέτων εφέσεων, από τα διάδικα μέρη, ήτοι : α) της από 09-07-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 60444/4653/10-07-2019 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Μ. συζ. Γ. Κ. και β) της από 26-07-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 68367/5340/29-07-2019 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Α.

χήρας Δ. Β., το γένος Κ. Π., η οποία νόμιμα εκπροσωπήθηκε από τη δικαστική της συμπαραστάτρια Μ. Β. Τ., εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 6443/2020 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 26-07-2019 έφεση, ενώ δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 09-07-2019 έφεση, κατά της με αριθμό 314/2019 οριστικής απόφασης του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, εξαφάνισε στο σύνολό της την ως άνω εκκληθείσα απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας αυτήν κατ' ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των είκοσι μίας χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα εννέα ευρώ και ογδόντα έξι λεπτών (21.499,86), για επιδόματα εορτών και, περαιτέρω, αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των είκοσι μίας χιλιάδων εκατόν ογδόντα (21.180,00) ευρώ, για αποδοχές και επιδόματα αδείας, καθώς και το ποσό των δέκα χιλιάδων πεντακοσίων (10.500,00) ευρώ, για αποζημίωση απόλυσης και τα παραπάνω χρηματικά ποσά νομιμοτόκως κατά τις διακρίσεις που ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το τέταρτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, σιγή απέρριψε τον προταθέντα ενώπιόν του με τις προτάσεις της ισχυρισμό περί αοριστίας της ένδικης αγωγής και, ως εκ τούτου, υπέπεσε στην πλημμέλεια την προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ.

Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, η ένδικη αγωγή, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ ), ήταν αρκούντως ορισμένη, καθότι περιείχε όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 216 του ΚΠολΔ και 648 του ΑΚ απαιτούμενα για την πληρότητά της στοιχεία. Συγκεκριμένα, αναφέρονται στην αγωγή αυτή το είδος της συνδέουσας την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εργασιακής σχέσης, η ιδιότητα με την οποία είχε προσληφθεί, κατά τα χρονικά διαστήματα που ειδικότερα προσδιορίζει και το ύψος του συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού της.

Έτσι, η κατά τα άνω αναφορά των θεμελιωτικών της ασκουμένης αξίωσης πραγματικών περιστατικών, ανταποκρίνεται στην απαιτουμένη από τη διάταξη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ " ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς ", αφού με τον τρόπο αυτό εξυπηρετείται ο επιδιωκόμενος από τις εν λόγω διατάξεις σκοπός, της παροχής, δηλαδή, της δυνατότητας, στο μεν δικαστήριο να ερευνήσει τη νομική βασιμότητα της αγωγικής αξίωσης, στην δε εναγομένη να αμυνθεί ικανοποιητικώς.

Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του σιγή απέρριψε τον σχετικό περί αοριστίας της ένδικης αγωγής ισχυρισμό, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε κρίνει ορισμένη την αγωγή, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, λόγω αοριστίας και, ως εκ τούτου, ο περί του αντιθέτου, λόγος αναίρεσης ( αληθώς εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ) είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Εξάλλου, σε συνάφεια και συνάρτηση με τον προηγούμενο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου τους, το Εφετείο, παρά το νόμο παρέλειψε να απορρίψει ως απαράδεκτη την μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, συνισταμένης στο ότι ενώ, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς η ενάγουσα ιστορούσε ότι προσελήφθη από την εναγομένη για να εργαστεί μόνο ως οικιακή βοηθός, με την έφεσή της απαραδέκτως το πρώτον υποστήριξε ότι προσελήφθη ως οικόσιτη οικιακή βοηθός - νοσοκόμα, καθόσον διέθετε σχετική άδεια εργασίας αποκλειστικής νοσοκόμου, μεταβάλλοντας έτσι απαραδέκτως την ανωτέρω ιστορική βάση της αγωγής της και περαιτέρω ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του απαραδέκτως προταθέντα ισχυρισμό, που περιέχεται στην ανεπίτρεπτη, κατά το αναιρετήριο, μεταβολή της βάσης της αγωγής.

Ωστόσο, από την από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι, η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη στην ως άνω έφεσή της, σχετικώς με το ενδιαφέρον εν προκειμένω θέμα, διέλαβε ό,τι ακριβώς και στην αγωγή της, όπως το περιεχόμενο αυτής αναλυτικά παραπάνω εκτέθηκε, χωρίς την προσθήκη νέων περιστατικών, με τα οποία μεταβλήθηκε η ιστορική βάση αυτής, ότι δηλαδή προσλήφθηκε από την εναγομένη, δυνάμει άτυπης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι απασχολήθηκε ως αποκλειστική νοσοκόμος από την 06-06-2011 έως τις 12-07-2011, έκτοτε δε συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της ως οικιακή βοηθός - νοσηλεύτρια ( μη οικόσιτη ) και, τέλος, ως οικόσιτη πλέον από την 01-12-2011 και εντεύθεν, ήτοι (εννοείται), ως οικόσιτη οικιακή βοηθό - νοσηλεύτρια.

Έτσι, δεν προέβαλε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου νέους ισχυρισμούς, πέραν των όσων είχε ήδη επικαλεστεί στην ένδικη αγωγή της. Επομένως, δεν μεταβλήθηκε ανεπίτρεπτα η ιστορική βάση της αγωγής, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα και, ως εκ τούτου, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, λαμβάνοντας υπόψη του μη νομίμως προταθέντα ισχυρισμό, τον οποίο δεν απέκρουσε ως δικονομικά απαράδεκτο και, κατά συνέπεια, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Ομοίως, ως αβάσιμη ελέγχεται και η προβαλλόμενη αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του απαραδέκτως προταθέντα ισχυρισμό, που περιέχεται στην ανεπίτρεπτη, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα, μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής και, επομένως ο ως άνω δεύτερος λόγος αναιρέσης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ( έλλειψη αιτιολογίας ), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ( ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ( αντιφατική αιτιολογία ) ( Ολ.

Α.Π. 1/1999 ). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα ( Ολ.

Α.Π. 15/2006 ) Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων ( Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009, Α.Π. 1202/2008, Α.Π. 520/1995 ). Ο λόγος αυτός αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και, κατά συνέπεια, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όταν οι επικαλούμενες ανεπάρκειες της αιτιολογίας αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία η αγωγή ( ή η ένσταση ή η αντένσταση ) κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (Ολ.

Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1410/2017, Α.Π. 701/2011, Α.Π. 121/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης ( άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την ουσία της ένδικης υπόθεσης, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά : " Η ενάγουσα προσελήφθη με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγομένη - υπέργηρη και εκπροσωπούμενη νομίμως από τη δικαστική συμπαραστάτριά της Μ.

Τ. - και εργάστηκε γι αυτήν από τις 6-6-2011 έως τις 26-12-2015, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβασή της, δίχως την τήρηση εγγράφου τύπου και την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, απασχολούμενη αρχικά έως τις 12-7-2011 ως αποκλειστική νοσοκόμα, εν συνεχεία από τις 13-7-2011 μέχρι τις 30-11-2011 ως οικιακή βοηθός - νοσηλεύτρια και τέλος από την 1-12-2011 και εξής ως οικόσιτη οικιακή βοηθός - νοσοκόμα, αντί του συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού των 3.000 ευρώ, όπερ και προέκυψε σαφώς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενάγουσα δεν παρείχε μόνο τις υπηρεσίες της οικιακής βοηθού στην εναγομένη, αλλά και κυρίως αυτές της νοσοκόμας - κατείχε άδεια εργασίας αποκλειστικής αδελφής νοσοκόμας - δεκτού γενομένου ως βάσιμου του σχετικού λόγου της εφέσεώς της, εξακολουθούν δε να της οφείλονται τα δώρα εορτών, συνολικού ποσού 21.499,86 ευρώ - και ειδικότερα :

α) [...], θ) [...] ... καθώς και τα επιδόματα και οι αποδοχές μη ληφθείσης άδειας, συνολικού ποσού 21.180 ευρώ και ειδικότερα [ ... ]. Εν συνεχεία η ενάγουσα δικαιούται αποζημίωση απόλυσης ποσού 10.500 ευρώ (3 μηνιαίοι μισθοί συν το 1/6 αυτών για την αναλογία των επιδομάτων εορτών και αδείας), αναφορικά δε με τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι δεν υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση απόλυσης, κατ' άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, επισημαίνεται πως, κατ' άρθρο 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση, κατά δε τα άρθρα 6 παρ. 2 του ΒΔ της 16/18 Ιουλίου 1920 και 5 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, ο εργοδότης μπορεί να καταγγείλει, δίχως τήρηση προθεσμίας, τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, αν κατά του μισθωτού υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη, η οποία διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή εάν απαγγέλθηκε κατ' αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος, ήτοι η καταγγελία της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας, για τον λόγο της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού, δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του Ν. 3198/1955, ενώ κατ' άρθρο 7 του νόμου 3198/1955, η προαναφερθείσα δεν εφαρμόζεται επί μισθωτών απολυομένων, συνεπεία υποβολής κατ' αυτών μηνύσεως ( εκτός εάν επακολουθήσει απαλλαγή του μισθωτού με βούλευμα ή δικαστική απόφαση), εν προκειμένω ωστόσο, οι επικαλούμενες από την εναγομένη από 26-2-2016 και από 20-4-2017 μηνύσεις εναντίον της ενάγουσας υποβλήθηκαν μετά την καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας και άραγε, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων, κατά την προφανή έννοιά της ούτε άλλωστε η κρίση της υπόψιν αγωγής εξαρτάται από την έκβαση αυτών των μηνύσεων.... ".

Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 26-07-2019 έφεση και, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της από 09-07-2019 έφεσης, ως βάσιμου κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκληθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε επιδικάσει μικρότερα ποσά και, αφού κράτησε την υπόθεση προς κατ' ουσίαν εκδίκαση, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των είκοσι μίας χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα εννέα ευρώ και ογδόντα έξι λεπτών (21.499,86) για δώρα εορτών, με το νόμιμο τόκο τα μεν δώρα Πάσχα από την 1η Μαΐου του έτους στο οποίο αφορούν, τα δε δώρα Χριστουγέννων από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους αυτού στο οποίο αφορούν και, περαιτέρω, αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των είκοσι μίας χιλιάδων εκατόν ογδόντα (21.180,00 ) ευρώ για αποδοχές και επιδόματα αδείας, με το νόμιμο τόκο από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους αυτού στο οποίο αφορούν, καθώς και το ποσό των δέκα χιλιάδων πεντακοσίων ( 10.500,00 ) ευρώ για αποζημίωση απόλυσης, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδικης καταγγελίας ήτοι από 27-12-2015.

Με την κρίση του αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα των καθηκόντων που η ενάγουσα είχε αναλάβει έναντι της εναγομένης και των αναγκών της τελευταίας και συνακόλουθα του ύψους του μηνιαίου μισθού της, τον οποίο καθόρισε στο ποσό των τριών χιλιάδων ( 3.000,00 ) ευρώ μηνιαίως.

Ειδικότερα, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, η προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε ότι η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στην εναγομένη έως τις 12-07-2011 ως αποκλειστική νοσοκόμος, στη συνέχεια δε από τις 13-07-2011 έως τις 30-11-2011 ως οικιακή βοηθός - νοσηλεύτρια και, τέλος, από την 01-12-2011 και εντεύθεν ως οικόσιτη οικιακή βοηθός - νοσοκόμα, αντί του συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού των τριών χιλιάδων ( 3.000,00 ) ευρώ - σε αντίθεση με τα όσα είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο - με την ειδικότερη αιτιολογία ότι η ενάγουσα δεν παρείχε μόνο τις υπηρεσίες της οικιακής βοηθού, αλλά και κυρίως αυτές της νοσοκόμας, δεδομένου ότι κατείχε άδεια εργασίας αποκλειστικής αδελφής νοσοκόμας.

Ωστόσο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εξειδικεύει ποιες συγκεκριμένες υπηρεσίες προσέφερε η ενάγουσα στην συμπαραστατούμενη εναγομένη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και ειδικότερα τα καθήκοντα που είχε αναλάβει ως νοσοκόμος, ώστε να δικαιολογείται η καταβολή μηνιαίου μισθού, ύψους τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ, λαμβανομένης μάλιστα υπόψη, όπως διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, της οικονομικής δυνατότητας της εναγομένης για την καταβολή τέτοιου ύψους μηνιαίου μισθού, ούτε επίσης διαλαμβάνει περαιτέρω παραδοχές σχετικά με την κατάσταση της υγείας της εναγομένης καθ' όλο το ένδικο διάστημα και ειδικότερα εάν αυτή είχε όχι επαφή με το περιβάλλον και είχε ή όχι και σε ποιο βαθμό ικανότητα αυτοεξυπηρέτησης και για ποιούς λόγους.

Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε σχέση με τα πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα και ο οποίος συναρτάται και με το πρώτο σκέλος του ίδιου λόγου, που αφορά τις αιτούμενες από την ενάγουσα μισθολογικές παροχές όπως παραδεκτώς συμπληρώνεται με την παρούσα (αρθ. 562 παρ. 4 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την πρωτοδίκως υποβληθείσα και επαναφερθείσα με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ένσταση κατάχρησης δικαιώματος της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με το ακόλουθο σκεπτικό : " ....

ο δε ισχυρισμός της περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από την πλευρά της ενάγουσας, λόγω της εξώδικης ομολογίας της ότι ουδέν ποσό της οφείλεται εκ της εργασίας της, της κρινόμενης αγωγής ασκηθείσας με σκοπό τον περιορισμό των ανταπαιτήσεων της εναγομένης, τυγχάνει απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, διότι και αληθή υποτιθέμενα τα ανωτέρω, δεν στοιχειοθετούν την έννοια της κατάχρησης δικαιώματος ".

Εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του καταχθέντος σε δίκη δικαιώματος της ενάγουσας ( άρθρο 281 του Α.Κ. ) ως νομικά αβάσιμη, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενος στην ανεπάρκεια αιτιολογίας αυτής, αναφορικά με την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικότητας της άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, για ανεπάρκεια αιτιολογιών, ως προς την απόρριψη της ενστάσεως του άρθρου 281 του Α.Κ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερομένου τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο αυτού σκέλος, ως βάσιμου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλομένης απόφασης, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και, στη συνέχεια, να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο ( Εφετείο Αθηνών ), που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο Δικαστή από αυτόν που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση ( άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 είχε τροποποιηθεί με τα άρθρα 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01/01/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 6443/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών), το οποίο θα συγκροτηθεί από Δικαστή άλλον από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση. Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσιβλήτου τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων ( 2.300,00 ) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ