Legislator Case Law & Legislation
473/2011 AI generated

473/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 473/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Το οικογενειακό επίδομα παρέχεται στους έγγαμους υπαλλήλους ως προσαύξηση μισθού, για την παρεχόμενη εργασία, η οποία καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, στα πλαίσια και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας της, έχει δε χαρακτήρα μισθού.- Η διάταξη του άρθρου 12 § 4 του ν. 2470/1997, η οποία απαγορεύει τη διπλή καταβολή της οικογενειακής παροχής, σε περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ ή όταν ο ένας από αυτούς είναι υπάλληλος των υπηρεσιών αυτών και ο άλλος υπάλληλος του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή του ιδιωτικού είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και μη εφαρμοστέα.- Η διάταξη του άρθρου 90 § 3 του ν. 2362/1995, κατά την οποία η αναφερόμενη σ’ αυτήν απαίτηση οποιουδήποτε παραγράφεται μετά διετία από τη γέννησή της, είναι ειδική, σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α’ του νόμου αυτού, και ως εκ τούτου, κατισχύει της τελευταίας διάταξης.

Legislator headnote

AI generated

473/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, η θέσπιση διακρίσεων μεταξύ υπαλλήλων που βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση, οι οποίες συνδέονται, όχι με την παρεχόμενη από αυτούς εργασία, αλλά με το τυχαίο γεγονός της παροχής ή όχι εργασίας και από τον σύζυγο ή από το καθεστώς αυτής, αντιβαίνει ευθέως στη συνταγματική επιταγή της ίσης νομοθετικής μεταχείρισης των ομοίων (άρθρ. 4 § 1 του Συντάγματος).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 473 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Το οικογενειακό επίδομα παρέχεται στους έγγαμους υπαλλήλους ως προσαύξηση μισθού, για την παρεχόμενη εργασία, η οποία καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, στα πλαίσια και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας της, έχει δε χαρακτήρα μισθού.- Η διάταξη του άρθρου 12 § 4 του ν. 2470/1997, η οποία απαγορεύει τη διπλή καταβολή της οικογενειακής παροχής, σε περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ ή όταν ο ένας από αυτούς είναι υπάλληλος των υπηρεσιών αυτών και ο άλλος υπάλληλος του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή του ιδιωτικού είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και μη εφαρμοστέα.- Η διάταξη του άρθρου 90 § 3 του ν. 2362/1995, κατά την οποία η αναφερόμενη σ’ αυτήν απαίτηση οποιουδήποτε παραγράφεται μετά διετία από τη γέννησή της, είναι ειδική, σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α’ του νόμου αυτού, και ως εκ τούτου, κατισχύει της τελευταίας διάταξης.

Αριθμός 473/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Κ. Κ. του Ι., κατοίκου .... Δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 434/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 4911/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-9-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 15-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. -Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 §§1, 2 και 3, 568 §§ 1 και 4 και 498 §1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει άλλος, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους. Στη προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο από το παριστάμενο αναιρεσείον αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, το οποίο και επιδόθηκε σ' αυτό, σύμφωνα με την επ' αυτού επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή, η επίσπευση για συζήτηση της υπόθεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο έγινε με την επιμέλεια της αναιρεσίβλητης. Αυτή, ωστόσο, δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο, ούτε δικηγόρος της κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.

ΙΙ. -Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 12 §§ 1 και 4 του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", που αντικατέστησε τις διατάξεις των άρθρων 8, 11 §§ 1 και 6 του ν. 1505/1984 και άρχισε να ισχύει από 1-1-1997, προκύπτει ότι το οικογενειακό επίδομα που προβλέπεται, παρέχεται στους έγγαμους υπαλλήλους που αφορούν οι διατάξεις αυτές, ως προσαύξηση μισθού, για την παρεχόμενη εργασία, η οποία καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, στα πλαίσια και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας της.

Το ότι η παραπάνω παροχή έχει χαρακτήρα μισθού, επιβεβαιώνεται και από τη διάταξη του άρθρου 141 § 2 της συμβάσεως του Άμστερνταμ (πρώην 119 της ΕΟΚ), που εφαρμόζεται και στις εργασιακές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο τομέα (αποφάσεις ΔΕΚ στις υποθέσεις 248/83 και 58/81), σύμφωνα με την οποία, ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές, αλλά και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος λόγω της σχέσεως εργασίας.

Περαιτέρω, με το προαναφερόμενο άρθρο 12 § 1 του ν. 2470/1997, ορίστηκε ότι για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων που εμπίπτουν στο νόμο αυτό χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, ως εξής: α) για οικογένεια έγγαμων χωρίς τέκνα ή με ενήλικα τέκνα, 12.000 δραχμές και β) για οικογένεια με ανήλικα τέκνα, το ποσό αυτό προσαυξάνεται για κάθε τέκνο κατά τις διακρίσεις που γίνονται στη διάταξη αυτή.

Με το άρθρο 12 § 4 του ίδιου νόμου, όπως ισχύει μετά το άρθρο 21 του ν. 2515/1997, ορίζεται ότι στην περίπτωση που ο ένας των συζύγων λαμβάνει οικογενειακό επίδομα από οποιαδήποτε πηγή του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, τότε στον έτερο σύζυγο, υπάλληλο του Δημοσίου, ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, καταβάλλεται μόνο συμπληρωματικό ποσό ως εξής:

α) το ποσό των προσαυξήσεων λόγω τέκνων, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα γάμου και β) το βασικό ποσό της οικογενειακής παροχής, χωρίς προσαυξήσεις, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα τέκνων. Όμως η απλή μετονομασία του επιδόματος οικογενειακών βαρών (που θεσπίστηκε αρχικά με τον ν. 1505/1984) σε οικογενειακή παροχή για την ενίσχυση της οικογένειας δεν μετέβαλε τη λειτουργία και τον νομικό χαρακτήρα της παροχής αυτής ως ανταλλάγματος εξαιτίας της προσφερόμενης εργασίας και επομένως ως προσαύξησης του μισθού.

Εξάλλου, η θέσπιση διακρίσεων μεταξύ υπαλλήλων που βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση, οι οποίες συνδέονται, όχι με την παρεχόμενη από αυτούς εργασία, αλλά με το τυχαίο γεγονός της παροχής ή όχι εργασίας και από τον σύζυγο ή από το καθεστώς αυτής, αντιβαίνει ευθέως στη συνταγματική επιταγή της ίσης νομοθετικής μεταχείρισης των ομοίων (άρθρ. 4 § 1 του Συντάγματος).

Η εξίσωση, με βάση την αρχή αυτή, γίνεται προς τα άνω (ΑΕΔ 3/2001, OλΑΠ 6/2001). Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 12 § 4 του ν. 2470/1997, η οποία απαγορεύει τη διπλή καταβολή της οικογενειακής παροχής, σε περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ ή όταν ο ένας από αυτούς είναι υπάλληλος των υπηρεσιών αυτών και ο άλλος υπάλληλος του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή του ιδιωτικού, αντίκειται στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις και, συνεπώς, είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα.

Κατόπιν αυτού, ισχύει εν προκειμένω και είναι άμεσα εφαρμοστέος ο γενικός κανόνας της § 1 του άρθρου 12 του ν. 2470/1997, κατά τον οποίο οι έγγαμοι υπάλληλοι λαμβάνουν ολόκληρη την οικογενειακή παροχή, προσαυξανόμενη ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων, χωρίς τις διακρίσεις στις οποίες προβαίνει η κρινόμενη ως αντισυνταγματική παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 700/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 20-12-2002 αγωγή της η αναιρεσίβλητη εκθέτει ότι είχε προσληφθεί από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για να εργασθεί στο ΤΑΣ …, ότι κατά το διάστημα από 1-1-1999 έως 30-6-2002 το αναιρεσείον δεν της κατέβαλε την οικογενειακή παροχή την οποία ως έγγαμη δικαιούταν, ενώ την ίδια παροχή ελάμβανε μόνο ο σύζυγός της.

Ζήτησε δε να υποχρεωθεί το Δημόσιο να της καταβάλει το ποσό των 5.175 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 434/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή για το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 30-6-2002. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, κρίνοντας ότι το επίδομα οικογενειακών βαρών αποτελεί μέρος της αμοιβής για την παρεχόμενη εργασία και ότι η θεσπιζόμενη με τις διατάξεις των ν. 1505/1984 και 2470/1997 απαγόρευση της χορηγήσεως του επιδόματος αυτού στην αναιρεσίβλητη, εκ του λόγου ότι το επίδομα αυτό λάμβανε ο σύζυγός της, αποτελεί ανεπίτρεπτη διάκριση αυτής έναντι όλων των άλλων εγγάμων εργαζομένων στο αναιρεσείον που λάμβαναν το επίδομα αυτό, γι' αυτό και οι διατάξεις αυτές είναι αντίθετες στη διάταξη του άρθρου 22 § 1 εδ.

β' Συντάγματος. Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. -Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 εδ.

α' του ίδιου νόμου, "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από του τέλους του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ορίζεται δε ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.

Η διάταξη αυτή είναι ειδική, σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω Ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη, ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, όπως η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3, η οποία, ως εκ τούτου, κατισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 91 εδ.

α' του αυτού Ν. 2362/1995 (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η περί παραγραφής ένσταση του εναγομένου πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η αξίωση της ενάγουσας για το έτος 2000 δεν υπέκυψε στη διετή παραγραφή, εφόσον η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 30-12-2002.

Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου, διότι οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις της αναιρεσίβλητης που γεννήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 30-12-2000 έχουν υποπέσει στη διετή, κατά τα ανωτέρω, παραγραφή.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αφορά τις αξιώσεις της αναιρεσίβλητης από την οικογενειακή παροχή του χρονικού διαστήματος από 1-1-2000 έως 30-12-2000, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου μειωμένα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 § 1 του ν. 3693/1957, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 § 12 του ν. 1738/87.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4911/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ