473/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε τις ρυθμίσεις δια των άρθρων 4 παρ. 2 του ν. 4507/1966 και 8 του ν. 950/1979, ο νομοθέτης θέλησε, κατ' αντιστοιχίαν των διατάξεων που ισχύουν και ρυθμίζουν τα των αμοιβών εν γένει των δικηγόρων επί υποθέσεων ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, να ισχύουν και οι αμοιβές των δικηγόρων για τις ενώπιον των φορολογικών και ήδη διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες. Η αμοιβή του δικηγόρου σε καμιά περίπτωση επιτρέπεται να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων που ορίζονται στα άρθρα 98 και επόμενα του Κώδικα Δικηγόρων. Κάθε συμφωνία περί λήψεως μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρη. Ο ισχυρισμός, περί παραγραφής της αξιώσεως της αναιρεσίβλητης, είναι από εκείνους οι οποίοι, κατ' εξαίρεση, λαμβάνονται υπόψη από τα δικαστήρια της ουσίας, και χωρίς να προταθούν, όχι όμως και από τον Άρειο Πάγο, ειδικώς δε, στην προκειμένη περίπτωση, δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Legislator headnote
AI generated473/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): νόμους προς Ειρηνοδίκην ή διοικητικήν επιτροπήν ή άλλο διοικητικόν δικαστήριον, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δρχ. 30. 2) Εάν τα ως άνω έγγραφα απευθύνονται προς δευτεροβάθμιον διοικητικόν δικαστήριον ή Επιτροπήν β' βαθμού, προς Ειρηνοδίκην δικάζοντα κατά β' βαθμόν, το όριον τούτο είναι δραχμαί 40".
Full text
Απόφαση 473 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Με τις ρυθμίσεις δια των άρθρων 4 παρ. 2 του ν. 4507/1966 και 8 του ν. 950/1979, ο νομοθέτης θέλησε, κατ' αντιστοιχίαν των διατάξεων που ισχύουν και ρυθμίζουν τα των αμοιβών εν γένει των δικηγόρων επί υποθέσεων ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, να ισχύουν και οι αμοιβές των δικηγόρων για τις ενώπιον των φορολογικών και ήδη διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες. Η αμοιβή του δικηγόρου σε καμιά περίπτωση επιτρέπεται να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων που ορίζονται στα άρθρα 98 και επόμενα του Κώδικα Δικηγόρων. Κάθε συμφωνία περί λήψεως μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρη. Ο ισχυρισμός, περί παραγραφής της αξιώσεως της αναιρεσίβλητης, είναι από εκείνους οι οποίοι, κατ' εξαίρεση, λαμβάνονται υπόψη από τα δικαστήρια της ουσίας, και χωρίς να προταθούν, όχι όμως και από τον Άρειο Πάγο, ειδικώς δε, στην προκειμένη περίπτωση, δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Αριθμός 473/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 21η Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ" (τέως "Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης"), που εδρεύει στην Αλεξανδρούπολη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ζαρκάδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Γ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/1996 μη οριστική και 186/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 498/1998 μη οριστική και 80/2000 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-5-2000 αίτησή του και τους από 26-9-2011 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 9-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της, από 22-5-2000, αιτήσεως αναιρέσεως και των, από 26-9-2011, πρόσθετων λόγων αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 152 του ν.δ. 3026/1954 "Περί του Κώδικος Δικηγόρων", που είναι εντεταγμένο στο Ι' Κεφάλαιο υπό τον τίτλο "Εργασία εις διοικητικάς υποθέσεις", το οποίο ρυθμίζει ειδικώς την αμοιβή των δικηγόρων για τις εργασίες σε διοικητικές υποθέσεις ορίζεται: "Δια την σύνταξιν αιτήσεως, υπομνήματος ή ενστάσεως ή προσφυγής ή αντιρρήσεων ή ανακοπής ή εφέσεως ή οιουδήποτε άλλου εγγράφου, απευθυνομένων κατά τους διοικητικούς, φορολογικούς τελωνειακούς, στρατολογικούς, εκλογικούς κ.λπ.
νόμους προς Ειρηνοδίκην ή διοικητικήν επιτροπήν ή άλλο διοικητικόν δικαστήριον, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δρχ. 30. 2) Εάν τα ως άνω έγγραφα απευθύνονται προς δευτεροβάθμιον διοικητικόν δικαστήριον ή Επιτροπήν β' βαθμού, προς Ειρηνοδίκην δικάζοντα κατά β' βαθμόν, το όριον τούτο είναι δραχμαί 40".
Με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 4507/1966 "περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών των δικηγόρων ...", στο τέλος του άρθρου 155 του Κώδικα Δικηγόρων προστέθηκε παράγραφος 2, στην οποία ορίζεται ότι "Δια τας ενώπιον των Φορολογικών Δικαστηρίων υποθέσεις εφαρμόζονται αι διατάξεις, αι αφορώσαι τας πολιτικάς υποθέσεις κατά την εξής διάκρισιν:
α) Δια τας ενώπιον του μονομελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις, β) δια τας ενώπιον του τριμελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις και γ) δια τας ενώπιον του δευτεροβαθμίου φορολογικού δικαστηρίου (ανεξαρτήτως συνθέσεως) αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Εφετείου υποθέσεις.
Στη συνέχεια με το άρθρο 8 του ν. 950/1979 "περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών των δικηγόρων" ορίσθηκε ότι: "Αι διατάξεις του άρθρου 155 του Ν.Δ. 3026/1954, αι προστεθείσαι εις τούτο υπό της παρ. 2 του άρθρ. 4 του ν. 4507/1966 εφαρμόζονται και επί των ενώπιον παντός διοικητικού δικαστηρίου κατά πάσαν διαδικασίαν εκδικαζομένων υποθέσεων".
Με τις επιγενόμενες ως άνω ρυθμίσεις δια των άρθρων 4 παρ. 2 του ν. 4507/1966 και 8 του ν. 950/1979 σκοπήθηκε ο καθορισμός της αμοιβής των δικηγόρων επί υποθέσεων στα μετά την θέσπιση του Κώδικα Δικηγόρων ιδρυθέντα φορολογικά και ήδη διοικητικά δικαστήρια, κατά τρόπο ομοιόμορφο προς τα ισχύοντα επί πολιτικών υποθέσεων, και έτσι καταργήθηκε σιωπηρώς το άρθρο 152 του Κώδικα Δικηγόρων και ως προς τις αναγόμενες στην προδικασία των διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες.
Με την ως άνω ρύθμιση ο νομοθέτης θέλησε, κατ' αντιστοιχίαν των διατάξεων που ισχύουν και ρυθμίζουν τα των αμοιβών εν γένει των δικηγόρων επί υποθέσεων ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, να ισχύουν και οι αμοιβές των δικηγόρων για τις ενώπιον των φορολογικών και ήδη διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες.
Εξάλλου, από το άρθρ. 92 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου ρυθμίζεται κατόπιν συμφωνίας μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του, περιλαμβάνουσα είτε τη διεξαγωγήν όλης της δίκης είτε μέρος ή κατ' ιδίαν πράξεις αυτής ή άλλες νομικές ενέργειες, σε καμιά όμως περίπτωση επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων που ορίζονται στα άρθρα 98 και επόμενα.
Κάθε δε συμφωνία περί λήψεως μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρη, ανεξαρτήτως χρόνου συνάψεώς της (Ολ.ΑΠ 6/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αποδεικνύεται ότι το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) "Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης" (Γ.Π.Ν.Α.) είχε αναθέσει στα μελετητικά γραφεία "Α. Α. - Ν. Γ. - Γ. Ν. - Α.
Τ. ΕΠΕ", "Θ. Μ." και "Β. Β.", την εκπόνηση πλήρoυς μελέτης διαρρυθμίσεων και επεκτάσεων του κτιριακού του συγκροτήματος. Λόγω όμως διαφωνίας, ως προς το ύψος των οφειλομένων αμοιβών, το "Τεχνικό Eπιμελητήριo της Ελλάδος", ενεργώντας ως υποκατάστατο την προαναφερομένων μελετητικών γραφείων, άσκησε κατά του εναγομένου Γ.Κ.Ν.Α.
και ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Koμoτηνής τις από 29-1-1986 (αρ. κατ. 3/11-2-86), 25-2-1986 (αρ. κατ. 57/5-3-86), 17-11-1988 (αρ. κατ. 46/28-11-1988 και 1-7-1986 (αρ. κατ. 125/30-7-86) προσφυγές, έχουσες αιτήματα, Α) Η πρώτη: να αναγνωριστεί ότι ο προϋπολογισμός για το σύνολο της μελέτης ήταν 4.032.000.000 δρχ., ότι η συνολική αμοιβή ανερχόταν στο ποσό των 320.920.469 δρχ.
και ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει 25.300.305 δρχ., για την αρχιτεκτονική μελέτη 5.535.742 δρχ., για την στατική μελέτη και 9.191.525 δρχ. για τη μελέτη των εγκαταστάσεων, Β) Η δεύτερη: να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει 2.710.751 δρχ., για την αρχιτεκτονική μελέτη, 1.162.500 δρχ., για τη στατική μελέτη και 1.891.461 δρχ., για τη μελέτη εγκαταστάσεων.
Γ) Η τρίτη: να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει το προϊόν του 18ου λογαριασμού, ύψους 121.849.743 δρχ. και να επιστρέψει τις εγγυητικές επιστολές αντικατάστασης κρατήσεων καλής εκτέλεσης με την καταβολή των προμηθειών αυτών και Δ) Η τέταρτη: να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει 3.595.816 δρχ., για την αρχιτεκτονική μελέτη, 2.521.957 δρχ., για τη στατική μελέτη και 1.722.302 δρχ., για τη μελέτη των εγκαταστάσεων.
Προς υποστήριξη της από 17-11-1988 προσφυγής τα παραπάνω μελετητικά γραφεία άσκησαν πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του προσφεύγοντος Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος. Κατόπιν αυτών το εναγόμενο Γ.Κ.Ν.Α., με την από 27-10-1989 εξουσιοδότησή του, ανέθεσε στην ενάγουσα δικηγόρο να παραστεί προς αντίκρουση των προσφυγών και υποστήριξη των συμφερόντων του.
Πράγματι η ενάγουσα παραστάθηκε κατά τη συζήτηση αυτή, στις 3-4-1990 και κατέθεσε στο Δικαστήριο πέντε υπομνήματα, τα οποία συνέταξε, δηλαδή ένα προς αντίκρουση της κάθε προσφυγής και ένα προς αντίκρουση της πρόσθετης παρέμβασης. Επί των προσφυγών αυτών και της πρόσθετης παρέμβασης εκδόθηκαν οι, με αριθμό, 98/1990, 99/1990, 100/1990 και 97/1990 αποφάσεις του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής, με τις οποίες απορρίφθηκαν οι προσφυγές και η πρόσθετη παρέμβαση.
Τα παραπάνω, όμως, υπομνήματα που συνέταξε η ενάγουσα στηρίζονται στην αυτή ιστορική και νομική αιτία και έχουν τα τέσσερα από αυτά, που κατατέθηκαν προς αντίκρουση των τεσσάρων προσφυγών, το αυτό περιεχόμενο. Πρόκειται δηλαδή για την αυτή κατ' ουσίαν εργασία, αφού αποτελούν στην ουσία ένα υπόμνημα.
Συνεπώς η αμοιβή της ενάγουσας θα υπολογιστεί, ελλείψει ειδικότερης συμφωνίας (άρθρο 92 Κωδ. Δικηγ.), στο 2% της αξίας του αντικειμένου της προσφυγής με τη μεγαλύτερη, σε σχέση με τις άλλες, αξίωση και όχι στο 2% της αξίας του αντικειμένου κάθε προσφυγής. Αυτό δε και για τον πρόσθετο λόγο ότι η ενάγουσα παρέλειψε να γνωστοποιήσει στο εναγόμενο την πρόθεσή της να αξιώσει αμοιβή με βάση το αντικείμενο των προσφυγών, σε αντίθεση με τη μέχρι τότε γνωστή πρακτική του εναγομένου Γ.K.N.Α., το οποίο, σε ανάλογες περιπτώσεις, κατέβαλε με τα ελάχιστα όρια διατιμήσεων τις αμοιβές των δικηγόρων που προσλάμβανε, ενώ αν γνώριζε την πρόθεση αυτή της ενάγουσας δεν θα κατάρτιζε τη σύμβαση εντολής, που συνεπάγεται απρόβλεπτη γι' αυτό οικονομική ζημία.
Με βάση τα περιστατικά αυτά δέχθηκε ότι, 1) μη υπαρχούσης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, ως προς την αμοιβή της αναιρεσιβλήτου δικηγόρου, για τη σύνταξη των πέντε υπομνημάτων, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής, θα εφαρμοσθούν οι διατάξεις των άρθρων 100, 107 του Κώδικα Δικηγόρων, σε συνδυασμό με το άρθρο 155 του ίδιου Κώδικα, με τις οποίες προβλέπεται αμοιβή ποσοστού 2%, επί της αξίας του αντικειμένου των προσφυγών και όχι η διάταξη του άρθρου 152 του ίδιου κώδικα και 2) η οφειλόμενη στην ενάγουσα αμοιβή, για τη σύνταξη των υπομνημάτων, υπολογιζόμενη σε ποσοστό 2% επί του ποσού των 121.849.743 δρχ. (της προσφυγής με το μεγαλύτερο αντικείμενο) ανέρχεται σε 2.436.995 δρχ.
την οποία και επιδίκασε. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, Α) δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 92, 100, 107, 155 και 152 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων, ούτε τις διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 4507/1966 και 8 του Ν. 950/1979 και Β) διέλαβε στην απόφασή του σαφείς επαρκείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλονται οι αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται, ότι το Εφετείο, με το να μη λάβει υπόψη του α) τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι, μεταξύ των διαδίκων, καταρτίστηκε, ατύπως, συμφωνία για την καταβολή στην αναιρεσίβλητη μικρότερης αμοιβής και 2) τον, από 20-11-1989, πίνακα της αναιρεσίβλητης και την, με αριθμό 233/31-10-1989, απόδειξη παροχής υπηρεσιών αυτής, δηλαδή έγγραφα τα οποία επικαλέστηκε για την απόδειξη καταρτίσεως της παραπάνω συμφωνίας, υπέπεσε στις, από τους αρ. 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο 1) έλαβε υπόψη του τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε και 2) σαφώς με αυτήν διαβεβαιώνει, ότι, για να καταλήξει στην κρίση του, έλαβε υπόψη του τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, από τη διαβεβαίωση δε αυτή και τις παραδοχές της απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι έλαβε υπόψη του και τα συγκεκριμένα έγγραφα.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την απόφαση και γ) ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους και γι' αυτό ακριβώς νέοι ισχυρισμοί, έστω και επιγενόμενοι, δεν μπορούν να προταθούν, ούτε για την θεμελίωση των λόγων αναιρέσεως, ούτε για την απόκρουσή τους, αν δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις. Εξάλλου, η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη Χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση. Οι ισχυρισμοί δε, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως, που περιέχεται στο, από 26-9-2011, δικόγραφο προσθέτων λόγων, το αναιρεσείον ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, με την επίκληση, ότι η ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης, παρεγράφη, κατ' άρθρο 48 παρ. 6 του Ν.Δ. 496/1974, εφόσον παρήλθε πενταετία από την έκδοση της προσβαλλόμενης και εκδοθείσας το έτος 2000 απόφασης, μέχρι την κατάθεση του δικογράφου των προσθέτων λόγων, προκειμένου δε να θεμελιώσει το παραδεκτό του, για πρώτη φορά, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προταθέντος λόγου αναιρέσεως, επικαλείται ότι ο επιγενόμενος της έκδοσης της απόφασης, καταλυτικός της αξίωσης της αναιρεσίβλητης, ισχυρισμός του, περί παραγραφής, στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια, κατ' άρθρο 52 παρ. 3 του παραπάνω Ν.Δ/τος και αφορά τη δημόσια τάξη. Όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός στον οποίο θεμελιώνεται, (περί παραγραφής της αξιώσεως της αναιρεσίβλητης), είναι από εκείνους οι οποίοι, κατ' εξαίρεση, λαμβάνονται υπόψη από τα δικαστήρια της ουσίας, και χωρίς να προταθούν, όχι όμως και από τον Άρειο Πάγο, ειδικώς δε στην προκειμένη περίπτωση, ο ίδιος ισχυρισμός δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να απορριφθούν, να καταδικασθεί δε το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 22-5-2000, αίτηση αναιρέσεως της 80/2000 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης και τους, από 26-9-2011, πρόσθετους λόγους αυτής. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ