Legislator Case Law & Legislation
473/2010 AI generated

473/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 473/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

473/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η άποψη ότι ως συζήτηση νοείται η αρχικώς ορισθείσα δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της δίκαιης δίκης, που θεσπίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, αφού δεν παρακωλύεται το δικαίωμα του αναιρεσείοντος για την άσκηση εμπροθέσμως των πρόσθετων λόγων αναίρεσης. Τυχόν μη εμπρόθεσμη κατάθεση, μη επίδοση ή μη εμπρόθεσμη επίδοση του δικογράφου καθιστά απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους και το απαράδεκτο αυτό λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως.

Keywords

AI generated
rural land ownership agricultural zone agricultural use municipal land unassigned municipal zone public domain
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 473 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 473/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗς αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΕΡΙΟΥ (ΔΕΠΑ) ΑΕ.", που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μπρέγιαννο ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι βάση του αρθ. 7 παρ. 1,2,3 και 4 του Ν.3428/2005 συνεχίζει τη δίκη η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ ΑΕ" και με τον διακριτικό τίτλο "ΔΕΣΦΑ ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και εκπροσωπείται από αυτόν τον ίδιο.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Ψ1 θυγ. Ζ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Ψαλτήρα και 2. Δήμου ..., που εδρεύει στην ...., νόμιμα εκπροσωπουμένου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Πισσάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 26-7-1996 αγωγή της αποβιώσασας αρχικής διαδίκου Θ, β) με την από 4-10-1996 προσεπίκληση της "ΔΕΠΑ ΑΕ" και γ) με την από 14-1-1997 πρόσθετη παρέμβαση του Δήμου... που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3778/1997, 4861/2002 μη οριστικές, 4518/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5007/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των 4518/2004 και 5007/2005 αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-2-2006 αίτησή της που κατατέθηκε α)στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθ. καταθ. 29/2006 και β) στο Εφετείο Αθηνών με αριθ.καταθ. 280/2006 καθώς και με τους από 15-12-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 5-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη, ενώ η πληρεξούσια του δεύτερου αναιρεσιβλήτου την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη της πρώτης αναιρεσίβλητης στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552, 553 και 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζεται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά περισσότερων αποφάσεων, προκύπτει ότι σε υπόθεση η οποία διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, μόνο η οριστική απόφαση που εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον τούτο υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, υπόκειται σε αναίρεση, όχι δε και η πρωτόδικη, η οποία ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 40/1996, ΑΠ 503/2009, ΑΠ 765/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε κατά τύπους την έφεση κατά της συμπροσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης και απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης 4518/2004 αποφάσεως, είναι απαράδεκτη, αφού το Εφετείο δίκασε την υπόθεση στην ουσία της.

Επειδή, κατά το άρθρο 82 παρ. 3 του ΚΠολΔ αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τη διάταξη αυτή, λαμβανόμενη σε συνδυασμό προς την παράγραφο 3 του άρθρου 81 του ίδιου Κώδικα, η οποία ορίζει ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, προκύπτει σαφώς, ότι η κλήση προς συζήτηση της αναιρέσεως που γίνεται είτε κάτω από το αντίγραφο της αναιρέσεως είτε αυτοτελώς (άρθρο 568 ΚΠολΔ), πρέπει να επιδίδεται και προς τον έχοντα κατ' αμφοτέρους τους βαθμούς την ιδιότητα του προσθέτως υπέρ κάποιου από τους κυρίους διαδίκους παρεμβάντος, για να ενημερώνεται αυτός περί της εξελίξεως της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως και ασκεί τα δικαιώματά του, διότι αυτός είναι διάδικος.

Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται και κατά του προσθέτως παρεμβάντος υπέρ της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Δήμου ..., καίτοι η αναίρεση δεν έπρεπε να απευθύνεται και κατά του ως άνω υπέρ του αναιρεσείοντος προσθέτως παρεμβάντος, πλην όμως η απεύθυνση αυτή εκτιμάται ως κλήση αυτού στην προκείμενη δίκη της αναίρεσης, στην οποία αυτός νομίμως παρίσταται, ζητώντας να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική του δαπάνη.

Επειδή, από το άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και ότι για το παραδεκτό των προσθέτων αυτών λόγων απαιτείται όχι μόνο η κατάθεση αλλά και η επίδοση του σχετικού δικογράφου στον αναιρεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν τη συζήτηση της αναίρεσης που είχε αρχικά οριστεί, στις οποίες δεν υπολογίζονται η ημέρα κατάθεσης και επίδοσης και η ημέρα της συζήτησης (ΑΠ 426/2008).

Η άποψη ότι ως συζήτηση νοείται η αρχικώς ορισθείσα δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της δίκαιης δίκης, που θεσπίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, αφού δεν παρακωλύεται το δικαίωμα του αναιρεσείοντος για την άσκηση εμπροθέσμως των πρόσθετων λόγων αναίρεσης. Τυχόν μη εμπρόθεσμη κατάθεση, μη επίδοση ή μη εμπρόθεσμη επίδοση του δικογράφου καθιστά απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους και το απαράδεκτο αυτό λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 10-12-2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης, αυτό κατατέθηκε εκπροθέσμως στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 15- 12- 2008 (βλ. με αριθ. 271/2008 έκθεση κατάθεσης του αρμόδιου γραμματέα), δηλαδή δεν κατατέθηκε τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν τη συζήτηση της αναίρεσης που αρχικώς είχε οριστεί για τις 14-1-2009.

Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι.

Επειδή, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.

Συνακόλουθα επί διεκδικητικής αγωγής που έχει ως βάση τον παράγωγο αυτό τρόπο κτήσεως της κυριότητας, πρέπει το επίδικο ακίνητο να ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στον μεταβιβαστικό τίτλο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως, αναφορικά με την αναγνωριστική περί κυριότητας αγωγή της αρχικώς ενάγουσας, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεόδ. Ράλλη που νομίμως μεταγράφηκε, περιήλθε στην αρχικώς ενάγουσα Θ συζ. ., λόγω προικός και τον σύζυγό της .

ως επικαρπωτή, από τη μητέρα της ... συζ. ... ένα αγροτεμάχιο στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., εκτάσεως κατά νεότερη καταμέτρηση 19.881,30 τ.μ., τεμνόμενο σε δύο άνισα τεμάχια από αγροτικό δρόμο. Το βόρειο τμήμα εκτάσεως 5.559,40 τ.μ., ήτοι το επίδικο, αποτυπώνεται στο από Νοεμβρίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ...

με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία ΑΕΒΓΔΑ. Στην ως άνω ... το όλο ακίνητο είχε περιέλθει με το ...συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Αθηνών Πάνου Πολυζωϊδη, η οποία έλαβε χώρα μεταξύ αυτής και των αδελφών της συγκληρονόμων ... και αφορούσε την κληρονομιαία περιουσία του πατέρα τους..., που αποβίωσε το έτος 1916, του αδελφού τους ..., που εξαφανίστηκε το έτος 1919 και κηρύχθηκε σε αφάνεια με την 1181/1926 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών και της μητέρας τους ...

χήρας ... που αποβίωσε το 1929. Έτσι, η αρχικώς ενάγουσα έγινε κυρία παραγώγως του επίδικου ακινήτου, που περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσεως αυτής, όπως αναφέρει στην έκθεσή του και ο διορισθείς πραγματογνώμονας. Η ανωτέρω μητέρα της ενάγουσας ... από την περιέλευση σ' αυτή του μείζονος αγρού, στον οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα, νεμόταν τούτο και δη το καλλιεργούσε με διάφορα δημητριακά, είτε η ίδια είτε δι' εκμισθώσεως σε τρίτους, συνεχώς μέχρι το έτος 1963, οπότε άρχισε να το νέμεται με διάνοια κυρίας η αρχικώς ενάγουσα με το σύζυγό της Ζ, ο οποίος μέχρι το 1983 που καταργήθηκε η προίκα ήταν επικαρπωτής.

Μετά το 1983 η ενάγουσα το καλλιεργούσε μόνη της με σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, ενώ επίσης το εκμίσθωνε σε τρίτους για καλλιέργεια, συνεχώς και αδιαταράκτως μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής το έτος 1996, δηλαδή για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία Έτσι, η αρχικώς ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.

Η τελευταία αποβίωσε το έτος 1997 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατέλιπε πλησιέστερους συγγενείς της το σύζυγό της Ζ και τη θυγατέρα της Ψ1. Ήδη ο εκ των κληρονόμων Ζ αποποιήθηκε εμπροθέσμως την κληρονομία της συζύγου του και έτσι η Ψ1 συνεχίζει νόμιμα τη δίκη ως καθολική διάδοχος της αρχικώς ενάγουσας. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχτηκε ότι ο ισχυρισμός του προσθέτως παρεμβαίνοντος Δήμου ...

ότι κατέχει το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου από το έτος 1961 μέχρι τις 17-2-1996, οπότε το μεταβίβασε στην εναγομένη με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Ευαγγελίας Πηλιχού, ενεργώντας πράξεις νομής, όπως επίβλεψη, καλλιέργεια με σιτηρά, εκμίσθωση, καθόλου δεν αποδείχτηκε. Είναι αληθές, συνεχίζει το Εφετείο, ότι ο προσθέτως παρεμβάς Δήμος ...

έχει ιδιοκτησία στο βόρειο τμήμα του επιδίκου, με την οποία συνορεύει το επίδικο κατά την πλευρά αυτή και υπάρχει εμφανής διαφορά ανάμεσα στο επίδικο και την ιδιοκτησία του Δήμου, διότι η τελευταία είναι περί τα 50 χρόνια ακαλλιέργητη. Άλλωστε, και τα μισθωτήρια τα οποία προσκομίζει ο Δήμος, αφορούν γενικώς και όλως αορίστως σε μισθώσεις κοινοτικών αγρών στη θέση ..., χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό, ώστε να αποδεικνύεται ότι περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε ότι η αρχικώς ενάγουσα κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου τόσο κατά τρόπο παράγωγο όσο και κατά τρόπο πρωτότυπο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, επικύρωσε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε ομοίως, και απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1045, 1051 και 974 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με τρόπο παράγωγο και με έκτακτη χρησικτησία από την ήδη αναιρεσίβλητη, οι οποίες αιτιολογίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφάρμοσε.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. δ/τος 31/1968, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 62 ν. 1416/1984, ως προς τα ακίνητα των Δήμων και των Κοινοτήτων εφαρμόζεται η νομοθεσία που ισχύει εκάστοτε για την προστασία της ακίνητης περιουσίας του δημοσίου εκτός από τα άρθρα 8 έως 20 του αναγκαστικού νόμου 1539/1938.

Επομένως, εφαρμόζεται το άρθρο 2 του α.ν. 1539/1938, κατά το οποίο τα ακίνητα του Δημοσίου και κατ' επέκταση και των Δήμων και Κοινοτήτων, είναι ανεπίδεκτα νομής τρίτου και γι' αυτό τα ακίνητα αυτά εξαιρούνται και είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας τακτικής ή έκτακτης. Η διάταξη αυτή προϋποθέτει ότι οι Δήμοι είναι κύριοι των εξαιρουμένων της χρησικτησίας ακινήτων πραγμάτων.

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, όπως εκτιμάται, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχτηκε χρησικτησία εις βάρος του προσθέτως παρεμβάντος Δήμου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, όπως αυτές αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκαν, το Εφετείο δεν δέχτηκε ότι ο Δήμος απέκτησε ποτέ κυριότητα στο επίδικο, ώστε από το έτος 1968 να μη χωρεί χρησικτησία εις βάρος του.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.

ΑΠ 1/1999, ΑΠ 194/2005). Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 2/2009, Α.Π 442/1993).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου α') του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Πάνου Πολυζωίδου ως προς τη θέση του επιδίκου ακινήτου στο βόρειο τμήμα του μείζονος ακινήτου των 19.881,30 τ.μ.

και β') του ... προικοσυμφώνου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Θ. Ράλλη, στο οποίο δεν αναφέρεται πουθενά η ύπαρξη αγροτικού δρόμου ή ρέματος που να τέμνει το παραπάνω μείζον ακίνητο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι η παραδοχή του Εφετείου ως προς τη θέση του επιδίκου ακινήτου, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων και των λοιπών άλλων αποδεικτικών μέσων, η οποία, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τους παρόντες λόγους αναιρέσεως.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ υπάρχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο. Έτσι, σε περίπτωση παράλειψης κήρυξης προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζήτησης, ο πιο πάνω λόγος ιδρύεται, όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξης, που προηγήθηκε ή (και) προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ. 12/2000).

Απαράδεκτο, η μη κήρυξη του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας δημιουργεί τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, δεν καθιερώνεται, όταν οι επιταγές για αναβολή της συζήτησης ή αναστολής της προόδου της δίκης περιέχονται όχι στις διατάξεις του ΚΠολΔ, που ρυθμίζουν την πορεία της διαδικασίας, αλλά σε διατάξεις νόμων που επιδιώκουν φορολογικούς σκοπούς, γιατί οι τελευταίοι μπορεί να επιτευχθούν και με άλλα μέσα, δηλαδή με την ενέργεια των φορολογικών οργάνων, χωρίς να απαιτείται η αναίρεση της απόφασης για την επίτευξη των επιδιωκόμενων φορολογικών σκοπών, οι οποίοι δεν έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συνακόλουθα, στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης.

Τέτοια διάταξη είναι και εκείνη του άρθρου 106 § § 1 και 2 του ν.δ. 118/1973 "περί κώδικος φορολογίας κληρονομιών, δωρεών, προικών και κερδών εκ λαχείου" (και ήδη της αντίστοιχης διάταξης του ν. 2892/2001), με την οποία, μεταξύ άλλων, ορίζεται, ότι: "Απαγορεύεται οποιαδήποτε ενέργεια επί αγωγής ή αίτησης και κάθε ένδικου μέσου που ασκήθηκε ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου σε σχέση με αντικείμενο της κτήσεως (με εξαίρεση την αίτηση προς έκδοση κληρονομητηρίου κατά την παρ. 4 του ίδιου όρθρου), εφόσον δεν προσάγεται πιστοποιητικό του Οικονομικού Εφόρου περί υποβολής σ` αυτόν της κατά νόμο δήλωσης ή έκδοσης απ` αυτόν πράξης επιβολής φόρου.

Η ένσταση περί μη προσαγωγής του αμέσως ανωτέρω πιστοποιητικού προτείνεται από τους ενδιαφερόμενους σε κάθε στάση της δίκης, εξετάζεται δε και αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια, με την ένσταση δε αυτή αναστέλλεται η πρόοδος της δίκης, όπως και κάθε άλλη ενέργεια, ώσπου να προσαχθεί το πιστοποιητικό αυτό.

Σε περίπτωση αναστολής της προόδου της δίκης, λόγω μη προσαγωγής από τον υπόχρεο του κατά τα άνω πιστοποιητικού, καθένας που μετέχει νόμιμα στη δίκη μπορεί να υποβάλει στον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο αντίγραφο του εισαγωγικού δικογράφου και στη συνέχεια, προσκομίζοντας τη χορηγούμενη από τον Οικονομικό Έφορο βεβαίωση για την ενέργεια αυτή, να επισπεύσει τη συζήτηση της υπόθεσης". (Ολ.

ΑΠ 1331/1985, ΑΠ 2100/2008). Ο τέταρτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω μη επίκλησης, αλλά και μη προσκομιδής από την ενάγουσα αναιρεσίβλητη και την καθολική αυτής διάδοχο που συνεχίζει τη δίκη, πιστοποιητικών του οικείου Οκονομικού Εφόρου περί υποβολής σ' αυτόν των δηλώσεων φόρου κληρονομίας της δικαιοπαρόχου της αρχικώς ενάγουσας, αυτής της ιδίας και της καθολικής διαδόχου της, αντίστοιχα, που αφορούν το επίδικο ακίνητο, είναι προεχόντως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης Ψ1 θυγ. Ζ (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), ενώ δεν πρέπει να επιδικαστούν δικαστικά έξοδα και για τον προσθέντως παρεμβάντα Δήμο ..., διότι αυτός δεν έχει υποβάλει αντίστοιχο αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-2-2006 αίτηση και τους από 10-12-2008 πρόσθετους λόγους της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία <<ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ ΑΕ>> και με τον διακριτικό τίτλο <<ΔΕΣΦΑ Α.Ε.>> για αναίρεση των αποφάσεων 5007/2005 του Εφετείου Αθηνών και 4518/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης Ψ1, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ