Legislator Case Law & Legislation
473/2017 AI generated

473/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 473/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

473/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 13-1-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

Keywords

AI generated
access road right of way access to property road infrastructure refurbishment roadside setback action to recover possession
AI generated
53/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
62/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
212/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
708/2018
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/10/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13981/2010 μη οριστική και 18701/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 645/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20/1/2016 αίτησή του.
700/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 473 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 473/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευάγγελο Μαρίνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) α. Σ. Κ. του Κ., β. Α. Μ. του Γ. και γ. Η. Κ. του Ε. (...), 2) Γ. συζ. Ν. Λ., το γένος Δ. (...), 3) Β. Α. του Ν. (...), 4) Δ. Λ. του Α. (...), 5) Χ. συζ. Δ. Μ. (...), 6) Σ. Ρ. του Χ. (...), 7) Α. Κ. του Π. (...), 8) α. Ο. Σ. του Δ. και β. Μ. συζ. Κ. Π. (...), 9) Α. Κ. του Δ. (...) και 10) α. Α. Μ. του Κ., β. Η. Ν. του Ι., γ. Χ. χας Α. Κ., δ. Β. Κ. του Α. και ε. Μ. - Α. Κ. του Α. (...), εκ των οποίων οι με στοιχ. 1γ, 2η, 6ος και 9ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Σκεύα, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1919/2009 μη οριστική και 565/2012 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-2-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον και οι 1γ, 2η, 6ος και 9ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 13-1-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξάλλου, σύμφωνα, με τις διατάξεις του άρθρου 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014, με το οποίο προστέθηκε άρθρο 6Α στο διάταγμα της 26-6/10-7-1944 ("Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου"), "1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις..." [βλ. και άρθρο 22 παρ. 4 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων", που προστέθηκε με το άρθρο 131 παρ. 2 του ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012)].

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (27-1-2017), δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο από πληρεξούσιο δικηγόρο, από τους αναιρεσιβλήτους, οι υπό στοιχ. 1α και 1β (Σ.

Κ. Κ. και Α. Γ. Μ., αντίστοιχα), 3ος (Β. Ν. Α.), 4ος (Δ. Α. Λ.), 5η (Χ. σύζ. Δ. Μ.), 7ος (Α. Π. Κ.), 8α και 8β (Ο. Δ. Σ. και Μ. σύζ. Κ. Π.) και οι 10α, 10β, 10γ, 10δ και 10ε (Α. Κ. Μ., Η. Ι. Ν., Χ. χήρα Α. Κ., Β. Α. Κ. και Μ. -Α. Α. Κ., αντίστοιχα). Από τη .../20-9-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Η. Τ., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, μαζί με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση αυτών κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (27-1-2017), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, στον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπύρο Σκεύα που τους είχε εκπροσωπήσει στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, κατά την τελευταία, στις 14-11-2011, συζήτηση της υπόθεσης.

Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των εν λόγω αναιρεσιβλήτων (πρβλ. ΑΠ 212/2016, ΑΠ 1069/2015, ΑΠ 1016/2015).

Οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το άρθρ. 62 παρ. 9 και 10 ν. 947/1979, και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 εδάφ.

α’ του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και των προαναφερόμενων διατάξεων του ν. 653/1977, κατ’ άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 11/2004 και 10/ 2004).

Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (ΑΠ Ολομ. 7/2013), ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/2001 (που ισχύει από 19-1-2002), το οποίο, πάντως, κατά το άρθρ. 37 εδάφ.

α’ του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 12/2011, 11/2011). Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου εισαγόταν προς κρίση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, διότι, κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη (ΑΠ Ολομ. 8/1999), δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης, άποψη που τελικά κρίθηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, ότι παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Ήδη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του νόμου 653/1977 είναι, όπως προαναφέρθηκε, μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού (ΑΠ 318/2016, ΑΠ 1258/2015).

Μάλιστα, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου αυτού (33 του ν. 2971/2001) προκύπτει ότι τα στοιχεία, για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου, διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις που ισχύουν (ΑΠ 318/2016, ΑΠ 406/2015, ΑΠ 34/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 565/2012 απόφασή του, δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την .../0010/29-8-1994 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 925/7-9-1994 (τεύχος Δ’ ), κηρύχθηκε αναγκαστικά απαλλοτριωτέα για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη διάνοιξη του αυτοκινητοδρόμου Θεσσαλονίκης - ποταμού Στρυμόνα, Τμήμα Ρεντίνας - Στρυμόνα, υποτμήμα Βόρεια παράκαμψη ......

εδαφική έκταση, συνολικού εμβαδού 940.158,50 τ.μ., που βρίσκεται στους Νομούς Θεσσαλονίκης και Σερρών και εικονίζεται... στο από Οκτώβριο 1993 Κτηματολογικό Διάγραμμα... και στον αντίστοιχο Κτηματολογικό Πίνακα... της Διεύθυνσης Μελετών Έργων Οδοποιΐας της Διεύθυνσης Συγκοινωνιακών Έργων (τέως 14ης ΠΥΔΕ) του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων...

Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνη αυτού και των παρόδιων ιδιοκτητών, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του νόμου. Με τον ως άνω κτηματολογικό πίνακα φέρονται ποίοι είναι οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες από την απαλλοτρίωση αυτή και ορίζεται στον εν λόγω κτηματολογικό πίνακα η υποχρέωση των παρόδιων ιδιοκτησιών για αυτοαποζημίωση και προσδιορίζεται και η συγκεκριμένη σε τετραγωνικά μέτρα έκταση.

Με την άνω ΚΥΑ η απαλλοτρίωση αυτή χαρακτηρίστηκε ως κατεπείγουσα. Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων περιλαμβάνονται και τα επίδικα με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ..., που βρίσκονται στην περιφέρεια του Νομού Σερρών. Και για τα ακίνητα αυτά ορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας από το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την 23533/1997 οριστική απόφασή του, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 18 και 18Α του ΝΔ 797/1971.

Το Ελληνικό Δημόσιο (εναγόμενο), υπέρ του οποίου και με δαπάνες αυτού και των παρόδιων ιδιοκτητών απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημοσίας ωφελείας και τα ως άνω ακίνητα, παρακατάθεσε το σύνολο της προσωρινής αποζημίωσης, που καθορίστηκε με την άνω απόφαση, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Γραφείο Παρακαταθηκών και Δανείων Λαγκαδά) και η οικεία ανακοίνωση της παρακατάθεσης αυτής (Αριθμ. ...30406/29.01.1998) δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 56/10.2.1998 (Τεύχος Δ’ ).

Με τον τρόπο αυτόν συντελέστηκε έκτοτε η εν λόγω κατεπείγουσα απαλλοτρίωση (άρθρο 7 παρ. 1 ΝΔ 797/1971), δηλαδή προ της από 19-1-2002 ισχύος του Ν. 2971/2001. Κατά συνέπεια, η ένδικη αγωγή των εναγόντων, με την οποία επιδιώκεται, αφού γίνει αναγνώριση μη συνδρομής του τεκμηρίου ωφέλειας των επίδικων ακινήτων στο έργο για το οποίο αυτά απαλλοτριώθηκαν, η καταβολή αποζημίωσης και για τα τμήματα των ιδιοκτησιών των εναγόντων που αυτοαποζημιώθηκαν, ορθώς εισήχθη προς εκδίκαση ενώπιον του εκδώσαντος την εκκαλούμενη απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, ως καθ’ ύλην αρμοδίου δικαστηρίου, κατά την τακτική διαδικασία...

χωρίς να απαιτείται η τήρηση της προδικασίας του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001... Τα επίδικα απαλλοτριωθέντα ακίνητα βρίσκονται, όπως προεκτέθηκε, στο Νομό Σερρών και δη στην κτηματική περιοχή των ... του ... και για το κάθε ένα απ’ αυτά αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: .... Πρόκειται για θαμνώδη έκταση σε πλαγιά λόφου... Κατά την ημέρα της αυτοψίας από τον ορισθέντα από το Δικαστήριο αυτό Πραγματογνώμονα, βρέθηκε να είναι εγκαταλειμμένο ακίνητο και χωρίς κτίσματα εντός της έκτασής του.

Το ακίνητο αυτό είχε αρχική έκταση 4.283,82 μ2 και απαλλοτριώθηκε τμήμα εμβαδού 1.239,38 μ2, οπότε απέμεινε έκταση 3.044,44 μ2, σχήματος ακανόνιστου. Από την απαλλοτριωθείσα έκταση των 1.239,38 μ2 θεωρήθηκε, με τον ως άνω Κτηματολογικό Πίνακα, η έκταση των 1.228,22 μ2 ως αυτοαποζημιούμενη, δηλαδή θεωρήθηκε εκ μέρους του εναγομένου Δημοσίου ότι, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, αυτό (Δημόσιο) δεν έχει υποχρέωση αποζημίωσης για τα 1.228,22 μ2, λόγω του τεκμηρίου ωφέλειας της παρόδιας απομείνασας έκτασης, ως αποκτήσασας πρόσωπο στην Εγνατία οδό.

Το άνω ακίνητο απέχει, σε ευθεία γραμμή, 300 περίπου μέτρα από την παλαιά οδό ... και 370 περίπου μέτρα από τη θάλασσα. Πριν από την απαλλοτρίωση ήταν απομονωμένο και επικοινωνούσε με την άνω παλαιά Εθνική οδό, μέσω δύσβατων ανώμαλων χωματόδρομων και έπρεπε να διανυθεί απόσταση 850 μέτρων. Ήδη το άνω ακίνητο επικοινωνεί με την παλαιά Εθνική οδό μέσω κάθετης οδού της Εγνατίας, της ..., που απέχει περίπου 480 μέτρα από το επίδικο ακίνητο, στην οποία ...

εισέρχεται οποιοσδήποτε μέσω χωματόδρομου που διανοίχθηκε βόρεια του ακινήτου αυτού για την κατασκευή του έργου (Εγνατίας Οδού) για το οποίο έγινε η απαλλοτρίωση. Η υψομετρική διαφορά μεταξύ του απομείναντος ακινήτου και της Εγνατίας οδού ποικίλλει, καθώς αυτό τοποθετείται σε πλαγιά λόφου, με αποτέλεσμα ένα μέρος του να βρίσκεται κάτω από το επίπεδο διέλευσης της Εγνατίας Οδού και άλλο μέρος του πάνω από το επίπεδο αυτό.

Η Εγνατία οδός, στην οποία το επίδικο ακίνητο απέκτησε πρόσωπο μετά την απαλλοτρίωση, είναι περίκλειστη με μεταλλικές μπάρες, έχει περίφραξη ύψους 2 μέτρων και, συνεπώς, το επίδικο για τους παραπάνω λόγους (υψομετρική διαφορά, μπάρες, περίφραξη) δεν έχει πρόσβαση στην οδό αυτή. Το επίδικο βρίσκεται εκτός σχεδίου και εκτός ζώνης, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις (ΠΔ 24/31-5-85).

Στην αρχική του κατάσταση ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο. Μετά την απαλλοτρίωση παρέμεινε άρτιο κατά παρέκκλιση, αλλά δεν είναι οικοδομήσιμο. Η απαγόρευση οικοδόμησης έγκειται στο γεγονός ότι δεν πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις, καθώς όλη η απομείνασα έκταση εμπίπτει εντός της απαγορευτικής για δόμηση ζώνης των 60 μέτρων από τον άξονα της οδού και των 40 μέτρων από το όριο της οδού.

Λόγω απώλειας της οικοδομησιμότητας της εναπομείνασας έκτασης του ακινήτου αυτού, στους συνιδιοκτήτες αυτού, που είναι οι 1η, 2ος και 3ος ενάγοντες (Σ. Κ., Α. Μ. και Η. Κ.), καθένας κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου... επιδικάστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση, με την 741/2001 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου σε ποσοστό 40% επί της ανά τετραγωνικό μέτρο οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, που ορίστηκε με την ίδια απόφαση στο ποσό των 10.000 δραχμών ανά μ2 και ήδη 29,35€ ανά μ2 για την μη αυτοαποζημιούμενη έκταση των 11,16 μ2.

Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε, σε εκτέλεση της άνω 741/2001 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στους άνω τρεις ενάγοντες, όπως οι ίδιοι ομολογούν με την κρινόμενη αγωγή τους, κατά το αναλογούν στον καθένα ποσοστό (1/3), την αποζημίωση που αντιστοιχεί στην καθορισθείσα παραπάνω οριστική τιμή μονάδος απαλλοτρίωσης για την απαλλοτριωθείσα έκταση μόνο των 11,16 μ2, καθώς και την ως άνω ιδιαίτερη αποζημίωση.

Ωστόσο δεν τους κατέβαλε την αναλογούσα αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν τμήμα εκτάσεως 1.228,22 μ2, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, οι εν λόγω ενάγοντες είναι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, βαρυνόμενοι με συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου, αυτοαποζημιούμενοι για 1.228,22 μ2, καθόσον η απομείνασα μετά την απαλλοτρίωση έκταση ωφελήθηκε από το συγκεκριμένο έργο, γιατί απέκτησε πρόσωπο σε αυτοκινητόδρομο (Εγνατία οδό).

Όμως, από το ότι απέκτησε πρόσωπο, δεν ωφελήθηκε καθόλου, αντίθετα μάλιστα ζημιώθηκε. Το ακίνητο αυτό ήταν ανεκμετάλλευτος αγρός πριν την απαλλοτρίωση και έτσι παρέμεινε και μετά την απαλλοτρίωση. Είχε πρόσβαση προς την παλαιά Εθνική Οδό Θεσσαλονίκης -Καβάλας πριν από την απαλλοτρίωση μέσω δύσβατου χωματόδρομου και εξακολουθεί να έχει πρόσβαση στην ίδια οδό και μετά την απαλλοτρίωση, έστω, όπως προαναφέρθηκε, πιο ευχερώς, λόγω διάνοιξης χωματόδρομου βόρεια αυτού, μέσω του οποίου εισέρχεται ο ενδιαφερόμενος ιδιοκτήτης του στην ...

και δι’ αυτής στην παλαιά ως άνω Εθνική οδό. Η περιοχή που βρίσκεται το επίδικο θεωρείται αγροτική και τουριστική, καθόσον είναι ανάμεσα στους τουριστικούς οικισμούς "...". Δεν υπάρχουν εκεί βιομηχανικές μονάδες ή μονάδες άλλων εμπορικών δραστηριοτήτων. Πριν από την απαλλοτρίωση το επίδικο ακίνητο είχε απεριόριστη θέα προς τη θάλασσα, που θεωρείται προνόμιο για εκτάσεις σε τουριστικές περιοχές, όπως η συγκεκριμένη, ενώ μετά την απαλλοτρίωση και την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου και τις επιχωματώσεις, η οπτική επαφή με τη θάλασσα απωλέσθηκε από μεγάλο τμήμα της εναπομείνασας έκτασης.

Βάσει των ανωτέρω, υπήρχε η δυνατότητα να οικοδομηθεί το ακίνητο αυτό με εξοχική κατοικία πριν από την απαλλοτρίωση, καθόσον ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, αλλά μετά την απαλλοτρίωση η δυνατότητα αυτή δεν υπάρχει πλέον, λόγω απώλειας της οικοδομησιμότητας. Πέραν των ανωτέρω, το επίδικο ακίνητο, από την κατασκευή της Εγνατίας οδού και τη χρήση αυτής, εκτίθεται, έχοντας πρόσωπο σε αυτή, σε έντονη ατμοσφαιρική ρύπανση, ηχορύπανση και επιπλέον απώλεσε σε μεγάλο βαθμό τη θέα του έμπροσθεν ήπιου ανάγλυφου φυσικού τοπίου, του πολεοδομικού συγκροτήματος της ..., των ακτών του Στρυμονικού κόλπου και της Χαλκιδικής, θέα που είχε πριν από την απαλλοτρίωση και τώρα έχει θέα, κατά το μεγαλύτερο μέρος, στα τοιχία αντιστήριξης, στην αντιαισθητική περίφραξη, στα μεταλλικά στηθαία της Εγνατίας Οδού και στα κινούμενα επ’ αυτής οχήματα.

Το επίδικο απέκτησε πρόσωπο στην Εγνατία οδό, αλλά δεν έχει πρόσβαση σ’ αυτή. Περαιτέρω, λόγω του μεγέθους της εναπομείνασας έκτασης του επιδίκου και της απόστασης αυτού από την Εγνατία Οδό, δεν είναι δυνατή η εκμετάλλευση του ακινήτου αυτού ούτε με εγκατάσταση διαφημιστικών πινακίδων (άρθρο 2 παρ. 1 εδ. 24 του Ν. 2669/ 1999/ΚΟΚ).

Υπό τα ως άνω δεδομένα, κρίνεται ότι οι 1η, 2ος και 3ος ενάγοντες, ως συνιδιοκτήτες του απαλλοτριωθέντος ακινήτου ..., δεν μπορεί να θεωρηθούν, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες και παρεπόμενα δεν πρέπει να συμμετάσχουν στις δαπάνες απαλλοτρίωσης του άνω έργου της Εγνατίας Οδού ως παρόδιοι ιδιοκτήτες του ...

ακινήτου τους, δηλαδή δεν πρέπει να επιβαρυνθούν με αυτοαποζημίωση. Συνακόλουθα, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, να αποζημιωθούν και για τα 1.228,22 μ2. Η αποζημίωση αυτή, υπολογιζόμενη βάσει της οριστικής τιμής μονάδας των 29,35€ ανά μ2 που καθορίσθηκε για το ... ακίνητο με την 741/2001 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ανέρχεται στο ποσό των (1.228,22 μ2 χ 29,35€ ανά μ2 =) 36.044,61 ευρώ και το ποσό αυτό το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έχει υποχρέωση να καταβάλει στους τρεις πρώτους ενάγοντες και στον καθέναν το ποσό των (36.044,61€ : 3 =) 12.041,87€, με νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. ....

Πρόκειται για θαμνώδη έκταση σε πλαγιά λόφου... Κατά την ημέρα της αυτοψίας από τον ορισθέντα από το Δικαστήριο αυτό Πραγματογνώμονα, βρέθηκε να είναι εγκαταλελειμμένο ακίνητο και χωρίς κτίσματα εντός της έκτασής του. Το ακίνητο αυτό είχε αρχική έκταση 11.935,46 μ2. Απαλλοτριώθηκε τμήμα εμβαδού 3.446,06 μ2 και απέμεινε έκταση 8.507,40 μ2, σε δύο τμήματα εκατέρωθεν της Εγνατίας οδού, το ένα εμβαδού 8.496,82 μ2, σχήματος ακανόνιστου (μακρόστενου) και το άλλο 10,58 μ2, σχήματος τριγώνου, νοτιοανατολικά της οδού.

Από την απαλλοτριωθείσα έκταση των 3.446,06 μ2, θεωρήθηκε, με τον ως άνω Κτηματολογικό Πίνακα, η έκταση των 1.216,87 μ2 ως αυτοαποζημιούμενη (η μισή έκταση/5,26 μ2/από το μικρό τμήμα και 1.211,58 μ2 από το άλλο τμήμα), δηλαδή θεωρήθηκε εκ μέρους του εναγομένου Δημοσίου ότι, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, αυτό (Δημόσιο) δεν έχει υποχρέωση αποζημίωσης για τα 1.216,87 μ2, λόγω του τεκμηρίου ωφέλειας των παρόδιων απομεινάντων ως άνω τμημάτων, διότι απέκτησαν πρόσωπο στην Εγνατία οδό.

Το άνω ακίνητο απέχει, σε ευθεία γραμμή, 370 περίπου μέτρα από την παλαιά οδό ... και 430 περίπου μέτρα από τη θάλασσα. Πριν από την απαλλοτρίωση ήταν απομονωμένο και επικοινωνούσε με την άνω παλαιά Εθνική οδό, μέσω δύσβατων ανώμαλων χωματόδρομων και έπρεπε να διανυθεί απόσταση 650 μέτρων. Ήδη το άνω ακίνητο, με την εναπομείνασα μεγάλη έκταση των 8.496,82 μ2, επικοινωνεί με την παλαιά Εθνική οδό μέσω κάθετης ασφαλτοστρωμένης οδού της Εγνατίας, της ..., που απέχει περίπου 170 μέτρα από το επίδικο ακίνητο, στην οποία ...

εισέρχεται οποιοσδήποτε μέσω χωματόδρομου που διανοίχθηκε για την κατασκευή του έργου (Εγνατίας Οδού) για το οποίο έγινε η απαλλοτρίωση. Το άλλο εναπομείναν τμήμα των 10,58 μ2 δεν έχει άμεση πρόσβαση σε καμία οδό. Η υψομετρική διαφορά μεταξύ του απομείναντος ακινήτου και της Εγνατίας οδού ποικίλλει, καθώς αυτό τοποθετείται σε πλαγιά λόφου, με αποτέλεσμα ένα μέρος, το μεγαλύτερο, να βρίσκεται κάτω από το επίπεδο διέλευσης της Εγνατίας Οδού και άλλο μέρος πάνω από το επίπεδο αυτό.

Η Εγνατία οδός, στην οποία το επίδικο ακίνητο απέκτησε πρόσωπο μετά την απαλλοτρίωση, είναι περίκλειστη με μεταλλικές μπάρες, έχει περίφραξη ύψους 2 μέτρων και συνεπώς το επίδικο για τους παραπάνω λόγους (υψομετρική διαφορά, μπάρες, περίφραξη) δεν έχει πρόσβαση στην οδό αυτή. Το επίδικο βρίσκεται εκτός σχεδίου και εκτός ζώνης, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις (ΠΔ 24/31-5-85).

Στην αρχική του κατάσταση ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο και παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο και μετά την απαλλοτρίωση, καθώς έχει τα όρια αρτιότητας και πληροί τις προϋποθέσεις οικοδόμησης (εμβαδόν, πρόσωπο, βάθος), εκτός από το μικρό τμήμα των 10,58 μ2. Για την εναπομείνασα μετά την απαλλοτρίωση ως άνω συνολική έκταση επιδικάστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση, με την 741/2001 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, σε ποσοστό 50% επί της ανά τετραγωνικό μέτρο οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης που ορίστηκε για την μη αυτοαποζημιούμενη απαλλοτριωθείσα έκταση.

Με την άνω απόφαση προσδιορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας στο ποσό των 10.000 δραχμών ανά μ2 και ήδη 29,35€ ανά μ2. Δικαιούχοι της άνω αποζημίωσης κρίθηκαν, ως συνιδιοκτήτες του ακινήτου αυτού, κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου, οι 10ος και 11η ενάγοντες (Ο. Σ. και Μ. Π.), δυνάμει της 24690/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε, σε εκτέλεση της άνω 741/2001 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στους άνω δύο ενάγοντες, όπως οι ίδιοι ομολογούν με την κρινόμενη αγωγή τους, κατά το αναλογούν στον καθέναν ποσοστό (1/2), την αποζημίωση που αντιστοιχεί στην καθορισθείσα παραπάνω οριστική τιμή μονάδος απαλλοτρίωσης για την απαλλοτριωθείσα μη αυτοαποζημιούμενη έκταση των 2.229,19 μ2, καθώς και την ως άνω ιδιαίτερη αποζημίωση.

Ωστόσο δεν τους κατέβαλε την αναλογούσα αποζημίωση για τα απαλλοτριωθέντα υπόλοιπα τμήματα, συνολικής έκτασης (1.211,58 + 5,29 =) 1.216,87 μ2, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, οι εν λόγω ενάγοντες είναι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, βαρυνόμενοι με συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου, αυτοαποζημιούμενοι για 1.216,87 μ2, καθόσον η απομείνασα μετά την απαλλοτρίωση προαναφερθείσα έκταση ωφελήθηκε από το συγκεκριμένο έργο, γιατί απέκτησε πρόσωπο σε αυτοκινητόδρομο (Εγνατία οδό).

Όμως, από το ότι απέκτησε πρόσωπο, δεν ωφελήθηκε καθόλου, αντίθετα μάλιστα ζημιώθηκε. Το ακίνητο αυτό απέκτησε πρόσωπο στην Εγνατία οδό, αλλά όχι και πρόσβαση σ’ αυτήν, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Το επίδικο ήταν ανεκμετάλλευτος αγρός πριν την απαλλοτρίωση και έτσι παρέμεινε και μετά την απαλλοτρίωση, δηλαδή δεν διευκολύνθηκε σε αλλαγή επωφελέστερης χρήσης του.

Είχε πρόσβαση προς την παλαιά Εθνική Οδό ... πριν από την απαλλοτρίωση μέσω δύσβατου χωματόδρομου και εξακολουθεί να έχει πρόσβαση στην ίδια οδό και μετά την απαλλοτρίωση, με το μεγαλύτερο τμήμα του, έστω, όπως προαναφέρθηκε, πιο ευχερώς, λόγω διάνοιξης χωματόδρομου, μέσω του οποίου εισέρχεται ο ενδιαφερόμενος ιδιοκτήτης του, αφού διανύσει 170 μέτρα, στην ...

και δι’ αυτής στην παλαιά ως άνω Εθνική οδό. Η περιοχή που βρίσκεται το επίδικο θεωρείται αγροτική και τουριστική. Το επίδικο απέχει περίπου 800 μέτρα από τον τουριστικό οικισμό "...". Δεν υπάρχουν εκεί βιομηχανικές μονάδες ή μονάδες άλλων εμπορικών δραστηριοτήτων. Πριν από την απαλλοτρίωση το επίδικο ακίνητο είχε απεριόριστη θέα προς τη θάλασσα, που θεωρείται προνόμιο για εκτάσεις σε τουριστικές περιοχές όπως η συγκεκριμένη, ενώ μετά την απαλλοτρίωση και την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου και τις επιχωματώσεις, η οπτική επαφή με τη θάλασσα απωλέσθηκε από μεγάλο τμήμα της εναπομείνασας έκτασης.

Βάσει των ανωτέρω, υπήρχε η δυνατότητα να οικοδομηθεί το ακίνητο αυτό με εξοχική κατοικία πριν από την απαλλοτρίωση, καθόσον ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο. Μετά την απαλλοτρίωση η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα διατηρήθηκε, πλην όμως οι προς ανέγερση εξοχικής κατοικίας πιθανότητες μειώθηκαν, καθόσον το επίδικο ακίνητο, από την κατασκευή της Εγνατίας οδού και τη χρήση αυτής, εκτίθεται, έχοντας πρόσωπο σ’ αυτή, σε έντονη ατμοσφαιρική ρύπανση, ηχορύπανση και επιπλέον απώλεσε σε μεγάλο βαθμό τη θέα του έμπροσθεν ήπιου ανάγλυφου φυσικού τοπίου, του πολεοδομικού συγκροτήματος της ..., των ακτών του Στρυμονικού κόλπου και της Χαλκιδικής, θέα που είχε πριν από την απαλλοτρίωση, ενώ μετά απ’ αυτήν έχει θέα κατά το μεγαλύτερο μέρος στα τοιχία αντιστήριξης, στην αντιαισθητική περίφραξη, στα μεταλλικά στηθαία της Εγνατίας Οδού και στα κινούμενα επ’ αυτής οχήματα.

Περαιτέρω, λόγω του μεγέθους της εναπομείνασας έκτασης του επιδίκου και της απόστασης αυτού από την Εγνατία Οδό, δεν είναι δυνατή η εκμετάλλευση του ακινήτου αυτού ούτε με εγκατάσταση διαφημιστικών πινακίδων (άρθρο 2 παρ. 1 εδ. 24 του Ν. 2669/1999/ΚΟΚ). Υπό τα ως άνω δεδομένα, κρίνεται ότι οι 10ος και 11η ενάγοντες, ως συνιδιοκτήτες του απαλλοτριωθέντος ακινήτου ..., δεν μπορεί να θεωρηθούν, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 653/ 1977, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες και παρεπόμενα δεν πρέπει να συμμετάσχουν στις δαπάνες απαλλοτρίωσης του άνω έργου της Εγνατίας Οδού ως παρόδιοι ιδιοκτήτες του ...

ακινήτου τους, δηλαδή δεν πρέπει να επιβαρυνθούν με αυτοαποζημίωση. Συνακόλουθα, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, να αποζημιωθούν και για τα 1.216,87 μ2. Η αποζημίωση αυτή, υπολογιζόμενη βάσει της οριστικής τιμής μονάδας των 29,35€ ανά μ2 που καθορίσθηκε για το ... ακίνητο με την 741/2001 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ανέρχεται στο ποσό των (1.216,87 μ2 Χ 10.000 δρχ.

ανά μ2 =) 12.168.700 δρχ. και ήδη 35.711,52€ και το ποσό αυτό το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έχει υποχρέωση να καταβάλει στους άνω 10ο και 11η ενάγοντες και στον καθέναν το ποσό των (35.711,52€ : 2 =) 17.855,76€, με νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. .... Πρόκειται για αγρό που βρίσκεται σε επίπεδη ευρύτερη εδαφική έκταση... καλλιεργούμενο με σιτηρά.

Κατά την ημέρα της αυτοψίας από τον ορισθέντα από το Δικαστήριο αυτό Πραγματογνώμονα, βρέθηκε να είναι εγκαταλελειμμένο ακίνητο και χωρίς κτίσματα εντός της έκτασής του. Το άνω ακίνητο απέχει, σε ευθεία γραμμή, 500 περίπου μέτρα από την παλαιά οδό ... και 650 περίπου μέτρα από τη θάλασσα. Αυτό είχε αρχική έκταση 4.790,03 μ2 και απαλλοτριώθηκε τμήμα εμβαδού 970,03 μ2 και απέμεινε έκταση 3.820,00 μ2, σχήματος ακανόνιστου πέντε πλευρών.

Από την απαλλοτριωθείσα συνολική έκταση των 970,03 μ2 θεωρήθηκε, με τον ως άνω Κτηματολογικό Πίνακα, ως αυτοαποζημιούμενη η έκταση των 739,15 μ2, δηλαδή θεωρήθηκε εκ μέρους του εναγομένου Δημοσίου ότι, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, αυτό (Δημόσιο) δεν έχει υποχρέωση αποζημίωσης για τα 739,15 μ2, λόγω του τεκμηρίου ωφέλειας της παρόδιας απομείνασας έκτασης, ως αποκτήσασας πρόσωπο στην Εγνατία οδό.

Η κατά προορισμό χρήση του άνω ακινήτου ήταν αγροτική πριν από την απαλλοτρίωση και τέτοια παρέμεινε και μετά απ’ αυτήν. Η περιοχή που βρίσκεται το επίδικο θεωρείται αγροτική και τουριστική, καθόσον είναι κοντά στον τουριστικό οικισμό "...". Η πρόσβαση σ’ αυτό πριν από την απαλλοτρίωση γινόταν μέσω δύσβατου αγροτικού χωματόδρομου.

Μετά την απαλλοτρίωση αυτό απέκτησε δύο πρόσωπα, το ένα προς την Εγνατία οδό και το άλλο προς την βοηθητική ασφαλτοστρωμένη κάθετη οδό της Εγνατίας οδού (...) που οδηγεί στην παλαιά Εθνική οδό .... Η ..., που διέρχεται μπροστά απ’ την εναπομείνασα έκταση του επιδίκου (βορειο-ανατολικά αυτού) φέρει μεταλλικές μπάρες, αλλά αυτές δεν επεκτείνονται σε όλο το μήκος της...

Έτσι, η εναπομείνασα ως άνω έκταση των 3.820 μ2 του επιδίκου έχει πρόσβαση στην ..., γεγονός που καθιστά την αγροτική εκμετάλλευση του ακινήτου αυτού πιο εύκολη μετά την απαλλοτρίωση και συνεπεία του άνω έργου για το οποίο έγινε η απαλλοτρίωση. Δεν έχει πρόσβαση στην Εγνατία οδό, επί της οποίας επίσης απέκτησε πρόσωπο, διότι η Εγνατία οδός είναι περίκλειστη με μεταλλικές μπάρες.

Το επίδικο βρίσκεται εκτός σχεδίου και εκτός ζώνης, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις (ΠΔ 24/31-5-85). Στην αρχική του κατάσταση ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο και παραμένει άρτιο κατά παρέκκλιση και μετά την απαλλοτρίωση, καθώς έχει τα όρια αρτιότητας (εμβαδόν, βάθος, πρόσωπο στην ...), αλλά δεν είναι πλέον οικοδομήσιμο.

Η απαγόρευση οικοδόμησης έγκειται στο γεγονός ότι δεν πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις, καθώς όλη η απομείνασα έκταση εμπίπτει εντός της απαγορευτικής για δόμηση ζώνης των 60 μέτρων από τον άξονα της οδού και των 40 μέτρων από το όριο της οδού. Λόγω απώλειας της οικοδομησιμότητας της εναπομείνασας έκτασης του ακινήτου αυτού, δεν επιδικάστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση στον ιδιοκτήτη αυτού, με την 611/2000 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία προσδιορίστηκε η ανά τετραγωνικό μέτρο οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, για τα 230,08 μ2, στο ποσό των 8.500 δραχμών.

Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε, σε εκτέλεση της άνω 611/2000 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στον ιδιοκτήτη του ακινήτου αυτού, που είναι ο 5ος ενάγων Β. Α. (βλ. 22680/1998 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης περί αναγνώρισης δικαιούχων αποζημίωσης) την οριστική αποζημίωση για τα 230,08 μ2, όπως ο ίδιος ομολογεί με την κρινόμενη αγωγή του.

Ωστόσο δεν του κατέβαλε την αναλογούσα αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν τμήμα εκτάσεως 739,15 μ2, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, ο εν λόγω ενάγων είναι ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, βαρυνόμενος με συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου, αυτοαποζημιούμενος για 739,15 μ2, καθόσον η απομείνασα μετά την απαλλοτρίωση ως άνω έκταση ωφελήθηκε από το συγκεκριμένο έργο, γιατί απέκτησε πρόσωπο στην Εγνατία οδό και στην ....

Υπό τα ως άνω δεδομένα, κρίνεται ότι ο 5ος ενάγων, ως ιδιοκτήτης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου ..., δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης και παρεπόμενα δεν πρέπει να συμμετάσχει στις δαπάνες απαλλοτρίωσης του άνω έργου κατά το μέρος που η εναπομείνασα έκταση του επιδίκου απέκτησε πρόσωπο προς την Εγνατία οδό, διότι δεν ωφελήθηκε καθόλου από το πρόσωπο αυτό, αντίθετα μάλιστα ζημιώθηκε, επειδή το ακίνητο αυτό δεν έχει, κατά τα προαναφερθέντα, πρόσβαση στην περίκλειστη αυτή οδό και επί πλέον διότι απώλεσε την οικοδομησιμότητά του.

Κατά το μέρος όμως που η εναπομείνασα έκταση του επιδίκου και από την νοτιοανατολική πλευρά του απέκτησε πρόσωπο προς την ..., αυτό ωφελήθηκε μερικώς, διότι η κατά προορισμό αγροτική χρήση και εκμετάλλευση του ακινήτου αυτού διευκολύνεται από την πρόσβαση που απέκτησε στην ασφαλτοστρωμένη αυτή οδό. Επομένως, πρέπει ως μερικώς ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτησία να συμμετάσχει στις δαπάνες απαλλοτρίωσης του εν λόγω έργου, με τη μορφή της αυτοαποζημίωσης, κατά 239,15 μ2 (σε ποσοστό 32,35% επί της έκτασης των 739,15 μ2 που θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενη με τον ως άνω Κτηματολογικό Πίνακα), ενώ για τα υπόλοιπα 500 τετραγωνικά μέτρα, για τα οποία δεν ωφελήθηκε ως παρόδιος ιδιοκτήτης, δεν πρέπει να επιβαρυνθεί με αυτοαποζημίωση.

Συνακόλουθα, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, να αποζημιωθεί για τα 500 μ2. Η αποζημίωση αυτή, υπολογιζόμενη βάσει της οριστικής τιμής μονάδας των 8.500 δραχμών ανά μ2 που καθορίσθηκε για το ... ακίνητο με την 611/2000 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ανέρχεται στο ποσό των (500 μ2 Χ 8.500 δρχ. =) 4.250.000 δραχμών και ήδη 12.472,49€ και το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έχει υποχρέωση να καταβάλει το ποσό αυτό στον άνω 5° ενάγοντα, με νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. ....

Πρόκειται για θαμνώδη έκταση σε πλαγιά λόφου... Κατά την ημέρα της αυτοψίας από τον ορισθέντα από το Δικαστήριο αυτό Πραγματογνώμονα, βρέθηκε να είναι εγκαταλελειμμένο ακίνητο και χωρίς κτίσματα εντός της έκτασής του. Το ακίνητο αυτό είχε αρχική έκταση 4.012 μ2. Απαλλοτριώθηκε τμήμα εμβαδού 1.017,91 μ2 και απέμεινε έκταση 2.994,09 μ2, σχήματος ακανόνιστου τεσσάρων πλευρών.

Από την απαλλοτριωθείσα συνολική έκταση των 1.017,91 μ2, θεωρήθηκε, με τον ως άνω Κτηματολογικό Πίνακα, η έκταση των 746,55 μ2 ως αυτοαποζημιούμενη, δηλαδή θεωρήθηκε εκ μέρους του εναγομένου Δημοσίου ότι, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, αυτό (Δημόσιο) δεν έχει υποχρέωση αποζημίωσης για τα 746,55 μ2, λόγω του τεκμηρίου ωφέλειας της παρόδιας απομείνασας ιδιοκτησίας, διότι απέκτησε πρόσωπο στην Εγνατία οδό.

Το άνω ακίνητο απέχει, σε ευθεία γραμμή, 600 περίπου μέτρα από την παλαιά οδό ... και 800 περίπου μέτρα από τη θάλασσα. Πριν από την απαλλοτρίωση ήταν απομονωμένο και επικοινωνούσε με την άνω παλαιά Εθνική οδό, μέσω δύσβατου ανώμαλου χωματόδρομου, ο οποίος, σε κάθε βροχόπτωση, ήταν άβατος και απέκλειε την πρόσβαση.

Ήδη το άνω ακίνητο, με την εναπομείνασα ως άνω έκταση, επικοινωνεί με την παλαιά Εθνική οδό μέσω κάθετης ασφαλτοστρωμένης οδού της Εγνατίας, της ..., που απέχει περίπου 270 μέτρα από το επίδικο ακίνητο, στην οποία ... εισέρχεται οποιοσδήποτε μέσω χωματόδρομου που διανοίχθηκε για την κατασκευή του έργου (Εγνατίας Οδού) για το οποίο έγινε η απαλλοτρίωση.

Η υψομετρική διαφορά μεταξύ του απομείναντος ακινήτου και της Εγνατίας οδού είναι 80 εκατοστά περίπου από την πλευρά που το επίδικο απέκτησε πρόσοψη. Η Εγνατία οδός, στην οποία το επίδικο ακίνητο απέκτησε πρόσωπο μετά την απαλλοτρίωση, είναι περίκλειστη με μεταλλικές μπάρες, έχει περίφραξη ύψους 2 μέτρων και συνεπώς το επίδικο για τους παραπάνω λόγους δεν έχει πρόσβαση στην οδό αυτή.

Το ... βρίσκεται εκτός σχεδίου και εκτός ζώνης, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις (ΠΔ 24/31-5-85). Στην αρχική του κατάσταση ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο και παραμένει άρτιο κατά παρέκκλιση και μετά την απαλλοτρίωση, όχι όμως και οικοδομήσιμο. Η απαγόρευση οικοδόμησης έγκειται στο γεγονός ότι δεν πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις, καθώς όλη η απομείνασα έκταση εμπίπτει εντός της απαγορευτικής για δόμηση ζώνης των 60 μέτρων από τον άξονα της οδού και των 40 μέτρων από το όριο της οδού.

Λόγω απώλειας της οικοδομησιμότητας της εναπομείνασας έκτασης του ακινήτου αυτού, δεν επιδικάστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση στον ιδιοκτήτη αυτού, με την 611/2000 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία προσδιορίστηκε η ανά τετραγωνικό μέτρο οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, για τα μη αυτοαποζημιούμενα 271,36 μ2, στο ποσό των 7.000 δραχμών.

Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε, σε εκτέλεση της άνω 611/2000 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στον ιδιοκτήτη του ακινήτου αυτού, που είναι ο 12ος ενάγων Α. Κ. (βλ. 22680/1998 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης περί αναγνώρισης δικαιούχων αποζημίωσης) την οριστική αποζημίωση για τα 271,36 μ2, όπως ο ίδιος ομολογεί με την κρινόμενη αγωγή του.

Ωστόσο δεν του κατέβαλε την αναλογούσα αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν τμήμα εκτάσεως 746,55 μ2, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, ο εν λόγω ενάγων είναι ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, βαρυνόμενος με συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου, αυτοαποζημιούμενος για 746,55 μ2, καθόσον η απομείνασα μετά την απαλλοτρίωση προαναφερθείσα έκταση ωφελήθηκε από το συγκεκριμένο έργο, γιατί απέκτησε πρόσωπο σε αυτοκινητόδρομο (Εγνατία οδό).

Το ακίνητο αυτό ήταν ανεκμετάλλευτος αγρός πριν την απαλλοτρίωση και έτσι παρέμεινε και μετά την απαλλοτρίωση. Πάντως η κατά προορισμό χρήση του ήταν αγροτική και τέτοια παρέμεινε και μετά την απαλλοτρίωση. Αυτό είχε πρόσβαση προς την παλαιά Εθνική Οδό ... πριν από την απαλλοτρίωση μέσω δύσβατου χωματόδρομου και εξακολουθεί να έχει πρόσβαση στην ίδια οδό και μετά την απαλλοτρίωση, αλλά ευκολότερα, λόγω διάνοιξης βελτιωμένου χωματόδρομου, μέσω του οποίου εισέρχεται ο ενδιαφερόμενος ιδιοκτήτης του, αφού διανύσει 270 μέτρα, στην ...

και δι’ αυτής στην παλαιά ως άνω Εθνική οδό. Η περιοχή που βρίσκεται το επίδικο θεωρείται εκτός από αγροτική και τουριστική. Το επίδικο είναι κοντά στους παραθεριστικούς οικισμούς "...". Δεν υπάρχουν εκεί βιομηχανικές μονάδες ή μονάδες άλλων εμπορικών δραστηριοτήτων. Βάσει των ανωτέρω, υπήρχε η δυνατότητα να οικοδομηθεί το ακίνητο αυτό με εξοχική κατοικία πριν από την απαλλοτρίωση, καθόσον ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, αλλά μετά την απαλλοτρίωση η δυνατότητα αυτή δεν υπάρχει, λόγω απώλειας της οικοδομησιμότητάς του.

Περαιτέρω, λόγω του μεγέθους της εναπομείνασας έκτασης του επιδίκου και της απόστασης αυτού από την Εγνατία Οδό δεν είναι δυνατή η εκμετάλλευση του ακινήτου αυτού ούτε με εγκατάσταση διαφημιστικών πινακίδων (άρθρο 2 παρ. 1 εδ. 24 του Ν. 2669/ 1999/ΚΟΚ). Επίσης, το επίδικο ακίνητο, από την κατασκευή της Εγνατίας οδού και τη χρήση αυτής, εκτίθεται, έχοντας πρόσωπο σε αυτή, σε έντονη ατμοσφαιρική ρύπανση και ηχορύπανση.

Υπό τα ως άνω δεδομένα, το επίδικο ακίνητο, από το ότι απέκτησε πρόσωπο στην Εγνατία οδό αλλά όχι και πρόσβαση σ’ αυτή, δεν ωφελήθηκε καθόλου, αλλά αντίθετα ζημιώθηκε. Ενόψει των ανωτέρω, κρίνεται ότι ο 12ος ενάγων, ιδιοκτήτης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου ..., δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης και παρεπόμενα δεν πρέπει να συμμετάσχει στις δαπάνες απαλλοτρίωσης του άνω έργου (της Εγνατίας Οδού) ως παρόδιος ιδιοκτήτης του ...

ακινήτου του, δηλαδή δεν πρέπει να επιβαρυνθεί με αυτοαποζημίωση. Συνακόλουθα, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, να αποζημιωθεί και για τα 746,55 μ2. Η αποζημίωση αυτή, υπολογιζόμενη βάσει της οριστικής τιμής μονάδας των 7.000 δραχμών ανά μ2 που καθορίσθηκε για το ... ακίνητο με την 611/2000 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ανέρχεται στο ποσό των (746,55 μ2 Χ 7.000 δρχ.

ανά μ2 =) 5.225.850 δρχ. και ήδη 15.336,32€ και το ποσό αυτό το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έχει υποχρέωση να καταβάλει στον 12° ενάγοντα, με νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. .... Πρόκειται για αγρό που βρίσκεται σε επίπεδη εδαφική έκταση... καλλιεργούμενο με σιτηρά. Κατά την ημέρα της αυτοψίας από τον ορισθέντα από το Δικαστήριο αυτό Πραγματογνώμονα, βρέθηκε να είναι χέρσο ακίνητο και χωρίς κτίσματα εντός της έκτασής του...

Το άνω ακίνητο απέχει, σε ευθεία γραμμή, 430 περίπου μέτρα από την παλαιά οδό ... και 610 περίπου μέτρα από τη θάλασσα. Είχε αρχική έκταση 8.571 μ2 και απαλλοτριώθηκε τμήμα εμβαδού 2.140 μ2 για τη διαπλάτυνση της ..., κάθετης οδού προς την Εγνατία. Μετά την απαλλοτρίωση απέμεινε έκταση 6.431 μ2, σχήματος ακανόνιστου πέντε πλευρών, σχήμα που είχε και πριν από την απαλλοτρίωση.

Από την απαλλοτριωθείσα συνολική έκταση των 2.140 μ2 θεωρήθηκε, με τον ως άνω Κτηματολογικό Πίνακα, ως αυτοαποζημιούμενη η έκταση των 1.162,50 μ2, δηλαδή θεωρήθηκε εκ μέρους του εναγομένου Δημοσίου ότι, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, αυτό (Δημόσιο) δεν έχει υποχρέωση αποζημίωσης για τα 1.162,50 μ2, λόγω του τεκμηρίου ωφέλειας της παρόδιας απομείνασας έκτασης, ως αποκτήσασας πρόσωπο στην ....

Η κατά προορισμό χρήση του άνω ακινήτου ήταν αγροτική πριν από την απαλλοτρίωση και τέτοια παρέμεινε και μετά απ’ αυτήν. Η περιοχή που βρίσκεται το επίδικο θεωρείται αγροτική και τουριστική, καθόσον είναι κοντά στους παραθεριστικούς οικισμούς "...". Η πρόσβαση σ’ αυτό πριν από την απαλλοτρίωση γινόταν μέσω αγροτικού χωματόδρομου, που γινόταν δύσβατος όταν έβρεχε.

Μετά την απαλλοτρίωση απέκτησε πρόσωπο προς την κατασκευασθείσα ..., η οποία στο σημείο αυτό δεν έχει ακόμη ασφαλτοστρωθεί. Η ... βρίσκεται στο ίδιο εδαφικό επίπεδο με το επίδικο και το τελευταίο έχει άμεση πρόσβαση σ’ αυτήν (...), που οδηγεί στην παλαιά Εθνική οδό .... Το γεγονός αυτό της άμεσης πρόσβασης του επιδίκου στην ..., καθιστά την αγροτική εκμετάλλευση του ακινήτου αυτού πιο εύκολη μετά την απαλλοτρίωση και συνεπεία του άνω έργου για το οποίο έγινε η απαλλοτρίωση.

Το επίδικο βρίσκεται εκτός σχεδίου και εκτός ζώνης, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις (ΠΔ 24/31-5-85). Στην αρχική του κατάσταση ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο και παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο και μετά την απαλλοτρίωση, καθώς πληροί τις προϋποθέσεις αρτιότητας και οικοδομησιμότητας (εμβαδόν, βάθος, πρόσωπο στην ...).

Να σημειωθεί ενταύθα ότι το επίδικο βρίσκεται σε αρκετή απόσταση από την Εγνατία οδό και δεν επηρεάστηκε από την κατασκευή της. Άλλωστε απαλλοτριώθηκε τμήμα αυτού όχι για το έργο της Εγνατίας οδού, αλλά για τη διαπλάτυνση της .... Στο εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση τμήμα του επιδίκου μπορεί να γίνει τοποθέτηση διαφημιστικών πινακίδων, ορατών από τους χρήστες της Εγνατίας οδού, και επομένως να γίνει εκμετάλλευση του ακινήτου και με τον τρόπο αυτό...

καθόσον το επίδικο απέχει πλέον των 150 μέτρων από την οδό αυτή (άρθρο 2 παρ. 1 εδ. 24 του Ν. 2669/1999/ΚΟΚ). Με την 611/2000 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, προσδιορίστηκε η ανά τετραγωνικό μέτρο οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, για τα μη αυτοαποζημιούμενα 977,50 μ2, στο ποσό των 7.000 δραχμών. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε, σε εκτέλεση της άνω 611/2000 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στον ιδιοκτήτη του ακινήτου αυτού, που είναι ο 8ος ενάγων Σ.

Ρ. (βλ. 22680/1998 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης περί αναγνώρισης δικαιούχων αποζημίωσης) την οριστική αποζημίωση για τα 977,50 μ2, όπως ο ίδιος ομολογεί με την κρινόμενη αγωγή του. Ωστόσο δεν του κατέβαλε την αναλογούσα αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν τμήμα εκτάσεως 1.162,50 μ2, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, ο εν λόγω ενάγων είναι ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, βαρυνόμενος με συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου, αυτοαποζημιούμενος για 1.162,50 μ2, καθόσον η απομείνασα μετά την απαλλοτρίωση ως άνω έκταση ωφελήθηκε από το συγκεκριμένο έργο, γιατί απέκτησε πρόσωπο στην ....

Υπό τα ως άνω δεδομένα, κρίνεται ότι ο 8ος ενάγων Σ. Ρ. ως ιδιοκτήτης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου ... μπορεί να θεωρηθεί, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, ως μερικώς ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, διότι το επίδικο στην εναπομείνασα μετά την απαλλοτρίωση έκτασή του απέκτησε α) πρόσωπο στην ..., β) άμεση πρόσβαση στην ..., γεγονός που καθιστά πιο εύκολη την κατά προορισμό αγροτική εκμετάλλευσή του, γ) τη δυνατότητα εκμετάλλευσης με εγκατάσταση διαφημιστικών πινακίδων.

Μετά την απαλλοτρίωση διατήρησε μεν την αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του, πλην όμως στην αρχική του έκταση (8.571 μ2) μπορούσε να οικοδομηθεί κτίσμα οικίας, εμβαδού 286 μ2, ενώ στην εναπομείνασα έκταση των 6.431 μ2 μπορεί να οικοδομηθεί κτίσμα, εμβαδού 249 μ2... και κατά το στοιχείο αυτό το επίδικο υπέστη βλάβη και όχι ωφέλεια ως παρόδια ιδιοκτησία.

Η ως άνω μερική ωφέλεια ανέρχεται σε 581,25 μ2, δηλαδή σε ποσοστό 50% επί της έκτασης των 1.162,50 μ2 που θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενη με τον ως άνω Κτηματολογικό Πίνακα και η αντίστοιχη βλάβη ανέρχεται επίσης στα 581,25 μ2. Ενόψει των ανωτέρω, η εν λόγω ... ιδιοκτησία α) δεν πρέπει να συμμετάσχει στις δαπάνες απαλλοτρίωσης του άνω έργου της διαπλάτυνσης της ...

κατά το ποσοστό που κατά τα ανωτέρω ζημιώθηκε, δηλαδή κατά 581,25 μ2 και να μην επιβαρυνθεί με αυτοαποζημίωση, β) πρέπει ως μερικώς ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτησία να συμμετάσχει στις δαπάνες απαλλοτρίωσης του εν λόγω έργου, με τη μορφή της αυτοαποζημίωσης, κατά 581,25 μ2. Συνακόλουθα, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, να αποζημιωθεί για τα 581,25 μ2 και η αποζημίωση αυτή, υπολογιζόμενη βάσει της οριστικής τιμής μονάδας των 7.000 δραχμών ανά μ2 που καθορίσθηκε για το ...

ακίνητο με την 611/2000 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ανέρχεται στο ποσό των (581,25 μ2 Χ 7.000 δρχ. =) 4.068.750 δραχμών και ήδη 11.940,57€ και το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έχει υποχρέωση να καταβάλει το ποσό αυτό στον 8° ενάγοντα, με νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. .... Πρόκειται για αγρό που βρίσκεται σε λόφο μικρής κλίσης...

καλλιεργούμενο με σιτηρά. Κατά την ημέρα της αυτοψίας από τον ορισθέντα από το Δικαστήριο αυτό Πραγματογνώμονα, βρέθηκε να είναι χέρσο ακίνητο και χωρίς κτίσματα εντός της έκτασής του... Το άνω ακίνητο απέχει, σε ευθεία γραμμή, 420 περίπου μέτρα από την παλαιά οδό ... και 480 περίπου μέτρα από τη θάλασσα. Αυτό είχε αρχική έκταση 3.000,30 μ2 και απαλλοτριώθηκε τμήμα εμβαδού 1.327,88 μ2 για την κατασκευή της Εγνατίας οδού.

Μετά την απαλλοτρίωση απέμεινε έκταση 1.673,42 μ2, σχήματος τραπεζίου. Από την απαλλοτριωθείσα έκταση των 1.327,88 μ2 θεωρήθηκε, με τον ως άνω Κτηματολογικό Πίνακα, ως αυτοαποζημιούμενη η έκταση των 758,98 μ2, δηλαδή θεωρήθηκε εκ μέρους του εναγομένου Δημοσίου ότι, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, αυτό (Δημόσιο) δεν έχει υποχρέωση αποζημίωσης για τα 758,98 μ2, λόγω του τεκμηρίου ωφέλειας της παρόδιας απομείνασας έκτασης, ως αποκτήσασας πρόσωπο στην Εγνατία οδό.

Η κατά προορισμό χρήση του άνω ακινήτου ήταν αγροτική πριν από την απαλλοτρίωση και τέτοια παρέμεινε και μετά απ’ αυτήν. Η περιοχή που βρίσκεται το επίδικο θεωρείται αγροτική και τουριστική, καθόσον είναι κοντά στον παραθεριστικό οικισμό "...". Η πρόσβαση σ’ αυτό πριν από την απαλλοτρίωση γινόταν μέσω αγροτικού χωματόδρομου, που γινόταν δύσβατος όταν έβρεχε.

Και μετά την απαλλοτρίωση η πρόσβαση σ’ αυτό γίνεται από τον ίδιο χωματόδρομο. Η υψομετρική διαφορά μεταξύ του απομείναντος ακινήτου και της Εγνατίας οδού κυμαίνεται από 10 έως 15 μέτρα από την πλευρά που το επίδικο απέκτησε πρόσοψη. Η Εγνατία οδός, στην οποία το επίδικο ακίνητο απέκτησε πρόσωπο μετά την απαλλοτρίωση, είναι περίκλειστη με μεταλλικές μπάρες, έχει περίφραξη ύψους 2 μέτρων και συνεπώς το επίδικο για τους παραπάνω λόγους δεν έχει πρόσβαση στην οδό αυτή.

Το ... βρίσκεται εκτός σχεδίου και εκτός ζώνης, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις (ΠΔ 24/31-5-85). Στην αρχική του κατάσταση δεν ήταν άρτιο, ούτε και οικοδομήσιμο και μετά την απαλλοτρίωση δεν είναι άρτιο (ούτε κατά παρέκκλιση) και παρέμεινε μη οικοδομήσιμο. Με την 611/2000 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, προσδιορίστηκε η ανά τετραγωνικό μέτρο οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, για τα μη αυτοαποζημιούμενα 568,90 μ2, στο ποσό των 7.500 δραχμών.

Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε, σε εκτέλεση της άνω 611/2000 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στον ιδιοκτήτη του ακινήτου αυτού, που είναι ο 6ος ενάγων Δ. Λ. (βλ. 22680/1998 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης περί αναγνώρισης δικαιούχων αποζημίωσης) την οριστική αποζημίωση για τα 568,90 μ2, όπως ο ίδιος ομολογεί με την κρινόμενη αγωγή του.

Ωστόσο δεν του κατέβαλε την αναλογούσα αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν τμήμα εκτάσεως 758,98 μ2, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, ο εν λόγω ενάγων είναι ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, βαρυνόμενος με συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου, αυτοαποζημιούμενος για 758,98 μ2, καθόσον η απομείνασα μετά την απαλλοτρίωση προαναφερθείσα έκταση ωφελήθηκε από το συγκεκριμένο έργο, γιατί απέκτησε πρόσωπο σε αυτοκινητόδρομο (Εγνατία οδό).

Το ακίνητο αυτό ήταν αγρός πριν την απαλλοτρίωση και έτσι παρέμεινε και μετά την απαλλοτρίωση, δηλαδή η κατά προορισμό χρήση του ήταν αγροτική και τέτοια παρέμεινε και μετά την απαλλοτρίωση. Ο ιδιοκτήτης του είχε πρόσβαση σ’ αυτό μέσω αγροτικού χωματόδρομου και η κατάσταση αυτή παρέμεινε ίδια και μετά την απαλλοτρίωση.

Το επίδικο δεν έχει, όπως προεκτέθηκε, πρόσβαση στην Εγνατία οδό, προς την οποία απέκτησε πρόσωπο. Περαιτέρω, λόγω του μεγέθους της εναπομείνασας έκτασης του επιδίκου και της απόστασης αυτού από την Εγνατία Οδό, δεν είναι δυνατή η εκμετάλλευση του ακινήτου αυτού ούτε με εγκατάσταση διαφημιστικών πινακίδων (άρθρο 2 παρ. 1 εδ. 24 του Ν. 2669/1999/ΚΟΚ).

Επίσης, το επίδικο ακίνητο από την κατασκευή της Εγνατίας οδού και τη χρήση αυτής, εκτίθεται, έχοντας πρόσωπο σε αυτή, σε έντονη ατμοσφαιρική ρύπανση και ηχορύπανση. Υπό τα ως άνω δεδομένα, το επίδικο ακίνητο, από το ότι απέκτησε πρόσωπο στην Εγνατία οδό, δεν ωφελήθηκε καθόλου, αλλά αντίθετα ζημιώθηκε. Ενόψει των ανωτέρω, κρίνεται ότι ο 6ος ενάγων, ιδιοκτήτης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου ..., δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης και παρεπόμενα δεν πρέπει να συμμετάσχει στις δαπάνες απαλλοτρίωσης του άνω έργου (της Εγνατίας Οδού) ως παρόδιος ιδιοκτήτης του ...

ακινήτου του, δηλαδή δεν πρέπει να επιβαρυνθεί με αυτοαποζημίωση. Συνακόλουθα, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, να αποζημιωθεί και για τα 758,98 μ2. Η αποζημίωση αυτή, υπολογιζόμενη βάσει της οριστικής τιμής μονάδας των 7.500 δραχμών ανά μ2 που καθορίσθηκε για το ... ακίνητο με την 611/2000 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ανέρχεται στο ποσό των (758,98 μ2 Χ 7.500 δρχ.

ανά μ2 =) 5.692.350 δρχ. και ήδη 16.705,36€ και το ποσό αυτό το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έχει υποχρέωση να καταβάλει στον 6° ενάγοντα, με νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. .... Πρόκειται για θαμνώδη έκταση που βρίσκεται σε λόφο μεγάλης κλίσης... βόρεια του οικισμού "...". Κατά την ημέρα της αυτοψίας από τον ορισθέντα από το Δικαστήριο αυτό Πραγματογνώμονα, βρέθηκε να είναι εγκαταλειμμένο ακίνητο και χωρίς κτίσματα εντός της έκτασής του...

Το ακίνητο αυτό απέχει, σε ευθεία γραμμή, 450 περίπου μέτρα από την παλαιά οδό ... και 520 περίπου μέτρα από τη θάλασσα. Αυτό είχε αρχική έκταση 2.289 μ2 και απαλλοτριώθηκε τμήμα εμβαδού 841 μ2 για την κατασκευή της Εγνατίας οδού. Μετά την απαλλοτρίωση απέμεινε έκταση 1.448 μ2, τραπεζοειδούς σχήματος. Από την απαλλοτριωθείσα έκταση των 841 μ2 θεωρήθηκε, με τον ως άνω Κτηματολογικό Πίνακα, ως αυτοαποζημιούμενη η έκταση των 724 μ2, δηλαδή θεωρήθηκε εκ μέρους του εναγομένου Δημοσίου ότι, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, αυτό (Δημόσιο) δεν έχει υποχρέωση αποζημίωσης για τα 724 μ2, λόγω του τεκμηρίου ωφέλειας της παρόδιας απομείνασας έκτασης, ως αποκτήσασας πρόσωπο στην Εγνατία οδό.

Η κατά προορισμό χρήση του άνω ακινήτου ήταν αγροτική πριν από την απαλλοτρίωση και τέτοια παρέμεινε και μετά απ’ αυτήν. Η περιοχή που βρίσκεται το επίδικο θεωρείται μόνο αγροτική. Η πρόσβαση σ’ αυτό πριν από την απαλλοτρίωση γινόταν μέσω αγροτικού χωματόδρομου και μετά την απαλλοτρίωση η πρόσβαση γίνεται από τον ίδιο χωματόδρομο.

Η υψομετρική διαφορά μεταξύ του απομείναντος ακινήτου και της Εγνατίας οδού είναι 15 μέτρα περίπου, από την πλευρά που το επίδικο απέκτησε πρόσοψη. Η Εγνατία οδός, στην οποία το επίδικο ακίνητο απέκτησε πρόσωπο μετά την απαλλοτρίωση, είναι περίκλειστη με μεταλλικές μπάρες, έχει περίφραξη ύψους 2 μέτρων και συνεπώς το επίδικο για τους παραπάνω λόγους δεν έχει πρόσβαση στην οδό αυτή.

Το ... βρίσκεται εκτός σχεδίου και εκτός ζώνης, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις (ΠΔ 24/31-5-85). Στην αρχική του κατάσταση δεν ήταν άρτιο, ούτε και οικοδομήσιμο και μετά την απαλλοτρίωση δεν είναι άρτιο, ούτε κατά παρέκκλιση, και παρέμεινε μη οικοδομήσιμο. Με την 741/2001 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, προσδιορίστηκε η ανά τετραγωνικό μέτρο οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, για τα μη αυτοαποζημιούμενα 117 μ2, στο ποσό των 10.000 δραχμών, καθώς και ιδιαίτερη αποζημίωση για την εναπομείνασα έκταση σε ποσοστό 50% ανά μ2 επί της άνω οριστικής τιμής μονάδας.

Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε, σε εκτέλεση της άνω 741/2001 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στην ιδιοκτήτρια του ακινήτου αυτού, που είναι η 4η ενάγουσα Γ. Λ. (βλ. 22680/1998 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης περί αναγνώρισης δικαιούχων αποζημίωσης) την οριστική αποζημίωση για τα 117 μ2, όπως η ίδια ομολογεί με την κρινόμενη αγωγή του.

Ωστόσο δεν της κατέβαλε την αναλογούσα αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν τμήμα εκτάσεως 724 μ2, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, η εν λόγω ενάγουσα είναι ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτήτρια, βαρυνόμενη με συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου, αυτοαποζημιούμενη για 724 μ2, καθόσον η απομείνασα μετά την απαλλοτρίωση προαναφερθείσα έκταση ωφελήθηκε από το συγκεκριμένο έργο, γιατί απέκτησε πρόσωπο σε αυτοκινητόδρομο (Εγνατία οδό).

Το ακίνητο αυτό ήταν αγρός (θαμνώδης) πριν την απαλλοτρίωση και έτσι παρέμεινε και μετά την απαλλοτρίωση, δηλαδή η κατά προορισμό χρήση του ήταν αγροτική και τέτοια παρέμεινε και μετά την απαλλοτρίωση. Η άνω ιδιοκτήτριά του είχε πρόσβαση σ’ αυτό μέσω αγροτικού χωματόδρομου και η κατάσταση αυτή παρέμεινε ίδια και μετά την απαλλοτρίωση.

Το επίδικο δεν έχει, όπως προεκτέθηκε, πρόσβαση στην Εγνατία οδό, προς την οποία απέκτησε πρόσωπο. Περαιτέρω, λόγω του μεγέθους της εναπομείνασας έκτασης του επιδίκου και της απόστασης αυτού από την Εγνατία Οδό, δεν είναι δυνατή η εκμετάλλευση του ακινήτου αυτού ούτε με εγκατάσταση διαφημιστικών πινακίδων (άρθρο 2 παρ. 1 εδ. 24 του Ν. 2669/1999/ΚΟΚ).

Επίσης, το επίδικο ακίνητο από την κατασκευή της Εγνατίας οδού και τη χρήση αυτής, εκτίθεται, έχοντας πρόσωπο σε αυτή, σε έντονη ατμοσφαιρική ρύπανση, ηχορύπανση. Υπό τα ως άνω δεδομένα, το επίδικο ακίνητο, από το ότι απέκτησε πρόσωπο στην Εγνατία οδό, δεν ωφελήθηκε καθόλου, αλλά αντίθετα ζημιώθηκε. Ενόψει των ανωτέρω, κρίνεται ότι 4η ενάγουσα Γ.

Λ., ιδιοκτήτρια του απαλλοτριωθέντος ακινήτου ..., δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, ως ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτήτρια και παρεπόμενα δεν πρέπει να συμμετάσχει στις δαπάνες απαλλοτρίωσης του άνω έργου (της Εγνατίας Οδού) ως παρόδια ιδιοκτήτρια του ... ακινήτου της, δηλαδή δεν πρέπει να επιβαρυνθεί με αυτοαποζημίωση.

Συνακόλουθα, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, να αποζημιωθεί και για τα 724 μ2. Η αποζημίωση αυτή, υπολογιζόμενη βάσει της οριστικής τιμής μονάδας των 10.000 δραχμών ανά μ2 που καθορίσθηκε για το ... ακίνητο με την 741/2001 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ανέρχεται στο ποσό των (724 μ2 Χ 10.000 δρχ.

ανά μ2 =) 7.240.000 δρχ. και ήδη 21.247,25€ και το ποσό αυτό το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έχει υποχρέωση να καταβάλει στην άνω 4η ενάγουσα, με νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. .... Πρόκειται για αγρό που βρίσκεται σε επίπεδη εδαφική έκταση... με εντός αυτού κεραμοσκεπή αγροικία, εμβαδού 80 μ2 και ξύλινη αποθήκη δίπλα στην αγροικία, βόρεια του οικισμού "...".

Κατά την ημέρα της αυτοψίας από τον ορισθέντα από το Δικαστήριο αυτό Πραγματογνώμονα, βρέθηκε να είναι χέρσο ακίνητο, χωρισμένο σε οικοπεδικά τμήματα προς αξιοποίηση και περιφραγμένο. Το άνω ακίνητο απέχει, σε ευθεία γραμμή, 390 περίπου μέτρα από την παλαιά οδό ..., 490 περίπου μέτρα από τη θάλασσα, 220 περίπου μέτρα από την Εγνατία οδό και 1.500 μέτρα από τα ....

Αυτό είχε αρχική έκταση 12.008 μ2 και απαλλοτριώθηκε τμήμα εμβαδού 2.242 μ2 για τη διαπλάτυνση της ..., κάθετης οδού προς την Εγνατία. Μετά την απαλλοτρίωση απέμεινε έκταση 9.766 μ2, σχήματος περίπου ορθογωνίου τριγώνου. Από την απαλλοτριωθείσα συνολική έκταση των 2.242 μ2 θεωρήθηκε, με τον ως άνω Κτηματολογικό Πίνακα, ως αυτοαποζημιούμενη η έκταση των 1.546,46 μ2, δηλαδή θεωρήθηκε εκ μέρους του εναγομένου Δημοσίου ότι, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, αυτό (Δημόσιο) δεν έχει υποχρέωση αποζημίωσης για τα 1.546,46 μ2, λόγω του τεκμηρίου ωφέλειας της παρόδιας απομείνασας έκτασης, ως αποκτήσασας πρόσωπο στην ....

Η κατά προορισμό χρήση του άνω ακινήτου ήταν αγροτική πριν από την απαλλοτρίωση και τέτοια παρέμεινε και μετά απ’ αυτήν. Η περιοχή που βρίσκεται το επίδικο θεωρείται αγροτική και τουριστική, καθόσον είναι κοντά στον παραθεριστικό οικισμό "..." και απέχει μισό περίπου χιλιόμετρο από τη θάλασσα. Η πρόσβαση σ’ αυτό πριν από την απαλλοτρίωση γινόταν μέσω του έμπροσθεν αυτού αγροτικού χωματόδρομου, ο οποίος μετά την απαλλοτρίωση διαπλατύνθηκε, ασφαλτοστρώθηκε και κατέστη η κάθετη οδός 34 (...) προς την Εγνατία οδό.

Στην κάθετη αυτή ασφαλτοστρωμένη οδό απέκτησε πρόσωπο μετά την απαλλοτρίωση. Η ... βρίσκεται στο ίδιο εδαφικό επίπεδο με το επίδικο και το τελευταίο έχει άμεση πρόσβαση σ’ αυτήν (...), που οδηγεί στην παλαιά Εθνική οδό .... Το γεγονός αυτό της άμεσης πρόσβασης του επιδίκου στην ..., καθιστά την αγροτική εκμετάλλευση του ακινήτου αυτού πιο εύκολη μετά την απαλλοτρίωση και συνεπεία του άνω έργου για το οποίο έγινε η απαλλοτρίωση.

Επιπλέον, η πρόσβαση αυτή προσαυξάνει και την οικοπεδική του αξία, εάν σ’ αυτό ήθελε κτιστούν παραθεριστικές κατοικίες. Το επίδικο βρίσκεται εκτός σχεδίου και εκτός ζώνης, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις (ΠΔ 24/31-5-85). Στην αρχική του κατάσταση ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο και παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο και μετά την απαλλοτρίωση, καθώς πληροί τις προϋποθέσεις αρτιότητας και οικοδομησιμότητας (εμβαδόν, βάθος, πρόσωπο στην ...).

Να σημειωθεί ενταύθα ότι το επίδικο βρίσκεται σε αρκετή απόσταση (περίπου 220 μέτρα) από την Εγνατία οδό και δεν επηρεάστηκε από την κατασκευή της. Άλλωστε απαλλοτριώθηκε τμήμα αυτού όχι για το έργο της Εγνατίας οδού, αλλά για τη διαπλάτυνση της .... Στο εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση τμήμα του επιδίκου δεν ενδείκνυται η τοποθέτηση διαφημιστικών πινακίδων, διότι δεν θα είναι ορατές από τους χρήστες της Εγνατίας οδού...

Με την 611/2000 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, προσδιορίστηκε η ανά τετραγωνικό μέτρο οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, για τα 695,54 μ2, στο ποσό των 7.000 δραχμών. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε, σε εκτέλεση της άνω 611/2000 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στους συνιδιοκτήτες του ακινήτου αυτού, που είναι οι 13ος, 14ος, 15η , 16η και 17η ενάγοντες, κατά ποσοστό 89,61%, 6,69%, 0,36%, 0,54% και 0,54% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, αντιστοίχως (βλ. 22680/1998 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης περί αναγνώρισης δικαιούχων αποζημίωσης) την οριστική αποζημίωση για τα μη αυτοαποζημιούμενα 695,54 μ2, όπως οι ίδιοι ομολογούν με την κρινόμενη αγωγή τους.

Ωστόσο δεν τους κατέβαλε την αναλογούσα αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν τμήμα εκτάσεως 1.546,46 μ2, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, οι εν λόγω ενάγοντες είναι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, βαρυνόμενοι με συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου, αυτοαποζημιούμενοι για 1.546,46 μ2, καθόσον η απομείνασα μετά την απαλλοτρίωση ως άνω έκταση των 9.766 μ2 ωφελήθηκε από το συγκεκριμένο έργο, γιατί απέκτησε πρόσωπο στην ....

Υπό τα ως άνω δεδομένα, κρίνεται ότι οι άνω 13ος, 14ος ,15η, 16η και 17η ενάγοντες (Α. Μ., Η. Ν., Χ. Κ., Β. Κ. και Μ. - Α. Κ.), ως συνιδιοκτήτες του απαλλοτριωθέντος ακινήτου ..., μπορεί να θεωρηθούν, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, ως μερικώς ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, διότι το επίδικο στην εναπομείνασα μετά την απαλλοτρίωση έκτασή του απέκτησε α) πρόσωπο στην ... (από προφανή παραδρομή αναγράφεται 29), β) άμεση πρόσβαση στην ... (από προφανή παραδρομή αναγράφεται 29), γεγονός που καθιστά πιο εύκολη την κατά προορισμό αγροτική εκμετάλλευσή του και γ) τη δυνατότητα ευχερούς εκμετάλλευσης αυτού ως παραθεριστικού ακινήτου με την ανέγερση παραθεριστικών κατοικιών.

Μετά την απαλλοτρίωση διατήρησε μεν την αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του, πλην όμως στην αρχική του έκταση (12.008 μ2) μπορούσε να οικοδομηθεί κτίσμα εμβαδού 320 μ2, ενώ στην εναπομείνασα έκταση των 9.766 μ2 μπορεί να οικοδομηθεί κτίσμα εμβαδού 298 μ2... και κατά το στοιχείο αυτό το επίδικο υπέστη βλάβη και όχι ωφέλεια ως παρόδια ιδιοκτησία.

Η ως άνω μερική ωφέλεια ανέρχεται σε 773,23 μ2, δηλαδή σε ποσοστό 50% επί της έκτασης των 1.546,46 μ2 που θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενη με τον ως άνω Κτηματολογικό Πίνακα και η αντίστοιχη βλάβη ανέρχεται επίσης στα 773,23 μ2. Ενόψει των ανωτέρω, η εν λόγω ... ιδιοκτησία α) δεν πρέπει να συμμετάσχει στις δαπάνες απαλλοτρίωσης του άνω έργου της διαπλάτυνσης της ...

κατά το ποσοστό που κατά τα ανωτέρω ζημιώθηκε, δηλαδή κατά 773,23 μ2 και να μην επιβαρυνθεί με αυτοαποζημίωση και β) πρέπει, ως μερικώς ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτησία, να συμμετάσχει στις δαπάνες απαλλοτρίωσης του εν λόγω έργου, με τη μορφή της αυτοαποζημίωσης, κατά 773,23 μ2. Συνακόλουθα, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, να αποζημιωθεί για τα 773,23 μ2 και η αποζημίωση αυτή, υπολογιζόμενη βάσει της οριστικής τιμής μονάδας των 7.000 δραχμών ανά μ2 που καθορίσθηκε για το ...

ακίνητο με την 611/2000 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ανέρχεται στο ποσό των (773,23 μ2 Χ 7.000 δρχ. =) 5.412.610 δραχμών και ήδη 15.884,40€ και το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έχει υποχρέωση να καταβάλει το ποσό αυτό στους ανωτέρω ενάγοντες, με νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και συγκεκριμένα να καταβάλει α) στον 13° ενάγοντα Α.

Μ. το ποσό των (15.884,40€ Χ 89,61% =) 14.234,01€, β) στον 14° ενάγοντα Η. Ν. το ποσό των (15.884,40€ Χ 6,69% =)1.062,67€, γ) στην 15η ενάγουσα Χ. Κ. το ποσό των (15.884,40€ Χ 0,36% =) 57,18€, δ) στην 16η ενάγουσα Β. Κ. το ποσό των (15,884,40€ Χ 0,54% =) 85,77€ και ε) στην 17η ενάγουσα Μ. - Α. Κ. επίσης το ποσό των 85,77€. .... Πρόκειται για αγρό σε πλαγιά λόφου με μικρή κατηφορική κλίση.

Κατά την ημέρα της αυτοψίας από τον ορισθέντα από το Δικαστήριο αυτό Πραγματογνώμονα, ο αγρός αυτός βρέθηκε να είναι οργωμένος, χωρίς κτίσματα εντός της έκτασής του... Το ακίνητο αυτό είχε αρχική έκταση 9.181,21 μ2 και απαλλοτριώθηκε, για τη διαπλάτυνση της ..., κάθετης οδού προς την Εγνατία οδό, τμήμα εμβαδού 4.427,21 μ2 και απέμεινε έκταση 4.754 μ2, σε δύο τμήματα εκατέρωθεν της ..., το ένα εμβαδού 4.218,08 μ2, σχήματος ακανόνιστου (μακρόστενου) ανατολικά της ...

και το άλλο εμβαδού 535,92 μ2, σχήματος σχεδόν ισόπλευρου τριγώνου, δυτικά της .... Από την απαλλοτριωθείσα συνολική έκταση των 4.427,21 μ2, θεωρήθηκε, με τον ως άνω Κτηματολογικό Πίνακα, η έκταση των (1.657,01 μ2 + 267,96 =) 1.924,97 μ2 ως αυτοαποζημιούμενη (η μισή έκταση από το εναπομείναν μικρό τμήμα των 535,92 μ2 και 1.657,01 μ2 από το άλλο εναπομείναν τμήμα των 4.218,08 μ2), δηλαδή θεωρήθηκε εκ μέρους του εναγομένου Δημοσίου ότι, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, αυτό (Δημόσιο) δεν έχει υποχρέωση αποζημίωσης για τα 1.924,97 μ2, λόγω του τεκμηρίου ωφέλειας των παρόδιων απομεινάντων ως άνω τμημάτων, διότι απέκτησαν πρόσωπο στην ..., κάθετη οδό στην Εγνατία.

Το άνω ακίνητο απέχει, σε ευθεία γραμμή, 800 περίπου μέτρα από την παλαιά οδό ..., 1.130 περίπου μέτρα από τη θάλασσα και 500 περίπου μέτρα από τα .... Δεν βρίσκεται κοντά σε τουριστικό οικισμό. Πριν από την απαλλοτρίωση είχε πρόσωπο και πρόσβαση σε αγροτικό χωματόδρομο, μέσω του οποίου και επικοινωνούσε με την άνω παλαιά Εθνική οδό.

Ο χωματόδρομος αυτός θα διαπλατυνθεί και θα ασφαλτοστρωθεί και θα καταστεί κάθετη οδός (...) της Εγνατίας οδού. Η ..., που δεν άρχισε ακόμη να κατασκευάζεται, θα διέρχεται κάτω από την υπερυψωμένη με επιχωματώσεις στο σημείο αυτό Εγνατία οδό, στην οποία ήδη κατασκευάστηκε γέφυρα για να διέλθει η .... Ήδη διέρχεται η ίδια οδός μη διαπλατυνθείσα ως χωματόδρομος.

Τα εναπομείναντα ως άνω μερικά τμήματα του επιδίκου θα επικοινωνούν με την παλαιά οδό ... μέσω της ..., στην οποία ΚΟ και θα έχουν άμεση πρόσβαση, αλλά δεν θα έχουν πρόσβαση στην Εγνατία οδό που απέχει πλέον των 200 μέτρων από τα επίδικα τμήματα, διότι δεν προβλέπεται α) η σύνδεση της ... με αυτήν (Εγνατία), β) η κατασκευή παράπλευρης οδού (...) και διότι η Εγνατία είναι περίκλειστη με μεταλλικές μπάρες και έχει περίφραξη ύψους 2 μέτρων.

Λόγω της απόστασης από την Εγνατία οδό, το επίδικο δεν υφίσταται επιπτώσεις ατμοσφαιρικής ρύπανσης και ηχορύπανσης. Το επίδικο βρίσκεται εκτός σχεδίου και εκτός ζώνης, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις (ΠΔ 24/31-5-85) και στην αρχική του κατάσταση ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο και παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο στο εναπομείναν τμήμα των 4.218,08 μ2 και μετά την απαλλοτρίωση, καθώς έχει τα όρια αρτιότητας και πληροί τις προϋποθέσεις οικοδόμησης (εμβαδόν, πρόσωπο, βάθος από την ...), ενώ το εναπομείναν τμήμα των 535,92 μ2 δεν είναι άρτιο (ούτε κατά παρέκκλιση), ούτε οικοδομήσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο ως αγρός, όπως και πριν από την απαλλοτρίωση, αφού η κατά προορισμό χρήση του ακινήτου αυτού ήταν αγροτική (εκμετάλλευση με γεωργικές καλλιέργειες).

Η διαφορά του εμβαδού του κτιρίου κατοικίας που μπορούσε να κτιστεί στο όλο ακίνητο πριν από την απαλλοτρίωση και του κτιρίου κατοικίας που μπορεί να κτιστεί στην εναπομείνασα έκταση των 4.218,08 μ2, ανέρχεται στα 88 μ2... Για την εναπομείνασα μετά την απαλλοτρίωση ως άνω έκταση των 535,92 μ2 (του μικρού τριγωνικού τμήματος) επιδικάστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση, με την 611/2000 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, σε ποσοστό 50% επί της ανά τετραγωνικό μέτρο οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης που ορίστηκε για την μη αυτοαποζημιούμενη απαλλοτριωθείσα έκταση.

Με την άνω απόφαση προσδιορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας στο ποσό των 4.500 δραχμών ανά μ2. Δικαιούχος της αποζημίωσης (οριστικής για την απαλλοτριωθείσα μη αυτοαποζημιούμενη έκταση και για την ιδιαίτερη αποζημίωση) κρίθηκε, ως ιδιοκτήτρια του ακινήτου αυτού, η 7η ενάγουσα Χ. Μ., δυνάμει της 22680/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε, σε εκτέλεση της άνω 611/2000 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στην άνω ενάγουσα, όπως η ίδια ομολογεί με την κρινόμενη αγωγή της, την αποζημίωση που αντιστοιχεί στην καθορισθείσα παραπάνω οριστική τιμή μονάδος απαλλοτρίωσης για την απαλλοτριωθείσα μη αυτοαποζημιούμενη έκταση των 2.502,24 μ2, καθώς και την ως άνω ιδιαίτερη αποζημίωση.

Ωστόσο δεν της κατέβαλε την αναλογούσα αποζημίωση για τα απαλλοτριωθέντα υπόλοιπα απαλλοτριωθέντα τμήματα, συνολικής έκτασης (1.657,01 μ2 + 267,96 =) 1.924,97 μ2, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, η εν λόγω ενάγουσα είναι ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτήτρια, βαρυνόμενη με συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου, αυτοαποζημιούμενη για 1.924,97 μ2, καθόσον η απομείνασα μετά την απαλλοτρίωση προαναφερθείσα έκταση ωφελήθηκε από το συγκεκριμένο έργο, γιατί απέκτησε πρόσωπο στην άνω κάθετη οδό της Εγνατίας οδού (στην ...).

Υπό τα ως άνω δεδομένα, κρίνεται ότι η 7η ενάγουσα Χ. Μ. μπορεί να θεωρηθεί, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, ως μερικώς ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτήτρια, διότι το επίδικο με τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση ως άνω τμήματά του απέκτησε α) πρόσωπο στην υπό κατασκευή ..., β) άμεση πρόσβαση στην υπό διαπλάτυνση και ασφαλτόστρωση ..., γεγονός που καθιστά πιο εύκολη την κατά προορισμό αγροτική εκμετάλλευσή του και γ) τη δυνατότητα ευχερούς εκμετάλλευσης αυτού ως παραθεριστικού ακινήτου με την ανέγερση παραθεριστικής κατοικίας στο άνω μεγάλο εναπομείναν τμήμα του.

Μετά την απαλλοτρίωση διατήρησε μεν την αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του στο μεγάλο εναπομείναν τμήμα του, πλην όμως στην αρχική έκταση του ακινήτου αυτού μπορούσε να οικοδομηθεί κτίσμα κατοικίας εμβαδού μεγαλύτερου κατά 88 μ2 σε σχέση με αυτό που μπορεί να κτιστεί στο εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση μεγαλύτερο ως άνω τμήμα του (4.218,08 μ2) και κατά το στοιχείο αυτό το επίδικο υπέστη βλάβη και όχι ωφέλεια ως παρόδια ιδιοκτησία.

Η ως άνω μερική ωφέλεια ανέρχεται σε 962,485 μ2, δηλαδή σε ποσοστό 50% επί της έκτασης των 1.924,97 μ2 που θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενη με τον ως άνω Κτηματολογικό Πίνακα και η αντίστοιχη βλάβη ανέρχεται επίσης στα 962,485 μ2. Ενόψει των ανωτέρω, η εν λόγω ... ιδιοκτησία α) δεν πρέπει να συμμετάσχει στις δαπάνες απαλλοτρίωσης του άνω έργου της διαπλάτυνσης της ...

κατά το ποσοστό που κατά τα ανωτέρω ζημιώθηκε, δηλαδή κατά 962,485 μ2 και να μην επιβαρυνθεί με αυτοαποζημίωση και β) πρέπει ως μερικώς ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτησία να συμμετάσχει στις δαπάνες απαλλοτρίωσης του εν λόγω έργου, με τη μορφή της αυτοαποζημίωσης, κατά 962,485 μ2. Συνακόλουθα, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, να αποζημιωθεί για τα 962,485 μ2 και η αποζημίωση αυτή, υπολογιζόμενη βάσει της οριστικής τιμής μονάδας των 4.500 δραχμών ανά μ2 που καθορίσθηκε για το ...

ακίνητο με την 611/2000 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ανέρχεται στο ποσό των (962,485 μ2 Χ 4.500 δρχ. =) 4.331.182 δραχμών και ήδη 12.710,73€ και το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έχει υποχρέωση να καταβάλει το ποσό αυτό στην ανωτέρω ενάγουσα, με νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. .... Πρόκειται για αγρό με αμυγδαλιές σε πλαγιά λόφου με μεγάλη κατηφορική κλίση...

Κατά την ημέρα της αυτοψίας από τον ορισθέντα από το Δικαστήριο αυτό Πραγματογνώμονα, ο αγρός αυτός βρέθηκε να είναι εγκαταλειμμένος, χωρίς κτίσματα εντός της έκτασής του... Το ακίνητο αυτό είχε αρχική έκταση 9.091,19 μ2 και απαλλοτριώθηκε, για την κατασκευή της Εγνατίας οδού, τμήμα εμβαδού 5.107,85 μ2 και απέμεινε έκταση 3.983,34 μ2, σε δύο τμήματα εκατέρωθεν της Εγνατίας οδού, το ένα εμβαδού 320,82μ2, σχήματος ακανόνιστου (πολύπλευρου), δυτικά της Εγνατίας και το άλλο εμβαδού 3.662,52 μ2, σχήματος ακανόνιστου (μακρόστενου), ανατολικά της Εγνατίας.

Από την απαλλοτριωθείσα συνολική έκταση των 3.983,34 μ2 θεωρήθηκε, με τον ως άνω Κτηματολογικό Πίνακα, η έκταση των (1.831,26 μ2 + 160,41 μ2 =) 1.991,67 μ2 ως αυτοαποζημιούμενη (η μισή έκταση από κάθε εναπομείναν τμήμα), δηλαδή θεωρήθηκε εκ μέρους του εναγομένου Δημοσίου ότι, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, αυτό (Δημόσιο) δεν έχει υποχρέωση αποζημίωσης για τα 1.991,67 μ2, λόγω του τεκμηρίου ωφέλειας των παρόδιων απομεινάντων ως άνω τμημάτων, διότι απέκτησαν πρόσωπο στην Εγνατία οδό.

Το άνω ακίνητο απέχει, σε ευθεία γραμμή, 370 περίπου μέτρα από την παλαιά οδό ..., 430 περίπου μέτρα από τη θάλασσα και 400 περίπου μέτρα από τα .... Δεν βρίσκεται κοντά σε τουριστικό οικισμό. Πριν από την απαλλοτρίωση είχε πρόσωπο και πρόσβαση σε αγροτικό χωματόδρομο, μέσω του οποίου και επικοινωνούσε με την άνω παλαιά Εθνική οδό.

Μετά την απαλλοτρίωση το μεν άνω μικρό εναπομείναν τμήμα έχει πρόσβαση σε διανοιχθέντα χωματόδρομο που οδηγεί στην ΚΟ 10Α, το δε μεγαλύτερο τμήμα έχει πρόσβαση στον ίδιο όπως και πριν την απαλλοτρίωση χωματόδρομο που οδηγεί στην παλαιά οδό .... Η Εγνατία οδός, στην οποία τα ως άνω εναπομείναντα τμήματα απέκτησαν πρόσωπο μετά την απαλλοτρίωση, είναι περίκλειστη με μεταλλικές μπάρες, έχει περίφραξη ύψους 2 μέτρων και συνεπώς τα επίδικα ως άνω τμήματα για τους παραπάνω λόγους δεν έχουν πρόσβαση στην οδό αυτή (Εγνατία), και, επιπλέον, από την κατασκευή της Εγνατίας οδού και τη χρήση αυτής, εκτίθενται, έχοντας πρόσωπο σε αυτή, σε έντονη ατμοσφαιρική ρύπανση, ηχορύπανση.

Τα εναπομείναντα ως άνω δύο τμήματα βρίσκονται εκτός σχεδίου και εκτός ζώνης, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις (ΠΔ 24/31-5-85). Το ακίνητο ..., από το οποίο προήλθαν, στην αρχική του έκταση, των 9.091,19 μ2, ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο. Μετά την απαλλοτρίωση και την απότμηση των 5.107,85 μ2, το μεν εναπομείναν τμήμα των 320,82 μ2 δεν είναι άρτιο ούτε οικοδομήσιμο, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο ως αγρός, όπως και πριν από την απαλλοτρίωση, αφού η κατά προορισμό χρήση του ακινήτου αυτού ήταν αγροτική (εκμετάλλευση με δεντροκαλλιέργειες), το δε εναπομείναν τμήμα των 3.663,52 μ2 είναι άρτιο κατά παρέκκλιση, αλλά όχι οικοδομήσιμο.

Η απαγόρευση οικοδόμησης έγκειται στο γεγονός ότι δεν πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις, καθώς όλη η εναπομείνασα έκταση του άνω τμήματος εμπίπτει εντός της απαγορευτικής για δόμηση ζώνης των 60 μέτρων από τον άξονα της Εγνατίας οδού και των 40 μέτρων από το όριο της οδού αυτής. Για την εναπομείνασα μετά την απαλλοτρίωση ως άνω έκταση των 320,82 μ2 (του μικρού τμήματος) επιδικάστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση, με την 611/2000 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, σε ποσοστό 70% επί της ανά τετραγωνικό μέτρο οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης που ορίστηκε για την μη αυτοαποζημιούμενη απαλλοτριωθείσα έκταση.

Με την άνω απόφαση προσδιορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας στο ποσό των 4.500 δραχμών ανά μ2. Δικαιούχος της αποζημίωσης (οριστικής για την απαλλοτριωθείσα μη αυτοαποζημιούμενη έκταση και για την ιδιαίτερη αποζημίωση) κρίθηκε, ως ιδιοκτήτης του ακινήτου αυτού, ο 9ος ενάγων Α. Κ., δυνάμει της 22680/ 1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε, σε εκτέλεση της άνω 611/2000 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στον άνω ενάγοντα, όπως ο ίδιος ομολογεί με την κρινόμενη αγωγή του, την αποζημίωση που αντιστοιχεί στην καθορισθείσα παραπάνω οριστική τιμή μονάδος απαλλοτρίωσης για την απαλλοτριωθείσα έκταση μόνο των 3.116,18 μ2, καθώς και την ως άνω ιδιαίτερη αποζημίωση.

Ωστόσο δεν του κατέβαλε την αναλογούσα αποζημίωση για τα υπόλοιπα απαλλοτριωθέντα τμήματα, συνολικής έκτασης (1.831,26 μ2 + 160,41 μ2 =) 1.991,67 μ2, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, ο εν λόγω ενάγων είναι ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, βαρυνόμενος με συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου (κατασκευή Εγνατίας οδού), αυτοαποζημιούμενος για 1.991,67 μ2, διότι η απομείνασα μετά την απαλλοτρίωση προαναφερθείσα συνολική έκταση ωφελήθηκε από το συγκεκριμένο έργο, γιατί απέκτησε πρόσωπο στην Εγνατία οδό.

Όμως, από τα ως άνω περιστατικά αποδείχθηκε ότι το ... ακίνητο στα εναπομείναντα ως άνω τμήματά του, δεν ωφελήθηκε καθόλου από το ότι αυτό απέκτησε πρόσωπο στην Εγνατία οδό, αντίθετα μάλιστα ζημιώθηκε, διότι α) δεν έχει πρόσβαση στην Εγνατία οδό, και με τα δύο ως άνω εναπομείναντα τμήματά του, β) τα τμήματα αυτά δεν είναι οικοδομήσιμα, ενώ το ..., από το οποίο προήλθαν μετά την απαλλοτρίωση τα εν λόγω δύο τμήματα, ήταν πριν από την απαλλοτρίωση άρτιο και οικοδομήσιμο ακίνητο, γ) τα τμήματα αυτά εκτίθενται, έχοντας πρόσωπο στην Εγνατία, σε έντονη ατμοσφαιρική ρύπανση και ηχορύπανση και δ) η δυνατότητα επαρκούς και επωφελούς αγροτικής εκμετάλλευσης του ακινήτου αυτού χειροτέρευσε, διότι χωρίστηκε σε δύο τμήματα, εκατέρωθεν της Εγνατίας, μη έχοντα μεταξύ τους καμία επικοινωνία, οπότε ο ιδιοκτήτης τους θα πρέπει να μεταβαίνει σε αυτά προς καλλιέργεια από διαφορετικούς χωματόδρομους πρόσβασης.

Υπό τα ως άνω δεδομένα, κρίνεται ότι ο 9ος ενάγων Α. Κ., ως ιδιοκτήτης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου ..., δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης και παρεπόμενα δεν πρέπει να συμμετάσχει στις δαπάνες απαλλοτρίωσης του άνω έργου της Εγνατίας Οδού ως παρόδιος ιδιοκτήτης του ...

ακινήτου τους, δηλαδή δεν πρέπει να επιβαρυνθεί με αυτοαποζημίωση. Συνακόλουθα, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, να αποζημιωθεί και για τα 1.991,67 μ2. Η αποζημίωση αυτή, υπολογιζόμενη βάσει της οριστικής τιμής μονάδας των 4.500 δραχμών ανά μ2 που καθορίσθηκε για το ... ακίνητο με την 611/2000 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ανέρχεται στο ποσό των (1.991,67 μ2 Χ 4.500 δρχ.

ανά μ2= ) 8.962.515 δραχμών και ήδη 26.302,32€ και το ποσό αυτό το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έχει υποχρέωση να καταβάλει στον άνω ενάγοντα, με νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το πιο πάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, ως κατ’ ουσίαν, βάσιμη την από 1-9-2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 24/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών (τακτικής διαδικασίας) που είχε κρίνει, εν μέρει, διαφορετικά και, αφού την εξαφάνισε, δέχθηκε, κατά ένα μέρος, την από 15-2-2005 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και τους επιδίκασε τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, με την αιτιολογία ότι δεν συντρέχει, για τα ακίνητά τους που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, το τεκμήριο της ωφέλειάς τους από την υπόψη απαλλοτρίωση.

Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε, εκ πλαγίου, τις προαναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου, νομικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών και, συγκεκριμένα, ως προς την ανυπαρξία ωφέλειας στα τμήματα των ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων που εναπομένουν μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση που επιβλήθηκε από το αναιρεσείον, κατ’ ανατροπή του μαχητού, πλέον, όπως προεκτέθηκε, τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτητών των πιο πάνω ακινήτων και, συνεπώς, δεν στερείται από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, με κριτήρια, καθοριστικά της έλλειψης ωφέλειας αυτών, που αφορούν, κυρίως, τη δυσχέρεια της άνετης πρόσβασης από τα εδαφικά τμήματα που εναπομένουν μετά την απαλλοτρίωση στον διανοιγόμενο "κλειστό" αυτοκινητόδρομο (Εγνατία Οδό), αλλά και της μη απόκτησης καν προσώπου μερικών από αυτά στον εν λόγω αυτοκινητόδρομο και, επιπλέον, τις επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης και της διανοιγόμενης με αυτή Εγνατίας Οδού στην αρτιότητα και στην οικοδομησιμότητα των πιο πάνω τμημάτων των απαλλοτριωμένων ιδιοκτησιών και τις γενικότερες επιπτώσεις του έργου της απαλλοτρίωσης στην αγοραία αξία τους κλπ., κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατέληξε στο σαφές και επαρκές αποδεικτικό πόρισμά του ότι οι απαλλοτριωμένες επίδικες ιδιοκτησίες δεν αποκόμισαν καμία ωφέλεια από την απαλλοτρίωση και τη διάνοιξη της Εγνατίας Οδού και ότι δεν υφίσταται γι’ αυτές τεκμήριο ωφέλειας από την απαλλοτρίωση και τη διάνοιξη της παραπάνω Οδού, παρά όσα για το αντίθετο υποστηρίζει το αναιρεσείον.

Συγκεκριμένα, το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενο ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών, αλλιώς, ότι αυτές είναι ανεπαρκείς, καθόσον δεν περιέχονται επαρκείς παραδοχές 1) αναφορικά με το αν τα απαλλοτριωμένα, με αριθμούς ..., ακίνητα είχαν πρόσωπο σε κοινόχρηστη οδό και τι είδους (δημοτική, επαρχιακή, εθνική) ή σε οδό που έχει προέλθει με ιδιωτική βούληση (όπως αγροτική και ιδιωτική), η οποία δεν έχει καθιερωθεί ως κοινόχρηστη με πράξη της διοίκησης και τι βάθος είχαν οι επίμαχες ιδιοκτησίες πριν από την απαλλοτρίωση, ώστε να δικαιολογείται η αρτιότητα κατά κανόνα και οικοδομησιμότητα των ακινήτων πριν από την απαλλοτρίωση (των ...

και η απώλεια της οικοδομησιμότητάς τους (των ...) μετά την απαλλοτρίωση, λόγω τήρησης των αποστάσεων των 60 μέτρων από τον άξονα της οδού και των 40 μέτρων από το όριο της απαλλοτρίωσης, 2) γιατί τα ..., ... ακίνητα καθίστανται μη ωφελούμενα, ενώ έχουν άμεση πρόσβαση σε παράπλευρο οδικό δίκτυο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη της απαλλοτρίωσης, και δια μέσου αυτού (και δια του πλησιέστερου Α/Κ) και στην κεντρική αρτηρία, 3) για ποίο λόγο υφίστανται επιβάρυνση τα ..., ...

ακίνητα από τον κονιορτό και το θόρυβο κίνησης των διερχόμενων οχημάτων που προκαλούν η απαλλοτρίωση και το έργο που κατασκευάστηκε, αφού δεν γίνεται λεπτομερής αναφορά σε υπερβάσεις των εγκεκριμένων περιβαλλοντικών όρων, όπως προσδιορίζονται από τη σχετική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων που συνοδεύει την απαλλοτριωτική πράξη, σε συνδυασμό και με την προϋφιστάμενη επιβάρυνση των ακινήτων από τις ίδιες αιτίες στο προηγούμενο οδικό δίκτυο, 4) γιατί καθίσταται αδύνατη, με εγκατάσταση διαφημιστικών πινακίδων, η εκμετάλλευση των εδαφικών εκτάσεων που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση των ..., ...

ακινήτων, ενώ δεν διευκρινίζεται ποία είναι η απόστασή τους από την Εγνατία Οδό και 5) για ποίο λόγο τα τμήματα των ιδιοκτησιών ..., ... που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση καθίστανται "μερικώς μη ωφελούμενα", εξαιτίας της μείωσης των μέτρων δόμησης που αναλογούν στα απαλλοτριωμένα εδαφικά τμήματά τους, όταν το γεγονός αυτό, αν πράγματι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις δόμησής τους πριν από την απαλλοτρίωση, έχει ήδη συνυπολογιστεί για τον καθορισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων και, πάντως, η αξία των δομημένων μέτρων μέσα στην έκταση που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση αυξάνεται για τους ίδιους λόγους που η πληττόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η έκταση αυτή καθίσταται "μερικώς ωφελούμενη".

Οι αιτιάσεις, όμως, αυτές, που ανάγονται σε ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση αυτών από το Εφετείο, καθώς και ως προς τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προπαρατιθέμενο αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα, είναι απαράδεκτες, καθόσον με αυτές, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στην διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Ειδικά, όσον αφορά στην πρώτη, υπό στοιχείο α’ αιτίαση, στην πληττόμενη απόφαση περιλαμβάνονται παραδοχές για το ότι όλα τα απαλλοτριωμένα ακίνητα των αναιρεσιβλήτων, που βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλεως και είχαν πριν από την απαλλοτρίωση πρόσβαση σε αγροτικούς δρόμους, ήτοι κοινής χρήσης (ΑΠ 515/2013), ήταν, πριν από την απαλλοτρίωση, άρτια και οικοδομήσιμα (εκτός από τα ...

και 168Α), κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 εδάφ. α’ του π.δ. 24/31-5-1985, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 10 παρ. 1 ν. 3212/2003 (ΦΕΚ 308/Α/31-12-2003), χωρίς, μάλιστα, το αναιρεσείον να προβάλει, με λόγο έφεσης, αντίθετο ισχυρισμό (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, και, κατά συνέπεια, δεν απαιτούνταν και η παράθεση επιπλέον αιτιολογιών.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Το άρθρο 17 του Συντάγματος ορίζει στην παρ. 2 "ότι κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης..." και στην παρ. 4 εδάφιο τελευταίο ότι "η αποζημίωση δεν υπόκειται, ως αποζημίωση, σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος".

Η τελευταία αυτή διάταξη αποσκοπεί στο να αποτρέψει κάθε επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης ώστε αυτή να μη φαλκιδευθεί και να περιέλθει στο δικαιούχο ακέραιη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 "Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", όπως ίσχυε (μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν.δ. 446/1974), και ήδη άρθρ. 18 παρ. 4 εδάφ.

α’ -γ’ του ν. 2882/2001 (πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 130 παρ. 1 και 2 του ν. 4070/2012), α) η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης και επιδικάζεται πάντοτε από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση, β) η εκκαθάρισή της γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του "Κώδικα Δικηγόρων" που ισχύουν κάθε φορά και γ) το άρθρο 22 του ν. 3693/1957 δεν εφαρμόζεται.

Λόγω της πιο πάνω συνταγματικής αρχής, δηλαδή ότι η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, το ποσό αυτής πρέπει να περιέρχεται στο δικαιούχο ακέραιο. Μέρος αυτής αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, αφού ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση αναγκαίως υποβάλλεται σ’ αυτά για να επιτύχει τον καθορισμό της αποζημίωσης που δικαιούται να λάβει.

Άρα, αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του (άρθρο 189 ΚΠολΔ), αποτελούν παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνουν το ποσό της και βαρύνουν, όπως εκείνη, τον υπόχρεο στην καταβολή της και συνεπώς, πρέπει να επιδικάζονται σε βάρος του υπόχρεου και να περιέρχονται στο δικαιούχο της αποζημίωσης.

Η δικηγορική αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, που πρέπει να επιδικαστεί και να περιέλθει σ’ αυτόν, συνίσταται στο ποσό που προκύπτει κατ’ εφαρμογή των οικείων διατάξεων του "Κώδικα Δικηγόρων" (άρθρ. 100 επ. ν.δ. 3026/1954, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, ήδη άρθρ. 63 επ.

ν. 4194/2013), γιατί αυτό αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή και, συνακόλουθα, τη δαπάνη στην οποία αναγκαίως αυτός υποβάλλεται. Για το λόγο αυτόν, κατά τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής, δεν λαμβάνεται υπόψη τυχόν ιδιαίτερη με το δικηγόρο συμφωνία (εργολαβία δίκης), ενώ το ποσό αυτής δεν υπόκειται, κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ.18 ΚΠολΔ), σε συμψηφισμό, ούτε σε μείωση ή περιορισμό [μέχρι του ποσού των 293 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της .../8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993)], αφού έτσι ο δικαιούχος θα επιβαρυνόταν με τη διαφορά, με αποτέλεσμα τη φαλκίδευση του ποσού της αποζημίωσης.

Εξάλλου, αφού αντικείμενο της προκείμενης δίκης είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη δεύτερη σκέψη της παρούσας, η αποκατάσταση της ζημίας των αναιρεσιβλήτων από τη μη καταβολή της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε για τα απαλλοτριωμένα ακίνητά τους που εσφαλμένα αναφέρονται στον κτηματολογικό πίνακα (ΚΠ) ως "αυτοαποζημιούμενα", ενώ, παράλληλα, το ποσό της ζημίας τους αυτής ταυτίζεται με το ποσό της παραπάνω αποζημίωσης, στην ουσία πρόκειται για δίκη με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Επομένως, αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη, θα εφαρμοστούν οι διατάξεις που εφαρμόζονται στη δίκη της απαλλοτρίωσης, εκείνες δηλαδή των άρθρων 176, 189, 191 ΚΠολΔ, 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και 100, 107, 109 και 114 του ν.δ. 3026/1954 ("Κώδικα Δικηγόρων"), όπως ίσχυε και εφαρμόζεται εδώ. Αντίθετα, δεν εφαρμόζονται και στη δίκη αυτή, όπως και στη δίκη της απαλλοτρίωσης, οι διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 και 2 του νόμου 3693/1957, διότι έτσι φαλκιδεύεται η πλήρης αποζημίωση, με συνέπεια την παραβίαση του άρθρου 17 του Συντάγματος που την προβλέπει.

Με την αντίθετη εκδοχή, αν μεν το δικαστικό στάδιο της απαλλοτριωτικής διαδικασίας είχε προχωρήσει ομαλά, στην αποζημίωση του δικαιούχου θα περιλαμβανόταν η πλήρης δικαστική δαπάνη του, ενώ, όταν αυτός αναγκάζεται, λόγω υπαιτιότητας του υπόχρεου, να διεκδικήσει, όχι με την απλούστερη απαλλοτριωτική διαδικασία, αλλά με την τακτική, την αποζημίωσή του, να περιορίζεται αυτή με τον κατακερματισμό της δικαστικής του δαπάνης (ΑΠ 406/2015, ΑΠ 2120/2014, ΑΠ 2161/2013, ΑΠ 895/2010, αντίθ., πάντως, ΑΠ 1129/2014, ΑΠ 1333/2013).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την παραπάνω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (από προφανή παραδρομή αναγράφεται στο αναιρετήριο 560), πλημμέλεια ότι εσφαλμένα το υποχρέωσε στην καταβολή του ποσού των 6.500 ευρώ για δικαστικά έξοδα και αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου των εφεσιβλήτων και νυν αναιρεσιβλήτων, για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του "Κώδικα Δικηγόρων", με την αιτιολογία ότι η κατά το άρθρο 17 παρ. 4 ν.δ. 797/1971 (και ήδη άρθρ. 18 παρ. 4 ν. 2882/2001) δικαστική δαπάνη σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση Ελληνικού Δημοσίου υπολογίζεται με βάση τις διατάξεις αυτές και δεν υπόκειται σε συμψηφισμό, μείωση ή περιορισμό κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, ενώ έπρεπε, κατά το αναιρεσείον, αφού η δίκη διεξήχθη κατά την τακτική διαδικασία, η δικαστική δαπάνη που επιβλήθηκε σε βάρος του να μην υπερβεί το όριο των 293 ευρώ που θεσπίζεται με τις διατάξεις του τελευταίου άρθρου (22 του ν. 3693/1957).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με την κρίση του αυτή, δεν παραβίασε, ευθέως, τις παραπάνω διατάξεις που είναι και ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 218/2003), τις οποίες ορθά εφάρμοσε, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, δεδομένου ότι αυτές πράγματι δεν εφαρμόζονται και στην ερευνώμενη περίπτωση και, ως εκ τούτου, δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων 1γ, 2ης, 6ου και 9ου των αναιρεσιβλήτων (Η. Ε. Κ., Γ. συζ. Ν. Λ., Σ. Χ. Ρ. Ρ. και Α. Δ. Κ., αντίστοιχα) που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρ. 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της .../8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι ερημοδίκησαν και, φυσικά, δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2 Φεβρουαρίου 2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-2-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 565/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων 1γ, 2ης, 6ου και 9ου των αναιρεσιβλήτων (Η. Ε. Κ., Γ. συζ. Ν. Λ., Σ. Χ. Ρ. Ρ. και Α. Δ. Κ., αντίστοιχα), τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ