Legislator Case Law & Legislation
473/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy trustee's objection to bank's notice of auction in Greece.

Case Number 473/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bankruptcy trustee's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting the bank's objection to the auction notice. The trustee argued the bank improperly served the notice without the trustee's involvement, but the court found this procedural defect did not affect the outcome. The court ruled that the trustee alone could serve such notices before the creditors' union stage and that the appeal lacked sufficient legal grounds for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 562, 577, 559, 495, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal against a final judgment is inadmissible if the alleged error is vague, does not meet statutory grounds, or if the procedural defect alleged (such as improper service of notice) did not influence the final decision.

Keywords

AI generated
bankruptcy trustee auction notice appeal admissibility creditor's union procedural defect Code of Civil Procedure legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
Articles 972 and following of the Code of Civil Procedure
Article 625 of the Bankruptcy Law

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1726/2008
Supreme Court Case 428/2003
Supreme Court Case 393/2001
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 473 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 473/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη , Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέα Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Λ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ως συνδίκου της τελούσας σε κατάσταση πτώχευσης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Ρούντα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Νούσιο, που ανακάλεσε την από 13/11/2019 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/5/2008 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 430/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1580/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/9/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χριστοδούλου ανέγνωσε την από 4/11/2019 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 8-9-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 1580/2011 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 430/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, που είχε κάνει δεκτή την από 21-5-2008 ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά του αναφερόμενου πίνακα κατάταξης δανειστών, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 972 επ. του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η συμμετοχή δανειστή του καθ' ου η αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, ο οποίος δανειστής δεν μετείχε στη διαδικασία αυτή, γίνεται με δικόγραφο (αναγγελτήριο), που επιδίδεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού (συμβολαιογράφο), τον επισπεύδοντα και τον καθ' ου η εκτέλεση στην οριζόμενη προθεσμία, εντός της οποίας πρέπει να κατατεθούν από τον αναγγελλόμενο στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο και τα έγγραφα που αποδεικνύουν την αναγγελλόμενη απαίτηση.

Η αναγγελία αποτελεί εξώδικη επιθετική διαδικαστική πράξη της διαδικασίας της κατάταξης και περιέχει ανακοίνωση της βούλησης του αναγγελλόμενου προς τον υπάλληλο του πλειστηριασμού για τη συμμετοχή του στη διαδικασία της διανομής του πλειστηριάσματος, έχει δε το χαρακτήρα δικογράφου. Επίσης, η αναγγελία συνοδεύεται από την κατάθεση των τίτλων, δηλαδή των αποδεικνυόντων την απαίτηση και το τυχόν προνόμιο εγγράφων, τα οποία πρέπει να κατατεθούν στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 972 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας.

Η κατάθεση των εγγράφων προϋποθέτει εμπρόθεσμη αναγγελία, δια δε των εγγράφων στηρίζεται η αναγγελία και δεν αναπληρώνεται αυτή (ΑΠ 194/2018, ΑΠ 307/2016, ΑΠ 655/2015, ΑΠ 1349/2011). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 534, 625, 628, 632, 634, 647, 648, 665 και 666 ΕμπΝ (β.δ. 19.4/1.5.1835), που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση κατά τα άρθρα 180 και 182 παρ. 1 του ν. 3558/10-7-2007 (Πτωχευτικός Κώδικας), ενόψει του χρόνου κήρυξης σε κατάσταση πτώχευσης της ως άνω εταιρείας (1-6-2007), με εκείνες των άρθρων 972, 975, 986 και 977 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στη διαδικασία της επαλήθευσης υποβάλλονται και οι με γενικό προνόμιο εξοπλισμένες απαιτήσεις, οι πιστωτές των οποίων στερούνται των ατομικών διώξεων.

Αν δε εκπλειστηριασθεί, με επίσπευση ενέγγυου πτωχευτικού δανειστή που διατηρεί δικαίωμα ατομικής δίωξης, ακίνητο της πτωχευτικής περιουσίας, πριν από το στάδιο της ένωσης των πιστωτών, οι απαιτήσεις αυτές αναγγέλλονται στη διαδικασία της εκτέλεσης μόνο δια του συνδίκου, ο οποίος κατατάσσεται στη θέση και για λογαριασμό των πιστωτών στον οικείο πίνακα κατάταξης.

Η πτωχευτική πίστωση, που έγινε κατά τη διαδικασία της επαλήθευσης αποδεκτή, θεωρείται ότι αναγνωρίσθηκε υπέρ και κατά της ομάδας των πιστωτών και γίνεται πλέον οριστική και απρόσβλητη. Στην περίπτωση αυτή αρκεί η κατάθεση από το σύνδικο αντιγράφου της έκθεσης επαλήθευσης, που αποτελεί για την ύπαρξη της απαίτησης πλήρη απόδειξη κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, προς οριστική κατάταξη των απαιτήσεων αυτών στον πίνακα κατάταξης (ΑΠ 225/2010, ΑΠ 1026/2010, ΑΠ 336/2001).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Επίσης, χαρακτηρίζονται ως ουσιαστικού δικαίου διατάξεις αυτές της αναγκαστικής εκτέλεσης και ειδικότερα των άρθρων 972 επ., 975 ΚΠολΔ, ώστε να ελέγχεται η ορθή εφαρμογή τους βάσει του λόγου του αριθ. 1 (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ 4/2005, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 191/2018, ΑΠ 1726/2008). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Μετά από αίτηση της εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" εκδόθηκε σε βάρος της εταιρίας με την επωνυμία "..." η υπ' αριθμόν 9958/2007 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκε η τελευταία καθώς και οι Μ.

Τ. και Σ. Τ., που εγγυήθηκαν υπέρ της τελευταίας, να της καταβάλουν το ποσό των 282.605 Ε με το νόμιμο τόκο από 13-2-2007 με τον ανατοκισμό των ανά εξάμηνο. Η διαταγή πληρωμής αυτή εκδόθηκε με βάση τα υπόλοιπο χρεολυτικού δανείου ύψους 900.000 Ε, το οποίο είχε χορηγήσει η εφεσίβλητη τραπεζική εταιρία στην άνω ανώνυμη εταιρία δυνάμει της υπ' αριθ. ...

συμβάσεως, πλην όμως η τελευταία κατέστη υπερήμερη περί την καταβολή των συμφωνημένων δόσεων και έτσι η εφεσίβλητη προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως αυτής δανείου που κατέστη ,κατά τους όρους της άνω συμβάσεως, ληξιπρόθεσμο ολόκληρο το υπόλοιπο ποσό του δανείου ανερχόμενο κατά το χρόνο της καταγγελίας στο ποσό των 282.605 Ε.

Επίσης μετά από αίτηση της εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας εκδόθηκε σε βάρος της άνω εταιρίας με την επωνυμία "..." η υπ' αριθ. 10190/2007 διαταγή πληρωμής του ως άνω Δικαστηρίου με την οποία υποχρεώθηκε η τελευταία, οι προαναφερόμενοι εγγυητές και ο Ά. Τ. να καταβάλλουν στην τότε αιτούσα το ποσό των 2.349.953 ευρώ οι τρεις πρώτοι και το ποσό των 150.000 ευρώ ο τελευταίος με το νόμιμο τόκο από 13-2-2007 μέχρι την εξόφληση με ανατοκισμό των τόκων ανά εξάμηνο.

Η διαταγή πληρωμής αυτή εκδόθηκε με βάση το κατάλοιπο της υπ' αριθ. ... συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις αναφερόμενες στην διαταγή πληρωμής αυξητικές συμβάσεις έκλεισε δε μετά την από 13-2-2002 καταγγελία της πιστώτριας με κατάλοιπο υπέρ της πιστούχου 2.349.953,43 ευρώ. Προς εξασφάλιση των άνω χρηματικών απαιτήσεών της η εφεσίβλητη ενέγραψε σε βάρος της ακίνητης περιουσίας, ήτοι επί του υπ' αριθ. 120 οικοπέδου του 16 ΟΤ εμβαδού 1362 τ.

μ. μετά των επ' αυτού κτισμάτων κείμενο στην εποικισθείσα περιοχή του συνοικισμού ... του νομού …., της ως άνω εταιρίας προσημείωση υποθήκης στις 16-2-2004, που τράπηκε σε υποθήκη στις 12-7-2007, δυνάμει της άνω υπ' αριθ. 10.190/2007 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την υπ' αριθ. ...

έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Κ. Β., ο Κ. Γ. επέβαλλε αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος της άνω ακίνητης περιουσίας της παραπάνω ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία περιγράφεται ειδικότερα στην έκθεση αυτή, πλην όμως η επισπευδομένη από αυτόν εταιρία σε βάρος της ως άνω ακίνητης περιουσίας της καθ' ης η εκτέλεση δεν ολοκληρώθηκε με την διενέργεια πλειστηριασμού, γιατί κατά τον πλειστηριασμό δεν εμφανίσθηκαν πλειοδότες.

Έτσι στην συνέχεια η εφεσίβλητη με τίτλο εκτελεστό την άνω υπ' αριθ. 10.190/2007 διαταγή πληρωμής επέσπευσε την αρξαμένη από τον Κ. Γ. αναγκαστική εκτέλεση υποκατασταθείσα στη θέση του άνω αρχικού επισπεύδοντος γενομένη με την υπ' αριθ. ... δήλωση συνέχισης μη γενομένου πλειστηριασμού ενώπιον της επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου συμβολαιογράφου Κιλκίς Μαριάνθης Εμμανουηλίδου, προς ικανοποίηση της χρηματικής απαίτησης της εκ της άνω διαταγής πληρωμής.

Με την υπ' αριθ. δε ... Α' Επαναληπτική περίληψη συνέχισης του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Κιλκίς Κ. Μ. ορίστηκε ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού η 21-11-2007. Στο μεταξύ μετά από αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "..." η καθ' ης η εκτέλεση άνω ανώνυμη εταιρία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως εκδοθείσης επί της αιτήσεως αυτής της υπ' αριθ. 20.752/1-6-2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ορίσθηκε χρόνος παύσεως πληρωμών η 10-3-2006, η αρξαμένη όμως από την εφεσίβλητη σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της άνω εταιρίας αναγκαστική εκτέλεση συνεχίσθηκε και στις 21-11-2007, ήτοι την ορισθείσα ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού, η διαδικασία αυτού ολοκληρώθηκε με κατακύρωση συνταγείσης από την επί του πλειστηριασμού υπάλληλο συμβολαιογράφο Κιλκίς Μαριάνθη Εμμανουηλίδου της υπ' αριθμ. ...

έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού και επιτεύχθηκε πλειστηρίασμα 120.001 ευρώ, αναδείχθηκε δε υπερθεματίστρια η επισπεύδουσα. Στον πλειστηριασμό αυτόν αναγγέλθηκαν κατά τα αναφερόμενα στον προσβαλλόμενο πίνακα: 1-Η επισπεύδουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" για το ποσό των 2.349.953,43 Ε, 2-Το Ταμείο Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Θεσσαλονίκης για ποσό 149.589,09 Ε, 3-Το Ελληνικό Δημόσιο (Δ.Ο.Υ.

ΦΑΕ Θεσσαλονίκης) για ποσό 650,70 Ε, 4-Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" για το ποσό του 1.653.233,14 Ε, 5-Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "EFG EUROBANK ERGASIAS ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", για το ποσό των 93.179,181 Ε, 6-Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" για το ποσό των 225.607,36 Ε και 7-Ο σύνδικος της πτωχεύσεως Λ.

Π. ως εκπρόσωπος της ομάδας των πιστωτών της κηρυχθείσης σε κατάσταση πτωχεύσεως καθ' ης η εκτέλεση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...". Επειδή το επιτευχθέν πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση των αναγγελθέντων δανειστών η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος προέβη στην σύνταξη του υπ' αριθμ. ...

προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης, και από το επιτευχθέν πλειστηρίασμα προαφαίρεσε το ποσό των εξόδων ήτοι α) ποσό 4.606 Ε για έξοδα εκτέλεσης και β) ποσό 2.672,90 Ε για την ίδια ως επί του πλειστηριασμού υπάλληλο. Στο υπόλοιπο προς διανομή πλειστηρίασμα εξ 115.395 Ε η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος κατέταξε προνομιακά και τυχαία και υπό τον όρο της τελεσίδικης επιδίκασης των απαιτήσεων και επαλήθευσης τους κατά την πτωχευτική διαδικασία τον καθ' ου σύνδικο της πτωχεύσεως Λ.

Π. για λογαριασμό των καθ' ων η ανακοπή/ήδη εκκαλούντων προς ικανοποίηση μέρους των απαιτήσεων των εν λόγω πιστωτών ως εχόντων γενικό προνόμιο από την παροχή εξαρτημένης εργασίας για τους υπό στοιχεία 1 έως 43 και ως αμοιβή για την παροχή νομικών υπηρεσιών για τους υπό στοιχεία 44 και 45 αυτών εντός της τελευταίας διετίας από την κήρυξη της πτωχεύσεως και συγκεκριμένα: 1) της Ό.

Β. του Γ., για το ποσό των 1.535,77 ευρώ, 2) του Ε. Β. του Β., για το ποσό των 1.546,20 ευρώ, 3) της Π. Γ. του Ε., για το ποσό των 1.702,72 ευρώ, 4) του Ε. Ν. του Ε., για το ποσό των 1.059,32 ευρώ, 5) της Γ. Α. του Π., για το ποσό των 1.259,99 ευρώ, 6) της Ε. Σ. του Β., για το ποσό των 1.632,14 ευρώ, 7) του Α. Δ. του Α., για το ποσό των 1.977,38 ευρώ, 8) της T. M. του R., για το ποσό των 1.313,13 ευρώ, 9) του Α.

Π. του Α., για το ποσό των 1.635,84 ευρώ, 10) του Ν. Σ. του Γ., για το ποσό των 1.242,49 ευρώ, 11) του K. G. του K. για το ποσό των 7.554,58 ευρώ, 12) της Κ. Κ. του Σ., για το ποσό των 5.636,96 ευρώ, 13) του Θ. Β. του Β., για το ποσό των 698,63 ευρώ, 14) της Μ. Β. του Δ., για το ποσό των 619,66 ευρώ, 15) του Π. Γ. του Σ., για το ποσό των 2.595,71 ευρώ, 16) του Γ. Γ. ( Γ.) του Α., για το ποσό των 197,80 ευρώ, 17) της Ε.

Γ. του Ν., για το ποσό των 573,59 ευρώ, 18) της Μ. Γ. του Χ., για το ποσό των 1.626,57 ευρώ, 19) του Ε. Δ. του Α., για το ποσό των 4.610,29 ευρώ, 20) της Ε. Δ. του Χ., για το ποσό των 1.383,75 ευρώ, 21) του Γ. Ι.

του Χ., για το ποσό των 2.506,61 ευρώ, 22) του Ι. Κ. του Ν., για το ποσό των 1.143,85 ευρώ, 23) του Χ. Κ. του Γ., για το ποσό των 1.336,79 ευρώ, 24) του Α. Μ. του Δ., για το ποσό των 1.658,16 ευρώ, 25) του Α. Μ. του Π., για το ποσό των 308,97 ευρώ, 26) του 6.113,35 ευρώ, 34) του Β. Σ. του Ν., για το ποσό των 3.318,48 ευρώ, 35) του Σ. Τ. του Ε., για το ποσό των 1.363,65 ευρώ, 36) της Θ.

Φ. του Χ., για το ποσό των 4.378,32 ευρώ, 37) της Μ. Φ. του Χ., για το ποσό των 1.836,59 ευρώ, 38) του Α. Φ. του Μ., για το ποσό των 3.063,35 ευρώ, 39) του Γ. Φ. του Δ., για το ποσό των 3.297,08 ευρώ, 40) του Α. Χ. του M., για το ποσό των 7.659,20 ευρώ, 41) του Β. Χ. του Ι., για το ποσό των 1.801,50 ευρώ, 42) της Α. Γ. του Ι., για το ποσό των 2.303,61 ευρώ, 43) του Π. Κ. του Β., για το ποσό των 2.634,4 ευρώ, 44) του Π.

Μ. του Γ., δικηγόρου, για το ποσό των 4.649,04 ευρώ, 45) του Α. Ρ. του Ι., δικηγόρου, για το ποσό των 3.245,80 ευρώ. Οι άνω όμως πιστωτές της καθ' ης η εκτέλεση εσφαλμένα κατετάγησαν στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης από την επί του πλειστηριασμού υπάλληλο και τούτο γιατί δεν προηγήθηκε νομότυπη αναγγελία των απαιτήσεών τους γενομένη δια του συνδίκου, δοθέντος ότι ο σύνδικος της πτωχεύσεως δεν προέβη σε νομότυπη αναγγελία των απαιτήσεων των ως άνω πτωχευτικών πιστωτών, αφού δεν επέδωσε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού αναγγελτήριο που να περιέχει τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 972 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία.

Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στην 2098/6-12-2007 πράξη κατάθεσης εγγράφων αναγγελίας σε πλειστηριασμό της επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου σε συνδυασμό με την από 31-12-2008 βεβαίωση της ίδιας, ο εκκαλών Λ. Π. κατέθεσε 1- την από 23-10-2007 αναγγελία των 1ης έως και 6ου των ως άνω πιστωτών καθ' ων η ανακοπή ήδη εκκαλούντων, την υπ' αριθ. 930/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και υπ' αριθ. 653/30-3-2007 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Δικαστηρίου αυτού ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως αυτής, 2- την από 23-10-2007 αναγγελία των 7ου και 8ου των ανωτέρω πιστωτών καθ' ων η ανακοπή ήδη εκκαλούντων και την υπ' αριθ. 931/2007 απόφαση του άνω Δικαστηρίου και το υπ' αριθ. 836/2007 πιστοποιητικό του ίδιου ως άνω γραμματέα ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως αυτής, 3- τις από 23-10-2007 αναγγελίες των 44ου και 45ου εκ τω ανωτέρω πιστωτών καθ' ων η ανακοπή και ήδη εκκαλούντων, την με αριθ.

κατ. 9146/2007 αγωγή του δικηγόρου Α. Ρ. κατά της καθ' ης η εκτέλεση και την 9145/2007 αγωγή του δικηγόρου Π. Μ. κατά της ίδιας και τις σχετικές εκθέσεις επιδόσεως, 4- στην από 18-10-2007 αναγγελία των 9ου και 10ου των ως άνω πιστωτών καθ' ων η ανακοπή ήδη εκκαλούντων και τις υπ' αριθ. 8/2007 και 9/2008 διαταγές πληρωμής κατά της καθ' ης εκτέλεση και τις σχετικές εκθέσεις επιδόσεως, και την από 23-10-2007 αναγγελία των 1ου έως και 43ου των παραπάνω πιστωτών καθ' ων η ανακοπή ήδη εκκαλούντων τις με αριθ.

κατ. 44.718/2007 και 6764/2007 αγωγές που ασκήθηκαν κατά της καθ' ης η εκτέλεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και τις αναφερόμενες στην έκθεση εκθέσεις επιδόσεως. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι οι καθ' ων δεν ανήγγειλαν νομότυπα τις απαιτήσεις τους κατά της κηρυχθείσης σε κατάσταση πτωχεύσεως καθ' ης η εκτέλεση, αφού δεν έχει επιδοθεί από τον σύνδικο αναγγελτήριο (δικόγραφο) στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο σχετικά με τις απαιτήσεις των εν λόγω πιστωτών, η κατάθεση δε των άνω εγγράφων δεν μπορεί να αναπληρώσει την αναγγελία, αλλά αυτή στηρίζεται στην κατάθεση των σχετικών εγγράφων, ως προαναφέρεται.

Άλλωστε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, οι αναγγελίες των καθ' ων στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης έπρεπε να γίνουν μόνο από το σύνδικο της πτώχευσης, και τούτο γιατί και οι δανειστές που απολαύουν γενικού προνομίου στα πράγματα του οφειλέτη που εκπλειστηριάζονται κατά τη διάρκεια της πτώχευσης πριν από την ένωση των πιστωτών από ενέγγυο δανειστή, από την ημέρα της κήρυξης της πτώχευσης στερούνται του δικαιώματος της ατομικής δίωξης κατά του πτωχού και της εκτέλεσης και συνεπώς οφείλουν, για την απαίτηση τους, να αναγγελθούν στον υπάλληλο του πλειστηριασμού δια του συνδίκου της πτωχεύσεως και τούτο παραλήφθηκε εν προκειμένω.

Κατ' ακολουθίαν οι καθ' ων η ανακοπή ήδη εκκαλούντες εσφαλμένα κατετάγησαν από την επί του πλειστηριασμού υπάλληλο στον προσβαλλόμενο πίνακα, αφού δεν έγινε αναγγελία των απαιτήσεων τους με την επίδοση αναγγελτηρίου από τον σύνδικο της πτωχεύσεως, γι' αυτό και πρέπει να αποβληθούν και στο ποσό που ελευθερώνεται να καταταγεί η ανακόπτουσα.

Τέλος ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι επέδωσαν στον σύνδικο τις αναγγελίες τους και έτσι αναγγέλθηκαν νομότυπα στη διαδικασία της εκτελέσεως ελέγχεται αβάσιμος, αφού η επίδοση των αναγγελιών αυτών στον σύνδικο της πτώχευσης δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι έγιναν "δια του συνδίκου" εφόσον αυτές έγιναν στον τελευταίο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 972 § 1 του ΚΠολΔ "ως εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση".

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο της ανακοπής, που ελέγχεται ουσιαστικά βάσιμος, και έκανε δεκτή στην συνέχεια την ανακοπή χωρίς να εξετάσει τους λοιπούς λόγους αυτής, αφού η εξέταση τους παρέλκει, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις γι' αυτό και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον άνω λόγο εφέσεως πρέπει να απορριφθούν απορριπτόμενης της εφέσεως στο σύνολο της".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 534, 625, 628, 632, 634, 647, 668, 665 και 666 του ΕμπΝ, καθώς και των άρθρων 972, 975, 986 και 977 του ΚΠολΔ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι οι αναφερόμενοι πιστωτές της πιο πάνω εταιρείας και εκπροσωπούμενοι από τον αναιρεσείοντα σύνδικο αυτής δεν ανήγγειλαν νομότυπα τις απαιτήσεις τους, αφού δεν έχει επιδοθεί από τον τελευταίο στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο σχετικό αναγγελτήριο (δικόγραφο), ενώ η επικαλούμενη κατάθεση των ως άνω αναφερομένων εγγράφων δεν μπορεί να αναπληρώσει και υποκαταστήσει την πιο πάνω απαιτουμένη αναγγελία.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η αναγγελία των ως άνω πιστωτών της προαναφερόμενης εταιρείας, η οποία είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, μόνο από τον αναιρεσείοντα σύνδικο αυτής μπορούσε να γίνει, εφόσον η εκπλειστηρίαση του αναφερομένου ακινήτου της πτωχευσάσης εταιρείας με επίσπευση ενέγγυου πτωχευτικού δανειστή (της αναιρεσίβλητης), που διατηρούσε δικαίωμα ατομικής δίωξης, έλαβε χώραν πριν από το στάδιο της ένωσης των πιστωτών κατ' άρθρ. 625 επ του ΕμπΝ.

Επίσης, ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του περί αποδοχής των πτωχευτικών πιστώσεων κατά τη διαδικασία επαλήθευσης της πτώχευσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν καθορίζεται το αποδιδόμενο στο Εφετείο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου καθώς και η επίδραση που είχε αυτό στο διατακτικό της απόφασης.

ΙΙΙ. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι έλαβε υπόψη του τη μη νομότυπη αναγγελία της Τράπεζας, η οποία αναγγέλθηκε η ίδια στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο χωρίς να αναγγελθεί δια του συνδίκου, ενώ δεν απολάμβανε ειδικού προνομίου.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν με σαφήνεια τα προσδιοριστικά του προβαλλόμενου ισχυρισμού στοιχεία, δεν γίνεται επίκληση, αλλά ούτε και προκύπτει από την ένδικη έφεση ότι ο αναφερόμενος ισχυρισμός, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι σε κάθε περίπτωση δεν είναι αναγκαίο να αναγγελθεί κατά τα ως άνω ο επισπεύδων την εκτέλεση, κατά το χρόνο της ενέργειας του πλειστηριασμού, ακόμη και αν αυτός δεν είναι ο αρχικός, αλλά ο υποκατάστατος επισπεύδων (ΑΠ 1726/2008, ΑΠ 428/2003, ΑΠ 393/2001). Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.

ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-9-2014 αίτηση αναίρεσης του Λ. Π. του Γ., δικηγόρου, ενεργούντος ως συνδίκου της πτώχευσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για απαιτήσεις των αναφερομένων δανειστών αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1580/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ