Supreme Court dismisses two appeals and orders joint trial due to clear relevance and procedural efficiency.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed two separate appeals filed by opposing parties against a first-instance judgment. The court found the appeals inadmissible because they relied on vague arguments regarding sick leave and failed to substantiate claims about the parties' employment status or residence. Consequently, the appeals were rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 246 and 573 of the Code of Civil Procedure; The court may order the joint trial of related appeals to facilitate proceedings and reduce costs when clear relevance exists between the cases.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 473 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 473/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Α) Του αναιρεσείοντος: Κ. Ο. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνα Λάλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Λ. Έ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Λάμπρου Βάϊα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Β)Του αναιρεσείοντος: Λ. Έ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Λάμπρου Βάϊα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Κ. Ο. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνα Λάλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2015 αγωγή του ήδη Α αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 786/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2790/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο Α αναιρεσείων με την από 9-5-2019 αίτησή του και ο Β αναιρεσείων με την από 10-5-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση Ο πληρεξούσιος του Α αναιρεσείοντος και Β αναιρεσίβλητου ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 182/2015, ΑΠ 293/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: α) της από 9.5.2019 και με αριθ. κατάθ. 4523/409/9.5.2019 αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος Κ. Ο. κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Λ. Έ. και β) της από 10.5.2019 και με αριθ. κατάθ. 4588/417/13.5.2019 αντίθετης αίτησης αναίρεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Λ. Έ. κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Κ. Ο., με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή υπ' αριθ. 2790/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.
2. Με τις από 9.5.2019 και με αριθ. κατάθ. 4523/409/9.5.2019 και από 10.5.2019 και με αριθ. κατάθ. 4588/417/13.5.2019 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 2790/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 23.6.2017 και αριθ. κατάθ. 550186/502955/23.6.2017 έφεσης του ενάγοντος, καθώς και επί των από 26.1.2018 και με αριθ. κατάθ. 943/62/26.1.2018 πρόσθετων λόγων αυτής και επί της από 27.11.2017 και με αριθ. κατάθ. 601742/506695/29.11.2017 έφεσης του εναγομένου κατά συγκεκριμένων παραδοχών της υπ' αριθ. 786/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία. Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτές λόγων αναίρεσης (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
3. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με την από 4.12.2015 και αριθ. κατάθ. 111113/4004/7.12.2015 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων- αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καταρτισθείσα το έτος 1989, δυνάμει της οποίας παρείχε τις υπηρεσίες του στον εναγόμενο, ως βοηθός ηλεκτρολόγου σε κτήμα ιδιοκτησίας του τελευταίου, που βρίσκεται στην περιοχή ..., η οποία καταγγέλθηκε άκυρα στις 16.9.2015, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος- εργοδότης του και ήδη αναιρεσίβλητος- αναιρεσείων να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι του οφείλει το ποσό των 30.000 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης, να υποχρεωθεί επίσης, να του καταβάλει για επίδομα άδειας 2015, εορτών Χριστουγέννων 2015, διαφορές μισθών Αυγούστου, Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2015, για αποδοχές μη ληφθείσας άδειας 2009, 2010, 2011, 2012 και 2014, για υλικά πισίνας, το τίμημα των οποίων πλήρωσε εξ ιδίων, για επίδομα ανεργίας, που δεν έλαβε, γιατί ο εναγόμενος δήλωσε στον ΟΑΕΔ ότι αυτός αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, για απώλεια ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, για απώλεια δωρεάν μετακίνησης με τις αστικές συγκοινωνίες, για φορολόγηση του τεκμαρτού εισοδήματός τους και για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, τα αναφερόμενα αναλυτικά σ' αυτή ποσά και συνολικά για όλες τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 109.221,49 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.
Η αγωγή αυτή, μετά από κατ' αντιμωλία συζήτησή της, με την υπ' αριθ. 786/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε στο σύνολό της και συγκεκριμένα ως αόριστη όσον αφορά τα αιτήματα για καταβολή του τιμήματος των υλικών της πισίνας, της απώλειας επιδόματος ανεργίας, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και δωρεάν μετακίνησης και τέλος του ποσού της φορολόγησης του τεκμαρτού εισοδήματος, ως παραγεγραμμένης για το αίτημα της χορήγησης αποδοχών άδειας για μη ληφθείσα άδεια του έτους 2009, κατ' αποδοχήν ως βάσιμης σχετικής ένστασης του εναγομένου και ως ουσιαστικά αβάσιμης κατά τα λοιπά αιτήματά της.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν η από 23.6.2017 έφεση του ενάγοντος, καθώς και οι από 26.1.2018 πρόσθετοι λόγοι αυτής και η από 27.11.2017 έφεση του εναγομένου κατά συγκεκριμένων παραδοχών της ως άνω οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Μετά την συνεκδίκαση των εν λόγω εφέσεων και των πρόσθετων λόγων της πρώτης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά αυτές και τους πρόσθετους λόγους, απέρριψε κατ' ουσία την δεύτερη και δέχτηκε κατ' ουσίαν την πρώτη και τους πρόσθετους λόγους αυτής, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποίαν δέχτηκε κατά ένα μέρος από ουσιαστική πλευρά και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 7.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 16.9.2015 για το ποσό των 3.500 ευρώ και από 16.22.2015 για το υπόλοιπο ποσό των 3.500 ευρώ.
Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έκρινε ότι : 1) ο δεύτερος λόγος της έφεσης του εκκαλούντος- εναγομένου, με τον οποίον ισχυριζόταν ότι από 19.12.2008 είναι επίτιμος πρόξενος στην Ελλάδα της Δημοκρατίας των Σεϋχελλών, ότι ο ίδιος είναι κυπριακής υπηκοότητας και ότι κατοικεί στην Ελλάδα κατά τους χειμερινούς μήνες σε οικία επί της οδού ...
στην ... και κατά τους θερινούς μήνες στην κατοικία του στην … και ότι απολαύει όλων των προνομίων και ασυλιών που προβλέπονται από τις προξενικές συμβάσεις και το εθιμικό διεθνές δίκαιο, που ισχύει και εφαρμόζεται στις προξενικές αρχές και ότι συνεπώς είχε το προνόμιο ετεροδικίας και ως εκ τούτου τα ελληνικά δικαστήρια στερούνταν δικαιοδοσίας να δικάσουν την ένδικη υπόθεση, είναι αβάσιμος με το σκεπτικό ότι αφού ο εκκαλών- εναγόμενος, σύμφωνα με τα ιστορούμενα από τον ίδιο στον λόγο έφεσής του, είναι μόνιμος κάτοικος Ελλάδος και ως κάτοικος Ελλάδος και συγκεκριμένα κάτοικος ...ς ...
ασκεί την έφεσή του και ότι δεν επικαλείται άλλη μόνιμη διαμονή, δεν απολαύει του προνομίου της ετεροδικίας, 2) ο έκτος λόγος έφεσης και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αυτής του εκκαλούντος- ενάγοντος, με τον οποίον ισχυριζόταν ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα απέρριψε το αίτημά του για καταβολή του επιδόματος ανεργίας, είναι αβάσιμος με το σκεπτικό ότι η αγωγή ως προς το αίτημα αυτό είναι αόριστη, αφού ο ενάγων δεν επικαλείται εάν εμφανίστηκε και υπέβαλε εντός 60 ημερών από τη λύση της σύμβασης εργασίας αίτηση στην υπηρεσία του ΟΑΕΔ για επιδότηση, στη συνέχεια δέχτηκε μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι, ο ενάγων το έτος 1989 προσλήφθηκε από τον Α.
Έ., πατέρα του εναγομένου, προκειμένου να απασχοληθεί σε τεχνικές και ηλεκτρολογικές εργασίες σε κτήμα 98 στρεμμάτων στην ..., στην οδό ... και συνέχισε να απασχολείται σ' αυτό με τα ίδια καθήκοντα έως το 2006. Ότι, από το 2006 και μετά, όταν αποχώρησε ο επίσης εργαζόμενος στο κτήμα Δ. Ι., ανέλαβε και άλλα καθήκοντα, μεταξύ των οποίων ήταν και να τηρεί λογαριασμό για τα έξοδα του κτήματος (συντήρηση, καλλιέργεια δέντρων, φυτών, εξωραϊσμός του κτήματος, φροντίδα ζώων κλπ), να πληρώνει τους προμηθευτές και κάθε απαραίτητο έξοδο με χρήματα που του έδινε ο Α.
Έ., στον οποίο απέδιδε λογαριασμό. Ότι, εκπροσωπούσε τον Α. Έ. ως πληρεξούσιος ενώπιον των τραπεζών, αρμοδίων αρχών κλπ για τη διευθέτηση υποθέσεών του σχετικών με το κτήμα, συμβαλλόταν ως εκπρόσωπός του με τα συνεργεία κλπ. Ότι, το ίδιο έτος 2006 ο ενάγων συμφώνησε με τον Α. Έ., που ήταν Πρόξενος του Επίτιμου Προξενείου της Δημοκρατίας των Σεϋχελλών, να μισθοδοτείται από το Προξενείο και για τον λόγο αυτό προσελήφθη από αυτό την 1.4.2006 ως υπάλληλος γραφείου, αλλά να συνεχίσει να απασχολείται στο κτήμα με τα παραπάνω καθήκοντα.
Ότι, το έτος 2008, απεβίωσε ο Α. Έ. και τη διοίκηση και διαχείριση του κτήματος ανέλαβε ο εναγόμενος, που ορίστηκε και Επίτιμος Πρόξενος της Δημοκρατίας των Σεϋχελλών. Ότι, από τον χρόνο που ανέλαβε τη διοίκηση και διαχείριση του κτήματος συμφώνησε με τον ενάγοντα ο τελευταίος να παρέχει την ίδια εργασία που προσέφερε και πριν στο κτήμα, υπό τις εντολές και την εποπτεία του εναγομένου, ο οποίος θα ασκούσε το διευθυντικό δικαίωμα καθόλο τον χρόνο εκπλήρωσης της σύμβασης και θα του κατέβαλλε τον μισθό που συμφώνησαν, ενώ ως προς την καταβολή συμφώνησαν επίσης να γίνεται από το Προξενείο, από το οποίο ήδη μισθοδοτείτο ο ενάγων και θα συνέχιζε να μισθοδοτείται.
Ότι, έτσι οι διάδικοι κατάρτισαν το έτος-2008 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με το ανωτέρω περιεχόμενο, υπό την ιδιότητα του εργοδότη ο εναγόμενος και του μισθωτού ο ενάγων, ενώ δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός του ενάγοντα ότι το έτος 1989 ο Α. Έ. τον προσέλαβε για λογαριασμό του ανήλικου τότε γιου του Λ.
Έ. (εναγομένου), υπό την ιδιότητα του ασκούντος τη γονική του μέριμνα, ώστε να μην αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος είχε από το έτος 1989 την ιδιότητα του εργοδότη, αφού δεν προέκυψε η σύναψη σύμβασης εργασίας το έτος 1989 μεταξύ των διαδίκων. Ότι, ο ενάγων δεν επικαλείται στην αγωγή του διαδοχή στην "επιχείρηση", όπως διευκρίνισε με σχετική δήλωση ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος.
Ότι, ειδικότερα ως προς τον μισθό, συμφωνήθηκε να καταβάλλεται αυτός που καταβαλλόταν από το Προξενείο, ο οποίος αρχικά ήταν 1.000 € και από τον Οκτώβριο του 2014 ανήλθε στο ποσό των 1.500€ (μικτά), ο οποίος ήταν πολύ υψηλότερος του νομίμου, που ήταν χαμηλότερος των 900 €. Ότι, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε συμφωνία να καταβάλλεται στον ενάγοντα από τον εναγόμενο και επιπλέον ποσό, ώστε οι αποδοχές του να φτάνουν στο ποσό των 2.000 € μηνιαίως, όπως ισχυρίζεται.
Ότι, δεν προέκυψε κανένας λόγος να μην φαίνεται το πραγματικό ποσό που πράγματι εισέπραττε ως μισθό ο ενάγων, δεδομένου μάλιστα ότι το έτος 2014 ο μισθός του ενάγοντος αυξήθηκε κατά 500 € και τούτο φάνηκε στη μισθοδοσία του, χωρίς αντιρρήσεις από τον εναγόμενο. Ότι, οι αποδείξεις, που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, που τις είχε στην κατοχή του, είναι γραμμένες με μηχανικό μέσο και υπογραμμένες από τον ίδιο στη θέση του λαβόντος και όχι από τον εναγόμενο, ενώ η κρίση αυτή δεν αναιρείται από τη συντεταγμένη επίσης από τον ίδιο τον ενάγοντα κατάσταση λογαριασμού του 2009, όπου εμφανίζεται μεμονωμένη εγγραφή [06/02/09 … MARFIN EGNATIA BANK (…-… άδεια 2008) έλαβα 3.000,00].
Ότι, και ο μάρτυς απόδειξης Κ. Β. κατέθεσε περί του μισθού του ενάγοντος πλην όμως η γνώση του αυτή δεν προέρχεται από τον εναγόμενο, ούτε βρισκόταν στη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και δεν κατέθεσε πώς γνωρίζει το ύψος του μηνιαίου μισθού του ενάγοντος, ώστε η κατάθεσή του να μην δύναται να ανατρέψει την κρίση περί του ότι ο μισθός του ενάγοντος ήταν αυτός που καταβάλλονταν από το Προξενείο.
Ότι, επίσης ο ενόρκως βεβαιώσας Κ. Μ. βεβαιώνει για τον μισθό του ενάγοντος, όπως τον πληροφορήθηκε από τον ίδιο τον ενάγοντα και δεν μπορεί η βεβαίωσή του να οδηγήσει σε ασφαλή κρίση. Ότι, περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, επειδή χρειαζόταν να μετακινείται συχνά και σε καθημερινή βάση για δουλειές του κτήματος, εντός και εκτός αυτού, χρησιμοποιούσε για τις μετακινήσεις του αυτές συγκεκριμένο αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που το είχε αγοράσει με χρήματα του Α.
Έ., που του διέθεσε προς τούτο, ώστε να μην καταστρέφει το δικό του αυτοκίνητο. Ότι, ο ενάγων ό,τι έξοδο έκανε για το αυτοκίνητο (συντήρηση, βενζίνη κ.λ.π) το κατέγραφε και στη συνέχεια ο εναγόμενος του απέδιδε το ποσό των εξόδων. Ότι, το ποσό των εξόδων για το αυτοκίνητο δεν ήταν σταθερό κάθε μήνα, ούτε κάθε έτος, όπως συνάγεται και από τις καταστάσεις, που τηρούσε ο ίδιος ο ενάγων.
Ότι, με βάση τις καταστάσεις που συνέταξε ο ίδιος ο ενάγων και επικαλείται, το 2010 τα έξοδα του αυτοκινήτου ανήλθαν σε 5.209,05 €, το έτος 2011 σε 3.237,47 €, το έτος 2012 σε 4.881,80 €, το έτος 2013 σε 3.178,10 € και το έτος 2014 σε 4.381,53 €. Το ποσό των 350 € μηνιαίως συνιστά τον μέσο όρο των εξόδων του αυτοκινήτου κατά μήνα. Ότι, ωστόσο, δεν υπήρχε συμφωνία ο εναγόμενος να καταβάλλει στον ενάγοντα κάθε μήνα με τη μορφή σταθερής και μόνιμης παροχής ποσό 350 €.
Ότι, και η καταβολή των εξόδων του αυτοκινήτου που χρησιμοποιούσε ο ενάγων για να εκτελεί τα καθήκοντά του ως υπάλληλος του εναγομένου, γινόταν εφόσον αποδίδονταν λογαριασμός στον εναγόμενο και τελούσε από την αποδοχή του και φυσικά αν ο ενάγων δεν είχε έξοδα αυτοκινήτου δεν θα ελάμβανε κανένα ποσό. Ότι, με βάση τα ανωτέρω ο μισθός του ενάγοντος ανερχόταν από το έτος 2014 στο ποσό των 1.500 € μικτών και ως εκ τούτου δεν του οφείλονται από καμμία αιτία διαφορές αποδοχών μεταξύ του μισθού, που ελάμβανε, και του επικαλούμενου από τον ίδιο υπέρτερου μισθού των 2.000 €.
Ότι, του καταβλήθηκαν για το έτος 2015 όλα τα επιδόματα εορτών και ειδικότερα ως προς το επίδομα Χριστουγέννων η αναλογία αυτού, οι αποδοχές αδείας, το επίδομα αυτής και το σύνολο των μισθών του. Ότι, ο ενάγων έλαβε κανονικά όλες τις άδειες ανάπαυσης κάθε έτους και όχι μόνον του έτους 2015 και ότι, ο μάρτυς απόδειξης δεν κατέθεσε με σαφήνεια ποια έτη δεν έλαβε άδεια ο ενάγων.
Ότι, παρότι ο ενάγων παραπονείται ότι η πρωτόδικη απόφαση εσφαλμένως έκρινε, μεταξύ άλλων, σχετικά με τις άδειες ότι έλαβε τις άδειες 2012-2014, ειδικά για την άδεια του 2013 στην αγωγή του είχε ισχυριστεί ότι την έλαβε και δεν ασκήθηκε σχετική αξίωση. Ότι, ειδικότερα δεν αποδείχθηκε κανένας λόγος περί μη χορηγήσεως αδείας, ούτε ποτέ το κτήμα υπήρξε χωρίς άλλο απασχολούμενο προσωπικό, ούτε διαμαρτυρία του ενάγοντος περί μη λήψης αδειών, ούτε διαφοροποίηση των συνθηκών μεταξύ των ετών 2013 και 2015, που έλαβε την άδειά του, κατά ομολογία του και των άλλων ετών.
Ότι, όσον αφορά την άδεια του έτους 2009 ενόψει του ότι η αγωγή κατατέθηκε τον Δεκέμβριο του 2015, η σχετική αξίωση είναι και παραγεγραμμένη, καθώς η αξίωση λήψεως των αποδοχών (απλών η διπλών) και του επιδόματος αδείας υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 εδ. 17 του Αστικού Κώδικας σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 253 ΑΚ και ότι, συνεπώς, οι αγωγικές αξιώσεις που αφορούν τη συγκεκριμένη αιτία είναι αβάσιμοι.
Ότι, περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από ης αρχές του έτους 2015 ο ενάγων εμφάνισε πρόβλημα στη βάδιση, αστάθεια, θόλωση οράσεως και αίσθημα κατάρρευσης, με αποτέλεσμα να αρχίσει επισκέψεις σε ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων και να υποβάλλεται σε διαγνωστικές εξετάσεις και ότι, τον Μάϊο του 2015 έλαβε την ετήσια άδειά του μετ' αποδοχών, ενώ στη συνέχεια, καθώς το πρόβλημά του αρχικώς αποδόθηκε σε πολυσυστημική ατροφία του εγκεφάλου, έλαβε αναρρωτική άδεια από 4.6.2015 έως 23.6.2015, από 24.6.2015 έως 8.7.2015 και από 15.7.2015 έως 28.7.2015.
Ότι, για την ανικανότητα του ενάγοντος για εργασία για τα ανωτέρω διαστήματα εκδόθηκαν οι από 20.7.2015 και 26.10.2015 γνωματεύσεις της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΕΟΠΥΥ, που την πιστοποίησαν. Ότι, ο εναγόμενος υπέγραψε τις από 16.6.2015 και 30.6.2015 βεβαιώσεις εργοδότη προκειμένου ο ενάγων να λάβει από τον ασφαλιστικό του φορέα επίδομα ασθενείας για το χρονικό διάστημα από 10.6.2015 έως 9.7.2015 και ότι, μετά το πέρας της αναρρωτικής του άδειας, ο ενάγων επέστρεψε στην εργασία του και εργάστηκε κανονικά.
Ότι, κατά τον μήνα Αύγουστο ο ενάγων διευθέτησε ως πληρεξούσιος του εναγομένου αλλαγή ονόματος σε σύνδεση της ΔΕΗ και ότι, το γεγονός ότι κατά τον μήνα Αύγουστο ο ενάγων δεν συνέταξε κατάσταση εξόδων δεν σημαίνει ότι δεν εμφανιζόταν στο κτήμα καθημερινά και ότι δεν απασχολείτο κατά το συμβατικό του ωράριο.
Ότι, σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο κρίνει ότι μόνη η κατάρτιση του καταλόγου εξόδων από τον ενάγοντα δεν αποδεικνύει ότι τον μήνα που αφορά η κατάρτιση αυτή ο ενάγων εργάστηκε ή αντιθέτως, αν δεν υπάρχει κατάρτιση, ότι δεν εργάστηκε, αφού πρόκειται περί παράθεσης εξόδων, η οποία μπορεί να γινόταν και σε μεταγενέστερο χρόνο από τον χρόνο πραγματοποίησης της δαπάνης.
Ότι, περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος γνωρίζοντας τη μέχρι τότε διάγνωση που του είχε γνωστοποιήσει ο ενάγων, και βάσει των οποίων φαινόταν ότι ο ενάγων αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας, του πρότεινε να μειωθεί στο εξής η απασχόλησή του, αλλά και ο μισθός του στο ήμισυ, πρόταση που δεν απεδέχθη ο ενάγων, αφού την εξέλαβε ως δυσμενή μεταβολή των όρων της σύμβασής του και αφού την απέκρουσε, συνέχισε να μεταβαίνει στην εργασία του, όπως και πριν, μέχρι που την 15.9.2015, ο εναγόμενος του απέκλεισε την είσοδο στο κτήμα, όπου προσέφερε μέχρι τότε κανονικά τις υπηρεσίες του.
Ότι, ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε εγγράφως με την από 29.9.2015 εξώδικη δήλωσή του με την οποία καλούσε τον εναγόμενο να του καταβάλει εντός δέκα ημερών την νόμιμη αποζημίωση. Ότι, ο εναγόμενος με την από 8.10.2015 εξώδικη δήλωσή του προς τον ενάγοντα, που του κοινοποίησε την 13.10.2015, αρνήθηκε ότι ο ίδιος κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας και δήλωσε ότι την από 29.9.2015 εξώδικο δήλωση την εκλαμβάνει ως καταγγελία από τον ενάγοντα της σύμβασης εργασίας, διότι, κατά τα όσα διέλαβε στην εξώδικό του ο εναγόμενος, ο ενάγων επεδείκνυε από τις αρχές του έτους αντισυμβατική συμπεριφορά με συνεχείς απουσίες, οι οποίες κατά δήλωσή του ήταν για λόγους υγείας, χωρίς να προσκομίσει δικαιολογητικά και έγκριση αδειών από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, παρότι ο εναγόμενος τα ζητούσε, προκειμένου να τον εξαναγκάσει να καταγγείλει τη σύμβαση για να επιτύχει την καταβολή αποζημίωσης.
Ότι, την προηγουμένη της κοινοποίησης της ανωτέρω εξωδίκου στον ενάγοντα, ο τελευταίος είχε εμφανιστεί πάλι στο κτήμα, όπου εκ νέου του απαγορεύτηκε η είσοδος από το προσωπικό του εναγομένου και κατ' εντολήν του. Ότι, στη συνέχεια ο εναγόμενος, την 19.10.2015 δήλωσε στον ΟΑΕΔ ότι ο ενάγων αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του και ότι, με βάση τα ανωτέρω, ο ενάγων δεν εγκατέλειψε τη θέση εργασίας του, ούτε εξέφρασε δήλωση βούλησης για τη λύση του ενοχικού δεσμού, που τον συνέδεε με τον εναγόμενο, ούτε ότι υπήρξε εκ μέρους του ενάγοντος μη εκπλήρωση της παροχής εργασίας, διότι, όπως αποδείχθηκε, απουσίασε από την εργασία του εντός των μηνών Ιουνίου 2015 και Ιουλίου 2015, λόγω φυσικής αδυναμίας, που οφειλόταν σε ασθένεια για την οποία είχε λάβει αναρρωτική άδεια, που εγκρίθηκε από την αρμόδια υγειονομική υπηρεσία, ενώ ο χρόνος απουσίας του για την αιτία αυτή δεν ξεπέρασε τα νόμιμα όρια.
Ότι, αντιθέτως, η ενέργεια του εναγομένου να αποκλείσει τον ενάγοντα από την πρόσβαση στο κτήμα, που ήταν ο χώρος, όπου κατά κύριο λόγο προσέφερε την εργασία του, συνιστά εκ μέρους του εναγομένου καταγγελία της σύμβασης εργασίας, η οποία έγινε χωρίς προμήνυση και γεννά δικαίωμα αποζημίωσης στο πρόσωπο του ενάγοντος, η οποία ανέρχεται στο ποσό των [1.500 € + (1/ 6 Χ 1.500)= 1.500€+250€= 1.750 € Χ 4μήνες=] 7.000€ και οφείλεται στον ενάγοντα με τους νόμιμους τόκους από την ημέρα που οφείλει ο εργοδότης να καταβάλει την αποζημίωση, ήτοι εν προκειμένω οφείλεται το ποσό των 3.500 € νομιμοτόκως από 16.9.2015 και το ποσό των 3.500 ευρώ από 16.11.2015.
4. Α. Επί της από 9.5.2019 και αριθ. κατάθ. 4523/409/9.5.2019 αίτησης αναίρεσης του Κ. Ο. : Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 444/2019).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 6/2019, ΑΠ 444/2019, ΑΠ 9/2016, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) απαιτείται να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν παραβιάσθηκαν οι κανόνες αυτοί ή εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 357/2018, ΑΠ 1022/2017, ΑΠ 651/2010).
5. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της ως άνω υπό στοιχείο Α αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο : α) ερμήνευσε ψευδώς και εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 648 παρ. 1, άρθρο 1 του ν. 3239/1955 (σημειωτέον ότι ο ορισμός της έννοιας του εργοδότη, καταργήθηκε με την περ.
α' του άρθρου 23 παρ. 1 Ν. 1876/1990, ήδη άρθρο 1 παρ. 1 του νόμου αυτού), καθόσον : 1) αν και δέχτηκε ότι εργαζόταν ο ενάγων συνεχώς από το έτος 1989 στο κτήμα κυριότητας του εναγομένου με τα ίδια καθήκοντα μέχρι και την 16.9.2015 και η οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης έπρεπε να υπολογιστεί με βάση την πραγματική έναρξη της απασχόλησής του ήτοι το έτος 1989 το Εφετείο την υπολόγισε με αφετηρία το έτος 2008 (1° σκέλος) και 2) δέχτηκε ότι με συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού μπορεί να περιοριστούν τα εργασιακά δικαιώματα του εργαζόμενου προς βλάβη του τελευταίου, στα οποία περιλαμβάνονται και η αποζημίωση του μισθωτού, ενώ οποιαδήποτε μεταγενέστερη συμφωνία δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στον υπολογισμό της αποζημίωσής του, καθόσον οι σχετικές διατάξεις είναι δημοσίας τάξεως (2° σκέλος) και β) ερμήνευσε ψευδώς και εφάρμοσε εσφαλμένα τις ως άνω διατάξεις, όχι μόνο αυτοτελώς, αλλά και σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, κατά την οποίαν "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη οπωσδήποτε επερχόμενη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος νόμου", κανόνας, ο οποίος περιέχεται και στις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1 του ΒΔ 16/18.7.1920, 3 παρ. 2 του ΠΔ 572/1988 και 8 Ν. 3514/1928, δεδομένου ότι, αφού δέχτηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εργαζόταν στο ίδιο αγρόκτημα του αντιδίκου του κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1989 έως τις 15.9.2015, οπότε και εκδιώχθηκε, με τα ίδια καθήκοντα, έπρεπε το Εφετείο για τον υπολογισμό της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης να λάβει υπόψη του την απασχόλησή του από το έτος 1989 στην ίδια θέση, με τα ίδια καθήκοντα και στον ίδιο εργοδότη, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος προς δική του εξυπηρέτηση και όφελος τον ενέτασσε σε διάφορες επιχειρήσεις δικών του συμφερόντων και κατά το τελευταίο διάστημα στο Προξενείο των Σεϋχελλών, εικονικά. (3° σκέλος).
Ο ως άνω πρώτος λόγος και ως προς το 1° έως και 3° σκέλος του είναι αβάσιμος, καθόσον, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως το περιεχόμενο αυτής εκτέθηκε παραπάνω, προκύπτει ότι δεν υπάρχουν παραδοχές ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εργάστηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας συνεχώς από το έτος 1989 με τα ίδια καθήκοντα και μέχρι την 16.9.2015 με εργοδότη τον εναγόμενο, ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για περιορισμό των εργασιακών δικαιωμάτων του, προς βλάβη του ενάγοντος και τέλος, ότι, υπήρξε μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, ώστε με βάση τις παραδοχές αυτές να κριθεί αν το Εφετείο κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, υπολογίζοντας την αποζημίωσή του (ενάγοντος), με αφετηρία προϋπηρεσίας το έτος 2008 και όχι το έτος 1989.
Αντίθετα, το Εφετείο δέχτηκε ότι οι διάδικοι κατάρτισαν το έτος 2008 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υπό την ιδιότητα του εργοδότη ο εναγόμενος και του μισθωτού ο ενάγων, ότι δεν αποδείχτηκε ο αγωγικός ισχυρισμός ότι το έτος 1989 ο Α. Έ. (πατέρας του εναγομένου) προσέλαβε τον ενάγοντα για λογαριασμό του ανηλίκου τότε γιού του (εναγομένου), υπό την ιδιότητα του ασκούντος τη γονική του μέριμνα, ώστε να μην αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος είχε από το έτος 1989 την ιδιότητα του εργοδότη, αφού δεν προέκυψε η σύναψη εργασίας το έτος 1989 μεταξύ των διαδίκων και ότι τέλος, ο ενάγων δεν επικαλείται στην ένδικη αγωγή του διαδοχή στην "επιχείρηση", όπως διευκρίνισε με σχετική δήλωση ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, η οποία και καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και συνεπώς δεν τίθεται θέμα ψευδούς ερμηνείας και εσφαλμένης εφαρμογής των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων.
Περαιτέρω με τον ίδιο ως άνω πρώτο λόγο της αίτησης κατά το 4° σκέλος του προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, ενώ δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων εργαζόταν συνεχώς από το έτος 1989 μέχρι και την 16.9.2015 στο αγρόκτημα κυριότητας του εναγόμενου με τα ίδια καθήκοντα και ότι εκδιώχθηκε παράνομα από την εργασία του στις 16.9.2015, με αποτέλεσμα να δικαιούται αποζημίωση απόλυσης, στη συνέχεια δέχτηκε αντιφατικά ότι συνήψε με τον αντίδικο του σύμβαση εργασίας το έτος 2008 και έτσι κατέληξε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι η αποζημίωσή του πρέπει να υπολογιστεί με αφετηρία προϋπηρεσίας το έτος 2008 και όχι το έτος 1989, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 648 παρ. 1 ΑΚ και 1 του ν. 3239/1955.
Ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως το περιεχόμενο της εκτέθηκε παραπάνω, το Εφετείο δέχτηκε ότι ο ενάγων εργάστηκε από το έτος 1989 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε τεχνικές και ηλεκτρολογικές εργασίες στο κτήμα ιδιοκτησίας του εναγομένου στην ..., την σύμβαση όμως αυτή συνήψε με τον πατέρα του εναγομένου Α.
Έ., ο οποίος ενεργούσε ατομικά και όχι υπό την ιδιότητα του ασκούντος τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τότε γιού του εναγομένου, στη συνέχεια δε δεχόμενο ότι το έτος 2008, οπότε απεβίωσε ο ως άνω εργοδότης του ενάγοντος και τη διοίκηση και διαχείριση του εν λόγω κτήματος ανέλαβε ο εναγόμενος, που ορίστηκε και Επίτιμος Πρόξενος της Δημοκρατίας των Σεϋχελλών, καταρτίστηκε νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με το ανωτέρω περιεχόμενο, υπό την ιδιότητα του εργοδότη ο εναγόμενος και του μισθωτού ο ενάγων.
Συνεπώς, δεν προκύπτουν αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το ζήτημα του χρόνου έναρξης της απασχόλησης του ενάγοντος, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δη στο ζήτημα υπολογισμού της αποζημίωσης απόλυσής του.
6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι, από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 573/2018).
Με τον δεύτερο λόγο της ίδιας ως άνω αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, όσον αφορά το ύψος των αποδοχών του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ανερχόμενο στο ποσό των 2.000 ευρώ και όχι στο ποσό των 1.500 ευρώ, όπως αυτό δέχτηκε, προκειμένου να υπολογίσει την αποζημίωση απόλυσής του, δεν έλαβε υπόψη του :
I) είκοσι ένα (21) φωτοαντίγραφα αποδείξεων πληρωμής, που ο ίδιος υπέγραφε κατά μήνα για ποσό μηνιαίου μισθού 2.000 ευρώ, II) δέκα (10) αποδείξεις πληρωμής του Ι. Σ., αγροτοεργάτη στο αγρόκτημα της ..., οι οποίες φέρουν την υπογραφή του, όπου εμφαίνεται ο πλήρης μισθός του (900 ευρώ, καθαρά, μηνιαίως), καθώς και τα αντίστοιχα εργόσημα των ιδίων μηνών, όπου ο μηνιαίος μισθός του εμφανίζεται ως 600 ευρώ ακαθάριστα και 450 ευρώ, καθαρά, III) οκτώ (8) αποδείξεις πληρωμής του Λ.
Κ., αγροτοεργάτη στο ίδιο ως άνω αγρόκτημα, αλβανικής υπηκοότητας, όπου εμφανίζεται ο πλήρης μισθός του (700 ευρώ, καθαρά, μηνιαίως), IV) την από 19.1.2011 υπεύθυνη δήλωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, όπου ο τελευταίος βεβαιώνει ότι έχει καταβάλει στον ως άνω Λ. Κ. για το έτος 2010 για μερική απασχόλησή του το ποσό των 10.200 ευρώ και VI) δέκα τρεις (13) αποδείξεις πληρωμής του Ε.
T., αγροτοεργάτη στο ίδιο ως άνω αγρόκτημα, που φέρουν την υπογραφή του, όπου εμφαίνεται ο πλήρης μισθός του (1.200 ευρώ, καθαρά, μηνιαίως), καθώς και τα αντίστοιχα εργόσημα των ιδίων μηνών, όπου ο μηνιαίος μισθός του εμφανίζεται ως 600 ευρώ, ακαθάριστα, και 450 ευρώ, καθαρά, όπως τα παραπάνω έγγραφα αναλυτικά αναφέρονται στην αίτηση.
Ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως το περιεχόμενο αυτής εκτέθηκε παραπάνω, προκύπτει ότι, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το ύψος του μηνιαίου μισθού του ενάγοντος ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων και συγκεκριμένα "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων το περιεχόμενο των οποίων διαλαμβάνεται στο ταυτάριθμο με την εκκαλουμένη πρακτικό, από όλα τα έγγραφα, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και από τις ένορκες βεβαιώσεις με αριθμούς ......".
Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση και από όλες τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως παραπάνω υπό στοιχείο 3 αναφέρονται δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα παραπάνω έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε ο ενάγων- εφεσίβλητος- εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, τα οποία το Εφετείο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του ως προς το ύψος του μηνιαίου μισθού του, πλην όμως, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά (και όχι σύμφωνα με τις απόψεις του) την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού ως προς το ύψος αυτού στο ποσό των 2.000 ευρώ.
7. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο ερμηνεύοντας εσφαλμένα τις διατάξεις του άρθρου 7 && 4, 5 του Ν. 1545/1985 "Εθνικό σύστημα προστασίας από την ανεργία και άλλες διατάξεις", που αντικατέστηκαν, αντίστοιχα, τις παραγράφους 1, 9 και 10 του άρθρου 27 ν.δ. 2961/1954, 9 && 1, 2 ν. 3198/1955, 5 του Κανονισμού Παροχών ανεργίας και στρατεύσεως και 914 ΑΚ δέχτηκε ότι δεν δικαιούται ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων των σχετικών επιδομάτων ανεργίας από τον ΟΑΕΔ, επειδή δεν ισχυρίστηκε ότι ζήτησε τα σχετικά επιδόματα εμπρόθεσμα από τον ΟΑΕΔ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο δεν εξέφερε ουσιαστική κρίση ως το αίτημα καταβολής των εν λόγω επιδομάτων και συγκεκριμένα ότι ο ενάγων δεν τα δικαιούται, ώστε να τίθεται θέμα παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, αλλά απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς το αίτημα της καταβολής των επιδομάτων ανεργίας από τον ΟΑΕΔ ως αόριστη.
8. Α. Επί της από 10.5.2019 και με αριθ. κατάθ. 4588/417/13.5.2019 αίτησης αναίρεσης του Λ. Έ. : Αναίρεση επιτρέπεται, κατά το άρθρο 559 αριθμός 4 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων. Τα πλαίσια της δικαιοδοσίας των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, ήτοι της εξουσίας της Πολιτείας προς άσκηση της δικαστικής λειτουργίας, καθορίζονται από τα άρθρα 1, 3, 22 επ.
ΚΠολΔ και 94 παρ.3 Συντάγματος. Στην εξουσία αυτή της Πολιτείας, όπως οριοθετείται από το νόμο, υπάγονται όλες οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου συνεπώς, το αντικείμενο της δίκης στα πολιτικά δικαστήρια είναι μόνο έννομες σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, δηλ. αμφισβητήσεις ή έριδες των διαδίκων περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσεως προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα.
Υπέρβαση της δικαιοδοσίας αυτής υπάρχει, στις περιπτώσεις, που τακτικό πολιτικό δικαστήριο επιλήφθηκε υποθέσεως, μολονότι η συγκεκριμένη υπόθεση, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαιοδοτικού οργάνου [ποινικού ή διοικητικού] ή των διοικητικών αρχών ή στη διεθνή δικαιοδοσία αλλοδαπού δικαστηρίου ή είχε υπαχθεί εγκύρως στη διαιτησία ή συνέτρεχε προνόμιο ετεροδικίας (ΑΠ 87/2013).
Εάν υπάρχει η πλημμέλεια της υπερβάσεως δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου της ουσίας, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 4 ΚΠολΔ, ενώ, αν το πολιτικό δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας, σε υπόθεση, που υπάγεται στη δικαιοδοσία του, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ ( ΟλΑΠ 2/1999, ΟλΑΠ 4/1992) και, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη ισχυρισμό για δικαιοδοσία, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ για παρά το νόμο μη λήψη υπ' όψη προταθέντων 'πραγμάτων' - ισχυρισμών (ΑΠ 366/2020, ΑΠ 18/2006).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 ΚΠολΔ "1. Στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου. 2. Εξαιρούνται από τη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων οι αλλοδαποί που έχουν ετεροδικία, εκτός αν πρόκειται για τις διαφορές που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 29".
Το προνόμιο της ετεροδικίας απονέμεται, κατά βάση, σύμφωνα με τις συμβάσεις της Βιέννης της 18.4.1961 περί των διπλωματικών σχέσεων, που κυρώθηκε με το ν.δ. 503/1970, και της 24.4.1963 επί των προξενικών σχέσεων, που κυρώθηκε με το ν. 90/1973 : α) στις ξένες πολιτείες, β) στους αρχηγούς ξένων κρατών, γ) στους αρχηγούς των διπλωματικών αποστολών ξένων κρατών, όπως και σ' όλα τα μέλη τους, υπό την προϋπόθεση όμως ότι αναγγέλθηκαν στο κράτος της διαπίστευσής τους, στα μέλη των οικογενειών τους, όχι όμως και στο ιδιωτικό υπηρετικό προσωπικό τους, δ) στους προξενικούς λειτουργούς και ειδικούς προξενικούς υπαλλήλους, όχι και τα μέλη των οικογενειών τους ούτε στο ιδιωτικό υπηρετικό προσωπικό τους, σχετικά με τις πράξεις που τελέστηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Το προνόμιο αυτό επεκτάθηκε και σε άλλα πρόσωπα με ειδικούς νόμους, λ.χ. διακυβερνητική επιτροπή μεταναστεύσεως από την Ευρώπη, ή μέσω διεθνών συμβάσεων και σε διεθνείς οργανισμούς ή ινστιτούτα. Η ετεροδικία, που αφορά στην παθητική μόνο πλευρά της έννομης προστασίας, εκτείνεται σ' όλες τις μορφές της τελευταίας λ.χ.
ασφαλιστικά μέτρα και περιλαμβάνει ακόμη και τις αγωγές αποζημιώσεως για πταίσμα από τις διαπραγματεύσεις. Δεν απονέμεται σε πρόσωπα με ελληνική ιθαγένεια ή και με μόνιμη διαμονή στην Ελλάδα (άρθρο 38 παρ. 1 του ως άνω ν.δ. 503/1970). Με τον πρώτο και δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της ως άνω αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 4 και 1 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο :
α) κατά παράβαση των άρθρων 1, 2 και 3 ΚΠολΔ, και β) κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων της Σύμβασης της Βιέννης της 18.4.1961 περί των διπλωματικών σχέσεων, που κυρώθηκε με το ν.δ. 503/1970, απέρριψε την ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, λόγω του προνομίου ετεροδικίας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, την οποίαν νομότυπα ο τελευταίος πρόβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέφερε με σχετικό λόγο έφεσής του ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.
Οι ως άνω λόγοι είναι αβάσιμοι, καθόσον, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως το περιεχόμενο αυτής εκτέθηκε παραπάνω, το Εφετείο απέρριψε την ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας των Ελληνικών δικαστηρίων να δικάσουν την ένδικη διαφορά, δεχόμενο ότι η ένδικη αγωγή έχει αντικείμενο εργατική διαφορά, που προέκυψε από ιδιωτικού δικαίου σχέση και δραστηριότητα μεταξύ των διαδίκων και όχι τέτοια προερχόμενη από την άσκηση δημόσιας εξουσίας του διαπιστεύοντος κράτους των Σεϋχελλών, του οποίου ο εναγόμενος τυγχάνει από 19.12.2008 επίτιμος πρόξενος του Προξενείου του στην Ελλάδα και επί πλέον ότι αυτός, κυπριακής υπηκοότητας, είναι μόνιμος κάτοικος Ελλάδος και συγκεκριμένα ως κάτοικος ...ς , οδός ...
άσκησε την ένδικη έφεσή του, ενώ δεν επικαλέστηκε άλλη μόνιμη διαμονή και ως εκ τούτου δεν απολαύει του προνομίου της ετεροδικίας. Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του, ορθά δε ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 ΚΠολΔ και της Σύμβασης της Βιέννης της 18.4.1961 περί των διπλωματικών σχέσεων, που κυρώθηκε με το ν.δ. 503/1970, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη.
9. Από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1987/2007).
Περαιτέρω, η νομιμοποίηση των διαδίκων είναι η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, καθοριζόμενη κατά κανόνα ως προς το αντικείμενό της και τους φορείς της από το ουσιαστικό δίκαιο. Εκείνος, ο οποίος εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, με συνέπεια η από το επιλαμβανόμενο αγωγής δικαστήριο εσφαλμένη κρίση ως προς τη νομιμοποίηση ή μη του ενάγοντος ή του εναγομένου να δημιουργεί το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 1072/2020, 465/2019, 1006/2017, ΑΠ 326/2009, ΑΠ 112/2008) και όχι από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος ανακύπτει, μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΑΠ 1428/2019, ΑΠ 1259/2018).
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης, κατά το δεύτερο σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 648 παρ. 1 ΑΚ, απορρίπτοντας την ένσταση παθητικής νομιμοποίησης, που νομότυπα πρόβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέφερε με σχετικό λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, δεχόμενο ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων είναι ο ίδιος ατομικά εργοδότης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και όχι το Προξενείο της Δημοκρατίας των Σεϋχελών.
Ο ως άνω λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) επί των πραγματικών περιστατικών, που αυτό δέχτηκε.
10. Ως προς την ασθένεια του εργαζόμενου σε σχέση με τη βούλησή του για διατήρηση ή καταγγελία της σύμβασης εργασίας στο άρθρο 5 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 4558/1930, ορίζονται : "Αποχή υπαλλήλου από της εργασίας, οφειλουμένη εις βραχείας σχετικώς διαρκείας ασθένειαν, προσηκόντως αποδεδειγμένην ή προκειμένου περί γυναικός εις λοχείαν, δεν θεωρείται ως λύσις της συμβάσεως εκ μέρους αυτού.
Ως βραχείας διαρκείας ασθένεια ερμηνεύεται η διαρκούσα ένα μήνα δι' υπαλλήλους υπηρετούντας μέχρι τεσσάρων ετών, τρεις μήνας δι' υπαλλήλους υπηρετούντας πλέον των τεσσάρων ετών, όχι όμως και πλέον των δέκα ετών, τέσσαρας μήνας δι' υπαλλήλους υπηρετούντας πλέον των δέκα ετών, όχι όμως και πλέον των δέκα πέντε ετών και έξι μήνας διά τους υπηρετούντος επί χρόνον ανώτερον των δέκα πέντε ετών".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι σε περίπτωση αποχής του εργαζόμενου από την εργασία του λόγω ασθένειας, καθ' υπέρβαση των χρονικών ορίων που τίθενται σ' αυτές, η λύση ή όχι της εργασιακής σύμβασης κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 4558/1930 (και όχι του Ν. 4548/1930, που εσφαλμένα αναφέρει ο αναιρεσείων), δεχόμενο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και η αποχή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου από την εργασία του εντός των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου του έτους 2015 οφειλόταν σε βραχεία ασθένειά του, προσηκόντως αποδεδειγμένη.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως το περιεχόμενο αυτής εκτέθηκε παραπάνω, το Εφετείο, σε σχέση με τον ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος περί οικειοθελούς αποχώρησης του αντιδίκου του από την εργασία του δέχτηκε ότι, ο ενάγων από τις αρχές του έτους 2015 έλαβε την ετήσια άδειά του με αποδοχές, ενώ στη συνέχεια, καθώς το πρόβλημά του αρχικώς αποδόθηκε σε πολυσυστημική ατροφία του εγκεφάλου, έλαβε αναρρωτική άδεια από 4.6.2015 έως 23.6.2015.
Ότι για την ανικανότητά του για εργασία τα ως άνω διαστήματα εκδόθηκαν οι από 20.7.2015 και 26.10.2015 γνωματεύσεις της Α' βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΕΟΠΠΥ, που την πιστοποίησαν και ότι ο εναγόμενος υπέγραψε τις από 16.6.2015 και 30.6.2015 βεβαιώσεις εργοδότη προκειμένου ο ενάγων να λάβει από τον ασφαλιστικό του φορέα επίδομα ασθενείας για το χρονικό διάστημα από 10.6.2015 έως 9.7.2015 και ότι μετά το πέρας της αναρρωτικής του άδειας ο ενάγων επέστρεψε στην εργασία του και εργάστηκε κανονικά μέχρι και την 15.9.2015, οπότε ο εναγόμενος του απέκλεισε την είσοδο στο κτήμα και ότι την 19.10.2015 ο τελευταίος δήλωσε στον ΟΑΕΔ ότι ο ενάγων αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του.
Ότι ο ενάγων δεν εγκατέλειψε τη θέση εργασίας του, ούτε εξέφρασε δήλωση βούληση για τη λύση του ενοχικού δεσμού, που τον συνέδεε με τον εναγόμενο, ούτε υπήρξε εκ μέρους του ενάγοντος μη εκπλήρωση της παροχής εργασίας, διότι, όπως αποδείχτηκε, απουσίασε από την εργασία του εντός των μηνών Ιουνίου 2015 και Ιουλίου 2015, λόγω φυσικής αδυναμίας που οφειλόταν σε ασθένεια για την οποίαν είχε λάβει αναρρωτική άδεια που εγκρίθηκε από την αρμόδια υγειονομική υπηρεσία, ενώ ο χρόνος απουσίας του για την αιτία αυτή δεν ξεπέρασε τα νόμιμα όρια.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο και κυρίως με τις παραδοχές, ότι ο αναιρεσίβλητος- ενάγων απείχε από την εργασία του εντός των μηνών Ιουνίου 2015 και Ιουλίου 2015, λόγω ασθένειας, δηλαδή για χρονικό διάστημα, που δεν ξεπέρασε τα νόμιμα όρια, αφού το ανώτατο χρονικό όριο που ορίζει ο νόμος, για εργαζόμενο, όπως ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με οκτώ (8) έτη υπηρεσίας, ανέρχεται σε τρεις (3) μήνες, ότι η ασθένειά του ήταν αποδεδειγμένη με βάση τις από 20.7.2015 και 26.10.2015 γνωματεύσεις της Α' βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΕΟΠΠΥ και ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων υπέγραψε τις από 16.6.2015 και 30.6.2015 βεβαιώσεις εργοδότη, προκειμένου ο ενάγων να λάβει από τον ασφαλιστικό του φορέα τα σχετικά επιδόματα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον με τις παραδοχές αυτές συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και συνεπώς ο τρίτος λόγος είναι αβάσιμος.
Η αιτίαση, που εκτίθεται στον ως άνω λόγο και δη ότι δεν τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής οι ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον το Εφετείο θεώρησε αποδεδειγμένη την βραχεία ασθένεια του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου από τις δύο προαναφερόμενες γνωματεύσεις, οι οποίες, ουδέποτε προσκομισθείσες στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, αφορούσαν αναρρωτικές άδειες για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα και δεν κάλυπταν ολόκληρο το χρονικό διάστημα των απουσιών του από την εργασία του, είναι απαράδεκτη, αφού, με αυτήν υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) επί πραγματικών περιστατικών, που αυτό δέχτηκε, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν και στη νομική σκέψη υπό στοιχείο 7.
11. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραθέτει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δη δεν αιτιολογεί από ποια πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εργαζόταν καθ' όλη τη διάρκεια του μηνός Αυγούστου του έτους 2015 και επίσης δεν αιτιολογεί γιατί έγινε δεκτό ότι η μόνιμη κατοικία του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος βρίσκεται στην Ελλάδα, ενώ είχε δηλώσει ότι προσωρινά διαμένει στην Ελλάδα και ότι υπάγεται γι' αυτό το λόγο στην αρμοδιότητα της Δ.Ο.Υ. Κατοίκων Εξωτερικού. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αόριστος, καθόσον, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην πιο πάνω υπό στοιχείο 4 νομική σκέψη, δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο, οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν αυτοί παραβιάσθηκαν ή εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους ανεπάρκεια αυτών.
Κατ' ακολουθίαν, και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν οι από της από 9.5.2019 και με αριθ. κατάθ. 4523/409/9.5.2019 και από 10.5.2019 και με αριθ. κατάθ. 4588/417/13.5.2019 αιτήσεις αναίρεσης, ενώ παρέλκει η έρευνα της δια των προτάσεων του αναιρεσείοντος Έ. Λ. υποβληθείσα αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης αυτού. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης, στη μεν από 9.5.2019 και με αριθ. κατάθ. 4523/409/9.5.2019 αίτηση βαρύνει τον αναιρεσείοντα σ' αυτή, λόγω της ήττας του, στη δε από 10.5.2019 και με αριθ. κατάθ. 4588/417/13.5.2019 αίτηση βαρύνει τον αναιρεσείοντα σ' αυτή, λόγω της ήττας του (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις από 9.5.2019 και με αριθ. κατάθ.4523/409/9.5.2019 και από 10.5.2019 και με αριθ. κατάθ. 4588/417/13.5.2019 αιτήσεις αναίρεσης κατά της υπ' αριθμό 2790/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9.5.2019 και με αριθ. κατάθ. 4523/409/9.5.2019 αίτηση αναίρεσης.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10.5.2019 και με αριθ. κατάθ. 4588/417/13.5.2019 αίτηση αναίρεσης.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ