Legislator Case Law & Legislation
473/2016 AI generated

473/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 473/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 33/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία απέρριψε την από 2.10.2012 αντέφεση της ήδη αναιρεσείουσας, ενώ δέχθηκε την από 18.1.2010 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ’ αριθ. 204/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που είχε δεχθεί εν μέρει για ποσό 932,94 ευρώ την ένδικη από 19.12.2006 αγωγή του απευθυνόμενη κατά της αναιρεσείουσας, κρίνοντας κατά τα λοιπά απορριπτέο ως μη νόμιμο το αίτημα απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος του νόμιμου εκπροσώπου της Μ. Κ., δέχθηκε ακολούθως (το Εφετείο) την αγωγή αυτή για το μεγαλύτερο ποσό των 38.124,53 ευρώ, το οποίο υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει νομιμοτόκως στον αναιρεσίβλητο, κατά μεν το ποσό των 37.191,59 ευρώ ως υπόλοιπο τιμήματος οφειλόμενου σ’ αυτόν για τις ποσότητες ελαιολάδου, με τις οποίες την προμήθευσε κατά τις μεταξύ τους διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, κατά δε το ποσό των 932,94 ευρώ ως οφειλόμενο Φ.Π.Α για δυο από τα τιμολόγια πώλησης που σχετικά εκδόθηκαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).

Legislator headnote

AI generated

473/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.

Keywords

AI generated
offeror feed – products and hygiene share purchase public takeover bid standing of shareholder nutrition claims
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 473 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 473/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοφάνη Σαξώνη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Δ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδαμάντιο Αρετάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/12/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 204/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 33/2014 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/4/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 9/1/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Μαχαίρα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αναίρεση.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 33/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία απέρριψε την από 2.10.2012 αντέφεση της ήδη αναιρεσείουσας, ενώ δέχθηκε την από 18.1.2010 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ’ αριθ. 204/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που είχε δεχθεί εν μέρει για ποσό 932,94 ευρώ την ένδικη από 19.12.2006 αγωγή του απευθυνόμενη κατά της αναιρεσείουσας, κρίνοντας κατά τα λοιπά απορριπτέο ως μη νόμιμο το αίτημα απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος του νόμιμου εκπροσώπου της Μ. Κ., δέχθηκε ακολούθως (το Εφετείο) την αγωγή αυτή για το μεγαλύτερο ποσό των 38.124,53 ευρώ, το οποίο υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει νομιμοτόκως στον αναιρεσίβλητο, κατά μεν το ποσό των 37.191,59 ευρώ ως υπόλοιπο τιμήματος οφειλόμενου σ’ αυτόν για τις ποσότητες ελαιολάδου, με τις οποίες την προμήθευσε κατά τις μεταξύ τους διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, κατά δε το ποσό των 932,94 ευρώ ως οφειλόμενο Φ.Π.Α για δυο από τα τιμολόγια πώλησης που σχετικά εκδόθηκαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).

2. Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998? ΑΠ 1967/2006).

Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ’ αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981? ΑΠ 874/1996? 1452/2007).

Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.

Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.

Έτσι η αγωγή, με την οποία ο πωλητής ζητεί την καταδίκη του αγοραστή στην καταβολή του τιμήματος, που οφείλεται κατά τη μεταξύ τους σύμβασης πώλησης, πρέπει να περιέχει τα ουσιώδη κατά το άρθρ. 513 του ΑΚ στοιχεία της σύμβασης αυτής, που είναι το πωλούμενο πράγμα ή δικαίωμα (αντικείμενο της πώλησης), το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων σχετικά με την κατά κυριότητα μεταβίβαση του πράγματος ή του δικαιώματος και την πληρωμή του τιμήματος (ΑΠ 16/2009? 1031/2009).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι μ’ αυτή, που εκτιμάται προσηκόντως, ο αναιρεσίβλητος ζητεί να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του καταβάλει, μεταξύ άλλων, το ποσό των 46.068,61 (59.633,05 - 13.564,44) ευρώ ως ανεξόφλητο υπόλοιπο τιμήματος οφειλόμενου σ’ αυτόν για συνολική ποσότητα ελαιολάδου 335.387,55 κιλών, την οποία με την μεσολάβηση του Ι.

Μ., που ενεργούσε ως αντιπρόσωπός της, παρέδωσε αρχικά προς φύλαξη στις εγκαταστάσεις της και στη συνέχεια πούλησε σ’ αυτή με διαδοχικές συμβάσεις κατά το χρονικό διάστημα από 4.5.2001 μέχρι 21.1.2006 αντί συνολικού τιμήματος 774.401,98 ευρώ, έναντι του οποίου του κατέβαλε τμηματικά, μέσω του αντιπροσώπου της Ι. Μ., το συνολικό ποσό των 714.768,93 ευρώ και παρέμεινε έτσι ανεξόφλητο, μετά από αφαίρεση ποσού 13.564,44 ευρώ για ΕΛΓΑ, το ως άνω ποσό των 46.068,61 ευρώ, όπως οι επιμέρους ποσότητες ελαιολάδου εξειδικεύονται στην αγωγή ως προς το χρόνο παράδοσής τους και την τιμή μονάδος ανά κιλό με βάση τα αντίστοιχα δελτία αποστολής, ενώ εξειδικεύονται κατά ποσό και χρόνο και οι τμηματικές καταβολές σε λογαριασμούς του αναιρεσιβλήτου έναντι του οφειλόμενου σ’ αυτόν τιμήματος.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι σαφής και πλήρως ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα ουσιώδη κατά το άρθρ. 513 ΑΚ στοιχεία που προαναφέρθηκαν, δηλαδή αφενός μεν τις ποσότητες ελαιολάδου που με τη μεσολάβηση του Ι. Μ., ο οποίος ρητά κατονομάζεται στην αγωγή ως αντιπρόσωπος της αναιρεσείουσας, παραδόθηκαν αρχικά προς φύλαξη σ’ αυτή και ακολούθως πουλήθηκαν στην ίδια με διαδοχικές συμβάσεις που ισχύουν μεταξύ των διαδίκων, αφετέρου δε το οφειλόμενο τίμημα, ενώ, κατά τα λοιπά, δεν ήταν αναγκαίο να εξειδικεύεται στην αγωγή, αν οι επίδικες ποσότητες ελαιολάδου ανήκαν στον αναιρεσίβλητο ή σε τρίτους συνεργαζόμενους με αυτόν παραγωγούς ούτε ήταν αναγκαίο να εξειδικεύονται οι τυχόν όροι φύλαξης του ελαιολάδου στις εγκαταστάσεις της αναιρεσείουσας, αφού με την ένδικη αγωγή δεν προβάλλονται αξιώσεις από τη σχέση παρακαταθήκης.

Τα αντίθετα, λοιπόν, που υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή, δηλαδή πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός. 3.

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005? 7/2006? 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ενστάσεων των διαδίκων, σύμφωνα με την κυριαρχική εκτίμηση των δικογράφων τους από το δικαστήριο αυτό, δηλαδή σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην απόφασή του ως ιστορικό και αίτημα της αγωγής ή των ενστάσεων, όπως επίσης ελέγχονται και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Αντίθετα, αν προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε κρίσιμους για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής ή των ενστάσεων ισχυρισμούς, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1, αλλά από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 2027/2014).

Περαιτέρω κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999? 26/2004? ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).

Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρ. 18§§1 και 2, 22 του ν. 2190/1920, 65, 67, 68, 70, 211, 216, 229, 232 και 713 του ΑΚ, συνάγεται ότι το δικαίωμα της οργανικής εκπροσώπησης της ανώνυμης εταιρείας ανήκει μεν στο διοικητικό συμβούλιό της που ενεργεί είτε συλλογικώς είτε με υποκατάστατα πρόσωπα, μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή και τρίτα πρόσωπα, στα οποία, εφόσον το καταστατικό της εταιρείας το επιτρέπει, αναθέτει, ολικά ή μερικά, την εκπροσώπηση της εταιρείας ή τη διαχείριση της περιουσίας της και τα οποία εκφράζουν πρωτογενώς τη βούληση της εταιρείας, ως όργανα της διοίκησής της, αντλώντας την εξουσία τους από το νόμο και το καταστατικό, όμως δεν εμποδίζεται το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας ή και τα υποκατάστατα αυτού όργανα να αναθέσουν με απόφασή τους, που μπορεί κατά περίπτωση να είναι άτυπη και να συνάγεται και ερμηνευτικώς, κατά τα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, την εκτέλεση συγκεκριμένων πράξεων σε υπάλληλο της εταιρείας ή σε άλλο πρόσωπο, που ενεργεί στο όνομα ή για λογαριασμό της εταιρείας ως άμεσος αντιπρόσωπός της ή ανάλογα ως εντολοδόχος της (έμμεσος αντιπρόσωπος).

Μάλιστα τα πρόσωπα αυτά συνάγεται ότι ενεργούν ως άμεσοι αντιπρόσωποι της εταιρείας κατά την κατάρτιση δικαιοπραξίας, όταν η εξωτερίκευση της δράσης τους, που εμφανίζεται στο κοινό, παρέχει την εντύπωση, σύμφωνα με τα κριτήρια που διαμορφώνονται στις συναλλαγές για το είδος της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρείας, ότι με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ή των υποκατάστατων οργάνων της διοίκησής της ή έστω με την ανοχή τους ανατέθηκε στα πρόσωπα αυτά ο κύκλος εργασιών, που περιλαμβάνει και τη δικαιοπραξία στην οποία συνέπραξαν (ΑΠ 470/2006? 1005/2007? 112/2008? 1191/2009? 1789/ 2013? 1324/2014).

Παρέπεται έτσι ότι όταν προβάλλεται έλλειψη νόμιμης εκπροσώπησης της εταιρείας κατά τη σύναψη δικαιοπραξίας, με συνέπεια να αμφισβητείται τότε το κύρος της, εκείνος μεν που επικαλείται τη δικαιοπραξία πρέπει να προτείνει και να αποδείξει ότι καταρτίστηκε από αυτόν που εκπροσωπεί νόμιμα την εταιρεία, το δε δικαστήριο υποχρεούται, αντίστοιχα, να προσδιορίσει με την απόφασή του το πρόσωπο που ενήργησε στο όνομα ή για λογαριασμό της.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) ασχολείται με την παραγωγή και εμπορία ελαιολάδου, διατηρεί δε προς τούτο ελαιοτριβείο στα ...

Χανίων, ενώ η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) είναι ανώνυμη εταιρία εμπορίας ελαιωδών προϊόντων, λιπαρών και τροφίμων, στα πλαίσια δε της εν λόγω δραστηριότητάς της αγοράζει και μεταπωλεί με σκοπό το κέρδος ελαιόλαδο. Ειδικότερα, αυτή προμηθευόταν από διάφορους ελαιοπαραγωγούς μεγάλες ποσότητες ελαιόλαδου, αρχικά προς φύλαξη στις εγκαταστάσεις της και στη συνέχεια προέβαινε στην αγορά και στη μεταπώλησή τους με σκοπό το κέρδος.

Για την εκπλήρωση του σκοπού της αυτού συνεργαζόταν και με τον Ι. Μ., ο οποίος ασκούσε τη δραστηριότητα του μεσίτη εγχώριων προϊόντων και δη ελαιολάδου και στα πλαίσια της δραστηριότητάς του αυτής του είχε ανατεθεί από την εναγομένη να μεσολαβεί, να διαπραγματεύεται και να συνάπτει, ενεργώντας για λογαριασμό και στο όνομα της εναγομένης (αντιπροσωπευομένης), συμβάσεις αγοράς από αυτήν ελαιολάδου από διάφορα ελαιουργεία στην ευρύτερη περιοχή των Χανίων, μεταξύ των οποίων και αυτού του ενάγοντος, έναντι αμοιβής (προμήθειας).

Στα πλαίσια της εμπορικής αυτής δραστηριότητας των διαδίκων, κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος από το μήνα Μάιο του έτους 2001 έως και το μήνα Μάρτιο του έτους 2006 καταρτίστηκαν μεταξύ αυτών, με τη μεσολάβηση του προαναφερθέντος I. Μ., συμβάσεις αρχικά παρακαταθήκης ποσοτήτων ελαιολάδου, που απέστελλε ο ενάγων προς φύλαξη στις εγκαταστάσεις της εναγομένης και στη συνέχεια, κατόπιν νέας διαμεσολάβησης του I.

Μ., συμβάσεις πωλήσεως από τον ενάγοντα προς την εναγομένη των εν λόγω ποσοτήτων ελαιολάδου, αντί του εκάστοτε συμφωνημένου τιμήματος. Συγκεκριμένα, ο ενάγων απέστειλε κατά τους χρόνους που αναφέρονται παρακάτω αρχικά προς φύλαξη στις εγκαταστάσεις της εναγομένης τις εξής ποσότητες ελαιολάδου: α) στις 04.05.2001, 5.512 κιλά, β) στις 15.06.2001, 16.040 κιλά, γ) στις 29.08.2001, 13.210 κιλά, δ) στις 12.10.2001, 7.050 κιλά, ε) στις 02.01.2002, 10.600 κιλά, στ) στις 06.02.2002, 11.600 κιλά, ζ) στις 09.02.2002, 13.350 κιλά, η) στις 03.04.2002, 14.410, θ) στις 22.05.2002, 14.290 κιλά, ι) στις 27.05.2002, 13.560 κιλά, ια) στις 04.09.2002, 13.480 κιλά, ιβ) στις 23.10.2002, 23.348 κιλά, ιγ) στις 23.10.2002, 24.812 κιλά..., ιδ) την 01.11.2002, 13.510 κιλά, ιε) στις 11.11.2002, 9.134 κιλά, ιστ) στις 26.06.2003, 12.500 κιλά, ιζ) στις 22.09.2003, 20.500 κιλά ελαιόλαδο βρώσιμο και 4.916 κιλά ελαιόλαδο βιομηχανικό, ήτοι συνολικά 25.416 κιλά, ιη) στις 20.11.2003, 1.700 κιλά, ιθ) στις 22.01.2003, 5.218 κιλά, κ) στις 22.01.2004, 24.296 κιλά, κα) στις 23.03.2004, 3.081 κιλά, κβ) στις 23.03.2004, 10.389,20 κιλά, κγ) στις 22.12.2005, 6.720 κιλά, κδ) στις 11.01.2006, 8.920 κιλά, κε) στις 17.01.2006, 12.910 κιλά και κστ) στις 31.01.2006, 6.710 κιλά και 13.621,35 κιλά (βλ.

ιδίως τα σχετικά δελτία αποστολής ελαιολάδου από τον ενάγοντα προς την εναγομένη, που προσκομίζει με επίκληση ο ενάγων). Επομένως, ο ενάγων απέστειλε προς την εναγομένη κατά το ανωτέρω διάστημα σταδιακά και η τελευταία παρέλαβε συνολική ποσότητα ελαιολάδου 335.387,55 κιλών, προς φύλαξη. Στη συνέχεια, στα πλαίσια της προαναφερθείσας συμφωνίας και με τη μεσολάβηση του άνω I.

Μ., ο ενάγων πώλησε και παρέδωσε στην εναγομένη τις αναφερόμενες κατωτέρω ποσότητες ελαιολάδου, αντί του συμφωνηθέντος για κάθε πώληση τιμήματος, ήτοι: α) στις 07.05.2001, 5.512 κιλά, αντί 1,9809 ευρώ το κιλό, ήτοι συνολικά 10.918,72 ευρώ, β) στις 20.06.2001, 10.260,40 κιλά, αντί 1,3523 ευρώ το κιλό, ήτοι συνολικά 13.875,14 ευρώ..., και μζ) στις 21.01.2006, 6.710 κιλά, αντί 3,80 ευρώ το κιλό, ήτοι συνολικά 25.498 ευρώ.

Επομένως, το συνολικό τίμημα των άνω πωλήσεων ανήλθε σε 765.524,96 ευρώ και αφαιρουμένου του υπέρ ΕΛΓΑ ποσοστού από 13.564,44 ευρώ, που αφαιρεί και ο ενάγων στην αγωγή του, παραμένει υπόλοιπο από 751.960,52 ευρώ. Έναντι του ποσού αυτού, όπως συνομολογεί και ο ενάγων, του κατέβαλε η εναγομένη σταδιακά, με καταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς του το συνολικό ποσό των 714.768,93 ευρώ και παρέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο 37.191,59 (751.960,52 - 714.768,93) ευρώ.

Επίσης, η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα και το Φ.Π.Α. από το υπ’ αριθ. …/18.12.2003 τιμολόγιο, καθαρής αξίας 3.741,70 ευρώ, ποσοστού 8%, ποσού 299,34 ευρώ, καθώς και από το υπ’ αριθ. …/23.01.2004 τιμολόγιο καθαρής αξίας 7.920,00 ευρώ, ποσοστού 8%, ποσού 633,60 ευρώ. Επομένως, το συνολικό οφειλόμενο από την εναγομένη στον ενάγοντα ποσό για τις άνω αιτίες ανέρχεται σε 38.124,53 (37.191,59 ευρώ + 299,34 ευρώ + 633,60) ευρώ...

Η εναγομένη διατείνεται ότι ουδέποτε καταρτίστηκαν μεταξύ της ίδιας και του ενάγοντος οι άνω συμβάσεις πώλησης ελαιολάδου, ότι αυτή συναλλάχθηκε μόνο με τον I. Μ., από τον οποίο παρέλαβε συνολικά 335.387,55 κιλά ελαιολάδου, έναντι τιμήματος 726.819,50 ευρώ, έναντι του οποίου του κατέβαλε το ποσό των 740.257,26 ευρώ, ήτοι ποσό 13.438,48 ευρώ πέραν εκείνου που του όφειλε, το οποίο επρόκειτο να συμψηφιστεί με ποσότητα ελαιολάδου που θα της έστελνε, αλλά μεσολάβησε ο θάνατος αυτού (I.

Μ.). Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός της εναγομένης (που συνιστά άρνηση της αγωγής), είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Ειδικότερα, τις αιτιάσεις αυτές της εναγομένης επιχείρησε να επιστηρίξει ο μάρτυράς της, η κατάθεση του οποίου, όμως, υπήρξε εν πολλοίς ασαφής και αντιφατική με συνέπεια και από αυτήν ακόμη εμμέσως να προκύπτει η αντιπροσώπευση της εναγομένης από τον I.

Μ. και η κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων πώλησης μεταξύ των διαδίκων (σύμφωνα με αυτήν: "Εκκαθάριση του λογαριασμού Δ. - Μ. γινόταν τακτικά από την εταιρεία προς τον Μ.. Από ό,τι ξέρω από την εταιρεία είχε γίνει εκκαθάριση λογαριασμού με τον κ. Δ....Εμείς δεν ξέραμε τον κ. Δ., οι συναλλαγές γίνονταν κατά πρόταση του κ.

Μ.. Τις τιμές τις συμφωνούσε ο κ. Μ. με την εταιρεία αγορών ή με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο και υποθέτω και σε συνεννόηση με ελαιουργό. Η τιμή συμφωνήθηκε από την ... ή με τον κ. Μ. ή με τον κ. Δ....Τα περισσότερα χρήματα τα στέλνανε στον ίδιο τον κ. Δ....). Αντίθετα από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία αδιαμφισβήτητα αποδεικνύεται ότι οι επίδικες συμβάσεις πώλησης ελαιολάδου καταρτίστηκαν ανάμεσα στους διαδίκους με τους όρους που ανωτέρω αναφέρθηκαν.

Ειδικότερα, στα προσκομιζόμενα με επίκληση δελτία αποστολής, όπου καταγράφονται τα στοιχεία των διαδίκων, αναγράφεται ρητώς ότι πρόκειται για αγορά των αναφερόμενων ποσοτήτων ελαιολάδου από την ... "μέσα στο χώρο των δεξαμενών" ή ότι πρόκειται για ελαιόλαδο το οποίο είχε σταλεί προς φύλαξη στις εγκαταστάσεις της ....

και επιστρέφεται ή ελευθερώνεται για αγορά από την ... (και πώληση από τον Δ. Δ.) εντός του χώρου των δεξαμενών. Επίσης, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση .../09.01.2006 και .../19.01.2006 δύο έγγραφες επιβεβαιώσεις αγοράς ελαιολάδου, που φέρουν τις μη αμφισβητούμενες υπογραφές του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης ενεργούντος για λογαριασμό της τελευταίας, όπως και τη σφραγίδα της, σαφώς προκύπτει ότι πρόκειται για πώληση ελαιολάδου από τον ενάγοντα προς την εναγομένη (βλ.

επιβεβαίωση εναγομένης: Συνέχεια τηλεφωνικής μας συμφωνούμε για την αγορά ελαιολάδου με τους παρακάτω όρους... και τα αναγραφόμενα στοιχεία του προμηθευτή - πωλητή - ενάγοντος, κλπ...). Επιπλέον προσκομίζονται με επίκληση και τα υπ’ αριθ. …/24.08.2001, …/13.02.2002, …/04.06.2002, …/14.06.2002, …/18.12.2003 και …/23.01.2004 τιμολόγια πώλησης από τον ενάγοντα στην εναγομένη των αναφερόμενων σε αυτά ποσοτήτων ελαιολάδου.

Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται και από το γεγονός της σταδιακής κατά τη διάρκεια των ως άνω συναλλαγών μεταξύ των διαδίκων καταβολής του προαναφερόμενου ποσού των 714.768,93 ευρώ από την εναγομένη προς τον ενάγοντα με την κατάθεσή του σε τραπεζικούς λογαριασμούς αυτού, καθώς και της αποστολής των άνω ποσοτήτων ελαιολάδου από τον ενάγοντα προς την εναγομένη, για τις οποία εκδόθηκαν αναλυτικά δελτία αποστολής, αλλά και από τη σαφή και μετά λόγου γνώσεως κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος.

Ενόψει όσων προαναφέρθηκαν, από μόνο το γεγονός ότι δεν εκδόθηκαν τιμολόγια πώλησης για το σύνολο των επίδικων ποσοτήτων στο όνομα του ενάγοντος και δη για φορολογικούς λόγους, δεν μπορεί να αχθεί το Δικαστήριο σε διάφορο του ανωτέρω συμπέρασμα. Ισχυρίζεται, επίσης, η εναγομένη, ότι ο I. Μ., ο οποίος σημειωτέον μετά τη λήξη της συνεργασίας των διαδίκων απεβίωσε, δεν υπήρξε ποτέ εκπρόσωπός της, αφού δεν ήταν ποτέ μέλος του διοικητικού της συμβουλίου ούτε του παρασχέθηκε με απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου εξουσία εκπροσωπήσεώς της, αλλά ούτε ήταν και αντιπρόσωπός της.

Όπως όμως προαναφέρθηκε και αποδεικνύεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, ο I. Μ. δεν ήταν μεν όργανο εκπροσώπησης της εναγομένης, αλλά ήταν κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο αντιπρόσωπος αυτής και με τη μεσολάβησή του (ενεργούντος στο όνομα και για λογαριασμό της εναγομένης) καταρτίστηκαν ως προς όλους τους αναγκαίους όρους τους οι επίδικες συμβάσεις πώλησης ελαιολάδου από τον ενάγοντα προς την εναγομένη, οι οποίες και επιβεβαιώθηκαν, άλλωστε, από την τελευταία δια του νομίμου εκπροσώπου της Μ.

Κ., ως προς όλους τους όρους τους και υλοποιήθηκαν με την παράδοση από τον ενάγοντα και παραλαβή από την εναγομένη των επίδικων ποσοτήτων ελαιολάδου του ενάγοντος που ο ίδιος της απέστειλε και την καταβολή προς τον τελευταίο από την εναγομένη του μεγαλύτερου μέρους του συμφωνηθέντος τιμήματος, πλην του προαναφερόμενου εισέτι οφειλόμενου μέρους αυτού.

Είναι δε χαρακτηριστικό περί τούτου, ότι οι προαναφερθείσες εκδοθείσες από την ίδια την εναγομένη επιβεβαιώσεις αγοράς από αυτήν ελαιολάδου με πωλητή τον ενάγοντα, με αριθ. ... και .../2006 φέρουν, εκτός από την υπογραφή του ενάγοντος ως πωλητή, και τη μη αμφισβητούμενη υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, Μ.

Κ., ενεργούντος για λογαριασμό της τελευταίας, στα πλαίσια της σχετικής εξουσίας που είχε υπό την ιδιότητά του αυτή, να συνομολογεί συμβάσεις αγοράς προϊόντων από την εκπροσωπούμενη από αυτόν εταιρία. Επιβεβαιωτικό δε της προαναφερθείσας κρίσης του Δικαστηρίου είναι και το γεγονός, ότι η εναγομένη εξέδιδε για τις επίδικες πωλήσεις ειδικά διπλότυπα δελτία απαλλαγής από το Φ.Π.Α., όπου ρητώς αναγραφόταν ότι προμηθευτής της ήταν ο ενάγων Δ.

Δ. (βλ. τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τον ενάγοντα τρία ειδικά διπλότυπα δελτία απαλλαγής από το Φ.Π.Α., που φέρουν τη μη αμφισβητούμενη υπογραφή του προαναφερθέντος νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, ενεργούντος υπό την ιδιότητά του αυτή για λογαριασμό της, καθώς και τη σφραγίδα της τελευταίας). Μάλιστα, η εναγομένη τηρούσε καρτέλα για τον προμηθευτή της ενάγοντα, όπου αναφέρεται ότι προμηθευτής είναι αυτός (δηλαδή ο Δ.) και στην οποία καταγράφονταν αναλυτικά τα στοιχεία των πωλήσεων (ημερομηνία, δελτίο αποστολής, κιλά ελαιολάδου, η συμφωνία των διαδίκων για το τίμημα της κάθε πώλησης ανά κιλό κλπ...), η οποία μάλιστα είχε αποσταλεί μέσω ΦΑΞ από αυτήν στον ενάγοντα (βλ.

αυτήν, την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων σε τρεις σελίδες σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρά του, που προέρχεται από άμεση αντίληψή του και δεν αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτό μέσο). Με αυτήν γίνονταν αποδεκτοί οι όροι των πωλήσεων, όπως είχαν συμφωνηθεί από τον ενάγοντα και τον I.

Μ. που ενεργούσε για λογαριασμό της εναγομένης, μεταξύ των οποίων και το τίμημα εκάστης πώλησης (βλ. στήλη υπό την ένδειξη "συμφωνία"). Σημειώνεται δε ότι οι ίδιες τιμές είχαν καταγραφεί και στη σχετική χειρόγραφη κατάσταση που τηρήθηκε από τον ενάγοντα και τον άνω I. Μ. ως αντιπρόσωπο της εναγομένης, που φέρει και μονογραφή του τελευταίου με ημερομηνία 09.05.2006 (βλ.

για το ότι πρόκειται για υπογραφή του ήδη αποβιώσαντος I. Μ., την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, που δεν αναιρείται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο). Προκύπτει έτσι αδιαμφισβήτητα, με βάση τα παραπάνω, ότι οι επίδικες πωλήσεις αποφασίστηκαν από τον ίδιο το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης και δόθηκε από τον τελευταίο εντολή προς τον I.

Μ. να καταρτίσει τις σχετικές συμβάσεις για λογαριασμό της εναγομένης, ως αντιπρόσωπός της, στη συνέχεια δε, μετά την κατάρτισή τους με τον ενάγοντα δια του I. Μ., υλοποιήθηκαν, επιβεβαιούμενες, ως προς όλους τους όρους τους, από την εναγομένη δια του νομίμου εκπροσώπου της, με την παραλαβή όλων των επίδικων ποσοτήτων ελαιολάδου από την εναγομένη, την αποστολή από την τελευταία σε τραπεζικούς λογαριασμούς του ενάγοντος του μεγαλύτερου μέρους του τιμήματος (απομένοντος του άνω υπολοίπου), την υπογραφή από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης των άνω εγγράφων που επιβεβαίωναν την κατάρτισή τους από την ίδια την εναγομένη (επιβεβαιώσεων αγοράς ελαιολάδου, ειδικών διπλότυπων δελτίων απαλλαγής από το Φ.Π.Α., πέραν των υπογραφών που έχουν τεθεί στα εκδοθέντα δελτία αποστολής, από εκείνους που παραλάμβαναν κάθε φορά για λογαριασμό της εναγομένης τις επίδικες ποσότητες ελαιολάδου).

Ενόψει δε όσων προαναφέρθηκαν, το Δικαστήριο δεν μπορεί να οδηγηθεί σε διάφορη κρίση από την από 28.11.2008 βεβαίωση της εναγομένης, που υπογράφεται από τον ως άνω νόμιμο εκπρόσωπό της Μ. Κ., σύμφωνα με την οποία ο Ι. Μ. δεν υπήρξε μέλος του Δ.Σ. της ...., ούτε τον εξουσιοδότησε το Δ.Σ. της τελευταίας να ενεργεί ως εκπρόσωπός της για οποιαδήποτε υπόθεσή της, ούτε και ο νόμιμος εκπρόσωπός της ως άνω Διευθύνων Σύμβουλος Μ.

Κ. παρέσχε πληρεξούσιο προς τον I. Μ. για να συμβληθεί με τον ενάγοντα, ενόψει και του ότι... η σχετική απόφαση του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας, Μ. Κ., για την κατάρτιση των επίδικων πωλήσεων μεταξύ των διαδίκων, την οποία έλαβε με βάση τις σχετικές εξουσίες εκπροσώπησης της εταιρίας που του παρείχε το καταστατικό της τελευταίας και εκτελέστηκε από τον τρίτο, δηλαδή εδώ τον I.

Μ., δεν είναι αναγκαίο να διατυπώνεται πανηγυρικά, αλλά πρέπει να συνάγεται, όπως αδιαμφισβήτητα συμβαίνει εν προκειμένω, η βούληση του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας, ότι η σύμβαση θα συναφθεί από τρίτο πρόσωπο για λογαριασμό της εταιρίας, γεγονός που γνωστοποιήθηκε από τον I. Μ. στον ενάγοντα κατά την προφορική κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι οι επίδικες ποσότητες ελαιολάδου πουλήθηκαν στην αναιρεσείουσα από τον αναιρεσίβλητο με συμβάσεις που καταρτίστηκαν για λογαριασμό της από τον Ι. Μ., που ενεργούσε ως αντιπρόσωπός της, δηλαδή πωλητής υπήρξε ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος και όχι ο Ι.

Μ., οπότε ο αναιρεσίβλητος είναι ο νομιμοποιούμενος ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής. Συνακόλουθα το Εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 37.191,59 ευρώ ως ανεξόφλητο υπόλοιπο του συν...ύ τιμήματος πώλησης, αφού προηγουμένως εξαφάνισε την πρωτόδικη οριστική απόφαση, που είχε κρίνει πλήρως εξοφλημένο το συνολικό τίμημα.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 18§§1 και 2, 22 του ν. 2190/1920, 65, 67, 68, 70, 211, 216, 229, 232 και 713 του ΑΚ και με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμά του, δηλαδή ότι οι επίδικες ποσότητες ελαιολάδου αγοράστηκαν από την αναιρεσείουσα με συμβάσεις που κατάρτισε για λογαριασμό της με τον αναιρεσίβλητο ο Ι.

Μ. ως άμεσος αντιπρόσωπός της στο πλαίσιο σχετικής πληρεξουσιότητας που του χορηγήθηκε με βάση το καταστατικό της ατύπως από το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής Μ. Κ. και άρα αντισυμβαλλόμενος αυτής που δικαιούται να αξιώνει την καταβολή του οφειλόμενου τιμήματος πώλησης είναι ο αναιρεσίβλητος. Επομένως, είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον δεύτερο και τον τρίτο των λόγων της αίτησης αναίρεσης και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί, με τους οποίους υπό το πρόσχημα πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που όμως αφορούν σε δήθεν ελλείψεις σχετικές με την ανάλυση, στάθμιση και γενικώς την εκτίμηση των αποδείξεων, αμφισβητείται στην πραγματικότητα η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης.

Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από την αναιρεσείουσα υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική υπ’ αριθ. 18/2014 έκθεση της γραμματέως του Εφετείου Κρήτης.

Εξ άλλου η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.4.2014 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ’ αριθ. 33/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των υπ’ αριθ. 3819977, 3819978, 4931168 και 4931178/2014 παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και των υπ’ αριθ. 17864, 17865 και 17872/2014 παραβόλου υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ